Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Η απέραντη γαλάζια μοναξιά στη Σαντορίνη

Τα σώματα απουσιάζουν, οπότε αρκούμαι στις φωνές που φτάνουν παραμορφωμένες από το πέρασμά τους μέσα απ' τα καλώδια. Τέσσερις τοίχοι. Πολλά έπιπλα, αλλά ελάχιστα από αυτά χρήσιμα: ένα τραπέζι, μια καρέκλα, ένα στρώμα.

Δουλειά πολλή, που περιμένει να πάρει τη σειρά της. Αλλά αδυνατώ να αντεπεξέλθω. Αφήνω τον χρόνο να χάνεται, χαζεύοντας δελτία ειδήσεων, ακολουθώντας αόρατα διαδικτυακά νήματα, ακούγοντας μουσικές που έχω ακούσει και ξανακούσει, προσπαθώντας να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις. Αλλά ποιες σκέψεις;

Η άλλη δουλειά, η πρωινή, είναι εκείνη που με κρατάει. Θέλω να μπω στην τάξη, να μιλήσω στα παιδιά, να μιλήσω με τα παιδιά. Θέλω να μιλήσω και με τους υπόλοιπους -με κάποιους. Με εκείνους που βλέπουν αυτό που κάνουμε όπως το βλέπω κι εγώ.

Κι έπειτα επιστρέφω στο σκοτεινό δωμάτιο. Όλο λέω "σήμερα θα κάνω αυτό κι εκείνο", αλλά δεν μπορώ. Και δεν κάνω τίποτα. Ή κάνω πολύ λίγα. Ή δεν κάνω τίποτα.

Μικρός έζησα την απουσία του γονιού από το σπίτι. Δεν μου άρεσε. Τώρα είμαι εγώ εκείνος που λείπει, και δεν μου αρέσει ακόμα περισσότερο.

Περικυκλωμένος από το απέραντο γαλάζιο που οι περισσότεροι λάτρεψαν. Που πλήρωσαν για να βρεθούν στη θέση μου. Τους το χαρίζω, θέλω να φύγω. Δεν είμαι αχάριστος, ξέρω ότι στάθηκα τυχερός. Αλλά θέλω να φύγω.

Κανείς δεν πρέπει να ζει μόνος.

Κανείς δεν πρέπει να ζει μακριά από τα πρόσωπα με τα οποία διάλεξε να ζήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες