Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Ένα παράπονο με αφορμή το ντοκιμαντέρ The Last Dance

Υπάρχει μια στιχομυθία που έρχεται στη μνήμη μου συχνά. Απέναντι από την Ευαγγελίστρια, επιστρέφοντας από ένα από τα αμέτρητα παιχνίδια μπάσκετ, στον Άγιο-Νικόλα ή στο προαύλιο του ΤΕΛ. Εγώ, ο Σταν, ο Χρήστος, ίσως ο ξάδερφός μου ο Λεωνίδας, και ποιος θυμάται ποιοι άλλοι.

- Τον Jordan τον μισώ.
- Κι εγώ τον ολόκληρο.

Τόσα χρόνια μετά, παραμένει μισητή περσόνα ο Michael Jordan, κι άλλο τόσο λατρεμένη, όσο υπήρξε και για εκείνη την παρέα εφήβων που μεγάλωναν στη σκιερή Σπάρτη των '90s. Τα γιατί, για όσους δεν τα γνωρίζουν ή τα έχουν ξεχάσει, ξετυλίγονται στα 10 ωριαία επεισόδια του ντοκιμαντέρ The Last Dance. Του οποίου μόλις ολοκλήρωσα την παρακολούθηση, "ρουφώντας" το μέσα σε τρεις μέρες.

Δεν θα προβώ σε spoilers εδώ, ούτε έχω, φοβάμαι, να αποκαλύψω κάποια πλευρά του όλου θεάματος που έμεινε αφώτιστη από τη σχετική συζήτηση και αρθρογραφία. Καταγράφω μόνο ότι πρόκειται για δουλειά αριστοτεχνικά στημένη, ώστε να δώσει μια αρκετά σφαιρική εικόνα της εποχής και της επικρατούσας κατάστασης στο αμερικανικό μπάσκετ, και το πώς αυτές γέννησαν το φαινόμενο Air Jordan/Chicago Bulls.

Όμως θέλω να καταθέσω ένα ερώτημα -παράπονο καλύτερα- το οποίο μου προκύπτει όποτε βλέπω αντίστοιχες παραγωγές του εξωτερικού: θα δούμε άραγε ποτέ εμείς ένα τέτοιας ποιότητας πορτρέτο, για το φαινόμενο Νίκος Γκάλης/Άρης Θεσσαλονίκης/Εθνική Ελλάδος, π.χ.; Θα μάς δοθεί η ευκαιρία να ανατρέξουμε στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού και να ανακαλύψουμε άγνωστες ή ξεχασμένες πτυχές της; Θα υπάρξει ποτέ μια συλλογική, ψύχραιμη και όσο το δυνατόν σφαιρική αποτίμηση οροσήμων της αθλητικής κουλτούρας του τόπου και των ανθρώπων του;

Δεν αφορά, βέβαια, το προαναφερθέν παράπονο μόνο τον αθλητισμό, αφού και η ευρύτερη πολιτιστική παρακαταθήκη της χώρας σπάνια έλαβε την προσοχή που της άξιζε -με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά. Το μέγεθος της "αγοράς" ίσως δικαιολογεί το γεγονός, όμως πια, με την τεχνολογία να είναι περισσότερο από ποτέ προσιτή, απαιτείται μάλλον περισσότερο μεράκι και τεχνογνωσία, παρά κάποια μεγάλη δεξαμενή χρηματοδότησης.

Θα αφεθεί η εξιστόρηση μόνο στους διαχειριστές της τρέχουσας ενημέρωσης; Θα μιλούν οι πρωταγωνιστές μόνο σε εκπομπές αισθητικής ταβερνείου ή σαλονάτου γλεντιού; Αν δεν ειπωθεί η ιστορία που μάς έφερε ως εδώ, πώς διάβολο θα βρούμε πού ακριβώς θέλουμε να πάμε;

Στο ντοκιμαντέρ που πρόβαλε το Netflix, ο Τελευταίος Χορός των Chicago Bulls είναι η κατάληξη. Η όλη μαγεία είναι στο πώς έφτασαν ως εκεί. Και στο ότι το αναλύουν και το αφηγούνται όχι μόνο οι πρωταγωνιστές και οι φίλοι τους, αλλά και οι αντίπαλοι.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Μάθημα Μουσικής από τον Victor L. Wooten

Όντας παιδί του ωδείου, και έχοντας ξεφυλλίσει/διαβάσει αμέτρητα περιοδικά και βιβλία εκμάθησης οργάνων, άργησα να συνειδητοποιήσω πόσο λίγο -πόσο... καθόλου, για να είμαι πιο ακριβής- αφιερώνεται εκεί χρόνος και χώρος στη φιλοσοφία της Μουσικής, και στη σύνδεσή της με την ίδια τη Ζωή. Αυτό είναι το κενό που έρχεται να καλύψει ένα πολυσυζητημένο (στους μουσικούς κύκλους τουλάχιστον) βιβλίο, που έγραψε ο πολυβραβευμένος Αμερικανός μπασίστας Victor L. Wooten.

Το The Music Lesson: A Spiritual Search For Growth Through Music (Penguin, 2006) έφτασε στα χέρια μου με το ταχυδρομείο πέρυσι τον Ιούνιο: ήταν το δώρο της Καλίνας και του Άλεξ για τα γενέθλιά μου, έπειτα από πρόταση του δεύτερου, που το είχε διαβάσει. Έμεινε στο ράφι για αρκετούς μήνες, κι ίσως αν δεν υπήρχε η Μουσική Συλλογικότητα Σαντορίνης και η ανάγκη μου να αντλήσω έμπνευση από κάπου ώστε να μπορώ να κάνω νύξεις στις εισηγήσεις μου προς τα μέλη της, να παρέμενε για πολύ καιρό ακόμα παραμελημένο. Πόσο λάθος έκανα που το αγνοούσα...

Ο Wooten δεν έγραψε ένα ακόμα εγχειρίδιο, αλλά χρησιμοποίησε τη φόρμα του μυθιστορήματος. Υψηλή λογοτεχνία δεν τη λες, όμως η ιστορία που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο λειτουργεί μια χαρά ως όχημα ανάπτυξης των ιδεών που θέλει να κοινωνήσει. Και είναι αυτές οι τελευταίες που αναδεικνύονται σε πραγματικές πρωταγωνίστριες του βιβλίου.

Οπωσδήποτε ετούτο δεν είναι ένα βιβλίο για τεχνοκράτες ή για όσους στοχεύουν στο να γίνουν τέτοιοι. Όσα αναπτύσσει ή υπαινίσσεται εδώ ο Wooten έχουν να κάνουν με τη χαρά και την ελευθερία που θα έπρεπε να εμπλέκονται στην ενασχόληση με τη Μουσική. Μπορώ να φανταστώ πολλές από τις απόψεις του να απορρίπτονται με ευκολία ως "χίπικες", όμως η προσέγγιση του κειμένου προϋποθέτει μιαν ανοιχτότητα προκειμένου αυτό να αποκαλύψει τους καρπούς του.

Η Μουσική, παρότι είναι η πιο αφηρημένη και μαγική τέχνη, έχει πολύ συχνά απομαγευτεί και εγκλωβιστεί σε ασφυκτικές νόρμες από τους ίδιους τους κήρυκές της. Πολλά από τα οφέλη της αποσιωπούνται, πολλές ποιότητές της αποκρύπτονται, η ίδια της η φύση αμφισβητείται, προκειμένου να συστηματοποιηθεί η προσέγγισή της και να δικαιολογηθεί η ύπαρξη "ιερατείου". Ο Wooten στέκεται απέναντι σε όλα αυτά, προωθώντας ιδέες που δεν είναι τόσο πρωτότυπες, όσο ξεχασμένες.

Το The Music Lesson δεν είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται μόνο σε μπασίστες, ούτε αποκλειστικά σε μουσικούς. Μπορεί εύκολα να διαβαστεί από οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για μιαν άλλη ποιότητα ύπαρξης και σκέψης, για μια διαφορετική προσέγγιση στη διαδικασία της μάθησης, για μιαν ανανέωση της σχέσης του με την ίδια τη Ζωή.

* Φωτογραφία από εδώ

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Διάλογος με την κόρη μου XLVIII

Σήμερα το μεσημέρι, τρώγοντας κουτσομούρες, καθώς μάς αφηγούνταν πράγματα που έμαθε για τον Μέγα Αλέξανδρο κατά το εξ αποστάσεως μάθημα με τον δάσκαλό της, είχε τον παρακάτω διάλογο με τη Σάντη:
- Στην Αίγυπτο τον ανακήρυξαν Φαραώ και θεό τους! Του έστρωσαν κόκκινο χαλί.
- Σοβαρά; Και για ποιον λόγο;
- Ήταν λίγο κότες.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

Οδηγοί ακρόασης IV: Ορφέας Περίδης

Τον Ορφέα Περίδη τον έμαθα όπως οι περισσότεροι, ακούγοντας τη "Φωτοβολίδα" του δηλαδή, που στα μέσα των '90s έπαιζε κυριολεκτικά παντού. Είναι ένα τραγούδι που εξακολουθώ να ακούω, αντλώντας πάντα την ίδια απόλαυση. Είναι ένας απίστευτα στιβαρός μελωδός ο Περίδης, κι έχει δώσει βεβαίως πολλά δείγματα αυτής του της ποιότητας, κερδίζοντας έναν αθόρυβο μεν, σταθερό δε σεβασμό και θαυμασμό.

Θα είχα σπαστεί που τα κείμενα για τους πρώτους, σπουδαίους δίσκους του για τον οδηγό ακρόασης του Sounds Greek to me τα ανέλαβε άλλος, αν αυτός ο άλλος δεν ήταν ο Αντώνης Ξαγάς, συνάδελφος από τους πιο εκλεκτούς. Χαρά και τιμή που μοιράστηκα μαζί του την αποτίμηση του εν λόγω ρεπερτορίου, που δημοσιεύθηκε στις 24/3/2020 και μπορείτε να βρείτε εδώ.

Κυριακή, 3 Μαΐου 2020

Διάλογος με την κόρη μου XLVII

Πριν λίγο, παίζοντας Scrabble:
Σάντη: Έχω 186 πόντους.
Εγώ: Μ' αρέσει που χάρηκα που έπιασα τους 80.
Ελένη: Εγώ έχω 108. Μ' αρέσει που είσαι και δάσκαλος.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες