Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

Διάλογος με την κόρη μου XLI

Την Τετάρτη, στο αυτοκίνητο, καθώς ακούγαμε ειδήσεις από το ραδιόφωνο:
- Μπαμπά, τι σημαίνει "εμπορικός πόλεμος";
- Σημαίνει ότι μία χώρα βάζει εμπόδια σε μια άλλη, σε ό,τι αφορά τις εμπορικές συναλλαγές.
- Α. Εγώ νόμιζα ότι ήταν στο εμπόριο, για παράδειγμα στη λαϊκή, όταν πετάει ο ένας στον άλλον ντομάτες, αγγούρια και πιπεριές.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Ένα αντίο στον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (1978-2018)

Τον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (πρέπει να) τον γνώρισα από το πρώτο κιόλας εξάμηνο των σπουδών μας στο τμήμα Ηλεκτρονικής του παραρτήματος του Τ.Ε.Ι. Κρήτης, στη Χαλέπα Χανίων -μιλάμε για το πρώτο εξάμηνο του 1997. Είχε έρθει η κοινή μας φίλη και συμφοιτήτρια Μαρία Βλασοπούλου και μου είχε μιλήσει για εκείνον, ότι ήταν μουσικός κι έπαιζε κιθάρα. "Να του πω να μιλήσετε, να βρεθείτε;" "Να τους πεις".

Πήγα και του μίλησα εγώ τελικά -το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα. Μου φάνηκε περίεργος τύπος, φευγάτος. Κουβεντιάσαμε λίγο, ήρθε μετά κι από το σπίτι μου -μέναμε κοντά. Ανακάλυψα ότι έπαιζε πολύ καλή κιθάρα, ήταν πάντα πολύ καλύτερος μουσικός από μένα. Βασικά, ήταν όντως μουσικός -εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Μου έδειξε εκείνο το απόγευμα και το μπαρέ που βασιζόταν στο ανοιχτό ντο.

Έπειτα ξαναβρεθήκαμε, μαζί με τον Βασίλη Κατσαούνο, που έπαιζε μπουζούκι, τούτη τη φορά. Στα χρόνια που ακολούθησαν κάναμε πολλές κουβέντες, διαφωνούσαμε συνέχεια, κοντραριζόμασταν: εγώ γούσταρα Δεληβοριά, εκείνος Ιωαννίδη, εκείνος λαϊκά και "έντεχνα", εγώ ποπ και ροκ, λάτρευε τα ακουστικά όργανα, ήθελα και τα ηλεκτρονικά από δίπλα. Μου έπαιζε τα τραγούδια του, του έπαιζα τα δικά μου. Ένα βράδυ, στο γιορτή του Αντώνη Γιαννακού, τον άκουσα να παίζει τον "Αποσπερίτη". "Δικό σου;", τον ρώτησα. "Όχι, είναι του Θανάση Παπακωνσταντίνου". Πρώτη φορά άκουγα το όνομα.

Τον έβλεπα συχνά στα μαγαζιά που έπαιζε, με τον Βασίλη, με τον Θοδωρή Γαρδίκο, με άλλους φίλους του μουσικούς. Το βράδυ που έφαγα "χυλόπιτα" κι ήμουνα χάλια, στο "Ανατολικό", στο Κουμ Καπί, ήρθαν με τον Βασίλη στο τραπέζι που καθόμουνα και μου έπαιξαν τους "Χαρταετούς" του Θεοδωράκη. Βούρκωσα.

Εκείνο που πίστευα ότι δεν θα γινόταν ποτέ, να παίξουμε μαζί δημοσίως δηλαδή, συνέβη τελικά όταν φτιάξαμε μια μπάντα με πολλούς μουσικούς από τη Σχολή μας: Κατσαούνος, Γαρδίκος, Χρήστος Χουτουρίδης. Γιώργος Μακρής, ένα παιδί που έπαιζε ντραμς (ξεχνάω το όνομά του), μια Αγγελική που τραγουδούσε, εκείνος κι εγώ. Προβάραμε διάφορα, από "Dust In The Wind" μέχρι Μάλαμα, και τα παρουσιάσαμε ένα ωραίο βράδυ, στο θεατράκι του Τ.Ε.Ι. Κάπου έχω φωτογραφίες τυπωμένες, ακόμα περισσότερες στη μνήμη μου.

Φεύγοντας από τα Χανιά οριστικά, χαθήκαμε και με τον Μαύρο. Μάθαινα τα νέα του από φίλους και συμφοιτητές. Βρισκόμασταν κάποιες φορές, αραιά, όποτε ανέβαινε Αθήνα: στο εργαστήριο ηλεκτρονικών κατασκευών των φίλων μας, για κανέναν καφέ, σε μια εμφάνισή του στο Zp87, ένα βράδυ του Γενάρη του '17 στον Κεραμεικό που κανόνισε εκείνος μάζωξη παλιών συμφοιτητών.

Κατάλαβα ότι σταδιακά ο Γιώργος είχε φύγει από εκείνα που ήξερα τότε ότι αγαπούσε: είχε ανοιχτεί στις μουσικές θάλασσες, ήταν πια βιρτουόζος ουτίστας που έπαιζε στο πλάι του Ross Daly και άλλων σπουδαίων μουσικών, δίδασκε, ταξίδευε, μάθαινε συνεχώς. Το 2014 μου χάρισε και το πρώτο του άλμπουμ, το Καρπός.

Δεν μιλούσαμε ποτέ στο τηλέφωνο με τον Γιώργο. Όμως τον σκεφτόμουνα. Τον σκέφτηκα ξανά μόλις πριν δυο-τρεις μέρες, όταν επανήλθε στη μνήμη μου, δεν ξέρω πώς ούτε γιατί, ένα τραγούδι του με τίτλο "Ο Γλάρος". Τον θυμάμαι να διορθώνει τους στίχους του στο εστιατόριο της Σχολής, τον θυμάμαι να μου το παίζει μετά. Πάντα έλεγα ότι εκείνο το τραγούδι δεν μου άρεσε, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε τη μνήμη μου: "Κι ο γλάρος που πλησίασε στου λιμανιού την άκρη, ούτε στιγμή δεν στάθηκε και μου 'φυγε ένα δάκρυ".

Ώσπου σήμερα το πρωί έμαθα, από ποσταρίσματα συμφοιτητών στο Facebook, ότι ο Γιώργος πέθανε. Ο ευαίσθητος, ο διαφορετικός, ο ποιητής φίλος μας, δεν υπάρχει πια. Μουδιασμένος και με την ψυχή μου μαυρισμένη, τον αποχαιρετώ με τους δικούς του στίχους, από ένα τραγούδι ακυκλοφόρητο, που είχε γράψει μαζί με τον Βασίλη εκείνα τα παλιά χρόνια. Τον ακούω καθαρά τώρα να το τραγουδά:

"Μια ζωή στο σώμα αυτό κρατώ
και θα στη δώσω να την έχεις στον λαιμό σου φυλαχτό
να μπορώ ένα κομμάτι να κρατώ κι εγώ
ένα κομμάτι τόσο δα απ' τον δικό σου τον καημό".

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Υπογραμμίσεις XII: Δημήτρης Πετσετίδης (II)

Ο Δημήτρης Πετσετίδης, το έχω ξαναγράψει, είναι ένας από τους συγγραφείς που αγαπώ ιδιαιτέρως -ένας από τους ανθρώπους που αγαπώ και με καθόρισαν, καλύτερα. Πέθανε ξαφνικά πέρυσι κι από τότε ήθελα να επιστρέψω στα βιβλία του -είχα ήδη διαβάσει τα περισσότερα.

Κατάφερα πριν λίγες μέρες να το κάνω, ξεκινώντας, μάλλον τυχαία, από το Εν Οίκω, ένα από τα τελευταία του και μάλλον από εκείνα που δεν είχα προσέξει τόσο. Το χάρηκα που το ξαναδιάβασα, απόλαυσα τη στεγνή και κάπως κυνική αφήγηση, τις σουρεαλιστικές στιγμές και τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η γραφή του πλέκει τη μνήμη με τη φαντασία. Νιώθω ότι διαβάζοντας τα διηγήματά του, βιώνω κάτι από την ιστορία του τόπου στον οποίο και οι δυο μεγαλώσαμε -σε εντελώς διαφορετικές εποχές, βέβαια.

Τότε στην Κατοχή, στη μεγάλη πείνα, ήρθε μια μέρα η γιαγιά Κλειώ, η πεθερά της γιαγιάς μου. Είπε μόνο δυο λέξεις:
- Με θέλετε;
Και η γιαγιά απάντησε με μία:
- Κάτσε.
-----
Και μια μέρα που ο μπαρμπα-Χρίστος καυχιόταν ότι έκανε τρία παιδιά που κατουράνε όρθια, πετάχτηκα κι εγώ και είπα: Και η γιαγιά μου κατουράει όρθια, καθώς πράγματι έτσι γινόταν.
-----
[...] τα βράδια βρίσκαμε έξω από την πόρτα μας προκηρύξεις που μιλούσαν εναντίον των μοναρχοφασιστών, πράγμα που σήμαινε ότι περνούσαν από τη γειτονιά και άτομα με άλλες ιδέες, αλλά με παρόμοια όπλα.
-----
Στην καμαρούλα εκείνη πέρασα πολλές ώρες παίζοντας μόνος διάφορα παιχνίδια, των οποίων σεμνύνομαι να λέω ότι ήμουν ο εφευρέτης. Αίφνης, είχα ένα μεγάλο τετράδιο, όπου είχα καταγράψει έξι ποδοσφαιρικές ομάδες: ΘΡΙΑΜΒΟΣ, ΔΟΞΑ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ κ.ά.τ. με ποδοσφαιριστές, ονόματα της εποχής και έκανα πρωταθλήματα. Τα όργανα που χρησιμοποιούσα ήταν δυο ζάρια και στρογγυλές τάπες, σαν μικρά κέρματα, που είχε ο πατέρας μου, μανιώδης κυνηγός, για το γέμισμα των φυσιγγιών του. Για τις ανωτέρω ομάδες, τους αγώνες, τις μετεγγραφές κ.λπ. έβγαζα και μια αθλητική εφημερίδα γραμμένη στο χέρι, της οποίας ήμουν και ο μοναδικός αναγνώστης.
-----
Ανάμεσα στις φωτογραφίες υπήρχαν και αρνητικά φιλμ. Δεν πρέπει να σώθηκαν πολλά τέτοια, γιατί ανακάλυψα πόσο ωραία φωσφόριζαν όταν καίγονταν.
-----
[...] μόνο στον Παράδεισο δεν υπάρχουν δωμάτια και όλοι οι κάτοικοί του αιωρούνται μετέωροι, έτσι όπως τους βλέπουμε στις ζωγραφιές. Και μόνο οι άγγελοι δεν έχουν πια την ανάγκη να ονειρευτούν μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ούτε να αγναντέψουν από τα παράθυρά του ούτε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι του.
-----
Η θεία Αγγελική, χρυσοχέρα μοδίστρα, ήταν γραμμένη και προγραμμένη στους καταλόγους που είχαν συντάξει μυστικά και είχαν αποστείλει στην Ένωση Εθνικοφρόνων του νομού οι επικεφαλής της εν λόγω οργάνωσης στο χωριό της. Οι κατάλογοι αυτοί είχαν προωθηθεί, εν συνεχεία, και σε κάθε αρμόδια κρατική υπηρεσία.
-----
Τι είχε κάνει η καημένη η θεία Αγγελική; Είχε ράψει δωρεάν τις στολές ανταρτών, όταν της είπαν ότι παίρνουν τα όπλα για να πολεμήσουν τους Γερμανοϊταλούς κατακτητές. Η πράξη της θεωρήθηκε βαρύ αμάρτημα από ικανή μερίδα συγχωριανών της. Η ίδια ήταν πεπεισμένη ότι η μικρή της προσφορά δεν είχε τίποτε το επιλήψιμο και μίλησε άσχημα στον Πότη Κοψάκο, όταν μια μέρα την κατηγόρησε ότι είχε προσχωρήσει με αυτή της την ενέργεια στις τάξεις των απάτριδων.
-----
Δεν είχα προλάβει καλά καλά να τελειώσω την ανάγνωση της επιστολής, όταν η μητέρα μου την άρπαξε από τα χέρια μου και την πέταξε στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι. Ύστερα με έσπρωξε προς την κουζίνα του σπιτιού μας, όπου υπήρχε κρεμασμένη μια τσίγκινη νιπτήρα και μου έπλυνε με το σαπούνι τα χέρια φωνάζοντας: Είναι φυματική, είναι και κουμμουνίστρια.
-----
Ένα βράδυ με μια φίλη της, την Αθηνά, και εγώ με τον Σπύρο, βγήκαμε παρέα και πήγαμε στον κινηματογράφο. Εγώ κάθισα δίπλα στη Μάρω, την αγκάλιασα και μου είπε κλαίγοντας ότι μοιάζω με τον Ερμή. Τη ρώτησα γιατί έκλαιγε και μου είπε: Έτσι, δεν ξέρω γιατί. Και τον Ερμή πού τον είδες; Να, επάνω στο σαπούνι, είπε. Ο Σπύρος δεν έκανε τίποτε με την Αθηνά. Κοιμήθηκε στο κάθισμά του και φύγαμε άρον άρον, ροχαλίζει απαίσια ο μπαγάσας...
-----
Έκανα να τρέξω πίσω της, αλλά βλέποντας τις στρατιές των μυρμηγκιών που είχαν κατακλύσει το δωμάτιο, σταμάτησα και γύρισα να συνεχίσω τη μάχη μαζί τους. Μπορεί και να προτίμησα τη μάχη εκείνη από την ερωτική, για την οποία δεν ήμουν και τόσο ετοιμοπόλεμος, παιδί δεκαεφτά χρόνων.

Την παραξενεύουν, την τρομάζουν ίσως τα λόγια που της λέω καμιά φορά για μερικούς άξεστους καραβανάδες, για την ανόητη έπαρση και την κουφότητα ανθρώπων που καμαρώνουν για τα γαλόνια τους και για την εξουσία που κατέχουν. Τώρα στην Κυβέρνηση της χώρας έχει εγκατασταθεί εκείνη η θλιβερή τριμελής παρέα.
-----
Το τραγούδι τελειώνει, πριν από λίγους μήνες ο Δημήτρης θα έβαζε κατόπιν το "Έεερχεται! Το καμάρι της Ελλάδος", τώρα αυτοί που κυβερνούν δεν επιτρέπουν τέτοια άσματα, καλά τον Θεοδωράκη, αλλά και τον δικό μας, ρε καρντάσια; Ποιος σας προώθησε, ποιος σας έδωσε τα γαλόνια, ρε αγνώμονες;
-----
Τότε, σε όλα τα μέσα, κυριαρχούσε το σύνθημα της χούντας: "Χριστός ανέστη, η Ελλάς ανέστη!" και εμείς κρυφά λέγαμε με τον Δημήτρη: "Η Ελλάς εχέστη!".
-----
Καθώς είχαμε ξαπλώσει ολόγυμνοι στην άμμο και λέγαμε διάφορα για γυναίκες, όντας και οι τρεις εν διεγέρσει με γενναίες στύσεις, ο Τάσος μάς ρώτησε:
- Τι θα κάναμε; Θα πηγαίναμε με τη μάνα μας αν τύχαινε να μείνουμε μόνοι στον Κόσμο με αυτή;
Εγώ είπα ναι και τότε ο Κυριάκος έσπευσε να μου πει:
- Καλά, για σένα δεν θα ήταν και αμάρτημα, αφού η κυρα-Τασία δεν είναι η πραγματική σου μάνα.
-----
[...] με έπιανε εκείνη η δυσάρεστη διάθεση ότι εμείς οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δεν είμαστε παρά δευτέρας διαλογής πολίτες. Βέβαια, η πεθερά μου ισχυριζόταν ότι ο γιατρός που είχε σύμβαση με το ΙΚΑ και της έγραφε τα φάρμακά της φερόταν με απέραντη ευγένεια και πάντα την εξυπηρετούσε. Και όλα αυτά, έλεγε η πεθερά μου, με ένα εικοσάρικο που του βάζω κάθε φορά μέσα στο βιβλιάριο.
-----
Είχα το γαλακτοπωλείο, ο πατέρας μου έφτιαχνε το καλύτερο γιαούρτι, όμως δεν πατούσε πόδι ανθρώπου. Ούτε φαντάροι στις εξόδους τους, που γέμιζαν ο δρόμος και η πλατεία στο χακί, άσε τους δικούς μας χαφιέδες. Ένας έφεδρος αξιωματικός, συγγενής της γυναίκας μου, μου είπε ότι τους είχαν δώσει καταλόγους με μαγαζιά στα οποία δεν έπρεπε να ψωνίζουν. Πρώτο και καλύτερο το δικό μου. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μας γιατί πήραμε το όπλο να πολεμήσουμε τον Γερμανό στην Κατοχή.
-----
Η κυρία υπουργός μιλάει από τηλεοράσεως και εκθειάζει το έργο που γίνεται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Έλα μια μέρα αποδώ και τα λέμε, κυρία μου. Κολονοσκόπηση αύριο, και να πίνεις όλη μέρα εκείνο το νερό με το φάρμακο. Τρέχεις στην τουαλέτα να προλάβεις και υπάρχει μια μοναδική λεκάνη για πενήντα άτομα που είμαστε στην παθολογική. Σκατά, κυρία μου.
-----
Με είχαν βάλει σε έναν θάλαμο με άλλα είκοσι τρία άτομα. Στο βάθος του θαλάμου ήταν εντοιχισμένη μια τεράστια επιγραφή: ΘΑΛΑΜΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Σκεφτόμουν ότι μάλλον για νεκροθάλαμο τον είχαν άλλοτε, και χωρίς να δώσω σημασία στις προειδοποιήσεις των γιατρών για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή μου, ζήτησα και πήρα εξητήριο "οικεία βουλήσει".
-----
Συμπληρώνουμε τα δελτία μας, περιμένοντας ανά πεντάλεπτο μήπως μας χαμογελάσει η τύχη, παρόλο που το ξέρουμε καλά και το διατυμπανίζουμε ότι όλα αυτά είναι στημένα, αλλά παίζουμε, ποιος ξέρει μπορεί καμιά φορά να αφήσουν και κανέναν να κερδίσει. Για διαφημιστικούς σκοπούς.
-----
Κολυμπάμε στα ποτάμια, πιάνουμε τζιτζίκια, κυνηγάμε πουλιά και οι μέρες είναι μεγάλες και χωράνε τα τόσα πολλά που κάνουμε, μαζί με όλα όσα ονειρευόμαστε να κάνουμε. Είχαμε και καναρίνι μέσα στο σπίτι, κι εγώ του έβαζα να τρώει σπόρους από κανναβούρι, ακόμη και κάρδαμου σπόρους. Και τώρα, κάποιες νύχτες, φτάνει μέσα στο μικρό μου δωμάτιο μακρινός ο απόηχος από το γλυκό κελάηδημά του.

Δημήτρης Πετσετίδης, Εν Οίκω, εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Υπογραμμίσεις XI: Orhan Pamuk

Το Χιόνι μού το έκαναν δώρο η Ντορίτα και ο Γιώργος, την πρωτοχρονιά του 2013. Το είχα ακούσει πολλές φορές το όνομα του Pamuk, αλλά άφηνα για χρόνια το βιβλίο να ξεκουράζεται στο ράφι της βιβλιοθήκης του σαλονιού. Ώσπου, φεύγοντας για Σαντορίνη τον περασμένο Αύγουστο, για να αναλάβω υπηρεσία στο ΕΠΑ.Λ., το μάζεψα μαζί με διάφορα άλλα βιβλία, για να το διαβάσω κατά τη μοναχική μου παραμονή στο νησί.

Το ξεκίνημα με δυσκόλεψε, ομολογουμένως: η γραφή μου φαινόταν απλοϊκή, η πλοκή σχεδόν ανύπαρκτη. Σκέφτηκα πολλές φορές να το παρατήσω και για έναν μήνα σχεδόν προχωρούσα με ρυθμούς χελώνας. Όμως σταδιακά άρχισα να βρίσκω ενδιαφέρον στην ιστορία του ποιητή Κα και στις αναζητήσεις/διερωτήσεις του, για τον έρωτα, την ευτυχία, τη θρησκεία και την πολιτική. Δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα τη συγκίνηση που μου έχουν χαρίσει άλλοι συγγραφείς -και δύσκολα θα ξαναπιάσω σύντομα κάποιο άλλο βιβλίο του Pamuk. Αλλά σίγουρα η ανάγνωση δεν ήταν μάταιη.

Ο Κα είχε καταλάβει πως η παρουσία του άντρα τον ηρεμούσε. Το είδος αυτό της ηρεμίας -δώδεκα χρόνια στη Γερμανία ο Κα δεν το είχε αισθανθεί ποτέ- το θυμόταν από τον καιρό που του άρεσε να νιώθει κατανόηση και στοργή για κάποιον λιγότερο δυνατό απ' τον εαυτό του.
-----
Με το δυνατό ένστικτο των ανθρώπων που από την ερωτική τους ζωή δεν έχουν να θυμούνται παρά μια σειρά από γεγονότα οδυνηρά και προσβλητικά, ο Κα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ερωτευτεί.
-----
Καθώς ο Κα άκουγε τα παιδιά να φωνάζουν και να βρίζονται κι ενώ το χιόνι χαμήλωνε την ένταση της φωνής τους, στο χλομό, κίτρινο φως από τα φώτα του δρόμου και κάτω απ' το χιόνι που έπεφτε, ένιωσε τόσο έντονα την απίστευτη ερημιά και την απόσταση αυτής της γωνιάς του κόσμου από τα πάντα, που σκέφτηκε το Θεό.
-----
Ο Κα ήταν από τους ηθικολόγους που έχουν πείσει τον εαυτό τους πως η μεγαλύτερη ευτυχία του ανθρώπου είναι να μην κάνει τίποτα για την προσωπική του ευτυχία.
-----
Ο Κα, αποφασισμένος να τιμωρήσει τη θρασύτατη επιθυμία του να γίνει ευτυχισμένος, για την οποία ντρεπόταν πια, φαντάστηκε την Ιπέκ να σκέφτεται για τους δυο τους και να λέει μια ακόμη πολύ σκληρή αλήθεια: "Αυτό που μας ενώνει είναι ότι έχουμε κι οι δυο περιορίσει τις προσδοκίες μας από τη ζωή".
-----
"Να το πούμε στην αστυνομία", είπε ο Κα, και θυμήθηκε ότι αυτή ήταν μια πρόταση που κάποτε μισούσαν οι αριστεροί.
-----
"Επειδή αποτύχαμε να βρούμε την ευτυχία στην ποίηση, κρυφτήκαμε στη σκιά της πολιτικής".
-----
Είχε γίνει δηλαδή το χειρότερο, είχαν μάθει να χάνουν στη ζωή κι είχαν συνηθίσει την αδυσώπητη αδικία τού κόσμου.
-----
"Εδώ ο κόσμος ή ήθελε να πεθάνει ή ήθελε να φύγει, αλλά εγώ δεν είχα πού να πάω. Λες κι είχα μείνει έξω από τον πολιτισμό, έξω από την ιστορία. Ο πολιτισμός ήταν τόσο μακριά, που δεν είχα καταφέρει ούτε να τον μιμηθώ. Ο Θεός δεν μου χάριζε ούτε ένα παιδί, να ονειρευτώ ότι θα έκανε όσα δεν κατάφερα να κάνω εγώ, ότι μια μέρα θα γινόταν ένας άνθρωπος με δυτική σκέψη, μοντέρνος, με προσωπικότητα".
-----
"Ο μισοωφελιμιστής και μισοορθολογιστής διάολος που ζούσε μέσα μου από την εποχή που ήμουν άθεος, είχε αρχίσει πάλι να με τσιγκλάει. Τύποι σαν εμένα νιώθουν καλά μόνο όταν είναι σ' ένα πολιτικό κόμμα και τρώγονται με τους ομοίους τους για κάποιο θέμα".
-----
"[...] φοβόταν μην αρχίσει ο Μουχτάρ να του διηγείται κι άλλες ιστορίες και τότε ο Κα διαπιστώσει ότι ο συνομιλητής του είναι πιο κουτός απ' όσο νόμιζε μέχρι τώρα, κι έτσι χαθεί ο θαυμασμός που ήθελε να νιώθει για την Ιπέκ, αφού θ' αναρωτιόταν πώς είχε μείνει τόσα χρόνια παντρεμένη μ' έναν τέτοιο άνθρωπο.
-----
Αν και ο Κα ήξερε από την αρχή ότι στην Τουρκία πιστεύω στο Θεό δεν σημαίνει συναντώ με τη σκέψη μου το μεγαλύτερο δημιουργό, αλλά ανήκω σε μια κοινότητα, μπαίνω σ' έναν κύκλο, απογοητεύτηκε όταν ο Μουχτάρ, χωρίς ν' αναφερθεί καθόλου στο Θεό και στην πίστη του ανθρώπου στο θείο, του μίλησε για τα καλά της κοινότητας.
-----
"[...] ο εξευρωπαϊσμένος άνθρωπος, ο μοναχικός άνθρωπος που η πίστη του στο Θεό είναι προσωπική του υπόθεση, σε τρομάζει. Έχεις περισσότερη εμπιστοσύνη στον άθεο που είναι μέλος μιας κοινότητας παρά σ' αυτόν που πιστεύει αλλά δεν ανήκει πουθενά. Κατά τη γνώμη σου, ο μοναχικός άνθρωπος είναι πιο κακός και πιο άθλιος απ' αυτόν που δεν πιστεύει".
-----
"Κανείς σ' αυτή τη χώρα δεν μπορεί να προσευχηθεί με την ησυχία του αν δεν βασίζεται στην εργατικότητα των άθεων που χειρίζονται μ' επιτυχία όλες τις εκτός θρησκείας υποθέσεις, την πολιτική και το εμπόριο με τη Δύση".
-----
"Στη ζωή δεν μπορείτε να πετύχετε τίποτα αν δεν εμπιστεύεστε τους ανθρώπους".
-----
"Τις πιο πολλές φορές δεν είναι ο Ευρωπαίος που μας περιφρονεί. Κοιτάζοντας εμείς αυτόν, περιφρονούμε τον εαυτό μας. Δεν μεταναστεύουμε μόνο για να γλιτώσουμε από την τυραννία του σπιτιού μας, αλλά και για να φτάσουμε στα βάθη της ψυχής μας. Και κάποια μέρα, πάντα γυρίζει πίσω κανείς για ν' απελευθερώσει όσους δεν έχουν το θάρρος να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, και τους συνενόχους."
-----
"Εγώ θέλω ένα Θεό που για να επικοινωνήσω μαζί του δεν θα χρειάζεται να βγάλω τα παπούτσια μου, να φιλήσω τα χέρια κάποιων και να πέσω στα γόνατα. Ένα Θεό που θα κατανοεί τη μοναξιά μου".
-----
"Ήμουν άθεος, και κατά κάποιον τρόπο περήφανος γι' αυτό. Τώρα όμως θέλω να πιστέψω στο Θεό που ρίχνει αυτό το όμορφο χιόνι. Υπάρχει ένας Θεός που φροντίζει να διατηρεί την κρυφή συμμετρία του κόσμου, που θα μας κάνει πιο πολιτισμένους, πιο εκλεπτυσμένους".
"Και βέβαια υπάρχει, παιδί μου", είπε ο σεΐχης.
"Δεν είναι όμως εδώ, ανάμεσά σας. Είναι έξω, στην άδεια νύχτα, στο σκοτάδι, στο χιόνι που πέφτει πάνω στις καρδιές των φτωχών".
"Αν θέλεις να βρεις το Θεό μόνος σου, φύγε. Μες στη νύχτα ας γεμίσει το χιόνι την καρδιά σου με την αγάπη του Θεού. Ας μη σε σταματάμε. Μην ξεχνάς όμως ότι οι ξυπασμένοι άνθρωποι μένουν μόνοι. Ο Θεός δεν αγαπάει τους υπερόπτες. Ο διάβολος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο επειδή ήταν υπερόπτης".
-----
"Σου ζητώ συγγνώμη εκ μέρους των φίλων μου που σε είπαν άθεο. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή τους που βλέπουν άθεο. Αν και στην πραγματικότητα εσύ δεν μπορεί να είσαι άθεος, είσαι πολύ καλός άνθρωπος".
-----
[...] το χιόνι τής θύμιζε πόσο όμορφη και πόσο σύντομη είναι η ζωή, την έκανε να νιώθει πόσο μοιάζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, παρά τις εχθρότητές τους, ότι το σύμπαν κι ο χρόνος είναι απέραντα, ενώ ο κόσμος του ανθρώπου είναι περιορισμένος. Όταν χιονίζει, οι άνθρωποι στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Λες και το χιόνι, πέφτοντας πάνω στα μίση, τα πάθη, τους θυμούς, φέρνει τον ένα κοντά στον άλλο.
-----
"Μόνο οι άθεοι που δεν έχουν υποφέρει ποτέ σκέφτονται ότι τα βάσανα είναι μάταια", είπε η Καντιφέ. "Γιατί οι άθεοι που έχουν πονέσει έστω και λίγο, μετά από καιρό δεν αντέχουν να μην πιστεύουν σε τίποτα και στο τέλος πιστεύουν".
-----
Υπάρχουν δυο ειδών κομμουνιστές: οι αλαζόνες, που γίνονται αριστεροί για να εκπολιτίσουν το λαό, να ξυπνήσουν τη χώρα· και οι αθώοι, που ό,τι κάνουν το κάνουν για ισότητα και δικαιοσύνη. Οι αλαζόνες θέλουν εξουσία, λένε σε όλους τι να κάνουν, αυτοί μόνο κακό προκαλούν στους άλλους. Αντίθετα, οι αθώοι μόνο στον εαυτό τους κάνουν κακό: άλλωστε αυτό είναι και το μόνο που θέλουν. Θέλοντας να μοιραστούν με τους φτωχούς τον πόνο τους, ζουν τα χειρότερα.
-----
"Είσαι δηλαδή ερωτευμένος μαζί μου επειδή δεν με ξέρεις καθόλου; Αλήθεια, είναι έρωτας αυτό, κατά τη γνώμη σου;"
"Έτσι είναι ο έρωτας για τον οποίο θα έδινε κάποιος ό,τι έχει και δεν έχει", είπε ο Κα.
-----
"Η μοναξιά είναι υπόθεση περηφάνιας· ο άνθρωπος βυθίζεται με περηφάνια στην ίδια του τη μυρωδιά. Η απορία του αληθινού ποιητή είναι πάντοτε ίδια. Αν μείνει πολύ καιρό ευτυχισμένος, εκχυδαΐζεται. Αν μείνει πολύ καιρό δυστυχισμένος, τότε δεν βρίσκει στον εαυτό του τη δύναμη που του χρειάζεται για να κρατήσει το ποίημά του ζωντανό... Αληθινή ποίηση κι ευτυχία δεν πάνε μαζί. Μετά από λίγο καιρό ή η ευτυχία εκχυδαΐζει τον ποιητή και το ποίημά του, ή το αληθινό ποίημα καταστρέφει την ευτυχία".
-----
"Πόσο όμορφος είν' ο κόσμος!" ψιθύρισε ο Νετζίπ.
"Κατά τη γνώμη σου, ποια είναι η ωραιότερη πλευρά του;" ρώτησε ο Κα.
Σώπασαν. "Όλες", είπε ο Νετζίπ σαν ν' αποκάλυπτε μυστικό.
"Ναι, αλλά δεν μας κάνει δυστυχισμένους η ζωή;"
"Ναι, εμείς όμως φταίμε γι' αυτό. Κι όχι ο κόσμος ή ο δημιουργός του κόσμου".
-----
"Μετά από είκοσι χρόνια, όταν θα είσαι περίπου τριάντα επτά χρονών, θα έχεις επιτέλους καταλάβει ότι όλα τα κακά του κόσμου, οι φτωχοί που είναι τόσο φτωχοί κι άμυαλοι, και οι πλούσιοι τόσο πλούσιοι κι έξυπνοι, η αγένεια, η ένταση και η αδράνεια, δηλαδή οτιδήποτε σε κάνει να θέλεις να πεθάνεις και σου δημιουργεί αισθήματα ενοχής, οφείλονται στο ότι όλοι σκέφτονται ίδια", είπε ο Κα. "Σ' αυτό λοιπόν το χώρο όπου όλοι θα παρουσιάζονται ως ηθικοί, θα γίνονται ολοένα πιο ηλίθιοι και θα πεθαίνουν, εσύ θα έχεις καταλάβει ότι θα μπορείς να είσαι καλός ενώ θα δείχνεις κακός κι ανήθικος".
-----
Το κρύο για μια στιγμή ξάφνιασε τον Κα, ένιωσε πόσο μικρά κι ασήμαντα είναι μπροστά στο κρύο του Καρς οι επιθυμίες και τα όνειρα των ανθρώπων, η πολιτική και οι καθημερινές μηχανορραφίες. [...] Η ερημιά των κάτασπρων δρόμων καθώς περπατούσαν στα χιονισμένα πεζοδρόμια και το γεγονός ότι σ' ολόκληρη την πόλη περπατούσαν μόνο οι δυο τους, τον γέμισαν ευτυχία. Κι όχι μόνο επειδή η χιονισμένη, όμορφη πόλη και τα παλιά, άδεια αρχοντικά έκαναν τον άνθρωπο να θέλει να γευτεί τη χαρά της ζωής, να επιθυμεί ν' αγαπηθεί: του Κα του άρεσε που βρισκόταν τώρα τόσο κοντά στην εξουσία.
-----
"Πρώτος ο Χέγκελ παρατήρησε ότι η ιστορία και το θέατρο είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό", είπε ο Σουνάι. "Μας θυμίζει ότι η ιστορία, όπως και το θέατρο, αναθέτει σε κάποιους κάποιο "ρόλο". Κι ότι οι γενναίοι εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας όπως και στη σκηνή του θεάτρου..."
-----
"[...] στη χώρα μας ο θεατής δεν είναι σε θέση να καταλάβει τη μοντέρνα τέχνη. Γι' αυτό κι εγώ στα έργα μου έχω και χορεύτριες που χορεύουν τσιφτετέλι και τον τερματοφύλακα Βουράλ που μας διηγείται τις περιπέτειές του. Πρώτα δίνω στον κόσμο αυτό που θέλει κι έπειτα του δίνω και μια δόση από ανόθευτο, μοντέρνο "θέατρο της ζωής". Προτιμώ να κάνω τέχνη για το λαό, χαμηλού και υψηλού μαζί επιπέδου, παρά ν' ανεβάζω στην Ιστανμπούλ με τη στήριξη των τραπεζών κωμωδίες που μιμούνται μπουλβάρ.

"Ένας καλός ηθοποιός", είπε ο Σουνάι με ύφος λίγο θεατρικό, "εκπροσωπεί τις δυνάμεις που στη διάρκεια της ιστορίας σωρεύονται, στριμώχνονται σε μια γωνιά, δεν ξεσπάνε, δεν έχουν ποτέ αποκτήσει φωνή. Σ' όλη του τη ζωή, στις πιο απόμακρες περιοχές, σε δρόμους που ποτέ κανείς δεν έχει περπατήσει, σε μακρινές θεατρικές σκηνές, ψάχνει να βρει τη φωνή που θα του χαρίσει την αληθινή ελευθερία. Κι όταν τη βρει, πρέπει άφοβα να προχωρήσει μέχρι το τέλος".
-----
"Φοβάσαι πως θα βρεθείς σε δύσκολη θέση αν δουν οι Ευρωπαίοι όσα κάνουμε εδώ; Ξέρεις πόσους κρέμασαν αυτοί ώσπου να στήσουν το μοντέρνο κόσμο τους που εσύ τόσο πολύ θαυμάζεις;"
-----
"Για να μπορεί να παίρνει ανάσα κάθε εξευρωπαϊσμένος κάτοικος αυτής της χώρας κι ιδιαίτερα οι ψηλομύτες διανοούμενοι που περιφρονούν το λαουτζίκο, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένας λαϊκός στρατός, διαφορετικά οι φανατικοί θα κάνουν κομματάκια με τα μαχαίρια τους αυτούς και τις μακιγιαρισμένες γυναίκες τους. Αυτοί όμως, οι εξυπνάκηδες διανοούμενοι, νομίζουν πως είναι Ευρωπαίοι και σνομπάρουν τους στρατιώτες που στην πραγματικότητα τους φροντίζουν. Τη μέρα που το Καρς θα γίνει Ιράν, έχεις την εντύπωση ότι θα θυμάται κανείς τα δάκρυα που εσύ, ο καλόκαρδος φιλελεύθερος, έχυσες για τα παιδιά της Ιερατικής Σχολής; Θα σε σκοτώσουν την ίδια μέρα, επειδή έχεις εξευρωπαϊστεί, ή επειδή από φόβο ξεχνάς τα λόγια και της πιο απλής προσευχής, είσαι σνομπ, φοράς γραβάτα, ή ακόμα κι επειδή φοράς αυτό το παλτό".
-----
"Αυτή η χώρα μπορεί να διοικηθεί μόνο με το φόβο της θρησκείας, κάτι που όταν συμβαίνει, όπως αποδεικνύεται αργότερα, είναι η σωστή κίνηση. Αν ο λαός δεν φοβηθεί τους φανατικούς και δεν ζητήσει να βρει καταφύγιο στην κυβέρνησή του, στο στρατό του, θα έχει ν' αντιμετωπίσει την αναρχία και την οπισθοδρόμηση, όπως γίνεται σε κάποια υπανάπτυκτα κράτη στη Μέση Ανατολή και στην Ασία".
-----
"Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου! Κι αν ακόμη τον πιστεύεις, όταν τον πιστεύεις μόνος σου, δεν έχει νόημα. Το θέμα είναι να τον πιστεύεις όπως τον πιστεύουν οι φτωχοί και να είσαι ένας απ' αυτούς. Πιστεύεις στο δικό τους Θεό μόνο όταν τρως ό,τι τρώνε αυτοί, ζεις μαζί τους, γελάς με ό,τι γελάνε και θυμώνεις με ό,τι θυμώνουν αυτοί. Δεν μπορείς να ζεις μια διαφορετική ζωή και να πιστεύεις στον ίδιο Θεό. Ο Θεός είναι τόσο δίκαιος, που ξέρει ότι είναι θέμα ζωής κι όχι πίστης ή λογικής".
-----
"Μπα, ο ποιητής μας είν' ερωτευμένος;" είπε χειρονομώντας ο Σουνάι Ζαΐμ. "Μόνο οι πολύ αφελείς ποιητές μπορούν να είν' ερωτευμένοι όταν γίνεται επανάσταση".
"Δεν είναι αφελής ποιητής, είναι αφελής ερωτευμένος", είπε η Φουνντά.
-----
Πολλά χρόνια πριν, ο Κα μου είχε πει ότι ένας καλός ποιητής, όταν έρχεται αντιμέτωπος με δύσκολες αλήθειες που αναγνωρίζει ότι είναι σωστές αλλά δεν θέλει να το πιστέψει από φόβο μήπως του χαλάσουν την ποίησή του, πρέπει απλώς να περιστρέφεται γύρω απ' αυτές και πως η μυστική μουσική αυτής της περιστροφής είναι η τέχνη του.
-----
"Αυτό που μας δένει τόσο πολύ με το Θεό μας δεν είναι η φτώχεια μας, όπως νομίζουν οι Δυτικοί, είναι που θέλουμε να ξέρουμε γιατί βρισκόμαστε σ' αυτό τον κόσμο και τι θα γίνουμε στον άλλο".
-----
"Η Δύση που φαίνεται να πιστεύει στη δημοκρατία, το πολύ σημαντικό αυτό δημιούργημά της, περισσότερο απ' όσο πιστεύει στο λόγο του Θεού, θα εναντιωθεί στο στρατιωτικό πραξικόπημα στο Καρς που αντιτίθεται στη δημοκρατία;" ρώτησε κάνοντας μια εντυπωσιακή χειρονομία. "Ή μήπως το να μιμείται ο υπόλοιπος κόσμος τη Δύση είναι πιο σημαντικό από τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα; Η Δύση θα ανεχτεί μια δημοκρατία των εχθρών της που είναι τόσο διαφορετικοί απ' αυτήν;"
-----
[...] ο Κα καταλάβαινε τώρα πια πολύ καλά πως η ζωή, εκτός από την ευτυχία που ακολουθεί τον έρωτα, είναι μια σειρά από συνηθισμένα γεγονότα χωρίς νόημα που δεν συνδέονται μεταξύ τους.
-----
Μες στη σιωπή, ο Κα σκέφτηκε πως το σίριαλ το έβλεπε όλο το Καρς: οι νοικοκυρές που είχαν γυρίσει απ' την αγορά και οι άντρες τους, οι μαθήτριες του γυμνασίου κι οι ηλικιωμένοι. Συνειδητοποίησε ότι εξαιτίας του σίριαλ, άδεια δεν ήταν μόνο τα μελαγχολικά σοκάκια του Καρς αλλά κι οι δρόμοι όλης της Τουρκίας, ότι οι διανοουμενίστικες επιτηδεύσεις, οι πολιτικοί προβληματισμοί κι ο ελιτίστικος σνομπισμός κρατούσαν τη ζωή του μακριά από τα συναισθήματα που αποκάλυπτε αυτό το σίριαλ, κι ότι αιτία που ζούσε ολομόναχος ήταν η βλακεία του.
-----
"Δεν φτάνει να είναι κανείς καταπιεσμένος, πρέπει να είναι και δίκαιος. Και οι περισσότεροι καταπιεσμένοι είναι άδικοι μέχρι αηδίας".
-----
[...] ο Κα συνειδητοποίησε ότι μετά τη σημασία των μελοδραματισμών είχε ανακαλύψει κι άλλη μια μεγάλη αλήθεια: ότι κάποιες γυναίκες θα μπορούσαν να βρουν ιδιαίτερα ελκυστικούς τους άντρες που δεν πίστευαν παρά μόνο στον έρωτα...
-----
Ίσως έχουμε φτάσει στην καρδιά της ιστορίας μας. Είναι δυνατό, και σε ποιο βαθμό, να καταλάβουμε τον πόνο, τον έρωτα κάποιου; Πόσο καταλαβαίνουμε αυτούς που ζουν με περισσότερες ελλείψεις απ' τις δικές μας, με πιο έντονα αισθήματα μειονεξίας, με πιο πολύ πόνο; Εάν "καταλαβαίνω" θα πει "βάζω τον εαυτό μου στη θέση αυτού που είναι διαφορετικός από μένα", τότε οι πλούσιοι του κόσμου, οι δικαστές, καταλαβαίνουν τους δύσμοιρους που ζουν στο περιθώριο;
-----
Καθώς τριγύριζα στο Διεθνές Κέντρο Σεξ, ανάμεσα σε άντρες μοναχικούς σαν φαντάσματα, για να βρω κι άλλες κασέτες της Μελίντα, σκέφτηκα ότι το μόνο πράγμα που ενώνει τους ταλαίπωρους άντρες του κόσμου είναι οι πορνοταινίες που βλέπουν γεμάτοι ενοχές, αποτραβηγμένοι στη γωνιά τους. Όσα έχω δει στη Νέα Υόρκη, στους κινηματογράφους τής 42ης οδού, στην Κάιζερστρασε της Φρανκφούρτης, στους κινηματογράφους στα στενά πίσω από το Μπέγιογλου, αποδεικνύουν πως όταν οι ταλαίπωροι αυτοί άντρες βλέπουν πορνοταινίες, μ' ένα αίσθημα ντροπής, αθλιότητας κι αποπροσανατολισμού, αποφεύγοντας να κοιταχτούν στα διαλείμματα στις άθλιες αίθουσες αναμονής των κινηματογράφων, μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, που μπορούν ν' αχρηστέψουν όλες τις εθνικιστικές προκαταλήψεις και τις ανθρωπολογικές θεωρίες.
-----
"Ίσως να λυπούνται καθέναν από τους φτωχούς χωριστά, όταν όμως ένα έθνος είναι φτωχό, το πρώτο που σκέφτονται είναι ότι αποτελείται από βλάκες, άμυαλους, τεμπέληδες, βρόμικους κι ανίκανους ανθρώπους. Τότε δεν τους λυπούνται, γελάνε εις βάρος τους. Θεωρούν τον πολιτισμό τους, τα έθιμά τους, τις συνήθειές τους γελοία. Ο καιρός περνάει κι αυτοί καμιά φορά ντρέπονται για τις σκέψεις τους και σταματάνε να γελάνε, και για να μην επαναστατήσουν οι μετανάστες που προέρχονται απ' αυτό το έθνος, που σφουγγαρίζουν τα πατώματά τους και δουλεύουν στις χειρότερες δουλειές τους, οι άλλοι προσποιούνται ότι βρίσκουν ενδιαφέροντα τον πολιτισμό τους, συμπεριφέρονται σαν να έχουν κάνει λάθος".
-----
"[...] ακόμη κι αν μου δώσουνε βίζα, εγώ δεν θα πάω στη Γερμανία".
"Κανείς δεν πρόκειται να δώσει σ' εσένα τον άνεργο βίζα για την Ευρώπη".
[...]
"Σωστά, δεν θα μου δώσουνε", είπε ταπεινά ο παθιασμένος νεαρός. "Αλλ' ακόμη κι αν μου δώσουνε και πάω, και ο πρώτος Δυτικός που θα συναντήσω στο δρόμο είναι καλός άνθρωπος και δεν νιώσει περιφρόνηση για μένα, εγώ θα νομίζω ότι θα νιώσει και θα ενοχληθώ. Στη Γερμανία, μου είπαν, αμέσως καταλαβαίνουν τους Τούρκους... Το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος για να μην τον περιφρονήσουν είναι ν' αποδείξει ότι σκέφτεται σαν αυτούς. Κι αυτό δεν είναι μόνο αδύνατο, είναι και ταπεινωτικό".
-----
"Κύριοι, συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε πιο έξυπνοι και πιο σημαντικοί από τους Δυτικούς, αν όμως έρθουν σήμερα οι Γερμανοί στο Καρς, ανοίξουν ένα προξενείο εδώ κι αρχίσουν να δίνουν σε όλους δωρεάν βίζες, σας διαβεβαιώνω ότι σε μια βδομάδα θ' αδειάσει όλο το Καρς".
-----
"Το θέμα είναι ότι είμαστε φτωχοί κι ασήμαντοι", είπε ο Φαζίλ, και το πάθος του παραξένεψε τον Κα. "Στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπάρχει θέση για μας τους κακόμοιρους. Μια μέρα όλοι εμείς που ζούμε στη μίζερη αυτή πόλη τους Καρς θα ψοφήσουμε και κανείς δεν θα μας θυμάται, κανείς δεν θα ενδιαφερθεί για μας. Θα μείνουμε ασήμαντα ανθρωπάκια που θα σκοτώνονται μεταξύ τους για το τι θα φοράνε στο κεφάλι τους οι γυναίκες, που θα πνίγονται στους μικρούς, ασήμαντους καβγάδες τους. Όλοι θα μας ξεχάσουν. Όσο βλέπω ότι θα φύγουμε απ' αυτή τη ζωή έχοντας ζήσει τόσο ανούσια, χωρίς ν' αφήσουμε κανένα σημάδι μας, τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω ότι στη ζωή το μόνο που υπάρχει είναι ο έρωτας".
-----
[...] να διατηρούνται οι αναμνήσεις ζωντανές, κι αυτό με τη δύναμη της φαντασίας, αυτό ήταν παράδεισος για τον Κα.
-----
Στα πρώτα νεανικά του χρόνια, ο θάνατος για έναν πολιτικό ή πνευματικό σκοπό, η θυσία της ίδιας του της ζωής για κάτι που θα είχε γράψει, αποτελούσαν για τον Κα τα ύψιστα ηθικά επίπεδα στα οποία θα μπορούσε να φτάσει. Γύρω στα τριάντα, τον απομάκρυνε απ' αυτή τη σκέψη η ματαιότητα της ζωής πολλών φίλων και γνωστών του που πέθαναν από βασανιστήρια υπερασπίζοντας ανόητες και μοχθηρές αρχές, δολοφονήθηκαν στους δρόμους από πολιτικές συμμορίες, έχασαν τη ζωή τους ληστεύοντας τράπεζες ή, ακόμα χειρότερα, από βόμβες που έφτιαχναν οι ίδιοι κι έσκασαν στα χέρια τους. Το γεγονός ότι είχε μείνει τόσα χρόνια εξόριστος στη Γερμανία εξαιτίας πολιτικών πεποιθήσεων που δεν ασπαζόταν πια, είχε διαρρήξει στο μυαλό του κάθε σχέση μεταξύ αυτοθυσίας και πολιτικής. Όταν, όσον καιρό ήταν στη Γερμανία, διάβαζε στις τουρκικές εφημερίδες ότι ο τάδε αρθρογράφος είχε -κατά πάσα πιθανότητα- δολοφονηθεί για πολιτικούς λόγους από πολιτικούς ισλαμιστές, ένιωθε οργή για το περιστατικό, σεβασμό για το νεκρό, αλλά κανέναν ιδιαίτερο θαυμασμό για τον αρθρογράφο που είχε χάσει τη ζωή του.
-----
Ο Κα ένιωθε οργή όχι τόσο για τις εφημερίδες της Ιστανμπούλ και της Δύσης, που αδιαφορούσαν για τους ενθουσιώδεις αυτούς συγγραφείς ή για τους δημοσιογράφους που για παρόμοιους λόγους δέχονταν μια σφαίρα στο κεφάλι σε κάποιο στενό μιας μακρινής επαρχιακής πόλης, όσο για το γεγονός ότι όλοι αυτοί προέρχονταν από μια κουλτούρα που μετά από λίγο καιρό ξεχνούσε για πάντα ποιος από τους αδικοχαμένους συγγραφείς της έφαγε ποιον, κι έβλεπε καθαρά πόσο πιο έξυπνο ήταν να κάθεται κανείς σε μια γωνιά και να φροντίζει να είν' ευτυχισμένος.
-----
Παντού στον κόσμο, ακόμη και στην Αμερική, οι εφημερίδες δημοσιεύουν τις ειδήσεις που θέλουν να διαβάζουν οι συνδρομητές μας. Αν ο αναγνώστης θέλει να διαβάσει ψευδείς ειδήσεις, κανείς στον κόσμο δεν θα μειώσει τις πωλήσεις του γράφοντας την αλήθεια.
-----
[...] πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ένιωθε κομμάτι μιας οικογένειας· παρ' όλα τα προβλήματα και τις ευθύνες, καταλάβαινε τώρα ότι αυτό που λέγεται "οικογένεια" στηρίζεται στην απεγνωσμένη επιμονή για σύμπνοια, κάτι που με λύπη διαπίστωνε πως είχε λείψει απ' τη ζωή του. [...] Το θέμα είναι η σύμπνοια, η δυνατότητα να συγκροτήσει κάποιος ένα κέντρο από δύο άτομα, όπου ο κόσμος ολόκληρος θα μένει απέξω.
-----
Κι ενώ έκανε έρωτα με την Ιπέκ όλη τη νύχτα, ο Κα κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι πέρα από την ευτυχία, κι ότι οι μέχρι τότε εμπειρίες του απ' τη ζωή και τον έρωτα δεν ήταν αρκετές ώστε να νιώσει αυτή την έξω απ' το χρόνο και το πάθος περιοχή.
-----
"Μου αρέσει όμως που παραδέχεσαι ότι είσαι δειλός. Κι εγώ μια από τα ίδια είμαι. Πίστεψέ με. Σ' αυτή τη χώρα μόνο οι δειλοί επιβιώνουν. Όμως κι οι δειλοί πρέπει να ονειρεύονται ότι μια μέρα θα κάνουν κάτι πολύ ηρωικό".
-----
"Άκουσέ με: δεν ζεις για τις αρχές σου, ζεις για να είσ' ευτυχισμένος".
"Ναι, αλλά χωρίς αρχές και χωρίς πίστη, κανείς δεν είν' ευτυχισμένος", είπε η Καντιφέ.
"Σωστά. Δεν είναι όμως έξυπνο να καταστρέψει κανείς τον εαυτό του για τις αρχές του σε μια χώρα τυραννική, όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμιά αξία. Αρχές και πίστη είναι για όσους ζούνε σε πλούσιες χώρες".
"Δεν έχεις δίκιο. Στις φτωχές χώρες ο άνθρωπος δεν έχει παρά μόνο τα πιστεύω του", είπε η Καντιφέ.
Ο Κα δεν είπε, όπως του ήρθε εκείνη τη στιγμή να πει, "Μόνο που πιστεύει σε λάθος πράγματα!".
-----
"Σ' αυτή τη χώρα, μόνο αν έχεις πίσω σου ολόκληρο το στρατό μπορείς να καυχιέσαι ότι είσαι άθεος".
-----
"Δεν φοβάσαι το θάνατο;" ρώτησε μετά από λίγο.
"Αν αυτό είναι απειλή -όχι, δεν τον φοβάμαι. Αν με ρωτάς από φιλικό ενδιαφέρον -ναι, τον φοβάμαι".
-----
"Τι είναι η ευτυχία;"
"Να βρεις έναν κόσμο όπου θα μπορέσεις να ξεχάσεις όλο αυτό το τίποτα, αυτή την αίσθηση μειονεξίας. Να μπορείς να κρατάς κάποιον σαν να είναι ο κόσμος όλος..." είπε ο Κα.
-----
Κατάλαβε ότι ανάμεσα στον Σουνάι και το συνταγματάρχη υπήρχε ένα είδος επικοινωνίας, χαρακτηριστικό των ανθρώπων που στα παιδικά τους χρόνια έχουν διαβάσει τα ίδια βιβλία.
-----
"[...] ο άνθρωπος μόνο όταν κινδυνεύει προσηλώνεται στη ζωή", είπε η Χανντέ.
-----
[...] όποιος αρκείται στην ευτυχία, δεν μπορεί να είν' ευτυχισμένος".
-----
[...] ήταν ωραίο να κλαίει αγκαλιασμένος με κάποιον, ότι μπορεί και η Ιπέκ να ανακάλυπτε για πρώτη φορά στη ζωή της πόσο οδυνηρό αλλά και πόσο ευχάριστο είναι να τριγυρίζεις μαζί με κάποιον άλλο στην περιοχή της αναποφασιστικότητας, ανάμεσα στην ήττα και σε μια καινούργια ζωή.
-----
Αντίθετα απ' ό,τι νομίζουμε, ο άνθρωπος μπορεί αν θέλει να μείνει μακριά από τον έρωτα.
-----
[...] ένιωθαν τη μαγική αίσθηση του "εμείς", που μόνο οι πολίτες των υπερβολικά καταπιεστικών κι εθνικιστικών κρατών μπορούν να νιώσουν.
-----
"Οι γυναίκες αυτοκτονούν με την ελπίδα να κερδίσουν", είπε η Καντιφέ. "Οι άντρες όταν βλέπουν ότι δεν τους έχει μείνει καμιά ελπίδα να κερδίσουν".
-----
"Αν γράψετε και για μένα στο μυθιστόρημά σας που θα εκτυλίσσεται στο Καρς, θα ήθελα να πως στους αναγνώστες σας να μην πιστέψουν όσα θα γράψετε για μένα, για μας. Κανείς απ' όσους ζουν μακριά μας δεν μπορεί να μας καταλάβει".
"Μα και κανείς δεν πιστεύει όσα διαβάζει σ' ένα μυθιστόρημα".
"Όχι, τα πιστεύουν", είπε με αγωνία. "Για να πειστούν πως είναι έξυπνοι, ανώτεροι και διαθέτουν ανθρωπιά, θα θελήσουν να πιστέψουν ότι εμείς είμαστε γελοίοι και συμπαθητικοί, κι ότι μπορούν και μας αγαπούν στα χάλια που είμαστε. Αν όμως βάλετε αυτή τη φράση μου στο βιβλίο σας, θα τους δημιουργηθούν κάποιες αμφιβολίες".

Orhan Pamuk, Χιόνι, μετάφραση Στέλλας Βρετού, εκδόσεις Ωκεανίδα

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες