Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XIV: Μάνος Ελευθερίου

Το είχα χωμένο σε κάποιο παράμερο ράφι της βιβλιοθήκης μου από τότε που μου το δώρισε η ξαδέρφη μου η Ντίνα (το καλοκαίρι του 2008), και χρειάστηκε ο πρόσφατος θάνατος του συγγραφέα του για να το θυμηθώ και να το ξεθάψω.

Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ. Μα τι τίτλος είναι αυτός; Για κακή γυναικεία λογοτεχνία μου κάνει... Ξεκίνησα να διαβάζω ανόρεχτα, σαν να έκανα αγγαρεία. Σκέφτηκα: ας μην διαβάσω για ένα καλοκαίρι κάτι του Stephen King, θα νομίζουν ότι είμαι μονομανής -καλά, εδώ που τα λέμε είμαι.

Δεν περίμενα να διαβάσω αυτά που διάβασα, δεν περίμενα να είναι τόσο κοντά στον Stephen King η συλλογή αυτή διηγημάτων του Μάνου Ελευθερίου. Οι ιστορίες του μοιάζουν να έρχονται από τον κόσμο του ονείρου -του εφιάλτη, καλύτερα-, μοιάζουν προϊόντα παραίσθησης ή βγαλμένες από εκείνο το σκοτεινό μέρος του μυαλού όπου κατοικεί το μεταφυσικό. Μοιάζουν ταιριαστές, βέβαια, αν σκεφτείς ότι γράφτηκαν από έναν άνθρωπο που ταλαιπωρούνταν από λογής φοβίες: υπάρχει παντού ένα στρίμωγμα, μια αγωνία ασφυκτική, μια αίσθηση ότι οι τοίχοι κλείνουν να σε πλακώσουν.

Υπάρχει ψωμί εδώ, υπάρχουν ιδέες εμπνευστικές, υπάρχει ένα σκοτάδι ανθηρό.

[...] οι αναμνήσεις, όπως λένε και πολλοί συγγραφείς, πληγώνουν περισσότερο από τα πιο φριχτά γεγονότα.
-----
Κάθισε στο βράχο και τακτοποίησε το φουστάνι της με την ίδια φροντίδα που θα καθάριζε μια γοργόνα την ουρά της από τα φύκια. Τη φαντάστηκα γοργόνα και ολόγυρά της άγριες και πεινασμένες γάτες να της τρώνε μπουκιά μπουκιά την ουρά, να κόβουν ένα κομμάτι και να πηγαίνουν στην άκρη να το απολαύσουν με την ησυχία τους.
-----
Αν ό,τι είχε συμβεί το 'βλεπαν στο χωριό οι πονηροί και καχύποπτοι γείτονες, ασφαλώς θα 'τρεχαν στον αστυνόμο, στο δάσκαλο και οπωσδήποτε στον ιερέα για να τους εξηγήσουν αυτό το σπάνιο φαινόμενο. Είναι σίγουρο ότι ο καθένας θα ‘δινε τη δική του ερμηνεία και ίσως οι γονείς ν’ άκουγαν λόγια που θα τους πίκραιναν βαθιά. Ότι αυτό που συνέβαινε στο παιδί τους δεν ήταν μήνυμα του Θεού αλλά έργο του Σατανά, ότι ουσιαστικά ήταν δικό τους έργο - ποιος ξέρει τι παλιές αμαρτίες τους πλήρωνε το αθώο παιδί, ποιος ξέρει σε τι ανομίες είχαν κάποτε μπλεχτεί, με ποιους ύποπτους και αμαρτωλούς είχαν συναλλαγές. Πώς, επιπλέον, τα κατάφερναν να ζουν τόσο καλά αφού δεν φημίζονταν για τα πλούτη τους. Θα ζητούσαν επιτακτικά να εξεταστούν σήμερα κιόλας, αυτήν ακριβώς την ώρα, όλα τα κακά σημάδια και περιστατικά που είχαν χτυπήσει το χωριό τους τα τελευταία χρόνια και βρέθηκαν και οι γονείς μπλεγμένοι.
-----
Όσο για τους προπετείς γείτονες, αν το μάθαιναν, θα συμβούλευαν τους γονείς να πάρουν πρώτα τη γνώμη του ιερέα τους, που φημιζόταν για φρόνιμος άνθρωπος, πριν το τρέξουν στους γιατρούς, όπως το μεγαλύτερο παιδί τους, και ιδού τα αποτελέσματα, που κατάντησε δηλαδή κοτζάμ άντρας με τα φάρμακα.
-----
Κάποια στιγμή, χωρίς να το θέλει, η μητέρα φαντάστηκε να της δίνουν ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για κάποιες εμφανίσεις του παιδιού της σ’ ένα θίασο ποικιλιών. Η καρδιά της σκίρτησε καθώς έπιασε να ιεραρχεί τις ανάγκες του σπιτιού της. Συνήλθε όμως γρήγορα. Ντράπηκε. Μετάνιωσε. Πώς ήταν δυνατόν να εκμεταλλευτεί το ίδιο της το παιδί, και μάλιστα την ιδιαιτερότητά του. Τα χρήματα θα γίνονταν θηλιά στο λαιμό της και στο λαιμό ολόκληρης της οικογένειας. Τα χρήματα, σκέφτηκε, θα κερδίζονταν δίχως κόπο. Επομένως θα ήταν καταραμένα. Και θα έπρεπε να περιμένουν την τιμωρία τους από στιγμή σε στιγμή.
-----
Στο κεφάλι του ξανάρχεται ο μεγάλος συγγραφέας τον οποίο θαυμάζει και φοβάται, και είναι αυτός που του υπαγορεύει τι θα γράψει και πώς θα το γράψει, ενώ, πολλές φορές, νιώθει πως το χέρι του είναι δεμένο με το σιδερένιο χέρι εκείνου και γράφει γρήγορα, χωρίς να σκέφτεται, για εικόνες και περιστάσεις που ποτέ δεν φαντάστηκε και δεν υπολόγισε.
-----
Μια φυσική άνεση που είχα να ξεφεύγω από τις παγίδες με δίδαξε πως η κακή μου πείρα είναι ο καλός μου σύμβουλος.
-----
Φαίνεται πως τα μάτια της φιλίας θολώνουν όταν πρόκειται να σε κρίνουν ή να σε προστατέψουν.
-----
Γιατί πάντα υπάρχει ένας εχθρός. Και τα χρόνια που έρχονται τον θρέφουν μυστικά και τον δυναμώνουν με το αίμα μου και μένει στη σκοτεινή γωνιά του αμίλητος. Αν βήξει, θα τον ακούσω. Μα ποιος μου λέει ότι δεν είναι κάποιος πιστός και ειλικρινής φίλος που αγρυπνάει από αγάπη για μένα!
-----
Σ’ αυτό το λευκό νεκρό δωμάτιο κανείς δεν έστεκε σκεφτικός, ούτε ξέχασε ή έχασε κάτι. Εδώ έρχονταν σιωπηλοί, με την ψυχή στο στόμα, κοίταζαν αλαφιασμένοι από τα φινιστρίνια της πόρτας, σαν να παρακολουθούσαν μια μυστική τελετή, κάτι το απαγορευμένο ή κάτι που έπρεπε να το δουν λίγοι, να το κρατήσουν στην καρδιά τους και να το ‘χουν εικόνα μέσα τους και για πάντα. Προσεύχονταν κι έφευγαν γρήγορα.
-----
Τώρα όλα πάλι είναι μπερδεμένα μέσα του. Κάτι γίνεται σε αφάνταστη μοναξιά και ησυχία. Ένας συνεχής οξύς θόρυβος που έρχεται κατευθείαν απ' τον ουρανό, σαν να σκίζει κάποιος με μανία εφημερίδες και σκληρά χαρτιά. Κι οι άγνωστοι περαστικοί μιλάνε αλαφιασμένα και κλαίγοντας, λες και μασάνε γυαλιά και φτύνουν συνεχώς αίμα και δόντια.
-----
Αλλά αυτός που είχε σε τέτοια υπόληψη το στιλ της γραφής δεν μπορεί τώρα στα ξαφνικά να τα ποδοπατήσει όλα. Δεν είναι μόνο η καλλιέπεια, είναι το ότι πρέπει να είσαι σαφής και σύντομος. Οι λέξεις να λειτουργούν χωρίς σχόλια και ερμηνευτικές παραπομπές. Να 'χουν σειρά και συνέχεια και να 'ναι απαραίτητες όπως όλα τα χαρτιά της τράπουλας.
-----
Φοβόταν κιόλας μην γίνει περίγελος στις συγκεντρώσεις του κόμματος, που ξύνανε τα νύχια τους να βρουν στον καθένα συνήθειες και χειρονομίες μιας τάξης ανθρώπων οριστικά χαμένων, παρακμιακών, όπως τους έλεγαν, αποτυχημένων και ίσως ηττοπαθών.
-----
Από το μαύρο κουτί της τηλεόρασης βγαίνουν αίματα και χύνονται στο πάτωμα του δωματίου του. Εντόσθια, σακατεμένα σώματα από τροχαία, ξεριζωμένοι μετανάστες, αδικημένοι που ζητάνε έλεος, ομαδικοί τάφοι σ' άλλες χώρες, υπουργοί που υπόσχονται καλύτερες ημέρες. Για κείνον το καλύτερο θα ήταν ν' αλλάξει σπίτι. Ν' ανέβαινε ίσως στο ρετιρέ που πουλιέται σε λογική τιμή. Πού να τρέχει σ' άλλη γειτονιά! Τουλάχιστον στα ψηλά θα 'ναι κάπως ανεξάρτητος. Θα 'χει περισσότερο φως και περισσότερο αέρα.
-----
[...] έβλεπε την προκλητική νωθρότητα και την προσβλητική αδιαφορία των κατοίκων και, κυρίως, την απαράδεκτη επιμονή τους -που εξαπλώθηκε σαν επιδημία- να τους δοθεί η δυνατότητα να χτίσουν ακόμα και πολυκατοικίες, γκρεμίζοντας ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της πόλης.
-----
Ο θρίαμβος του μίσους στην επαρχία, που φαρμακώνει τους ανθρώπους μέχρι του σημείου να εύχονται να βγάλει ο αντίπαλος το κακό σπυρί.
-----
"Όταν ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, τότε ακούω από πολύ μακριά κάτι σαν καλπασμούς αλόγων και κάτι σαν θρόισμα από μεταξωτά φορέματα. Κάνω λάθος; Εσύ είσαι; Και με πόσες γυναίκες; Και τι ρούχα φορούν, τέλος πάντων; Και γιατί όλα αυτά να γίνονται μόνο νύχτα; Όταν το πρωί με πηγαίνουν σηκωτό σ' εκείνα τα μέρη απ' όπου νόμισα ότι ερχόταν ο καλπασμός, νιώθω να με κοιτάζουν τα δέντρα με μια συμπόνοια που δεν είδα ποτέ σε άνθρωπο".
-----
Έρχονται οι γιατροί και εξετάζουν, υπολογίζουν, υποθέτουν χωρίς να ελπίζουν, μιλούν ψιθυριστά, κάπου κάπου χαμογελούν για να δίνουν θάρρος στους συγγενείς που τους κοιτούν με αγωνία. Κανείς δεν ακούει τι λένε και κανείς δεν καταλαβαίνει τα συνθηματικά αγγλικά όπως τα μιλούν, άγνωστες λέξεις, ορολογίες της ιατρικής με σπάνια ονόματα. Ποιος τα σκέφτηκε και ποιος τα κατοχύρωσε να κυλούν έτσι όμορφα στο στόμα;
-----
Η τύχη το 'φερε να κατοικώ στον Παράδεισο περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ζω εντελώς φανταστικά (αυτή τη λέξη δεν μπορώ να σας την εξηγήσω), και φυσικά μου δημιουργεί προβλήματα. Ένα απ' αυτά είναι πως δεν έχω κανέναν γνωστό μου για παρέα. Είναι περίεργο μέσα σε τόσες χιλιάδες να  μην μπορώ να διακρίνω έναν άνθρωπο της γειτονιάς μου. Όσο για κείνους που γνώριζα απ' τις εφημερίδες (επιστήμονες, αθλητές, καλλιτέχνες), αυτοί ζουν όπως τα ξέρετε και στη γη. Κήποι, μέγαρα, αυτοκίνητα, και βέβαια μαζί μας καμιά επαφή.
-----
Και κάποτε στη ζωή μου, λοιπόν, ήρθαν τα πιο θλιβερά. Έβλεπα να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο και το σπίτι μια εποχή μού φαινόταν άλλοτε πολύ μικρό κι άλλοτε απέραντο. Το επάνω πάτωμα είχε αχρηστευτεί σχεδόν, δεν ανέβαινα πια, παρόλο που άκουγα θορύβους και κάτι σαν λαχανιασμένα τρεχαλητά. Ήξερα, βέβαια, πως θα ήταν ανόητο να πιστέψω ότι υπάρχουν φαντάσματα, αλλά όσο οι θόρυβοι μεγάλωναν κάθε νύχτα, τόσο περισσότερο πίστευα πραγματικά στη μοναξιά μου. Έτσι και κάπως έτσι έμαθα να ζω στην απομόνωσή μου.
-----
Το κακό, όπως όλα τα κακά, άρχισε νύχτα. Σαν να 'γινε σεισμός ή να βομβαρδίστηκαν σπίτια και άνθρωποι, κι ο καθένας θα ήταν πια μόνος του με τη ζωή του. Όπως τις πρώτες μέρες της Δημιουργίας.
-----
Πολλοί τρώνε το ανθρώπινο κρέας και λένε πως είναι νόστιμο, και είναι αναρχικός και προδότης όποιος δεν φάει. Μερικοί κάνουν εμετό από την αηδία και την ταπείνωση. Τα έντερα τα φουσκώνουν και τα κάνουν μπαλόνια. Γλιστρούν τα χέρια τους από τα αίματα και τα πράσινα γλοιώδη υγρά.
-----
Φαίνεται ότι τα παιδιά (και όχι πάντα στον ύπνο τους) μιλούν την άγνωστη γλώσσα των δέντρων και των υδάτων.
-----
Τώρα όλα μοιάζουν μ' έναν δαιμόνιο συγγραφέα που γράφει και ξαναγράφει την ίδια πρόταση και δεν μένει ποτέ ευχαριστημένος και συνεχώς την αλλάζει και μετατοπίζει τις λέξεις, και η πρώτη γίνεται δεύτερη και η τρίτη πέμπτη· και ξανά απ' την αρχή, η πρώτη να γίνει πέμπτη, γιατί η πρόταση "ανασαίνει". Και δεν υπάρχει ξαφνικά τίποτα μέσα του για να φέγγει σ' αυτό τον κόσμο. Και γιατί τα χαρτιά που γράφει σκοτεινιάζουν περισσότερο τον κόσμο παρά τη ζωή του. Να μην φανεί, να φανεί η στέρησή του. Αμηχανία.
-----
Με την ανάγκη του κόσμου περπατάω στη μεγάλη νύχτα του. Ξαφνικά νιώθω τις ξεχασμένες μου επιθυμίες για νερό, τροφή και ξεκούραση. Είμαι τέλεια αποχαυνωμένος και παραιτημένος στα σεντόνια μου. Προσπαθώ να σκεφτώ τις ξαφνικές επιθυμίες των αρρώστων. Μοιάζουν με τις χώρες που δεν θα γνωρίσουμε. Ουράνιοι κήποι με ποτάμια που σέρνουν πουλιά, δέντρα, χρυσούς καρπούς. Λιοντάρια διασχίζουν τον αέρα κι η πεινασμένη φωνή τους ζωγραφίζει τα αμφιθέατρα μες στο μυαλό μου με αίμα και ταπείνωση. Σαν να κλαίω.
-----
"Τα δέντρα μπορεί να μην μιλούσαν, αλλά τον άφηναν να τους μιλάει εκείνος. Έμοιαζαν με κάποιες βασανισμένες γυναίκες που καταπίνουν τα φαρμάκια του βίου τους και δεν λένε λέξη. Τις σκέφτεσαι κάποτε και τις αγαπάς ξαφνικά και αφάνταστα. Αν δεν "υπάρχουν" πάντα τέτοιες γυναίκες είναι γιατί σιγά σιγά εξαφανίζονται τα δέντρα για να τις θυμίζουν, και όσα μένουν είναι τόσο γέρικα και τραυματισμένα, που δεν μένει τίποτ' άλλο παρά να τα κόψεις".

Μάνος Ελευθερίου, Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ, εκδόσεις Μεταίχμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες