Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Συνέντευξη με τους Dance With Invisible Partners

Πίσω από το ποιητικό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο βρίσκεται στην ουσία ένα πρόσωπο: ο μουσικός και επιστήμονας Κωστής Γαρδίκης. Το φετινό του άλμπουμ, που φέρει τον τίτλο Honey, απέδειξε ότι είναι ικανότατος στο στήσιμο στιβαρών τραγουδιών σκοτεινής ποπ χροιάς. Η συνέντευξη που του πήρα, με αφορμή την επερχόμενη πρώτη επίσημη παρουσίαση του Honey (Κυριακή 9 Δεκεμβρίου, Six d.o.g.s.), αποσαφηνίζει διάφορα θέματα γύρω από τη ζωή και την τέχνη του. Διαβάστε την εδώ.

* Φωτογραφία: Ειρήνη Μιχοπούλου (http://www.iriniphoto.com/)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XV: Stephen King (V)

"Καλά, δεν έχεις διαβάσει τη Λάμψη;! Ούτε την ταινία έχεις δει;!"

Είναι λογικό να δυσπιστεί κανείς απέναντι σε κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο φαν του Stephen King, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει ότι δεν έχει έρθει σε επαφή με συγκεκριμένα κομμάτια της δημιουργίας του τα οποία συνέβαλαν τα μάλα στη δημιουργία του μύθου του. Όμως, όντως, μέχρι χτες το βράδυ δεν είχα διαβάσει τη Λάμψη -και ακόμα δεν έχω δει την ταινία του Stanley Kubrick, την οποία, ως γνωστόν, ο King απεχθάνεται.

Το βιβλίο, εκείνη την παλιά έκδοση από Το Κλειδί, την πέτυχα σε τιμή 5€ στο περσινό πανηγύρι του Μυστρά -και την τσίμπησα. Νομίζω ότι αν δεν μου είχαν κάνει δώρο ο Σταν και η Μαρία, το 2015, το Δόκτωρ Ύπνος, τη συνέχεια δηλαδή της Λάμψης, ενδεχομένως να αργούσε επιπλέον η συνάντησή μου με το έργο αυτό. Το οποίο μου δημιούργησε ανάμεικτα συναισθήματα: ξεκίνησα διαβάζοντας γρήγορα τις πρώτες 100+ σελίδες, έπειτα φρέναρα, αμφέβαλα, ξαναμπήκα στο πνεύμα, μέχρι να φτάσω στο τέλος όπου ένιωσα πραγματική συγκίνηση. Δεν ξέρω τι έφταιξε: η μετάφραση που είχε τα θεματάκια της, εγώ που έχω διαβάσει πλέον πολλά του King κι είμαι αυστηρός...;

Ήταν εξαρχής (1977 εκδόθηκε Η Λάμψη), πάντως, ο συγγραφέας αυτός μάστορας στο πλάσιμο απολύτως απτών χαρακτήρων: ο Τζακ Τόρανς, που παλεύει με τον αλκοολισμό του (σαφώς αυτοβιογραφικός εδώ ο King), η Γουέντι, που αγαπάει τον άντρα της αλλά νιώθει και απειλή από τη σκοτεινή πλευρά του, και ο Ντάνι, το χαρισματικό παιδί που βλέπει οράματα τα οποία δεν μπορεί να κατανοήσει, είναι χαρακτήρες που νιώθεις να γνωρίζεις καλά καθώς τελειώνεις την ανάγνωση.

Ο Γουάτσον τον κοίταξε με θαυμασμό. "Διάβολε, είσαι στ' αλήθεια κολεγιόπαιδο, έτσι δεν είναι; Μιλάς όπως τα βιβλία. Μου αρέσουν οι σπουδαγμένοι όταν δεν είναι αδερφές. Πολλοί όμως είναι. Ξέρεις ποιοι άρχισαν τις φασαρίες στα κολέγια πριν από μερικά χρόνια; Οι ομοφυλόφιλοι. Ένιωθαν περιορισμένοι και ήθελαν, λέει, να ελευθερωθούν. Να βγουν στο φως, έτσι είπαν. Που να πάρει, δεν μπορώ να καταλάβω πού βαδίζει ο κόσμος".
-----
"[...] η κολακεία είναι το γράσο που λαδώνει τους τροχούς του κόσμου".
-----
Η ψυχή ενός αληθινού τυχοδιώκτη κι ενός αληθινού συζητητή δεν έχουν μεγάλες διαφορές. Και οι δυο ενδιαφέρονταν με πάθος για τη μεγάλη ευκαιρία.
-----
"Όλοι μας θυμόμαστε πιο εύκολα τα ευχάριστα όνειρά μας παρά τα τρομακτικά. Φαίνεται πως υπάρχει κάποιο κενό ανάμεσα στη συνείδηση και το υποσυνείδητο στο οποίο ζει ένας σκληροπυρηνικός πουριτανός. Ένας λογοκριτής που αφήνει να περνάει μόνο μια μικρή ποσότητα που κι αυτή, πολύ συχνά, δεν είναι παρά μόνο συμβολική. Βέβαια όλα αυτά είναι υπεραπλουστευμένος Φρόιντ, αλλά περιγράφουν καθαρά αυτά που ξέρουμε για τις αλληλεπιδράσεις του μυαλού".
-----
"Η σχιζοφρενική συμπεριφορά είναι πολύ συνηθισμένη στα παιδιά. Είναι αποδεκτή, γιατί εμείς οι ενήλικοι έχουμε συμφωνήσει σιωπηλά πως τα παιδιά είναι παράφρονες. Έχουν αόρατους φίλους. Μπορούν να πάνε να χωθούν στην ντουλάπα όταν το θελήσουν και να αποτραβηχτούν από τον κόσμο. Αποδίδουν ιδιότητες φυλακτού σε μια συγκεκριμένη κουβέρτα, σε ένα αρκουδάκι ή σε μια ψεύτικη τίγρη. Πιπιλάνε το δάχτυλό τους. Όταν ένας ενήλικος βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, τον θεωρούμε υποψήφιο για το ζουρλομανδύα. Όταν ένα παιδί λέει πως βλέπει ένα γίγαντα στην κρεβατοκάμαρά του ή ένα βρικόλακα έξω από τα παράθυρο, χαμογελάμε με επιείκεια. Υπάρχει μια και μόνο φράση που εξηγεί όλα αυτά τα φαινόμενα που παρουσιάζονται στα παιδιά..."

"Θα μεγαλώσει και θα το ξεπεράσει", είπε ο Τζακ.
-----
Θα το έγραφε για τον ίδιο λόγο που πίστευε πως είχαν γραφτεί όλα τα λογοτεχνικά έργα και μυθιστορήματα: στο τέλος πάντα αποκαλύπτεται η αλήθεια.

Ναι, ίσως είχε δίκιο στην αρχή. Ήταν μεθύστακας και είχε κάνει φοβερά πράγματα. Ήταν φοβερό να σπάσει το χέρι του Ντάνι. Όμως όταν ένας άνθρωπος διορθώνεται δεν πρέπει αργά ή γρήγορα να του δείξουν εμπιστοσύνη; Κι αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο θα έχει άδικο αν ξαναρχίσει;
-----
Όταν πλησιάζεις τα εξήντα [...] πρέπει ν' αρχίσεις να σκέφτεσαι το θάνατο. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να πεθάνεις. Κι αυτή η σκέψη βρισκόταν στο μυαλό του όλη αυτή τη βδομάδα, όχι σαν κάτι δυσάρεστο αλλά σαν ένα γεγονός. Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Πρέπει να προσαρμόζεσαι σ' αυτή την ιδέα, αν θέλεις να είσαι ολοκληρωμένος άνθρωπος. Κι αν είναι δύσκολο να καταλάβεις το γεγονός του δικού σου θανάτου, μπορείς τουλάχιστον να το αποδεχτείς.
-----
"Πού ήσουν; Φοβηθήκαμε!" του είπε ανάμεσα από τα δόντια του που χτυπούσαν.

"Αυτό εδώ το μέρος μόνο φόβο μπορεί να προκαλέσει", είπε ο Χάλοραν.
-----
Ο Ντάνι είχε να χύσει ακόμα πολλά δάκρυα και ήταν τυχερός που ήταν τόσο μικρός και μπορούσε να κλάψει ελεύθερα. Τα δάκρυα που ανακουφίζουν συγχρόνως καίνε και βασανίζουν.
-----
"Ντάνι, άκουσέ με. Θα σου πω κάτι και δεν πρόκειται να το επαναλάβω ποτέ. Υπάρχουν πράγματα που δεν είναι κατάλληλα για τα αυτιά ενός εξάχρονου αγοριού, αλλά αυτό που πρέπει να γίνεται κι αυτό που τελικά γίνεται συμβαδίζουν σπάνια. Ο κόσμος είναι σκληρό μέρος, Ντάνι. Δεν ενδιαφέρεται. Δε μας μισεί, αλλά ούτε μας αγαπάει. Συμβαίνουν τρομερά πράγματα στον κόσμο, πράγματα που δεν μπορεί να τα εξηγήσει κανείς. Πολλές φορές οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν με φριχτούς τρόπους κι αφήνουν μόνους τους τους αγαπημένους τους. Μερικές φορές μάς φαίνεται ότι ζουν και βασιλεύουν μόνο τα καθάρματα. [...] Αυτός είναι ο προορισμός σου σ' ετούτο τον σκληρό κόσμο: να διατηρείς την αγάπη σου και να τραβάς μπροστά ό,τι κι αν συμβαίνει".

Stephen King, Η Λάμψη, μετάφραση Γιάννας Αναστοπούλου, εκδόσεις Το Κλειδί/Λιβάνης

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Η απέραντη γαλάζια μοναξιά στη Σαντορίνη

Τα σώματα απουσιάζουν, οπότε αρκούμαι στις φωνές που φτάνουν παραμορφωμένες από το πέρασμά τους μέσα απ' τα καλώδια. Τέσσερις τοίχοι. Πολλά έπιπλα, αλλά ελάχιστα από αυτά χρήσιμα: ένα τραπέζι, μια καρέκλα, ένα στρώμα.

Δουλειά πολλή, που περιμένει να πάρει τη σειρά της. Αλλά αδυνατώ να αντεπεξέλθω. Αφήνω τον χρόνο να χάνεται, χαζεύοντας δελτία ειδήσεων, ακολουθώντας αόρατα διαδικτυακά νήματα, ακούγοντας μουσικές που έχω ακούσει και ξανακούσει, προσπαθώντας να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις. Αλλά ποιες σκέψεις;

Η άλλη δουλειά, η πρωινή, είναι εκείνη που με κρατάει. Θέλω να μπω στην τάξη, να μιλήσω στα παιδιά, να μιλήσω με τα παιδιά. Θέλω να μιλήσω και με τους υπόλοιπους -με κάποιους. Με εκείνους που βλέπουν αυτό που κάνουμε όπως το βλέπω κι εγώ.

Κι έπειτα επιστρέφω στο σκοτεινό δωμάτιο. Όλο λέω "σήμερα θα κάνω αυτό κι εκείνο", αλλά δεν μπορώ. Και δεν κάνω τίποτα. Ή κάνω πολύ λίγα. Ή δεν κάνω τίποτα.

Μικρός έζησα την απουσία του γονιού από το σπίτι. Δεν μου άρεσε. Τώρα είμαι εγώ εκείνος που λείπει, και δεν μου αρέσει ακόμα περισσότερο.

Περικυκλωμένος από το απέραντο γαλάζιο που οι περισσότεροι λάτρεψαν. Που πλήρωσαν για να βρεθούν στη θέση μου. Τους το χαρίζω, θέλω να φύγω. Δεν είμαι αχάριστος, ξέρω ότι στάθηκα τυχερός. Αλλά θέλω να φύγω.

Κανείς δεν πρέπει να ζει μόνος.

Κανείς δεν πρέπει να ζει μακριά από τα πρόσωπα με τα οποία διάλεξε να ζήσει.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

Να μιλάμε για το Πολυτεχνείο

Σκέφτεσαι ότι τα παιδιά που έχουν φτάσει στο Λύκειο τα ξέρουν, τα 'χουν ακούσει καμιά δεκαριά φορές, τουλάχιστον. Κι έτσι ξεκινάς να προβάρεις με τη χορωδία, χωρίς προλόγους.

Ώσπου, εκεί που τραγουδούν "τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ", τα βλέπεις να γελάνε. Τους εξηγείς τι σημαίνει αυτό, τι γινόταν τότε, ότι ο Ανδρέας, που τον "χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα", ήταν αληθινό πρόσωπο. Σε άλλη περίπτωση, σε κουβέντα που ανοίγει μια συνάδελφος, ακούς από άλλο παιδί ότι "πρώτη φορά άκουσα κι έμαθα για το πραξικόπημα στην Κύπρο, δεν το ήξερα".

Δεν αρκεί να διοργανώνουμε μια γιορτή μια φορά τον χρόνο, με όλες τις δυσκολίες που κάτι τέτοιο έχει, αλλά και τις ευκολίες στις οποίες συχνά καταφεύγουμε λόγω των χρονικών ορίων μέσα στα οποία καλούμαστε να δράσουμε. Πρέπει πάντα να κουβεντιάζουμε με τα παιδιά, να λύνουμε τις απορίες τους, να ψάχνουμε για να απαντήσουμε και τις δικές μας. Η γιορτή αυτή είναι η πιο δική τους, απλώς πολλά δεν το ξέρουν.

Να μιλάμε για το Πολυτεχνείο στα παιδιά. Υπάρχουν άλλοι που το κάνουν συστηματικά, που τους περνάνε τη διαστρέβλωση, ακόμα και την άρνηση αυτής της Ιστορίας.

Να μιλάμε για το Πολυτεχνείο.

Να μιλάμε.

* Φωτογραφία του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα (από εδώ)

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Συνέντευξη με την Angelika Dusk

Η Angelika Dusk είναι μία από τις νέες και υποσχόμενες γυναικείες φωνές της εγχώριας σκηνής. Με το Beautiful Mess, το δεύτερο άλμπουμ της, να είναι ακόμα ζεστό, η τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια πατάει απόψε το σανίδι του Faust, στην πρώτη της ζωντανή εμφάνιση για τη φετινή σεζόν. Με αυτή την αφορμή έκανα μια κουβέντα μαζί της, για λογαριασμό του Avopolis.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Ένα αντίο στον Stan Lee (1922-2018)

"Stan Lee presents..."

Πόσες φορές δεν αντίκρισα την παραπάνω φράση, στην πρώτη σελίδα των τευχών που αγόραζα ευλαβικά κάθε εβδομάδα ως παιδί... "Μα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;"

Το πρώτο τεύχος του Σπάιντερ-Μαν μου το αγόρασε η μάνα μου -έτσι θυμάμαι, τουλάχιστον-, μαζί με κάποιο Σεραφίνο-Τιραμόλα, για να μου δώσει κάτι να ασχολούμαι. Ήμασταν στο Ναύπλιο, για τη βάφτιση της αδερφής μου, άρα μιλάμε μάλλον για το 1985. Εγώ μέσα εκεί ανακάλυψα έναν απίθανο νέο κόσμο, κι η μάνα μου μάλλον το μετάνιωσε πολλές φορές από τότε. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν διάφορες ηλίθιες θεωρίες για τα κόμικς και το πώς αυτά έκαναν τα παιδιά βίαια ή χαζά, και οι μεγάλοι πάντα προσπαθούσαν να μας αποτρέψουν από τέτοια αναγνώσματα. Η θεία μου η Φανή πρωτοστατούσε σε αυτόν τον αγώνα -μάταια πάντα: τσίμπαγα κρυφά (εντάξει, "έκλεβα" είναι το σωστό ρήμα) λεφτά από την τσάντα της μαμάς για να πάω στο περίπτερο της γειτονιάς και να τα δώσω ως αντίτιμο για λίγο ακόμη παράδεισο. Από κοντά κι ο αδερφός μου.

Εκείνα τα χρόνια, τα δικαιώματα των υπερηρώων της Marvel τα είχαν οι εκδόσεις Καμπανά (KABANAS HELLAS), και μέσα από τα "φτωχά" τεύχη τους (2 σελίδες ασπρόμαυρο, 2 σελίδες τετραχρωμία, μικρό μέγεθος) γνώρισα όχι μόνο τον φιλικό γείτονα από τη Νέα Υόρκη, αλλά και τον Χουλκ (sic), τους X-Men, τον Κάπτεν Αμέρικα και τους Εκδικητές, τον Ατρόμητο, και τόσους άλλους. Και βέβαια γνώρισα τα ονόματα των δημιουργών τους: του Stan Lee, του Steve Ditko, και των δύο πλέον αγαπημένων μου σχεδιαστών, Todd McFarlane και Frank Miller. Οι ήρωες του Lee ήταν πανίσχυροι ως ήρωες, αλλά ευάλωτοι ως άνθρωποι: χαμένοι στα καθημερινά τους προβλήματα το πρωί, στο κυνήγι των κακών τη νύχτα. Δεν καταλάβαινα όλα όσα διάβαζα (ήμουν παιδί του Δημοτικού, σε μια επαρχιακή πόλη ξεχασμένη απ' τον Θεό), όμως με συγκινούσε σε απίστευτο βαθμό η εικονογραφία και η μυθολογία του Marvel-ικού σύμπαντος.

Αργότερα, στο περιοδικό μπήκαν διάφορες στήλες ποικίλης ύλης (για υπολογιστές, μεταφυσική, UFO κλπ.), με την επιμέλεια του Πάνου Παχνέλη. Εκείνη την εποχή πρέπει να μπήκε στη στήλη αλληλογραφίας και μια επιστολή μου (το πρώτο μου δημοσιευμένο κείμενο!), για το οποίο ο Παχνέλης με συνεχάρη για τη σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας. Έπειτα, όταν είχα φτάσει στο Γυμνάσιο νομίζω, το περιοδικό έγινε έγχρωμο, μεγάλωσε σε μέγεθος και σελίδες, είχε αφίσες και έδειχνε σούπερ. Ώσπου κάποτε, ξαφνικά και απροειδοποίητα, έπαψα πια να το βρίσκω στα περίπτερα. Πήγαινα ξανά και ξανά να το αναζητήσω, μέχρι και στο τοπικό πρακτορείο Τύπου έφτασα. "Θα τους τελείωσε το χαρτί", μου απάντησε, μάλλον αστειευόμενος, ο Λιάκος...

Κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι έρχονταν οι αμερικάνικες εκδόσεις στη Σπάρτη, και αγόρασα αρκετά από εκείνα τα τεύχη, ειδικά κάποια συλλεκτικά. Ήταν πολύ πιο ακριβά βέβαια, αλλά μόνο από το ξεφύλλισμα ήταν εύκολο να καταλάβεις πόσο φτωχοί ήταν οι εν Ελλάδι συγγενείς τους. Με τις ελληνικές εκδόσεις που ανέλαβαν στη συνέχεια δεν απέκτησα ποτέ την ίδια σχέση, μόνο σποραδικά αγόραζα κάποιο τεύχος ως φοιτητής. Αλλά πια είχα χάσει την επαφή, δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τη ροή του σεναρίου. Ήμουν κάπου αλλού.

Τον ίδιο τον Stan Lee άργησα πολύ να τον δω έστω, πόσο μάλλον να τον γνωρίσω ως προσωπικότητα. Αλλά μου αρκεί που γνώρισα, τότε που έπρεπε, τα αποκυήματα της αχαλίνωτης φαντασίας του: τους ήρωες που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη, την αισθητική και την ηθική μου. Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον τον γνώρισα πάρα πολύ καλά τον μεγάλο Stan.

"With great power comes great responsibility". Well put, old friend!

* Φωτογραφία του Jefferson Graham (από εδώ)

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Η χαμένη γενιά (που δεν θα χαθεί)

Έβλεπα σήμερα (άκουγα περισσότερο) τη συνέντευξη που έδωσαν ο Γιάννης Δημαράς, ο Γιώργος Λιάνης και ο Κώστας Χαρδαβέλας στην Έλενα Κατρίτση (εκπομπή Προσωπικά, ΕΡΤ1), όπου μίλησαν για την εποχή (δεκαετία του '80) που έκαναν τους Ρεπόρτερς. Είδα με συμπάθεια την τριάδα να θυμάται, να αστειεύεται και να αναλύει μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή, από όλες τις απόψεις.

Προς το τέλος της συνέντευξης (στο 45ο λεπτό στο παρακάτω βίντεο), άκουσα τον Λιάνη να λέει κάτι που δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω ακούσει στο παρελθόν. "Σήμερα η Ελλάδα δεν έχει κανέναν μεγάλο ποιητή, κανέναν μεγάλο ζωγράφο, είναι σε παρακμή σαν χώρα", ήταν πάνω κάτω τα λόγια του.

Είναι βέβαιο, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, ότι ο Λιάνης (και η πλειοψηφία των ανθρώπων της γενιάς του ενδεχομένως, αν και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την ηλικία) δεν θα ήταν σε θέση να αναφέρει, ονομαστικά έστω, ούτε έναν ποιητή, ούτε έναν ζωγράφο, ούτε έναν μουσικό της νέας γενιάς -το "μεγάλος" είναι, ούτως ή άλλως, άλλη υπόθεση και φυσικά απαιτεί χρόνο (κάτι που εύκολα ξεχνιέται όταν μιλάμε για τα ιερά τέρατα του παρελθόντος, λες και αυτοί θεωρούνταν εν τη γενέσει τους σπουδαίοι). Κάτι τέτοιο θα ήταν ενδεχομένως αδιάφορο σε άλλη περίπτωση, αλλά στη συγκεκριμένη δεν είναι καθόλου: γιατί ο Λιάνης δήλωσε ότι επιστρέφει στην τηλεόραση, ενώ η γενιά του, και οι επόμενες, δεν έφυγαν ουσιαστικά ποτέ από τις καίριες θέσεις.

Βρίσκω χυδαίο αυτό που λένε κάποιοι νεότεροι για τους παλιούς, ότι "πρέπει να πάνε σπίτι τους". Θυμάμαι, μάλιστα, κάτι τέτοιο να το ακούω, π.χ. για τον Διονύση Σαββόπουλο, πριν από 20 χρόνια ακόμα, όταν δηλαδή ήταν στα 50 του (!). Από την άλλη, είναι απαραίτητο να αφεθεί χώρος στους νεότερους, να συνυπάρξουν, δηλαδή, οι γενιές. Και ο χώρος αυτός δεν έχει να κάνει απαραίτητα (ή μόνο) με την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και γενικότερα την παρουσία στα μέσα ενημέρωσης. Έχει να κάνει κυρίως με την ίδια την έκφραση της απαξίωσης από τους "παλιούς", τη στιγμή που προφανέστατα έχουν μείνει στα δικά τους, σε αυτά που έμαθαν στα νιάτα τους, και δεν έχουν πάρει μυρωδιά για όσα ακολούθησαν. Είναι βέβαιο ότι ο Γιώργος Λιάνης, και ο καθένας που εκφράζει την εν λόγω άποψη, γνωρίζει την άγνοιά του. Ας επιλέξουν, λοιπόν, τη σιωπή, ή ας δηλώσουν έστω τον αγνωστικισμό τους. Ευτυχώς, στο βίντεο σπεύδει να τον διορθώσει ως προς αυτό ο Δημαράς.

Δεν είναι ειδικότητά μου η ποίηση, ούτε η ζωγραφική (παρότι μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό διάφορα ονόματα με προοπτικές και από τους δύο χώρους), για τη μουσική όμως μπορώ να σκεφτώ άμεσα κάμποσους δημιουργούς, και των δύο φύλων, ονόματα που εμφανίστηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία χονδρικά, και που έχουν δώσει σημάδια ότι μπορούν να εκφράσουν το εδώ και το τώρα (μας). Η συγκεκριμένη "γενιά", που για πολλούς είναι χαμένη επειδή αδιαφόρησε για τα ταβερνεία της TV (και/ή επειδή αδιαφόρησαν τα ταβερνεία για αυτήν), είναι βέβαιο ότι θα βρει τον δρόμο της προς το κοινό, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Θα μπορούσε, όμως, να βοηθηθεί ως προς αυτό, αν ταυτόχρονα δινόταν βήμα και στους ανθρώπους που θα μπορούσαν να την καταλάβουν, να την αναλύσουν, να την κριτικάρουν.

Ναι, για το δημόσιο ραδιόφωνο θα μιλήσω εδώ: βεβαίως να δοθούν εκπομπές σε φωνές που έχουν προσφέρει και που έλειψαν. Αλλά πρέπει δίπλα σε αυτούς να υπάρξουν και άνθρωποι 20-30 χρόνια νεότεροί τους, που καταλαβαίνουν και παρακολουθούν τους νέους καλλιτέχνες. Υπάρχουν πολλοί άξιοι, που κάνουν εκπομπές σε διαδικτυακά ραδιόφωνα ή σε ιδιωτικά. Αλλά και στην τηλεόραση, πρέπει να δοθεί χώρος σε νέες ιδέες, που θα παρουσιάσουν τη μουσική και τους μουσικούς μέσα σε μια διαφορετική (επιτέλους!) συνθήκη.

Ας ψάξουν, λοιπόν, οι ιθύνοντες, ας τολμήσουν να βγουν λίγο πέρα από την ασφαλή περιοχή τους. Θα βρουν εκεί έναν κόσμο κάπως ρημαγμένο και χαώδη, αλλά ελπιδοφόρο.

* Φωτογραφία από εδώ.
   

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Η "Εκκωφαντική Σιωπή" του Γιώργου Λιτσικάκη

Δελτίο τύπου

"Εκκωφαντική Σιωπή"

Το νέο ψηφιακό single του Γιώργου Λιτσικάκη.

Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτο άλμπουμ του, Δεν Πειράζει, μια δουλειά που  ξεχώρισε και αγαπήθηκε τόσο από το κοινό, όσο και από τον έντυπο και ηλεκτρονικό μουσικό τύπο, ο Γιώργος Λιτσικάκης επιστρέφει στη δισκογραφία με ένα νέο τραγούδι.

Μετά από μια δυναμική συναυλία στον κήπο της ΕΡΤ στα πλαίσια του Summertime 2018, και λίγο πριν τις χειμερινές του εμφανίσεις, περνάει το κατώφλι του στούντιο, κυκλοφορώντας το νέο του ψηφιακό single με τίτλο "Εκκωφαντική Σιωπή".

Ένα κομμάτι που παντρεύει τις αρμονικές φόρμες του grunge και τον λυρισμό των εγχόρδων με στίχους που χτυπάνε κατευθείαν στο στομάχι.

Ένα τραγούδι για όσα ποτέ δεν τόλμησαν να ειπωθούν. Μια κραυγή γι’ αυτούς που έχασαν τη φωνή τους μέσα στα αφόρητα «βολικά» κελιά της σιωπής. Μια κλωτσιά σε κλειδωμένες πόρτες και κάλεσμα για μια ζωή απαλλαγμένη από σκιές. Ένας ύμνος για όσους τόλμησαν να φωνάξουν, αυτά που κάποτε ψέλλιζαν στο σκοτάδι.  Για όσους τίναξαν από πάνω τους το δίχτυ της αυτολύπησης. Για όσους δέχτηκαν βία, παρενόχληση και εκμετάλλευση, μα κατάφεραν να προχωρήσουν και να κοιτάξουν κατάματα τη ζωή. Για τους «ευάλωτους» που χλευάστηκαν όντας ευαίσθητοι και διαφορετικοί. Γι’ αυτούς... που αγάπησαν τον εαυτό τους.

Διαθέσιμο δωρεάν στην ιστοσελίδα www.giorgoslitsikakis.gr ή προς προαιρετική αγορά στις ψηφιακές πλατφόρμες όπως, iTunes, Google play, Amazon κλπ.

Το τραγούδι συνοδεύει videoclip που αποτυπώνει με ακρίβεια το μήνυμα του τραγουδιού. Συμμετέχει ο ηθοποιός Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος, ενώ την επιμέλειά του υπογράφει ο Σταύρος Συμεωνίδης.

Συντελεστές:
Στίχοι, μουσική : Γιώργος Λιτσικάκης
Ενορχήστρωση, ηχογράφηση, παραγωγή : Γιώργος Λιτσικάκης
Η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering έγιναν στο NobileSoundStudio (www.nobilesound.gr)
Έπαιξαν οι μουσικοί :
Χρήστος Βίγγος: τύμπανα
Θοδωρής Σταυριανός: ηλεκτρικό μπάσο
Σταύρος Παργινός: τσέλο
Γιώργος Λιτσικάκης: ηλεκτρικές κιθάρες, βιολί, πλήκτρα, φωνή.

Official Links:
www.giorgoslitsikakis.gr
www.youtube.com/giorgoslitsikakis
www.facebook.com/Giorgos.Litsikakis

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Για τη Λαμπρινή Καρακώστα (με αφορμή την εμφάνισή της στη Σαντορίνη)

Το περασμένο Σάββατο (11 Οκτωβρίου), η Λαμπρινή Καρακώστα επισκέφτηκε τη Σαντορίνη, για μια εμφάνιση στο εντευκτήριο της Εστίας του Πύργου Καλλίστης. Μαζί της είχε την ικανότατη Δέσποινα Σπανού, η οποία τη συνόδευσε με το τσέλο και τα φωνητικά της, ενώ η ίδια, πέραν της φωνής, χειρίστηκε κλασική κιθάρα, μεταλλόφωνο και κρουστά.

Την Καρακώστα την είχα πρωτοδεί το 2012, σε ένα live στη μουσική σκηνή Πυρήνας, στην Αθήνα, την εποχή που εμφανιζόταν δίπλα στον τραγουδοποιό Νίκο Ζουρνή. Με εντυπωσίασε τότε (εδώ όσα είχα γράψει στο Mix Grill), όπως και την επόμενο χρονιά, που την είδα στο πλευρό του Σωκράτη Μάλαμα, στο Θέατρο Βράχων (περισσότερα εδώ). Όμως, τούτη ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ένα δικό της πρόγραμμα και να βγάλω κάποια πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα.

Είναι, λοιπόν, η Λαμπρινή Καρακώστα μια ιδιαίτερα αξιόλογη περίπτωση καλλιτέχνιδας: αυτάρκης περφόρμερ, σίγουρη, επικοινωνιακή, όσο χρειάζεται θεατρική -μια παρουσία λαμπερή, με ουσιαστικό τρόπο. Νιώθω, μάλιστα, ότι έχει πολλά περισσότερα να δώσει από άλλες συναδέλφους της, των οποίων, όμως, το όνομα και η δράση ακούγονται πολύ περισσότερο. Εκτός των άλλων, το εύρος των ακουσμάτων της, και ο τρόπος που τα ενσωματώνει στη σκηνική της παρουσία και στο ρεπερτόριο που επιλέγει, λέει πολλά για την αληθινά ενδιαφέρουσα ιδιοσυγκρασία της. Για την αναμενόμενη δισκογραφική της εργασία, όπου θα συστήνεται επισήμως και ως τραγουδοποιός, δεν μπορώ να πω ακόμα πολλά: το "Η Αγάπη Μένει", που υπάρχει ήδη στο YouTube (ακούστε το παρακάτω), είναι καλοστεκούμενο, και τα υπόλοιπα που μας παρουσίασε εκείνο το βράδυ το ίδιο, όμως θα χρειαστεί να περιμένουμε για το ολοκληρωμένο προϊόν. Σε κάθε περίπτωση, μόνο συν μπορεί να αποτελέσει για την ίδια η αποκάλυψη αυτού του νέου προσώπου της.

Ήμασταν-δεν ήμασταν 30 άτομα στο κοινό το περασμένο Σάββατο, σε μια συναυλία που είχε δωρεάν είσοδο. Δεν ξέρω αν η Καρακώστα παίζει συχνά σε τόσο μικρά ακροατήρια, πάντως η εν λόγω προσέλευση με έκανε να σκεφτώ ξανά τα εμπόδια που συναντούν οι άνθρωποι που επιλέγουν να ακολουθήσουν μια -λιγότερο ή περισσότερο- συνεπή μουσική "καριέρα". Το απαίδευτο κοινό, η αδιαφορία των μέσων ενημέρωσης (να με συγχωρείτε, αλλά η αναδημοσίευση δελτίων Τύπου δεν αποτελεί ένδειξη ουσιαστικού ενδιαφέροντος), το γενικότερο modus vivendi που έχει επικρατήσει στην επαρχία -οι ενάντιοι παράγοντες είναι πολλοί.

Όμως καλό είναι να αισιοδοξούμε, κινητοποιούμενοι παράλληλα προς την κατεύθυνση της στήριξης εκείνων των προσώπων που θέλουμε να έχουν ενεργό ρόλο στο τραγούδι μας.

Για μένα, η Λαμπρινή Καρακώστα είναι σίγουρα ένα από αυτά τα πρόσωπα.

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από τη Facebook σελίδα της Λαμπρινής Καρακώστα.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Συνέντευξη με τους And Also The Trees

Μπάντα με δυσανάλογο μικρό, σε σχέση με την αξία της, αντίκτυπο, οι And Also The Trees μετράνε πλέον κοντά 40 χρόνια δράσης. Συχνοί επισκέπτες της χώρας μας, επανέρχονται για μια βραδιά στη Death Disco, το Σάββατο 20 Οκτωβρίου. Ο μπροστάρης Simon Huw Jones απάντησε διεξοδικά στις ερωτήσεις που του έθεσα για λογαριασμό του Avopolis. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Μνήμη Γιώργου Μαυρομανωλάκη

Ήταν Τρίτη 17 Ιουλίου, που ο παλιός μου φίλος, ο Γιώργος Μαυρομανωλάκης, πέταξε από τα τείχη στο Κομμένο Μπεντένι Ηρακλείου για κάπου αλλού. Πάνε σχεδόν τρεις μήνες από τότε, αλλά είναι σαν να συνέβη μόλις. Είναι σαν να μη συνέβη ποτέ.

Πώς να δεχτώ ότι ο Μαύρος δεν υπάρχει πια, όταν υπήρχε πάντα στο μυαλό μου, κι ας μην ήταν κοντά; Όταν ερχόταν απρόσκλητος στη σκέψη μου, για να πει τη γνώμη του για ένα τραγούδι μου ή για να απαντήσει σε μια φράση μου, σε έναν διάλογο που δεν τελείωσε ποτέ;

Τον θυμάμαι να λέει συγκλονιστικά το "Αχ, στην αρχή των τραγουδιών..." εκείνο το βράδυ που έκανα πρεμιέρα με την κομπανία σε μια ταβέρνα στο Κουμ Καπί. Τον θυμάμαι να ενθουσιάζεται με μια μέτρια μουσική ιδέα μου. Ήταν πάντα ενθουσιώδης για τη μουσική, αλλά απογοητευόταν εύκολα από την κακία και τη μικρότητα των ανθρώπων.

Δούλευε πολύ από νέος: είχε το πάθος και την υπομονή. Στις μουσικές σκηνές των Χανίων έγινε από νωρίς περιζήτητος. Ξενυχτούσε στο πάλκο για το μεροκάματο, κι έπειτα σκάλιζε τα τραγούδια του και τα ηχογραφούσε στον υπολογιστή με τα πρωτόλεια προγράμματα της εποχής. Από εκείνον, κι από τον φίλο μας τον Ιωάννη Νούσια, έμαθα το n-Track, και μπήκα κι εγώ στον κόσμο των σπιτικών ηχογραφήσεων.

Είχε του κόσμου τα όργανα στο σπίτι του, κρεμασμένα στους τοίχους -και ήξερε να τα χειριστεί. Μου δάνεισε κάποτε, θυμάμαι, ένα μαντολίνο κι ένα ντέφι για μια ηχογράφηση. Τις κιθάρες του τις ονόμαζε: Μαρία, Ειρήνη κλπ. Και είχε δυνατό αφτί: άκουγε τα πάντα, τις αρμονίες και τις λεπτομέρειες στις μελωδικές κινήσεις.

Διαφωνούσαμε συχνά, για διάφορα θέματα. Μια μεγάλη μας κόντρα ήταν για το ποιος ήταν καλύτερος, ο Φοίβος Δεληβοριάς ή ο Αλκίννοος Ιωαννίδης: ήμουν με τον πρώτο, ήταν με τον δεύτερο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο που νοίκιαζε, μια μέρα, μου είπε "άκου αυτό" και έβαλε να παίξει το "Με Τόσα Ψέματα". Δεν με έπεισε ακριβώς, αλλά όποτε ακούω το τραγούδι, τον θυμάμαι. Μια άλλη φορά, που προσπαθούσε να βγάλει τα ακόρντα για τις "Κακές Συνήθειες", με ρώτησε τη γνώμη μου, αν στο ρεφρέν ήταν G/F# ή D/F#. Όταν του είπα, συμφώνησε. Κι εγώ ένιωσα καλά για τον εαυτό μου: αν ταυτιζόταν αυτό που ακούγαμε, δεν άκουγα και τόσο χάλια τελικά.

Δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ με τον χαμό του Μαύρου. Προσπαθώ να απεικονίσω, να αναμετρηθώ με τις τελευταίες στιγμές του. Προσπαθώ να μπω στη θέση του, να περπατήσω κι εγώ στους δρόμους της σκέψης που τον έφεραν εκεί. Αδύνατον.

Απομένει μόνο η μουσική.

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XIV: Μάνος Ελευθερίου

Το είχα χωμένο σε κάποιο παράμερο ράφι της βιβλιοθήκης μου από τότε που μου το δώρισε η ξαδέρφη μου η Ντίνα (το καλοκαίρι του 2008), και χρειάστηκε ο πρόσφατος θάνατος του συγγραφέα του για να το θυμηθώ και να το ξεθάψω.

Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ. Μα τι τίτλος είναι αυτός; Για κακή γυναικεία λογοτεχνία μου κάνει... Ξεκίνησα να διαβάζω ανόρεχτα, σαν να έκανα αγγαρεία. Σκέφτηκα: ας μην διαβάσω για ένα καλοκαίρι κάτι του Stephen King, θα νομίζουν ότι είμαι μονομανής -καλά, εδώ που τα λέμε είμαι.

Δεν περίμενα να διαβάσω αυτά που διάβασα, δεν περίμενα να είναι τόσο κοντά στον Stephen King η συλλογή αυτή διηγημάτων του Μάνου Ελευθερίου. Οι ιστορίες του μοιάζουν να έρχονται από τον κόσμο του ονείρου -του εφιάλτη, καλύτερα-, μοιάζουν προϊόντα παραίσθησης ή βγαλμένες από εκείνο το σκοτεινό μέρος του μυαλού όπου κατοικεί το μεταφυσικό. Μοιάζουν ταιριαστές, βέβαια, αν σκεφτείς ότι γράφτηκαν από έναν άνθρωπο που ταλαιπωρούνταν από λογής φοβίες: υπάρχει παντού ένα στρίμωγμα, μια αγωνία ασφυκτική, μια αίσθηση ότι οι τοίχοι κλείνουν να σε πλακώσουν.

Υπάρχει ψωμί εδώ, υπάρχουν ιδέες εμπνευστικές, υπάρχει ένα σκοτάδι ανθηρό.

[...] οι αναμνήσεις, όπως λένε και πολλοί συγγραφείς, πληγώνουν περισσότερο από τα πιο φριχτά γεγονότα.
-----
Κάθισε στο βράχο και τακτοποίησε το φουστάνι της με την ίδια φροντίδα που θα καθάριζε μια γοργόνα την ουρά της από τα φύκια. Τη φαντάστηκα γοργόνα και ολόγυρά της άγριες και πεινασμένες γάτες να της τρώνε μπουκιά μπουκιά την ουρά, να κόβουν ένα κομμάτι και να πηγαίνουν στην άκρη να το απολαύσουν με την ησυχία τους.
-----
Αν ό,τι είχε συμβεί το 'βλεπαν στο χωριό οι πονηροί και καχύποπτοι γείτονες, ασφαλώς θα 'τρεχαν στον αστυνόμο, στο δάσκαλο και οπωσδήποτε στον ιερέα για να τους εξηγήσουν αυτό το σπάνιο φαινόμενο. Είναι σίγουρο ότι ο καθένας θα ‘δινε τη δική του ερμηνεία και ίσως οι γονείς ν’ άκουγαν λόγια που θα τους πίκραιναν βαθιά. Ότι αυτό που συνέβαινε στο παιδί τους δεν ήταν μήνυμα του Θεού αλλά έργο του Σατανά, ότι ουσιαστικά ήταν δικό τους έργο - ποιος ξέρει τι παλιές αμαρτίες τους πλήρωνε το αθώο παιδί, ποιος ξέρει σε τι ανομίες είχαν κάποτε μπλεχτεί, με ποιους ύποπτους και αμαρτωλούς είχαν συναλλαγές. Πώς, επιπλέον, τα κατάφερναν να ζουν τόσο καλά αφού δεν φημίζονταν για τα πλούτη τους. Θα ζητούσαν επιτακτικά να εξεταστούν σήμερα κιόλας, αυτήν ακριβώς την ώρα, όλα τα κακά σημάδια και περιστατικά που είχαν χτυπήσει το χωριό τους τα τελευταία χρόνια και βρέθηκαν και οι γονείς μπλεγμένοι.
-----
Όσο για τους προπετείς γείτονες, αν το μάθαιναν, θα συμβούλευαν τους γονείς να πάρουν πρώτα τη γνώμη του ιερέα τους, που φημιζόταν για φρόνιμος άνθρωπος, πριν το τρέξουν στους γιατρούς, όπως το μεγαλύτερο παιδί τους, και ιδού τα αποτελέσματα, που κατάντησε δηλαδή κοτζάμ άντρας με τα φάρμακα.
-----
Κάποια στιγμή, χωρίς να το θέλει, η μητέρα φαντάστηκε να της δίνουν ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για κάποιες εμφανίσεις του παιδιού της σ’ ένα θίασο ποικιλιών. Η καρδιά της σκίρτησε καθώς έπιασε να ιεραρχεί τις ανάγκες του σπιτιού της. Συνήλθε όμως γρήγορα. Ντράπηκε. Μετάνιωσε. Πώς ήταν δυνατόν να εκμεταλλευτεί το ίδιο της το παιδί, και μάλιστα την ιδιαιτερότητά του. Τα χρήματα θα γίνονταν θηλιά στο λαιμό της και στο λαιμό ολόκληρης της οικογένειας. Τα χρήματα, σκέφτηκε, θα κερδίζονταν δίχως κόπο. Επομένως θα ήταν καταραμένα. Και θα έπρεπε να περιμένουν την τιμωρία τους από στιγμή σε στιγμή.
-----
Στο κεφάλι του ξανάρχεται ο μεγάλος συγγραφέας τον οποίο θαυμάζει και φοβάται, και είναι αυτός που του υπαγορεύει τι θα γράψει και πώς θα το γράψει, ενώ, πολλές φορές, νιώθει πως το χέρι του είναι δεμένο με το σιδερένιο χέρι εκείνου και γράφει γρήγορα, χωρίς να σκέφτεται, για εικόνες και περιστάσεις που ποτέ δεν φαντάστηκε και δεν υπολόγισε.
-----
Μια φυσική άνεση που είχα να ξεφεύγω από τις παγίδες με δίδαξε πως η κακή μου πείρα είναι ο καλός μου σύμβουλος.
-----
Φαίνεται πως τα μάτια της φιλίας θολώνουν όταν πρόκειται να σε κρίνουν ή να σε προστατέψουν.
-----
Γιατί πάντα υπάρχει ένας εχθρός. Και τα χρόνια που έρχονται τον θρέφουν μυστικά και τον δυναμώνουν με το αίμα μου και μένει στη σκοτεινή γωνιά του αμίλητος. Αν βήξει, θα τον ακούσω. Μα ποιος μου λέει ότι δεν είναι κάποιος πιστός και ειλικρινής φίλος που αγρυπνάει από αγάπη για μένα!
-----
Σ’ αυτό το λευκό νεκρό δωμάτιο κανείς δεν έστεκε σκεφτικός, ούτε ξέχασε ή έχασε κάτι. Εδώ έρχονταν σιωπηλοί, με την ψυχή στο στόμα, κοίταζαν αλαφιασμένοι από τα φινιστρίνια της πόρτας, σαν να παρακολουθούσαν μια μυστική τελετή, κάτι το απαγορευμένο ή κάτι που έπρεπε να το δουν λίγοι, να το κρατήσουν στην καρδιά τους και να το ‘χουν εικόνα μέσα τους και για πάντα. Προσεύχονταν κι έφευγαν γρήγορα.
-----
Τώρα όλα πάλι είναι μπερδεμένα μέσα του. Κάτι γίνεται σε αφάνταστη μοναξιά και ησυχία. Ένας συνεχής οξύς θόρυβος που έρχεται κατευθείαν απ' τον ουρανό, σαν να σκίζει κάποιος με μανία εφημερίδες και σκληρά χαρτιά. Κι οι άγνωστοι περαστικοί μιλάνε αλαφιασμένα και κλαίγοντας, λες και μασάνε γυαλιά και φτύνουν συνεχώς αίμα και δόντια.
-----
Αλλά αυτός που είχε σε τέτοια υπόληψη το στιλ της γραφής δεν μπορεί τώρα στα ξαφνικά να τα ποδοπατήσει όλα. Δεν είναι μόνο η καλλιέπεια, είναι το ότι πρέπει να είσαι σαφής και σύντομος. Οι λέξεις να λειτουργούν χωρίς σχόλια και ερμηνευτικές παραπομπές. Να 'χουν σειρά και συνέχεια και να 'ναι απαραίτητες όπως όλα τα χαρτιά της τράπουλας.
-----
Φοβόταν κιόλας μην γίνει περίγελος στις συγκεντρώσεις του κόμματος, που ξύνανε τα νύχια τους να βρουν στον καθένα συνήθειες και χειρονομίες μιας τάξης ανθρώπων οριστικά χαμένων, παρακμιακών, όπως τους έλεγαν, αποτυχημένων και ίσως ηττοπαθών.
-----
Από το μαύρο κουτί της τηλεόρασης βγαίνουν αίματα και χύνονται στο πάτωμα του δωματίου του. Εντόσθια, σακατεμένα σώματα από τροχαία, ξεριζωμένοι μετανάστες, αδικημένοι που ζητάνε έλεος, ομαδικοί τάφοι σ' άλλες χώρες, υπουργοί που υπόσχονται καλύτερες ημέρες. Για κείνον το καλύτερο θα ήταν ν' αλλάξει σπίτι. Ν' ανέβαινε ίσως στο ρετιρέ που πουλιέται σε λογική τιμή. Πού να τρέχει σ' άλλη γειτονιά! Τουλάχιστον στα ψηλά θα 'ναι κάπως ανεξάρτητος. Θα 'χει περισσότερο φως και περισσότερο αέρα.
-----
[...] έβλεπε την προκλητική νωθρότητα και την προσβλητική αδιαφορία των κατοίκων και, κυρίως, την απαράδεκτη επιμονή τους -που εξαπλώθηκε σαν επιδημία- να τους δοθεί η δυνατότητα να χτίσουν ακόμα και πολυκατοικίες, γκρεμίζοντας ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της πόλης.
-----
Ο θρίαμβος του μίσους στην επαρχία, που φαρμακώνει τους ανθρώπους μέχρι του σημείου να εύχονται να βγάλει ο αντίπαλος το κακό σπυρί.
-----
"Όταν ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, τότε ακούω από πολύ μακριά κάτι σαν καλπασμούς αλόγων και κάτι σαν θρόισμα από μεταξωτά φορέματα. Κάνω λάθος; Εσύ είσαι; Και με πόσες γυναίκες; Και τι ρούχα φορούν, τέλος πάντων; Και γιατί όλα αυτά να γίνονται μόνο νύχτα; Όταν το πρωί με πηγαίνουν σηκωτό σ' εκείνα τα μέρη απ' όπου νόμισα ότι ερχόταν ο καλπασμός, νιώθω να με κοιτάζουν τα δέντρα με μια συμπόνοια που δεν είδα ποτέ σε άνθρωπο".
-----
Έρχονται οι γιατροί και εξετάζουν, υπολογίζουν, υποθέτουν χωρίς να ελπίζουν, μιλούν ψιθυριστά, κάπου κάπου χαμογελούν για να δίνουν θάρρος στους συγγενείς που τους κοιτούν με αγωνία. Κανείς δεν ακούει τι λένε και κανείς δεν καταλαβαίνει τα συνθηματικά αγγλικά όπως τα μιλούν, άγνωστες λέξεις, ορολογίες της ιατρικής με σπάνια ονόματα. Ποιος τα σκέφτηκε και ποιος τα κατοχύρωσε να κυλούν έτσι όμορφα στο στόμα;
-----
Η τύχη το 'φερε να κατοικώ στον Παράδεισο περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ζω εντελώς φανταστικά (αυτή τη λέξη δεν μπορώ να σας την εξηγήσω), και φυσικά μου δημιουργεί προβλήματα. Ένα απ' αυτά είναι πως δεν έχω κανέναν γνωστό μου για παρέα. Είναι περίεργο μέσα σε τόσες χιλιάδες να  μην μπορώ να διακρίνω έναν άνθρωπο της γειτονιάς μου. Όσο για κείνους που γνώριζα απ' τις εφημερίδες (επιστήμονες, αθλητές, καλλιτέχνες), αυτοί ζουν όπως τα ξέρετε και στη γη. Κήποι, μέγαρα, αυτοκίνητα, και βέβαια μαζί μας καμιά επαφή.
-----
Και κάποτε στη ζωή μου, λοιπόν, ήρθαν τα πιο θλιβερά. Έβλεπα να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο και το σπίτι μια εποχή μού φαινόταν άλλοτε πολύ μικρό κι άλλοτε απέραντο. Το επάνω πάτωμα είχε αχρηστευτεί σχεδόν, δεν ανέβαινα πια, παρόλο που άκουγα θορύβους και κάτι σαν λαχανιασμένα τρεχαλητά. Ήξερα, βέβαια, πως θα ήταν ανόητο να πιστέψω ότι υπάρχουν φαντάσματα, αλλά όσο οι θόρυβοι μεγάλωναν κάθε νύχτα, τόσο περισσότερο πίστευα πραγματικά στη μοναξιά μου. Έτσι και κάπως έτσι έμαθα να ζω στην απομόνωσή μου.
-----
Το κακό, όπως όλα τα κακά, άρχισε νύχτα. Σαν να 'γινε σεισμός ή να βομβαρδίστηκαν σπίτια και άνθρωποι, κι ο καθένας θα ήταν πια μόνος του με τη ζωή του. Όπως τις πρώτες μέρες της Δημιουργίας.
-----
Πολλοί τρώνε το ανθρώπινο κρέας και λένε πως είναι νόστιμο, και είναι αναρχικός και προδότης όποιος δεν φάει. Μερικοί κάνουν εμετό από την αηδία και την ταπείνωση. Τα έντερα τα φουσκώνουν και τα κάνουν μπαλόνια. Γλιστρούν τα χέρια τους από τα αίματα και τα πράσινα γλοιώδη υγρά.
-----
Φαίνεται ότι τα παιδιά (και όχι πάντα στον ύπνο τους) μιλούν την άγνωστη γλώσσα των δέντρων και των υδάτων.
-----
Τώρα όλα μοιάζουν μ' έναν δαιμόνιο συγγραφέα που γράφει και ξαναγράφει την ίδια πρόταση και δεν μένει ποτέ ευχαριστημένος και συνεχώς την αλλάζει και μετατοπίζει τις λέξεις, και η πρώτη γίνεται δεύτερη και η τρίτη πέμπτη· και ξανά απ' την αρχή, η πρώτη να γίνει πέμπτη, γιατί η πρόταση "ανασαίνει". Και δεν υπάρχει ξαφνικά τίποτα μέσα του για να φέγγει σ' αυτό τον κόσμο. Και γιατί τα χαρτιά που γράφει σκοτεινιάζουν περισσότερο τον κόσμο παρά τη ζωή του. Να μην φανεί, να φανεί η στέρησή του. Αμηχανία.
-----
Με την ανάγκη του κόσμου περπατάω στη μεγάλη νύχτα του. Ξαφνικά νιώθω τις ξεχασμένες μου επιθυμίες για νερό, τροφή και ξεκούραση. Είμαι τέλεια αποχαυνωμένος και παραιτημένος στα σεντόνια μου. Προσπαθώ να σκεφτώ τις ξαφνικές επιθυμίες των αρρώστων. Μοιάζουν με τις χώρες που δεν θα γνωρίσουμε. Ουράνιοι κήποι με ποτάμια που σέρνουν πουλιά, δέντρα, χρυσούς καρπούς. Λιοντάρια διασχίζουν τον αέρα κι η πεινασμένη φωνή τους ζωγραφίζει τα αμφιθέατρα μες στο μυαλό μου με αίμα και ταπείνωση. Σαν να κλαίω.
-----
"Τα δέντρα μπορεί να μην μιλούσαν, αλλά τον άφηναν να τους μιλάει εκείνος. Έμοιαζαν με κάποιες βασανισμένες γυναίκες που καταπίνουν τα φαρμάκια του βίου τους και δεν λένε λέξη. Τις σκέφτεσαι κάποτε και τις αγαπάς ξαφνικά και αφάνταστα. Αν δεν "υπάρχουν" πάντα τέτοιες γυναίκες είναι γιατί σιγά σιγά εξαφανίζονται τα δέντρα για να τις θυμίζουν, και όσα μένουν είναι τόσο γέρικα και τραυματισμένα, που δεν μένει τίποτ' άλλο παρά να τα κόψεις".

Μάνος Ελευθερίου, Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ, εκδόσεις Μεταίχμιο

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Ένα αντίο στον Geoff Emerick (1945-2018)

Μπορεί ο Geoff Emerick να μην κατάφερε ποτέ να κερδίσει τον τίτλο του "πέμπτου Beatle" (ελέω George Martin), όμως η συμβολή του στις ηχογραφήσεις των Σκαθαριών, ειδικά σε άλμπουμ όπως τα Revolver (1966) και Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band (1967), υπήρξε θεμελιώδης, ενώ αποδείχθηκε και εξαιρετικά επιδραστική (διαβάστε εδώ ένα σχετικό και πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Στυλιανού Τζιρίτα, στο οποίο συμμετέχω ως guest).

Ο Emmerick έζησε μια συναρπαστική ζωή, μπαίνοντας από τα 15 του χρόνια στον κόσμο του ήχου και των ηχογραφήσεων, ως δόκιμος υπάλληλος στα EMI Studios στο Λονδίνο. Στα 18 του ήταν ήδη κανονικός μηχανικός ήχου, ενώ η καριέρα του τον έφερε στην υπηρεσία και άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ο Elvis Costello, ο Jeff Beck, οι Nazareth, οι Ultravox κ.ά. Η ιστορία του αποτυπώνεται στην απολαυστική αυτοβιογραφία του, Here, There And Everywhere: My Life Recording The Music Of The Beatles, που εκδόθηκε το 2006.

Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Emerick υπήρξε συχνά ο μεγαλύτερος εχθρός του εαυτού του: εμφανιζόταν πάντα ιδιαίτερα αυτοαναφορικός στις αφηγήσεις του, και σφόδρα μεροληπτικός υπέρ του Paul McCartney σε ό,τι αφορά την ιστορία των Beatles, ενώ συχνά βρέθηκε εκτεθειμένος από εσφαλμένες παραθέσεις γεγονότων. Όμως το θάρρος του και οι πατέντες που έστησε για λογαριασμό του πιο επιδραστικού γκρουπ στην ιστορία της λαϊκής μουσικής άλλαξαν αναντίρρητα τις πρακτικές της καταγραφής και του χειρισμού του ήχου.

Υποκλίνομαι, παραθέτοντας μια απόλυτα φουτουριστική ηχογράφηση, η οποία, πολύ απλά, θα ακουγόταν εντελώς αλλιώς αν δεν υπήρχε η παρέμβασή του.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Εργαστήρι δημιουργικού αυτοσχεδιασμού από Καταχανά/Αλεξόπουλο

Εργαστήρι  Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού
     στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών    
  από τον Μιχάλη Καταχανά & τον Χρήστο Αλεξόπουλο

Αντικείμενο: Τεχνικές Αυτοσχεδιασμού. Πρακτική εφαρμογή.

Απευθύνεται σε: Σπουδαστές ή επαγγελματίες μουσικούς ξύλινων και χάλκινων πνευστών, εγχόρδων ορχήστρας και παραδοσιακών οργάνων  με μέτρια ή και καθόλου εμπειρία στον αυτοσχεδιασμό που ενδιαφέρονται να αναπτύξουν τις μουσικές τους δεξιότητες.

Παρουσιάζονται: 
Ενότητα 1η (Οκτώβριος – Ιανουάριος):  Μουσικές ασκήσεις και παιχνίδια ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που σταδιακά οδηγούν σε τεχνικές κατάλληλες για αυτοσχεδιασμό πάνω σε τρόπους ή/και άλλα μουσικά συστήματα.
Ενότητα 2η (Φεβρουάριος – Μάιος): Δημιουργικές τεχνικές ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που οδηγούν σε τεχνικές αυτόματης σύνθεσης.

Συχνότητα: 90 λεπτά  κάθε εβδομάδα σε μέρα και ώρα που θα συμφωνηθεί με τους συμμετέχοντες

Διάρκεια: 28 εβδομάδες     

Συντονιστές: Χρήστος Αλεξόπουλος (συνθέτης, ιδρυτής της δισκογραφικής Puzzlemusik) & Μιχάλης Καταχανάς (βιολίστας, αυτοσχεδιαστής, συνθέτης, παιδαγωγός)

Έναρξη εργαστηρίου: 1 Οκτωβρίου 2018

Ο μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων είναι 10 άτομα.

Για αναλυτικότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στα τηλέφωνα της γραμματείας του Ωδείου Ορφείο Αθηνών, 210- 3635320 και 210-3634432, καθώς και στο e-mail ergastiri2012@gmail.com.

Οι δηλώσεις συμμετοχής ξεκίνησαν από τη Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου και συνεχίζονται.

Μιχάλης Καταχανάς: Ο Μιχάλης Καταχανάς είναι απόφοιτος του Πειραματικού Μουσικού Γυμνασίου Παλλήνης και του Τμήματος Jazz του Ιονίου Πανεπιστημίου.
Είναι επίσης κάτοχος μεταπτυχιακού με ειδίκευση στον Σύγχρονο Αυτοσχεδιασμό, του New England Conservatory( Boston, U.S.A ) και υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright. Μαθήτευσε κοντά σε σημαντικούς καθηγητές, μεταξύ άλλων τον Charlie Banakos και Ran Blake. Στις αρχές του 2012 σχηματίζει το Michalis Katachanas Quartet και δίνει συναυλίες σε πολλές μουσικές σκηνές (Afrikana, Κεραμείο, Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων κ.α.), φεστιβάλ (2ο Jazz Φεστιβάλ Σύρου, Μέγαρο Μουσικής Αθήνας και Θεσσαλονίκης, Πανόραμα Ελληνικής Jazz στην Στέγη, Λιπάσματα 2017, Φεστιβάλ στη θάλασσα κ.α.) και ηχογραφήσεις για το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση (Τρίτο Πρόγραμμα, Ε.Ρ.Τ., Στο Κόκκινο κ.α.). Ως Jazz βιολίστας και συνθέτης έχει συνεργαστεί με πολλούς καταξιωμένους Έλληνες συνθέτες, (Νίκο Ξυδάκη, Μίμη Πλέσσα, Κατερίνα Φωτεινάκη, κ.α) και ξένους μουσικούς (Jackie Leven, Antony Coleman, Joe Tornabene κ.α.) με συμμετοχές σε συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Η.Π.Α, Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Αυστρία, Μαρόκο, Τουρκία). Συνθέτει και παίζει μουσική για θεατρικές παραστάσεις (Όρνιθες, Πόλεμος Τοπίων, Ένα Καρφί στον Τοίχο, Τρισεύγενη). Έχει στο ενεργητικό του δύο προσωπικούς δίσκους: Μurderess (κυκλοφόρησε το 2014) και Το Τρίτο Χρέος (ηχογραφήθηκε το 2017) και πολυάριθμες συμμετοχές σε ηχογραφήσεις εντός και εκτός Ελλάδας.  Είναι διδάσκων στο Τμήμα Jazz του Ωδείου Αθηνών και στο Ορφείο Ωδείο συνδιδάσκων στο Εργαστήρι Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού.

Χρήστος Αλεξόπουλος: Συνθέτης, ενεργός δισκογραφικά, από το 1999 ως σήμερα. Έχει επίσης συνθέσει μουσική για θέατρο, μεικτά θεάματα, ταινίες & ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, τηλεόραση.
Παράλληλα συμμετέχει στο project  ελεύθερου αυτοσχεδιασμού «The 3rd Man Element» το οποίο και συντονίζει.
Γράφει έργα μουσικής δωματίου και έργα για ορχήστρα. Έργα του έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα (από την Καμεράτα, την Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων, το ARTéfacts Ensemble κλπ) και στο εξωτερικό και έχουν διακριθεί στο International Youth Music Forum του M.I.C της Ουκρανίας και στον Διεθνή Διαγωνισμό Ηλεκτροακουστικής Σύνθεσης Musica Viva (Πορτογαλία).
Είναι ιδρυτικό μέλος της  δισκογραφικής εταιρείας Puzzlemusik και παραμένει υπεύθυνος των εκδόσεων των άλμπουμ της, από τη δημιουργία της (2006) ως σήμερα.
Διδάσκει στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών Θεωρητικά, Ανώτερα Θεωρητικά και Αρμονία Επίσης συντονίζει τα Εργαστήρια «Σύνθεσης Τραγουδιού» και «Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού».

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Επιστροφή στο Πολυτεχνείο

Στα ακουστικά τα #1 των Beatles και ποδαράτο: από τη Μακρυγιάννη μέχρι επάνω, στροφή δεξιά στην Ηρώων Πολυτεχνείου, είσοδος από το πορτάκι της φοιτητικής εστίας, ανάβαση μέχρι τα παλιά κτίρια των Ηλεκτρολόγων, Γενικές Έδρες μετά, πέρασμα από τον μεγάλο ανοιχτό χώρο μπροστά από το εστιατόριο, η Βιβλιοθήκη στα αριστερά και, τέλος, άφιξη στα νέα κτίρια. Είχα χρόνια να την κάνω τη διαδρομή (λογικά από το 2010, που πια είχα αμάξι) αλλά δεν την είχα ξεχάσει -δεν έχει αλλάξει κιόλας, ούτε στο ελάχιστο.

Νιώθω κάπως περίεργα όποτε επιστρέφω στην Πολυτεχνειούπολη. Από τη μία νιώθω ξένος: ίσως φταίει που μπήκα εκεί έχοντας τελειώσει Τ.Ε.Ι., οπότε και αντιμετωπίστηκα, όπως όλοι οι ΤΕΙ-τζήδες, με κάποιον σνομπισμό. Είναι κιόλας που έχω πια χάσει και τις λίγες διασυνδέσεις που είχα κάποτε: πρωτογράφτηκα προ αμνημονεύτων ετών και βάλε, και πια δεν γνωρίζω κανέναν εκεί, πέρα από τις φάτσες των καθηγητών. Από την άλλη νιώθω μια οικειότητα: ξέρω τον χώρο, τον έχω περπατήσει πολύ, γιατί πάντα μου άρεσε να περπατάω. Κι είναι και η γνώση, η επιστήμη: ένας τόπος που παραμένει μυστήριος, αλλά και παραδόξως δικός μου.

Δεν ξέρω αν αποτελεί διαστροφή, αλλά τη βρίσκω με τις γραπτές εξετάσεις. Αυτή τη μοναχική αναμέτρηση με τα θέματα, με το λευκό χαρτί μπροστά και τον χρόνο να μετράει, την έβρισκα πάντα απολαυστική. Δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει άλλον που να το βλέπει έτσι -ίσα ίσα, με θεωρούσαν παλαβό, από το σχολείο κιόλας, που δεν διαμαρτυρήθηκα όταν ξαφνικά μπήκαν οι εξετάσεις στο Γυμνάσιο.

Κάθε ακαδημαϊκό έτος έχει τρεις εξεταστικές περιόδους, κι έχω χάσει ελάχιστες όλα αυτά τα χρόνια. Επιστρέφω εκεί, δίνοντας ξανά και ξανά τα ίδια μαθήματα. Σπάνια πάω καλά διαβασμένος: με τα χρόνια έχω χάσει τη συγκέντρωση που απαιτείται. Όμως ποτέ δεν το παράτησα στη σκέψη μου το Πολυτεχνείο, κι ας το παράτησα κατά καιρούς στην πράξη. Ο διορισμός στη Δευτεροβάθμια Εκπαιδευση, που ήρθε πέρυσι, με έκανε να το δω πιο ζεστά το θέμα.

Θεωρητικά, είμαι κοντά στο τέλος: μένουν μερικά μαθήματα που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, και η διπλωματική εργασία. Δεν ξέρω πώς θα νιώσω αν και όποτε τελειώσω -ίσως και να μην νιώσω τίποτα. Ήδη, πάντως, σκέφτομαι τι θα σπουδάσω μετά: ίσως ένα μεταπτυχιακό στη Μουσική Τεχνολογία.

Οι δημοσιολογούντες, ειδικά όσοι πιάνουν στασίδι για την επερχόμενη (;) νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, χρησιμοποιούν τον όρο "αιώνιος φοιτητής" με απαξιωτική χροιά. Εγώ φέρω τον τίτλο υπερηφάνως.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Εργαστήρι Σύνθεσης Τραγουδιού από τον Χρήστο Αλεξόπουλο

Εργαστήρι Σύνθεσης Τραγουδιού 
στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών
από τον Χρήστο Αλεξόπουλο

Αντικείμενο: Τεχνικές Σύνθεσης Τραγουδιού. Πρακτική εφαρμογή.

Απευθύνεται σε: Το Εργαστήρι απευθύνεται σε όσους ήδη γράφουν (ή έχουν δοκιμάσει να γράψουν) τραγούδια και επιθυμούν να εξελίξουν τα εκφραστικά τους μέσα και να βελτιώσουν την τεχνική τους κατάρτιση πάνω στο αντικείμενο.

Παρουσιάζονται: Οι Βασικές Αρχές Τραγουδοποιοίας. Γίνεται ανάλυση γνωστών τραγουδιών διαφορετικών αισθητικών κατευθύνσεων και διαφορετικών τεχνικών σύνθεσης (σύστημα μείζονος/ελάσσονος, τροπικό, μικτές τεχνικές). Ασκήσεις που οδηγούν στη σύνθεση τραγουδιών.

Ιστορία: Το Εργαστήρι Σύνθεσης Τραγουδιού του Χρήστου Αλεξόπουλου λειτούργησε για πρώτη φορά το 2010 και από τότε μέχρι σήμερα έχουν συμμετάσχει σε αυτό τόσο καταρτισμένοι μουσικοί που ήδη έγραφαν με επιτυχία τα δικά τους τραγούδια αλλά ένιωθαν την ανάγκη να διευρύνουν τα εκφραστικά τους μέσα, όσο και ενδιαφερόμενοι που δοκίμαζαν να γράψουν τραγούδια αλλά επιθυμούσαν ένα ικανοποιητικότερο αποτέλεσμα.

Προαπαιτούμενα: Αρκεί οι συμμετέχοντες να μπορούν να παίξουν τις ιδέες τους σε μία κιθάρα ή ένα πιάνο.

Συχνότητα: Μία συνάντηση 90 λεπτών κάθε εβδομάδα σε μέρα και ώρα που θα συμφωνηθεί με τους συμμετέχοντες.

Διάρκεια: 28 εβδομάδες

Συντονιστής: Χρήστος Αλεξόπουλος (συνθέτης, παραγωγός, ιδρυτής της δισκογραφικής Puzzlemusik)

Έναρξη σεμιναρίου: 1 Οκτωβρίου 2018

Ο μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων είναι 8 άτομα.

Για αναλυτικότερες  πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στα τηλέφωνα της γραμματείας του Ωδείου Ορφείο Αθηνών, 210- 3635320 και 210-3634432 καθώς και στο e-mail ergastiri2012@gmail.com.

Οι δηλώσεις συμμετοχής ξεκίνησαν από την Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου και συνεχίζονται.

Χρήστος Αλεξόπουλος: Συνθέτης, ενεργός δισκογραφικά, από το 1999 ως σήμερα. Έχει επίσης συνθέσει μουσική για θέατρο, μεικτά θεάματα, ταινίες & ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, τηλεόραση.
Είναι ιδρυτικό μέλος της  δισκογραφικής εταιρείας Puzzlemusik και παραμένει υπεύθυνος των εκδόσεων των άλμπουμ της, από τη δημιουργία της (2006) ως σήμερα.
Γράφει έργα μουσικής δωματίου και έργα για ορχήστρα. Έργα του έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα (από την Καμεράτα, την Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων, το ARTéfactsEnsemble κλπ.) και στο εξωτερικό και έχουν διακριθεί στο InternationalYouthMusicForum του M.I.C της Ουκρανίας και στον Διεθνή Διαγωνισμό Ηλεκτροακουστικής Σύνθεσης MusicaViva (Πορτογαλία).
Παράλληλα συμμετέχει στο project  ελεύθερου αυτοσχεδιασμού «The 3rdManElement» το οποίο και συντονίζει.
Διδάσκει στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών Θεωρητικά, Ανώτερα Θεωρητικά και Αρμονία Επίσης συντονίζει τα Εργαστήρια «Σύνθεσης Τραγουδιού» και «Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού».

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Συνέντευξη με τον Afrika Bambaataa

Τη φοβήθηκα τη συνέντευξη με τον Afrika Bambaataa, όπως φοβόμουν κάθε προηγούμενη με ανθρώπους που έχουν κάποιο ειδικό βάρος στον χώρο που κινούνται. Τελικά δεν χρειαζόταν το άγχος, καθότι ο 61χρονος βετεράνος χιπ χοπ DJ και παραγωγός, με την απόλυτα δική του οπτική στα πράγματα, είπε αυτά που ήθελε, ασχέτως αν ταίριαζαν απόλυτα με αυτά που τον ρωτούσα. Διαβάστε εδώ όλα τα απολαυστικά που μου απάντησε, ενόψει της αυριανής του εμφάνισης στο Six d.o.g.s.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Για το Δημόσιο Σχολείο (και την επιστροφή μου σε αυτό)

Πρωτάρης είσαι μόνο μια φορά. Κι εγώ πρωτάρης καθηγητής υπήρξα τη σχολική χρονιά που πέρασε, στο Ημερήσιο (ή 1ο, κι ας μην υπάρχει άλλο) ΕΠΑ.Λ. Θήρας. Δεν πρόκειται να την ξεχάσω εύκολα αυτή τη χρονιά.

Ως μαθητής, πήγα -με πήγαν- στο Δημόσιο Σχολείο. Κι εγώ την κόρη μου στο Δημόσιο την πήγα, όχι τόσο επειδή δεν είχα (και δεν έχω) την οικονομική δυνατότητα για κάτι "καλύτερο", αλλά κυρίως γιατί πιστεύω στη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία, και την υποστηρίζω. Πέρυσι κλήθηκα να την υπηρετήσω επισήμως, 8 χρόνια μετά την επιτυχία μου στον διαγωνισμό 5Π/2008 του Α.Σ.Ε.Π. (περισσότερα εδώ).

Άκουγα πάντα -από φίλους που εργάζονται χρόνια ως αναπληρωτές, αλλά και από δημοσιολογούντες- ότι το Δημόσιο Σχολείο έχει προβλήματα μεγάλα. Είχα την ευκαιρία να τα διαπιστώσω αυτά τα προβλήματα, ιδίοις όμμασι και ωσίν. Κενά στη στελέχωση που αργούν να καλυφθούν -ή δεν καλύπτονται ποτέ-, ανυπαρξία συμβούλων και βοήθειας σε νεο-εισερχόμενους σχετικά με τα καθήκοντα και την ύλη των μαθημάτων που καλούνται να διδάξουν, γραφειοκρατία που καθιστά αργές τις διαδικασίες σε πολλές πτυχές της λειτουργίας των σχολείων -ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Αλλά χειρότερη όλων, και συνδεόμενη με τα υπόλοιπα τελικά, είναι η όλη κουλτούρα που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας σχετικά με το τι είναι το Σχολείο, τι εξυπηρετεί, ποιος είναι ο ρόλος του.

Όμως, δίπλα σε όλα αυτά, συνειδητοποίησα και πολλά θετικά, ελπιδοφόρα πράγματα. Στο ΕΠ.Α.Λ. Θήρας, στον 50+-μελή σύλλογό μας, συνάντησα πολλούς ανθρώπους νέους (όχι μόνο ηλικιακά), με όρεξη, με διάθεση να προσφέρουν στα παιδιά και στους συναδέλφους τους, με νέες ιδέες και ικανότητες. Όπως συμβαίνει παντού, υπάρχουν κι εκείνοι που δεν έχουν καταλάβει ποιος είναι ο ρόλος τους (σίγουρα δεν είναι αυτός του θηριοδαμαστή, όπως νομίζεται), ή που τον έχουν ξεχάσει, όμως η συντριπτική πλειοψηφία υπήρξε άξια του ρόλου της, και παράδειγμα για εμένα, που ξεκινούσα εντελώς χαμένος.

Πέρασα μια καλή, αλλά δύσκολη, αγχωτική αλλά πολύ δημιουργική, πρώτη χρονιά στη Σαντορίνη. Το ξεκίνημα σχεδόν εφιαλτικό: για πολλές εβδομάδες πεταγόμουν στις 5 το πρωί, αγωνιώντας βασανιστικά για το πώς θα έμπαινα στην τάξη και πώς θα έλεγα όσα είχα (ή έπρεπε) να πω. Έχανα τα μαλλιά μου, έχανα την ψυχραιμία μου. Εγκλιματίστηκα, όμως, με τον καιρό, και συνειδητοποίησα ότι τα παιδιά χρειάζονταν κάποιον να τους προκαλέσει το ενδιαφέρον και να τους βάλει από πλαϊνές ή πίσω πόρτες στο μάθημα, καθότι είχαν οδηγηθεί στην αδιαφορία από πολύ νωρίς στη σχολική τους ζωή.

Πέρασα μια καλή χρονιά, επειδή ήμουν τυχερός. Βρέθηκα σε ένα σχολείο όπου συνάντησα ανθρώπους με τους οποίους όχι μόνο συνεννοήθηκα, αλλά συνεργάστηκα, συζήτησα, γέλασα, κοντραρίστηκα χωρίς παρεξηγήσεις. Απέκτησα εμπειρίες: έγινα υπεύθυνος εργαστηρίου, έπειτα Τομεάρχης 6 εργαστηρίων, πρόβαρα τη σχολική χορωδία στις γιορτές για το Πολυτεχνείο και την 25η Μαρτίου, συνόδευσα τη Γ' Τάξη στην πολυήμερη εκδρομή της στη Θεσσαλονίκη, χειρίστηκα το σύστημα VBI στις Πανελλήνιες Εξετάσεις. Έζησα το οικογενειακό κλίμα του Σχολείου, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Και κατάφερα να βγάλω τη χρονιά χωρίς να αποβάλω κάποιον μαθητή από την αίθουσα (κάτι που θεωρώ εύκολη λύση, ως ένα σημείο), παρότι μου δόθηκαν πολλές αφορμές.

Πέρασα μια καλή χρονιά, γεμάτη λάθη. Του χρόνου θα είμαι καλύτερος.

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Υπογραμμίσεις XIII: Βύρωνας Κριτζάς

Στο φετινό, δεύτερο βιβλίο του (μετά το πολύ καλό Bob Dylan - 100 Τραγούδια που εκδόθηκε το 2016), ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Βύρωνας Κριτζάς καταπιάνεται με 45 τραγούδια που, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, καθρεφτίζουν την Ελλάδα της περιόδου 1990-2017.

Το Οι Ωραίοι Έχουν Χρέη αποδείχθηκε ένα χαλαρό και διαφωτιστικό σε πολλές περιπτώσεις ανάγνωσμα. Παρότι ο Κριτζάς αναίρεσε πολύ γρήγορα εκείνο το "η αυτοβιογραφία μου μπορεί να περιμένει", που μου είχε πει στη συνέντευξη που κάναμε για το Avopolis, εμπλέκοντας πολλές φορές σε υπερβολικό βαθμό τον εαυτό του στην αφήγησή του, καταλήγει σε ουκ ολίγα ενδιαφέροντα συμπεράσματα και καταθέτει πολύ ενδιαφέρουσες ματιές πάνω στα περισσότερα από τα τραγούδια με τα οποία ασχολείται στο πόνημά του.

Νομίζω πως ο Κριτζάς επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό αυτό που είχε ως στόχο: στις 208 σελίδες του βιβλίου του, τις πολύ όμορφα εικονογραφημένες από τον ταλαντούχο ζωγράφο Αχιλλέα Ραζή, παρελαύνουν όχι μόνο (σχεδόν) όλες οι τάσεις τις οποίες ακολούθησε το τραγούδι μας, αλλά και η ιστορία και οι συνθήκες που αυτό κλήθηκε να συνοδεύσει ή να σχολιάσει. Μπορείς να διαφωνήσεις με το κάπως "ελαφρύ" στυλ γραφής (το οποίο, φαντάζομαι, απαιτείται για να εκδοθείς τη σήμερον ημέρα) ή με κάποια "πολιτικοποιημένα" σχόλιά του, όμως στο τέλος τον παραδέχεσαι τον συγγραφέα. Και αναγνωρίζεις ότι τέτοιου είδους βιβλία λείπουν από την εγχώρια βιβλιογραφία.

Η επανεπισκεψιμότητα, αν σε ενδιαφέρει όντως η μουσική και η σκέψη γύρω από αυτήν, είναι εγγυημένη.

[...] το μοντέρνο τραγούδι εξακολουθούσε να καταγράφει την τρελή πορεία της ζωής μας, τις καμπύλες και τις ευθείες της -και μάλιστα, με μεγαλύτερη ακρίβεια απ' ό,τι, για παράδειγμα, το weird wave του ελληνικού σινεμά. [...] υπάρχουν στιχάκια πρόσφατα τα οποία φανερώνουν αλήθειες για το ποιοι είμαστε (ή ποιοι θέλουμε να είμαστε, ή ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε) καλύτερα από οτιδήποτε [...].
-----
Σκέφτομαι πως μια αλήθεια έντιμη κι ελεύθερη σαν του Κηλαηδόνη σήμερα ίσως έμπαινε κάτω από την ταμπέλα του "μαζί τα φάγαμε", με λιντσάρισμα στα social media και συλλογικό κράξιμο. Ευτυχώς, ήδη από τότε δεν έλειπαν οι λοξοί τύποι που σε εποχές πολιτικού φανατισμού καβαλούν το άλογό τους και ξεφεύγουν από το πλήθος, σαν φτωχοί και μόνοι καουμπόηδες, που αποστασιοποιούνται συνειδητά από τη δράση του γουέστερν.
-----
Καθώς χαζεύω τα λικνίσματά τους μέσα στα μαγαζιά, τις φαντάζομαι γυμνές, απαλλαγμένες από τα ρούχα και τα φτιασίδια τους, να υπακούν χωρίς καμιά βαθιά σκέψη ή εκλογίκευση στις προσταγές του κορμιού τους. Μοιάζουν με τα τραγούδια που ακούνε, τα κορίτσια αυτά. Δεν είναι του πνεύματος, είναι του σώματος.
-----
[...] στην ελληνική τέχνη [...] εμφανίζεται συχνά μια μεγάλη παρανόηση περί αξίας. Ποιοτικό θεωρείται μονάχα το "σοβαρό", το οποίο συνήθως δεν αντέχουμε για περισσότερα από πέντε λεπτά, ή το περιφρονούμε ως "κουλτούρα να φύγουμε". Όμως το τραγούδι χορευτικής εκτόνωσης [...] δεν χρειάζεται απαραιτήτως να λύνει γρίφους. Εξυπηρετεί έναν σκοπό - και, ως εκ τούτου, έχει τη σημασία του.
-----
[...] μπορεί σήμερα τα σκονισμένα CD και τα βινύλια να καταλαμβάνουν τα ράφια μας σαν την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, σπουδαία και άχρηστα ταυτοχρόνως, ωστόσο οι πίστες διατηρούν τον κόσμο τους, το ίδιο και οι μουσικές σκηνές. Τα καλοκαιρινά φεστιβάλ έχουν παλμό, τα πανηγύρια πετάνε σπίθες, οι εγχώριοι καλλιτέχνες συγκεντρώνουν χιλιάδες θεατές στα live τους, πολλές φορές χωρίς καινούριο ή χωρίς δικό τους ρεπερτόριο. Ναι, αν μιλάμε για μουσική, τότε μπορούμε με ασφάλεια να ισχυριστούμε πως το σώμα νίκησε το πνεύμα.
-----
[...] μήπως σε τελευταία ανάλυση, δεν φταίει μονάχα "ο σάπιος κόσμος", αλλά κι εκείνοι που επέλεξαν τη στείρα ρητορική τού "καταδικάζουμε απερίφραστα", χωρίς να προτείνουν εφαρμόσιμες λύσεις;
Νομίζω πως ο Τριπολίτης θα συμφωνούσε πρώτος. Αλλά ίσως τελικά να είναι αυτή ακριβώς η απουσία αυτοκριτικής ένα από τα στοιχεία που ανάγουν το "Ανεμολόγιό" του σε εμβληματικό τραγούδι, φωτογραφία ενός πικραμένου κομμουνιστή των 90's, ο οποίος ήθελε να αλλάξουν όλα χωρίς να αλλάξει ο ίδιος.
-----
Την ίδια εποχή βάλαμε FilmNet, κι ένα βράδυ που λείπανε οι γονείς διακοπές πέτυχα κανονικό πορνό. Σκληρό, ψεύτικο, ακαλαίσθητο, καθόλου δε μ' άρεσε. Ευτυχώς κάποια στιγμή ήρθε το Ίντερνετ και σωθήκαμε. Όλοι μας.
-----
Προσωπικά, αισθάνομαι τυχερός που με τη βοήθεια της Άντζυς Σαμίου κατέβηκα με ομαλό τρόπο "πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά", χωρίς να δω από νωρίς τι ακριβώς συμβαίνει εκεί κάτω. Και όπως τότε μου άρεσε να ακούω το τραγούδι της γιατί με έκανε να νιώθω έξυπνος και μεγάλος, σήμερα θαυμάζω το θάρρος μιας mainstream λαϊκής τραγουδίστριας να εκφράσει δημόσια τη σεξουαλική της επιθυμία.
-----
Το τραγούδι αντανακλά την κοινωνία, ασφαλώς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λοιπόν, αυτό που ανατέλλει είναι ένας νέος εθνικισμός, του οποίου η φάλτσα κραυγή ενίοτε αγγίζει τα όρια του κιτς.
-----
[...] το "Μια Ελλάδα Φως" πατάει σε μια στρωτή μελωδία που, όταν φτάνει στο ρεφρέν, θες να την τραγουδήσεις. Είναι έξυπνο. Λειτουργεί. Και κυρίως πιάνει τον παλμό της εποχής: την παροδική, όσον αφορά τη μουσική, μόδα, αλλά και τη διαχρονική ανάγκη του Έλληνα να αντλεί δύναμη από το ένδοξο παρελθόν του.

Σε μια κοινωνία [...] που ο πατριωτισμός σταμπάρεται εύκολα ως εθνικισμός, το να αγαπάς τη χώρα σου χωρίς να το τραγουδάς, αλλά και χωρίς να ντρέπεσαι γι' αυτό, μοιάζει σήμερα δυσκολότερο από ποτέ.
-----
Πέρα από την κλισέ ερώτηση "έχεις σκεφτεί να φύγεις έξω;", υπάρχει και η κλισέ άποψη ότι "το εξωτερικό σού ανοίγει τα μάτια". Προσωπικά, έχω δει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι έζησαν έξω και τα μάτια τους είναι πιο κλειστά κι από τα μάτια της Νατάσας Μποφίλιου όταν τραγουδάει. Ένα scroll down στο timeline του Facebook, μια ερωτική σχέση, ένα στρυφνό αφεντικό μπορούν, πολλές φορές, να σου μάθουν περισσότερα για τη ζωή από ένα Erasmus. Ομοίως, ένα τραγούδι του Πορτοκάλογλου μπορεί να σου μεταδώσει πιο ουσιαστικά το αίσθημα αγάπης για την πατρίδα από μια έπαρση της ελληνικής σημαίας.
-----
[...] ο Ορφέας Περίδης, ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της γενιάς του, ένας δημιουργός που έγραψε σοβαρό λαϊκό τραγούδι για το ευρύ κοινό, ξανάγινε αυτό που ήταν πριν από τη "Φωτοβολίδα" και τις μετέπειτα επιτυχίες του: ένας ευγενικός τροβαδούρος χαμηλών ντεσιμπέλ, ο οποίος τραγουδούσε για λίγους. Αυτό που ήταν έγινε ξανά, μέσα απ' τη δικιά μας τη ματιά.
-----
Μολονότι συχνά ακαταλαβίστικο, στις καλές του στιγμές το έντεχνο προσπάθησε κι αυτό το έρμο να μας πει πέντε πράγματα για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, προς τα πού πηγαίνουμε, τι μας φταίει που κάποια βράδια δεν μπορούμε να κοιμηθούμε.
-----
[...] οι πιο χαρούμενοι τελικά είναι όσοι αντέχουν τη μοναξιά τους και την κοντρολάρουν. [...] Αυτούς που βλέπετε να είναι κάθε βράδυ έξω, αυτούς θα πρέπει να παρηγοράτε. Δεν αντέχουν το βάρος του εαυτού τους και το περιφέρουνε, μπας και τους βοηθήσει κανείς να το σηκώσουν.
-----
Κάτι [...] παράδοξοι τύποι διασκέδαζαν πάντα τα πλήθη στη νεότερη Ελλάδα, για να εισπράξουν μετά περιφρόνηση επειδή δεν ήταν "ποιοτικοί". Τι παρεξήγηση κι αυτή, τι χυδαία μεταβίβαση ευθύνης!
-----
Στο αιώνιο ερώτημα αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα, καλλιτέχνες και κοινό μπορούν να αποδίδουν αέναα ο ένας στον άλλον ευθύνες για τα όσα δεινά περνά το τραγούδι.
-----
Άραγε οι τόσες χιλιάδες κόσμου που χόρεψαν τη "Ρόζα" ήταν πράγματι απογοητευμένοι αριστεροί, ξεχασμένοι στου αιώνα την παράγκα; Ή μήπως τακτοποιημένοι μικροαστοί, που ζητούσαν ένα ιδεολογικό άλλοθι για να ξεδιπλώσουν τις χορευτικές αρετές τους εισπράττοντας παλαμάκια; Εξέφρασε πράγματι τη μουδιασμένη, ηττημένη Αριστερά που δεν ήξερε κομπιούτερ το τραγούδι αυτό; Ή την κουλτούρα της μαζικής διασκέδασης των ύστερων πασοκτζήδων του εκσυγχρονισμού;
-----
Του "Διθέσιου" οι ρόδες σε άλλον δρόμο κυλάνε. Άθελά τους ίσως, ασυνείδητα, τραγούδια σαν κι αυτό θα οδηγήσουν τον ελληνικό στίχο σε έναν αστικό νταλκά της μεγαλούπολης, ο οποίος παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του και εκδηλώνεται με δυσνόητες εκφράσεις ξεγυμνώματος ψυχής που ψηλαφούν την ποίηση χωρίς να την κατακτούν. Εδώ θα πατήσουν συγκεκριμένες δημοφιλείς τραγουδίστριες των επόμενων δεκαετιών, εδώ και μια διαστρεβλωμένη αντίληψη περί ποιότητας, που εξωθεί την ελαφρότητα της σχολής Κηλαηδόνη στο περιθώριο, ως κάτι παρωχημένο και ασήμαντο.
-----
Νομίζω πως οι άνθρωποι που θέτουν έναν σκοπό στη ζωή τους (επαγγελματικό, δημιουργικό) και βυθίζονται σε αυτόν, τείνουν να γίνονται απότομοι στα κοντινά τους πρόσωπα και συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις σχέσεις τους. Τύποι απόμακροι, μοναχικοί, κυκλοθυμικοί, λιγομίλητοι, τύποι που ξεχνάνε να σε πάρουν τηλέφωνο, δεν το σηκώνουν όταν τους παίρνεις εσύ και μοιάζουν να συντηρούν ένα υπερτροφικό Εγώ, χαρίζουν την αγάπη τους με άλλους τρόπους.
-----
[...] πόσο τρυφερό, πόσο ειλικρινές, ο άνθρωπος που κάποτε μιλούσε για υπόγειες διαδρομές και πονηρούς πολιτευτές και κοινότητες να αποζητά τώρα μονάχα τη συζυγική κατανόηση, βρίσκοντας την έμπνευσή του μέσω αυτής αλλά και μέσα σ' αυτήν;
-----
Αγάλι αγάλι, η παράδοση γίνεται το νέο "μαύρο", κατευθύνοντας το κοινό προς μια νέα μαζικότητα που θα οδηγήσει στα λαϊκά προσκυνήματα του Χαρούλη. Από τον Θανάση ξεκίνησε όμως. [...] Ο "Πεχλιβάνης" περνάει στο καλλιεργημένο κοινό αριστερής νοοτροπίας που έχει ήδη διαμορφωμένες πολιτικές απόψεις και ζητάει τραγούδια να τις σιγοντάρουν, περνάει σε αυτούς που είδαν φως και μπήκαν, περνάει στο μισο-ξεκούρδιστο μπαγλαμαδάκι του περιπλανώμενου μουσικού που τραγουδάει στην άκρη του πεζοδρομίου με μαύρες πατούσες. Αντίθετα με την "Πριγκιπέσα" του Μάλαμα, ο "Πεχλιβάνης" δεν περνάει στα μπουζουξίδικα, γιατί κουβαλάει κάτι πρωτόγονο και άκαμπτο.
-----
[...] εξακολουθούν να υφίστανται μια κριτική ότι μαϊμουδίζουν, την ώρα που η ξενομανία τους επαληθεύεται σε διάφορες πτυχές της ζωής τους (στον τρόπο που μιλάνε, στο ντύσιμο, στα στέκια τους) και επομένως είναι μια ειλικρινής, γενικότερη στάση. Το αγγλόφωνο τραγούδι, που βγαίνει μπροστά το 2001 με αιχμή του δόρατος το "Fake" των Raining Pleasure, fake δεν είναι. Μπορεί να μην εξελίσσει την ελληνική μουσική, μπορεί στο μεγαλύτερο μέρος του να μην εκφράζει την ελληνική κοινωνία μέσα από τα θέματα που θίγει, την εκφράζει ωστόσο μέσα από την ίδια την επιλογή της αγγλικής γλώσσας, τον μιμητισμό των ξενόφερτων τρόπων.
-----
Για τους περισσότερους, τα φοιτητικά χρόνια είναι περίοδος πολιτικής αφύπνισης. Για μένα ήταν η περίοδος που σιχάθηκα την πολιτική, βλέποντας από πρώτο χέρι τον χυδαίο προσηλυτισμό της, τα πρώτα μικρά ρουσφέτια, αλλά και κάτι απόπειρες φοιτητικών συνελεύσεων, θεατρικές παραστάσεις με ηθοποιούς χωρίς ταλέντο.
-----
Τηρουμένων των αναλογιών, τα Δεκεμβριανά ήταν το Πολυτεχνείο της γενιάς μας - και μολονότι το "Σιγά Μην Κλάψω" γράφτηκε πολύ πριν από τα γεγονότα, με κάποιον τρόπο τα φωτίζει, τα εμπεριέχει. Διέδωσε μια κραυγή προσωπικής ελευθερίας που αντήχησε στον συλλογικό νου, παρακινώντας μια γενιά να κρατήσει απόσταση από τον φόβο κάθε εξουσίας.
-----
Οι μεγάλοι έχουν να το καυχιούνται ότι ο χασάπης τούς γνωρίζει προσωπικά και τους δίνει το καλύτερο κρέας. Μας λένε πως οι καιροί είναι δύσκολοι, γι' αυτό να μάθουμε γλώσσες, να κάνουμε μεταπτυχιακά, σεμινάρια. Μιλούν για "εξασφάλιση". Θέλουν να μας δουν τακτοποιημένους με μια καλή δουλειά και μια καλή κοπέλα, τη στιγμή που ο βασικός μισθός δε φτάνει ούτε για να κεράσουμε αυτή την κοπέλα δυο ποτά. Ο χασάπης μας δίνει καλό κρέας γιατί μας ξέρει, αλλά όποιος δεν μας ξέρει μας πιάνει κορόιδα - και μάλλον εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
-----
Με βασικά όπλα του τον ελιγμό στα μουσικά είδη και ένα νεύρο το οποίο τινάζει ψηλά την εκάστοτε μελωδία, ο Νίκος Καρβέλας υπήρξε από τη Μεταπολίτευση και μετά ο πιο ακριβής μεταφραστής της δυτικής ποπ/ροκ στο εδώ και τώρα της Ελληνίδας που θέλει να ξεδώσει, ένας hitmaker αέναα φλεγόμενος από την ίδια του την έφεση στις επιτυχίες. Παρά τη σουξεδιάρικη λογική της, η τέχνη του δε στερείται ευαισθησίας ή ταλέντου - και παρέμεινε φτηνή για να πουλιέται και να αγοράζεται απ' όλους, ακριβώς όπως τα πρόστυχα μαύρα εσώρουχα που ο ίδιος ύμνησε.
-----
Αυτό είναι η τέχνη μάλλον. Η παρηγοριά σου και η μικρή η διαφορά σου από τους άλλους. Ένα κουσούρι τού να βλέπεις τη ζωή σαν ταινία, σαν τραγούδι ή σαν πίνακα ζωγραφικής, για να αντλείς δύναμη και να αποφεύγεις την πραγματικότητα. Μια ιδιαιτερότητα όμορφη μεν, αλλά και καταστροφική όταν τη νιώθεις να σε αποξενώνει από τον διπλανό σου.
-----
[...] το πατροπαράδοτα λαϊκό τραγούδι στέκει [...] αμέτοχο, άβουλο. Τσουγκρίζει τα ποτήρια του στο "Στην υγειά μας" κι αντί να μιλήσει στους 20άρηδες, γλεντάει το ένδοξο παρελθόν του στα χαμόγελα ηθοποιών που ανταλλάσσουν καλαμπούρια. Όταν πια σοβαρεύει, αναζητά έναν νέο Μπιθικώτση, τη στιγμή που δεν υπάρχει ούτε ένας νέος Θεοφάνους να του δώσει έναν νέο "Παλιόκαιρο".
-----
Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα ο κόσμος δεν ανταποκρίνεται τόσο ένθερμα στο τραγούδι του τόπου του.
-----
Δεν μπορούμε να το εκφράσουμε με λόγια, δε χρειάζεται κιόλας, αλλά ξέρουμε πως εμείς που αγαπάμε κάτι άυλο όπως η μουσική παραπατάμε ξέμπαρκοι σε ένα διαρκές χανγκόβερ μέσα στην πραγματικότητα, για να έρθουν κάτι μεθυσμένες στιγμές σαν κι αυτή που όλα αποκτούν το νόημά τους. Σταματάμε να μιλάμε και ακούμε το τραγούδι.
-----
Αποχαιρετώ το παρελθόν έχοντας περισώσει μέσα μου ό,τι αγάπησα σ' αυτό. Μέσα μου θα τη βρω τη λύση. Σιγά μην περίμενα από τους πολιτικούς και τους θρύλους του παρελθόντος.

Βύρωνας Κριτζάς, Οι Ωραίοι Έχουν Χρέη. Και 44 Ακόμα Τραγούδια Που Καθρεφτίζουν Την Ελλάδα Από Το 1990 Έως Το 2017, εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Διάλογος με την κόρη μου XLII

Προχτές το πρωί, καθώς άλειφα βούτυρο και μαρμελάδα σε μια μεγάλη φέτα ψωμί:
- Όλο αυτό θα φας;
- Τι να κάνω ρε Ελένη, έχω μεγάλη κοιλιά.
- Δεν τρως πολύ επειδή έχεις μεγάλη κοιλιά. Το αντίθετο γίνεται: έχεις μεγάλη κοιλιά επειδή τρως πολύ.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες