Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

Εμπρός, στη Σπάρτη

Στη μέχρι τώρα ζωή μου, άλλαξα πολλά σπίτια, έζησα σε πολλούς τόπους: Γεράκι, Αμβούργο, Σπάρτη, Χανιά, Αιγάλεω, Ζωγράφου, Σαντορίνη... Αν με ρωτούσε κανείς, θα έλεγα ότι θέλω να μείνω σε ένα μέρος μέχρι να πεθάνω. Αλλά κάθε φορά που τόλμησα να το πω στον εαυτό μου, η ζωή μού γέλασε κατάμουτρα.

Η πιο παλιά μετακόμιση που θυμάμαι έγινε μια φθινοπωρινή μέρα του 1985, τότε που η μάνα μου μάς έβαλε όλους στο άσπρο Peageaut 304 και μάς πήγε από το Γεράκι στη Σπάρτη. Έξω έβρεχε∙ μέσα μου έβρεχε.

Βροχή έριξε και φέτος, μια Κυριακή, κι ας ήταν 9 του Αυγούστου, τότε που το εξαιρετικά επιτήδειο συνεργείο μεταφορών της Δέλτα Transfer πήρε το νοικοκυριό μας και το σήκωσε. Ήταν κομματάκι αποκαρδιωτικό να συνειδητοποιείς πόσο αργός ήσουν, όλα εκείνα τα μερόνυχτα που ξεροστάλιαζες πάνω από δεκάδες κούτες, στοιβάζοντας με προσοχή το βιός σου. Ενώ τούτοι οι κύριοι, μια πενταμελής πολυεθνική ομάδα, ανέγγιχτοι από τη σημασία του κάθε αντικειμένου, για πότε τα πέταγαν όλα μέσα στα κουτιά, για πότε τα στοίβαζαν στο φορτηγό που περίμενε πέντε ορόφους κάτω, ούτε τα μάτια σου δεν προλάβαινες να ανοιγοκλείσεις.

Το σχέδιο να μετακομίσουμε στη Σπάρτη γεννήθηκε πριν 10 χρόνια. Η Ελένη ήταν μωρό στο καρότσι, και με τη Σάντη αρχίζαμε να συνειδητοποιούμε πόσο καθόλου δεν μας έπαιρνε υπόψη της η γειτονιά των Άνω Ιλισίων όπου ζούσαμε. Αν θέλαμε να κάνουμε μια βόλτα, δεν βρίσκαμε πεζοδρόμιο που να μην είναι είτε στενό, είτε σπασμένο, είτε κατειλημμένο από παρκαρισμένο αμάξι. Στην πρώτη εξόρμηση στη Σπάρτη, διαπιστώσαμε πόσο πιο εύκολη ήταν η ζωή, στις απλές, βασικές λειτουργίες της: πεζοδρόμια απέραντα, πόλη μια σταλιά. Όλες οι δουλειές σε χρόνο dt, όλες οι βόλτες ξεκούραστες -βουνό, θάλασσα, όλα δίπλα μας.

Το Ελληνικό Κράτος έχει, βεβαίως, τη δική του άποψη, και τους δικούς του τρόπους. Κι από τη στιγμή που είπαμε να το προσπαθήσουμε -διόλου εύκολη η απόφαση, ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο- μάς έβαλε πλείστα όσα εμπόδια. Τα χρόνια περνούσαν, η ιδέα ερχόταν κι έφευγε, οι προσπάθειες έμεναν άκαρπες, στο τέλος έμπαινε στη μέση κι εκείνο το "πού να τρέχεις τώρα" που είναι σύμμαχος της σκουριάς και της παραίτησης. Ώσπου ήρθε η κινητικότητα στο Δημόσιο από τη μια, και μια πρόσκληση για αποσπάσεις εκπαιδευτικών στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης από την άλλη, να μας ξεκουνήσει τελικά.

Τρία χρόνια χρειάστηκε να μείνω μακριά από την οικογένειά μου, υπηρετώντας το Δημόσιο Σχολείο. Τώρα χρειάζεται να μείνω μακριά από εκείνο που με ενδιαφέρει κυρίως να κάνω, προκειμένου να επανασυνδεθώ με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Δουλειά γραφείου, καθημερινό δρομολόγιο Σπάρτη-Τρίπολη και πίσω. Ελπίζω μόνο για προσωρινά.

Από τη Σπάρτη έφυγα στα 18 μου, χωρίς να το θέλω και τόσο -είπαμε, δεν τις επιλέγω τέτοιες αλλαγές. Χρειάστηκε να δω άλλους τόπους κι άλλους ανθρώπους, για να αντιληφθώ τα κουσούρια της νοοτροπίας που διαιωνίζεται εντός της, για να φανούν οι στρεβλώσεις που κρύβονται πίσω από τους αλφαδιασμένους δρόμους. Τώρα επιστρέφω, γνωρίζοντας καλά τα συν και τα πλην.

"Επιστροφή στη Σπάρτη", έλεγα να είναι και ο τίτλος τούτης της ανάρτησης. Ώσπου συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα δεν μπορείς να επιστρέψεις∙ ποτέ, πουθενά. Μόνο εμπρός μπορείς να προχωράς, επιλέγοντας το πόσο συχνά -και με τι διάθεση- θα κοιτάς πίσω.

Εμπρός, λοιπόν, στη Σπάρτη. Με την Αθήνα να ξαναπαίρνει τη θέση της ως εκείνος ο μακρινός τόπος, που είναι γεμάτος φίλους, συγγενείς και κρυφές ομορφιές∙ που έχει να προσφέρει άπειρες δυνατότητες και επιλογές. Ή έστω την ψευδαίσθηση αυτών.

* Φωτογραφία: Κυριακή Ήμελλου

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2020

Υπογραμμίσεις XXIX: Heinrich Böll

Το βιβλίο Οι Απόψεις Ενός Κλόουν επέμενε η Σάντη να το διαβάσω. Για χρόνια μου μιλούσε γι' αυτό, από τότε που το δανείστηκε από το ΚΕΠ Κερατσινίου, από ένα πίσω γραφείο όπου βρισκόταν παρατημένο. Τελικά της το πήρα δώρο, κι αφού το διάβασε πρώτα εκείνη ξανά, το έπιασα κι εγώ.

Είχε δίκιο -κι ας μην προκύπτει κάτι τέτοιο από το γεγονός ότι για να διατρέξω τις μόλις 252 σελίδες του χρειάστηκα γύρω στους 6 μήνες. Προς υπεράσπισή μου, δεν συνέβησαν λίγα σε αυτό το διάστημα, στη ζωή την οικογενειακή μας, αλλά και γενικότερα, ως γνωστόν.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1967, όμως η αίσθηση που αναδίδει είναι πιο παλιακή, αλλά συνάμα διαχρονική. Ο κλόουν Χανς Σνηρ περιγράφει γλαφυρά, με χιούμορ, (αυτο)σαρκασμό, θάρρος και θράσος, το πώς οδηγήθηκε στον ξεπεσμό, αφού έχασε τη μοναδική του αγάπη και αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την υποκρισία της μεταπολεμικής γερμανικής κοινωνίας. Πρόκειται για έργο διάσημο, ίσως όχι τόσο στα μέρη μας, το οποίο διαθέτει μήκη, πλάτη και βάθη που κάποτε (και) τρομάζουν. Στα συν της συγκεκριμένης έκδοσης η εξαιρετική μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη.

Υπάρχει βέβαια ένα -προσωρινά- δραστικό μέσο, το οινόπνευμα, αλλά η οριστική θεραπεία λέγεται Μαρί, κι η Μαρί με παράτησε. Και ο κλόουν που το ρίχνει στο πιοτό, κατρακυλάει πιο γρήγορα κι από μεθυσμένο μάστορη που γκρεμίζεται απ' τα κεραμίδια.

Όταν παίζω μεθυσμένος, εκτελώ στα κουτουρού κινήσεις που δικαιώνονται μόνο από την ακρίβειά τους, και πέφτω στην οδυνηρότερη γκάφα που μπορεί να διαπράξει ένας κλόουν: γελάω με τα ευρήματά μου. Φριχτός εξευτελισμός. Όταν είμαι ξεμέθυστος, το άγχος με πνίγει ως τη στιγμή που βγαίνω (τις περισσότερες φορές σπρωχτός) στη σκηνή, και η "στοχαστική, κυριαρχημένη ευθυμία" που διακρίνουν κάποιοι κριτικοί, "πίσω από την οποία ακούς το χτύπο της καρδιάς", δεν είναι παρά η απελπιστική μου αδιαφορία καθώς μεταμορφώνομαι σε μαριονέτα· και το χειρότερο: το νήμα κάποτε σπάει και σωριάζομαι κάτω διαλυμένος. Κάτι τέτοιο θα παθαίνουν και οι καλόγεροι που κάνουν διαλογισμό. Η Μαρί ήταν βουτηγμένη ως το λαιμό στα μυστικιστικά αναγνώσματα, και θυμάμαι πως πετούσε συχνά τις λέξεις "κενό" και "τίποτα".
-----
Η σιωπή είναι σπουδαίο όπλο· πάντα, από τα σχολικά μου χρόνια, σώπαινα πεισματικά όταν με πήγαιναν στο διευθυντή ή στο συμβούλιο των καθηγητών.
-----
Στο διαμέρισμά μου όλα έχουν το χρώμα της σκουριάς: πόρτες, ξύλινες επενδύσεις, εντοιχισμένες ντουλάπες· στο μαύρο καναπέ θα ταίριαζε πολύ μια γυναίκα με κόκκινη ρόμπα της σκουριάς· δε τα 'ταν άσκημη ιδέα, αλλά εκτός απ' τη μελαγχολία, τους πονοκεφάλους, την αδιαφορία και τη μυστηριώδη ικανότητα να καταλαβαίνω μυρωδιές απ' το τηλέφωνο, το μεγαλύτερο βάσανό μου είναι η ροπή προς τη μονογαμία· υπάρχει μόνο μία γυναίκα με την οποία μπορώ να κάνω ό,τι κάνουν οι άντρες στις γυναίκες: η Μαρί· κι από τότε που μου 'φυγε, ζω σαν καλόγερος, αλλά δεν είμαι καλόγερος. Σκέφτηκα να πάρω το δρόμο, να πάω στο παλιό μου σχολείο και να ζητήσω τη συμβουλή των αγίων πατέρων, μα όλοι αυτοί οι μασκαράδες, που θεωρούν τον άντρα πολυγαμικό ζώο (εξ ου και υπερασπίζονται τόσο ένθερμα τη μονογαμία), θα με περνούσαν για τέρας, κι η συμβουλή τους δε θα 'ταν τίποτ' άλλο, παρά μια έμμεση υπόδειξη να στραφώ σε περιοχές όπου, κατά τη γνώμη τους, ο έρωτας αγοράζεται.
-----
Το ξέρω, είναι δύσκολο να πιστέψεις σ' αυτή τη θρησκεία. Ανάστασις πάσης σαρκός και αιώνιος ζωή. Η Μαρί μου διάβαζε συχνά τη Βίβλο. Είναι δύσκολο να τα πιστέψεις όλ' αυτά. Αργότερα, διάβασα ακόμη και Κίρκεγκωρ (ανάγνωσμα ψυχωφελές για επίδοξους κλόουν), ήταν δύσκολος αλλά δε με κούρασε. Δεν ξέρω αν υπάρχουν άνθρωποι που ξεσηκώνουν σχέδια του Πικάσο ή του Κλέε για να κεντήσουν πετσετάκια, όμως εκείνο το βράδυ σκέφτηκα πως όλοι οι "προοδευτικοί καθολικοί" του Κύκλου ξεσήκωναν τα πετσετάκια τους απ' τον Θωμά τον Ακινάτη, τον Φραγκίσκο της Ασίζης, τον Μποναβεντούρα και Λέοντα τον Δέκατο Τρίτο -κουρέλια, που φυσικά δε σκέπαζαν τη γύμνια τους, μια και όλοι οι παρευρισκόμενοι (εκτός από μένα) έβγαζαν τουλάχιστον χίλια πεντακόσια μάρκα το μήνα. Όμως κι εκείνοι ήταν τόσο αμήχανοι, που αργότερα άρχισαν να δείχνουν την ξιπασιά και τον κυνισμό τους, με μόνη εξαίρεση τον Τσύπφνερ, που όλη αυτή η ιστορία του 'χε σπάσει τα νεύρα, κι αναγκάστηκε να μου ζητήσει τσιγάρο. Ήταν το πρώτο τσιγάρο της ζωής του, το κάπνισε αδέξια, χωρίς να το κατεβάζει, και πρόσεξα πως ένιωθε καλύτερα όταν έκρυβε το πρόσωπό του πίσω από προπετάσματα καπνού. Ήμουν τα χάλια μου κι έφταιγε η Μαρί, που είχε πανιάσει κι έτρεμε καθώς ο Κίνκελ μάς έλεγε το ανέκδοτο με τον τύπο που έβγαζε πεντακόσια μάρκα το μήνα και τα βόλευε καλά, κι όταν έπιασε τα χίλια πρόσεξε πως τα 'φερνε δύσκολα, αλλά το μεγάλο ζόρι άρχισε όταν έπιασε τις δύο χιλιάδες, και στο τέλος, όταν έφτασε στις τρεις χιλιάδες, πρόσεξε πως πάλι τα βόλευε καλά, και τότε αποκρυστάλλωσε την πείρα του στο εξής γνωμικό: "Ως τα πεντακόσια το μήνα όλα πάνε πρίμα, αλλά απ' τα πεντακόσια ως τις τρεις χιλιάδες, κλαφ' τα!" Ο Κίνκελ δεν ήξερε τι έλεγε: σαχλαμάριζε φουμάροντας το χοντρό πούρο του, έπινε το κρασάκι του και καταβρόχθιζε μπατόν σαλέ με τυρί, βυθισμένος σε ολύμπια μακαριότητα, ώσπου ακόμη κι ο πατήρ Ζόμερβιλντ, ο πνευματικό καθοδηγητής του Κύκλου, άρχισε να χάνει την υπομονή του και τον παρέσυρε σε άλλο θέμα. Νομίζω πως πέταξε επίτηδες τη λέξη "αντίδραση", ο Κίνκελ τσίμπησε το δόλωμα, πήρε φωτιά, κι έκοψε την αγόρευσή του πάνω που προσπαθούσε να μας πείσει πως τα αυτοκίνητα των δώδεκα χιλιάδων μάρκων είναι φτηνότερα από τ' άλλα που κάνουν τεσσεράμισι χιλιάδες, κι ως κι η γυναίκα του ανάσανε, παρόλο που, με την αβυσσαλέα της αφέλεια, τον έβλεπε θεό.
-----
Η έγνοια των δικών μου για τα ιερά γερμανικά χώματα μου φαίνεται γελοία από μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη, προπάντων όταν αναλογίζομαι πως ένα σεβαστό ποσοστό μετοχών του λιγνίτη βρίσκεται στα χέρια της οικογένειάς μου εδώ και δυο γενιές. Εβδομήντα χρόνια τώρα, οι Σνηρ θησαυρίζουν από τις ανασκαφές που υφίσταται καρτερικά το ιερό γερμανικό χώμα: δάση, χωριά και κάστρα σωριάζονται σαν τα τείχη της Ιεριχούς στο στόμα της φαγάνας.
-----
Η τάφρος μου πέρασε μεσ' απ' τις τριανταφυλλιές, στο αγαπημένο παρτέρι του παππού, έφτασε ως το αντίγραφο του Απόλλωνα του Μπελβεντέρε, κι απολάμβανα προκαταβολικά τη στιγμή που το μαρμάρινο άγαλμα θα υπέκυπτε στον ανασκαφικό μου ζήλο· βιάστηκα όμως να χαρώ· το άγαλμα καταστράφηκε από ένα αγοράκι με φακίδες, Γκέοργκ το λέγανε. Τινάχτηκε στον αέρα, μαζί με τον Απόλλωνα, όταν εκπυρσοκρότησε κατά λάθος το μπαζούκας του. Ο Χέρμπερτ Κάλικ σχολίασε το ατύχημα λακωνικότατα: "Πάλι καλά που ήταν ορφανός".
-----
Έχω βέβαια παραιτηθεί προ πολλού από κάθε συζήτηση περί χρήματος ή τέχνης. Όπου συναντηθούν αυτά τα δυο, η συζήτηση σκαλώνει: η τέχνη πληρώνεται πάντα παραπάνω ή παρακάτω απ' την αξία της.
-----
Παίρνω τα πάντα όπως έρχονται, και με βλέπω να πεθαίνω στο δρόμο. Η Μαρί είχε άλλα στο μυαλό της· όλο για "μηνύματα" μου μιλούσε, τα πάντα είχαν μήνυμα, ακόμη κι η δουλειά μου· μ' έβρισκε τόσο πρόσχαρο, τόσο θρήσκο με τον τρόπο μου, τόσο αγνό, και ούτω καθεξής. Είναι φοβερό τι μπορεί να κατεβάσει το κεφάλι των καθολικών. Ουτ' ένα ποτήρι καλό κρασί δεν μπορούν να πιουν, χωρίς να τους μπει κάποια στραβή ιδέα: αισθάνονται υποχρεωμένοι να "συνειδητοποιήσουν", πάση θυσία, πόσο καλό είναι το κρασί και γιατί. Σε όλα τα σχετικά με τη "συνείδηση", δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε απ' τους μαρξιστές. Πριν από μερικούς μήνες αγόρασα μια κιθάρα, κι η Μαρί έφριξε όταν της είπα πως θα φτιάχνω δικά μου τραγούδια, λόγια και μουσική, και θα τα τραγουδώ. Είπε πως "δεν ήταν του επιπέδου μου", κι εγώ της είπα πως κάτω απ' το επίπεδο του δρόμου υπάρχει μόνο ο υπόνομος, αλλά εκείνη δεν κατάλαβε, κι όταν μιλώ με αλληγορίες δε μ' αρέσει να τις εξηγώ. Αυτές, όποιος τις πιάσει, τις έπιασε. Δεν είμαι ερμηνευτικός τύπος.
-----
Στο σχολείο δεν είδα προκοπή. Ήταν σίγουρα λάθος να με βάλουν να σπουδάσω παραπάνω απ' όσο επιβάλλει ο νόμος· εδώ που τα λέμε, ακόμα κι η υποχρεωτική εκπαίδευση μου 'πεφτε πολλή. Ποτέ όμως δεν έριξα το φταίξιμο στους καθηγητές -μόνο στους γονείς μου. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτή η έμμονη ιδέα τού "ας πάρει τουλάχιστον το απολυτήριο του γυμνασίου", αποτελεί πρόβλημα που θα μπορούσε κάλλιστα ν' απασχολήσει την Κεντρική Επιτροπή των Ενώσεων για τη Γεφύρωση των Φυλετικών Αντιθέσεων. Στην ουσία είναι πρόβλημα ρατσισμού: τι άλλο μας επιβάλλει να ξεχωρίζουμε τις φυλές των πτυχιούχων, των μη πτυχιούχων, των δασκάλων, των καθηγητών, των ακαδημαϊκών, των μη ακαδημαϊκών;
-----
Ξανασκέφτηκα τον πατέρα της Μαρί. Όλοι τον είχαν για κομμουνιστή, αλλά μετά τον πόλεμο, που έβαλε υποψηφιότητα για δήμαρχος, οι κομμουνιστές φρόντισαν να μην εκλεγεί, και κάθε φορά που υποστήριζα πως Ναζί και κομμουνιστές είναι μία φάρα, γινόταν έξω φρενών κι έλεγε: "Άκου, νεαρέ μου: άλλο είναι να πέφτεις στον πόλεμο που κήρυξε μια σαπουνοβιομηχανία, κι άλλο για την ιδέα που πιστεύεις".
-----
Έξω είχε αρχίσει κιόλας να φωτίζει. Κρύωνα, και το φτωχικό δωμάτιο της Μαρί με πλάκωνε. Οι Ντέρκουμ είχαν πάρει από καιρό την κάτω βόλτα, και στη Βόννη έλεγαν πως για τον ξεπεσμό τους έφταιγε ο "πολιτικός φανατισμός" του πατέρα της Μαρί. Είχαν ένα τυπογραφειάκι, έναν μικρό εκδοτικό οίκο κι ένα βιβλιοπωλείο, αλλά τώρα τους έμενε μόνο το μαγαζάκι με τα χαρτικά, που πούλαγε και ζαχαρωτά στα μαθητούδια. Μια φορά ο πατέρας μου είπε: "Βλέπεις πού καταντάει ο άνθρωπος απ' το φανατισμό του; Κι όμως, μετά τον πόλεμο, ο γερο-Ντέρκουμ είχε κάθε ευκαιρία ν' αποκτήσει δική του εφημερίδα ως πρώην διωχθείς από το καθεστώς". Το περίεργο είναι πως ο γερο-Ντέρκουμ δε μου 'χε φανεί ποτέ φανατικός, αλλά πιθανόν ο πατέρας μου να μπέρδευε το φανατισμό με τη συνέπεια. Ο πατέρας της Μαρί δεν πούλαγε προσευχητάρια, παρόλο που έτσι θα μπορούσε να βγάλει κάτι παραπάνω, ιδίως τις Κυριακές των Πρώτων Μεταλήψεων.
-----
Κάποτε, ο πατέρας της μου είχε πει: "Η φτώχεια είναι φριχτή, αλλά το χειρότερο είναι να καταντάς εκεί που καταντούν οι περισσότεροι". "Κι ο πλούτος;" τον ρώτησα· "πώς είναι;" Είχα κοκκινήσει. Με κοίταξε διαπεραστικά, κοκκίνισε κι εκείνος, και μου 'πε: "Κι ο πλούτος είναι φριχτός, νεαρέ μου, εκτός κι αν πάψεις να σκέφτεσαι. Ξέρεις τι θα 'κανα αν βαστούσαν ακόμα τα κότσια μου κι αν πίστευα ακόμη πως μπορεί να γίνει κατιτί σ' αυτό τον κόσμο;" "Όχι" του λέω. "Θα 'φτιαχνα" μου λέει, και κοκκίνισε πάλι, "μια οργάνωση που θα φρόντιζε τα παιδιά των πλουσίων. Μόνο οι βλάκες θεωρούν αντικοινωνικούς τους φτωχούς".
-----
Τούτο το πρωί πρωτόδα πόσο καθημερινή ήταν η κουζίνα, κι ας την ήξερα τόσο καλά· ίσως και να κατάλαβα πρώτη φορά τι θα πει καθημερινότητα: να κάνεις πράγματα χωρίς να τα θέλεις.
-----
Την έβρισκα τρομαχτική και μεγαλειώδη αυτή την καθημερινότητα, με την καφετιέρα τα ψωμάκια και την ξεπλυμένη γαλάζια ποδιά της Μαρί πάνω απ' το πράσινο φουστάνι, και σκέφτηκα πως μόνο οι καθημερινές γυναίκες είναι αυτονόητες σαν το κορμί τους.
-----
Μπροστά στο μάτι του γείτονα, τύφλα να 'χει το μάτι του σατανά.
-----
Ήταν δύσκολο να φύγω από κοντά της, με πήγε ως την πόρτα του μαγαζιού, την άνοιξε, και τότε τη φίλησα, για να μας δει από απέναντι ο  Σμιτς και η γυναίκα του. Γούρλωσαν κάτι μάτια, σαν έκπληκτα ψάρια που ανακαλύπτουν ξαφνικά πως έχουν καταπιεί από ώρα το αγκίστρι.
-----
Ξέρω πως ο δάσκαλος της ωδικής είχε δίκιο όταν μας έλεγε πως ο Μότσαρτ είναι θεϊκός, ο Μπετόβεν μεγαλειώδης, ο Γκλουκ ανεπανάληπτος και ο Μπαχ επιβλητικός· το ξέρω. Τον Μπαχ τον φαντάζομαι πάντα σαν τριαντάτομη Κατήχηση που σ' αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Όμως ο Σούμπερτ και ο Σοπέν είναι γήινοι σαν κι εμένα, και μ' αρέσουν πολύ.
-----
"Οι σημερινές μέθοδοι παραείναι ήπιες" μου φώναξε, "παραείναι ήπιες!"

"Φυσικά" του λέω. "Έπρεπε να πέφτει περισσότερο ξύλο στα σχολεία".

"Εμ βέβαια!" φώναξε ενθουσιασμένος.

"Ναι" του λέω, "ιδίως οι δάσκαλοι χρειάζονται περισσότερο ξύλο".
-----
Τη λαχανίλα την ήξερα καλά από τότε, στο οικοτροφείο. Ένας παπάς μάς εξήγησε μάλιστα κάποτε ότι το λάχανο κατευνάζει τις ορμές. Και μόνο η ιδέα πως μπορεί να κατευναστούν με το ζόρι οι ορμές, δικές μου και ξένες, μου 'φερνε αηδία. Όλοι τους εκεί χάμω σκέφτονται νύχτα μέρα το "σαρκικό πόθο", και μέσα στην κουζίνα έχει σίγουρα μια καλόγρια που κανονίζει το διαιτολόγιο, το κουβεντιάζει με το διευθυντή, κι ύστερα κάθονται κι οι δυο τους και κοιτάζονται, χωρίς να μιλούν, και ξαναπερνούν νοερά τα φαγητά του καταλόγου: τούτο ερεθίζει, το άλλο κατευνάζει. Η σκηνή είναι σαφώς πορνογραφική, όπως και το καταραμένο το ποδόσφαιρο που παίζαμε για να κουραστούμε και να μη σκεφτόμαστε τα κορίτσια, γι' αυτό δεν το χώνεψα το ποδόσφαιρο, κι όταν φαντάζομαι τον αδερφό μου να τρώει λάχανο για να κατευνάσει τις ορμές του, έτσι μου 'ρχεται να μπουκάρω στο κολέγιο και να τους περιχύσω τα λάχανά τους με βιτριόλι. Ο σκοπός αυτών των παιδιών είναι αρκετά δύσκολος και χωρίς λάχανο· θα 'ναι τρομερό να μαθαίνεις κάθε μέρα διάφορα ακαταλαβίστικα σαν την ανάσταση πάσης σαρκός και την αιώνιο ζωή, να βολοδέρνεις στην άμπελο του Κυρίου, και να μη βλέπεις να βγαίνει τίποτα χειροπιαστό, πανάθεμά το! Μου τα 'χε εξηγήσει κάποτε ο Χάινριχ Μπέλεν, που μας φέρθηκε πολύ εντάξει τότε με την αποβολή της Μαρί. Τον εαυτό του τον χαρακτήριζε "εργάτη στην άμπελο του Κυρίου", αλλά "εργάτη ανειδίκευτο όσον αφορά την έφεση και την αμοιβή".
-----
Ήταν βράδυ, σ' ένα ξενοδοχείο στο Αννόβερο, από κείνα τ' ακριβά ξενοδοχεία όπου παραγγέλνεις ένα φλιτζάνι καφέ και σου το φέρνουν μισό. Σε κάτι τέτοια ξενοδοχεία είναι όλα τόσο σικ, που το γεμάτο φλιτζάνι θεωρείται χυδαίο, κι οι σερβιτόροι ξέρουν τι είναι σικ, το ξέρουν καλύτερα κι από τους άλλους σικ που παρασταίνουν την πελατεία. Σ' αυτά τα ξενοδοχεία νιώθω σα να βρίσκομαι σ' ένα πολύ ακριβό και πληκτικό οικοτροφείο [...].
-----
Ένιωσα αμήχανα, όχι για μένα, αλλά για κείνην· η δική της θέση ήταν δύσκολη· η δική μου, απλώς, θλιβερή.
-----
"Κοιτάξτε" της λέω, "υπάρχουν και περιπτώσεις που ο καθένας δείχνει ανθρωπιά -έστω για να φανεί συνεπής προς την ιδεολογία του".
-----
"Μα, που να πάρει η ευχή" του λέω, "γι' αυτό με πονάει η ιστορία, γιατί ανήκω στο αντρικό φύλλο -κι όσο για τα εφτά παιδιά, έχουμε καιρό. Η Μαρί είναι είκοσι πέντε χρονών".

"Όταν λέω άντρας" μου κάνει, "εννοώ πως οι άντρες πρέπει να δέχονται την πραγματικότητα, όποια κι αν είναι".

"Πολύ χριστιανική κουβέντα" του λέω.
-----
"Ελάτε, κύριε Σνηρ, μη γίνεστε γελοίος. Δεν είμαστε στο μεσαίωνα".

"Μακάρι να 'μαστε στο μεσαίωνα" του λέω, "γιατί τότε θα μπορούσαμε να συζούμε χωρίς γάμο και χωρίς να την τρώνε οι τύψεις. Μα πού θα πάει; Θα ξαναγυρίσει.".

"Στη θέση σας δε θα 'μουν και τόσο βέβαιος, κύριε Σνηρ" είπε ο Κίνκελ. "Φαίνεται πως δεν έχετε μεταφυσική υποδομή, κι αυτό είναι πολύ κακό".

"Όσο είχα τη Μαρί, όλα πήγαιναν ρολόι, γιατί νοιαζόταν για την ψυχή μου, αλλά τώρα που την καταφέρατε με το πες πες να νοιαστεί για τη δική της ψυχή, αρχίζω ν' ανησυχώ εγώ για την ψυχή της, κι ας μην έχω μεταφυσική υποδομή.


"Οι καθολικοί μου δίνουν στα νεύρα" του λέω, "γιατί είναι άδικοι".

"Και οι προτεστάντες;" με ρώτησε γελώντας.

"Αυτοί με αηδιάζουν με τα συνειδησιακά τους φούμαρα".

"Και οι άθεοι;"¨Γέλασε πάλι.

"Τους βαριέμαι, γιατί όλο για το Θεό μιλάνε".

"Εγώ είμαι κλόουν" του λέω, "και μάλιστα καλός, παρά την τωρινή μου φήμη. Και υπάρχει ένα καθολικό πλάσμα που το χρειάζομαι επιτακτικά: η Μαρί -αλλά μου την κλέψατε".
-----
[...] για το παιδί, το κοινότοπο είναι μεγαλειώδες, άγνωστο, πάντα τραγικό, χωρίς καμία τάξη. Το παιδί δεν ξέρει τι θα πει "σχόλη"· η σχόλη αρχίζει απ' τη στιγμή που ενστερνίζεσαι την "αρχή της τάξεως".
-----
Η σχόλη είναι καθιερωμένη ακόμη και για τους γιατρούς -τώρα τελευταία και για τους παπάδες. Αυτό με τσαντίζει πολύ· δεν έπρεπε να έχουν σχόλη, γιατί έτσι θα καταλάβαιναν καλύτερα τους καλλιτέχνες.
-----
Τους εστέτ είναι καλύτερα να τους σκοτώνεις με ανεκτίμητα έργα τέχνης, για ν' αγανακτούν με την ιεροσυλία, ακόμη και την ώρα που ξεψυχούν.
-----
Οι ατζέντηδες έχουν επιμονή και ατσάλινα νεύρα, όταν τους λες για την "ευαισθησία της καλλιτεχνικής ψυχής" συγκινούνται όσο και με τον τίτλο "Ζυθοποιΐα Ντόρτμουντ Α.Ε.", κι αν δοκιμάσεις να τους μιλήσεις σοβαρά περί τέχνης και καλλιτεχνικών, χαραμίζεις τα λόγια σου. Γνωρίζουν επίσης καλά πως ακόμη και ο ασυνείδητος καλλιτέχνης έχει χίλιες φορές περισσότερη συνείδηση από τον ευσυνείδητο ατζέντη, και διαθέτουν ένα ακαταμάχητο όπλο: τη βεβαιότητα πως ο καλλιτέχνης ξέρει μόνο μία δουλειά και τίποτ' άλλο: ζωγραφίζει πίνακες, κάνει τον κλόουν ανά την επικράτεια, λέει τραγούδια, λαξεύει "μνημεία" στην πέτρα ή στο γρανίτη. Ο καλλιτέχνης είναι σαν τη γυναίκα που ξέρει μόνο ν' αγαπάει, και γι' αυτό πέφτει θύμα του πρώτου καθάρματος που θα βρεθεί μπροστά της. Οι καλλιτέχνες και οι γυναίκες προσφέρονται ιδεωδώς για εκμετάλλευση, και κάθε ατζέντης είναι, κατά βάθος, νταβατζής -από ένα ως ενενήντα εννιά τα εκατό.
-----
"Ο κοσμάκης ψυχοπλακώνεται με τους κλόουν που είναι για λύπηση. Είναι σαν γκαρσόνια που σου φέρνουν την μπίρα σου με αναπηρική καρέκλα".
-----
Ωραίο που είναι το ζεστό μπάνιο, σχεδόν σαν τον ύπνο.
-----
"Σας ακούω" μου λέει, "και μένω κατάπληκτος. Κύριε Σνηρ, είστε πολύ ωμός".

"Να πάρει ο διάολος, πάτερ" του λέω, "μήπως κι η διαδικασία που καταλήγει στη γέννηση των παιδιών δεν είναι ωμή; Αν όμως σας βολεύει καλύτερα, ας μιλήσουμε για τον πελαργό... Όλα όσα λέγονται από του άμβωνος ή από καθέδρας γι' αυτή την ωμή διαδικασία, είναι υποκρισίες. Κατά βάθος, τη θεωρείτε κτηνωδία, και τη νομιμοποιείτε με το γάμο ως στοιχειώδη άμυνα απέναντι στη φύση, ή πάλι κάνετε τα στραβά μάτια, και χωρίζετε τη σωματική διάσταση της πράξης αυτής από την άλλη της διάσταση, χωρίς να καταλαβαίνετε πως ίσα ίσα η "άλλη" διάσταση είναι η πιο περίπλοκη. Η γυναίκα που υφίσταται τις ορέξεις του νόμιμου συζύγου της δεν είναι σκέτο σώμα, όπως δεν είναι σκέτο σώμα ούτε ο αισχρότερος μπεκρής που πηγαίνει στην πουτάνα, ούτε βέβαια η πουτάνα. Παίζετε μ' αυτή την ιστορία σα να 'ναι πασχαλιάτικο βεγγαλικό, αλλά κρατάτε στα χέρια σας δυναμίτη".

"Κύριε Σνηρ" είπε σβησμένα, "μένω άναυδος. Βλέπω πως έχετε μελετήσει το πρόβλημα σε βάθος".

"Άναυδος!" φώναξα. "Έπρεπε να σας αφήνουν άναυδο τα ασυλλόγιστα κτήνη που νομίζουν πως η γυναίκα είναι ιδιοκτησία τους. [...] Απ' τη στιγμή που ανακάλυψα πως ανήκω στο ανδρικό φύλο, μόνο αυτό σκέφτομαι -κι εσείς μένετε άναυδος;"

"Αγνοείτε ωστόσο παντελώς τι σημαίνει Δίκαιο και Νόμος. Όσο περίπλοκα κι αν είναι αυτά τα ζητήματα, διέπονται από κάποιους κανόνες".

"Α, ναι" του λέω, "έχω πάρει μια γεύση απ' τους κανόνες σας. Βάζετε τη φύση με το ζόρι σ' ένα δρόμο που τον βαφτίσατε μοιχεία, κι όταν η φύση επεμβαίνει στο γάμο, κοιτάτε να τα μπαλώσετε όπως όπως. Αμαρτία εξομολογημένη, ουκ έστιν αμαρτία -και τα λοιπά. Ο Νόμος ρυθμίζει τα πάντα".

Γέλασε, και το γέλιο του μου φάνηκε χυδαίο. "Κύριε Σνηρ" μου λέει, "καταλαβαίνω πού βρίσκεται το πρόβλημά σας. Είστε μονογαμικός σαν γαϊδούρι".

"Έχετε μαύρα μεσάνυχτα από ζωολογία" του λέω, "οπότε περιττεύει να σας θυμίσω τον homo sapiens".
-----
Φαίνεται πως η αμηχανία είναι η μόνη δυνατότητα επικοινωνίας των γονιών με τα παιδιά τους.
-----
"Δηλαδή, εγώ πώς νομίζεις ότι ένιωσα όταν ήρθε ο Λέο και μου ΄πε πως θα γίνει καθολικός; Πόνεσα, όπως τότε που πέθανε η Εριέτα. Αν μου 'λεγε ότι θα γίνει κομμουνιστής, θα πονούσα λιγότερο, γιατί αυτό όλο και κάπως το καταλαβαίνω, θέλω να πω, όταν είσαι νέος, μπορείς να ονειρεύεσαι άπιαστα πράγματα, κοινωνική δικαιοσύνη και τα λοιπά και τα λοιπά. Αλλά καθολικός!" Έσφιξε τη ράχη της πολυθρόνας και κούνησε το κεφάλι του. "Όχι. Όχι. Όχι αυτό".
-----
Ήταν πολύ πνευματώδης, όλοι το 'ξεραν πως ήταν πνευματώδης, κι αισθανόταν υποχρεωμένος να το δείχνει διαρκώς. Είναι μαρτύριο τέτοια ζωή.
-----
Το κακό με τους κριτικούς δεν είναι πως κριτικάρουν: αντιμετωπίζουν άκριτα τον εαυτό τους -και χωρίς χιούμορ.
-----
"Βρήκε κι ο Χάινριχ τον μπελά του, γιατί ο προϊστάμενος εφημέριος δεν ήξερε πως κάνω πρόβα κάθε μέρα, και του 'πε πως "η αγάπη για τον πλησίον έχει και τα όριά της".
-----
Κάθε φορά που ερχόταν επιταγή του παππού, μ' έπιανε η ψυχή μου. Ήταν λεφτά και δεν ήταν λεφτά, σατανική εφεύρεση, και πάντως δε μας έδινε ποτέ αυτό που μας έλειπε πραγματικά: μετρητά στο χέρι.
-----
Το χρήμα ήταν σαν το "σαρκικό πόθο". Κανένας δεν το κουβέντιαζε καθαρά, ούτε καν το σκεφτόταν· άλλοτε το "εξαΰλωναν" -όπως έλεγε η Μαρί για το σαρκικό πόθο των παπάδων- κι άλλοτε το θεωρούσαν χυδαίο, χωρίς ποτέ να βλέπουν σε τι μπορούσε να μεταφραστεί τώρα δα: σε φαγητό, ταξί, ένα πακέτο τσιγάρα, ένα δωμάτιο με μπάνιο.
-----
Στο κάτω κάτω, σε μια ταραγμένη μητέρα μπορείς να ν' ανεχτείς και να συγχωρέσεις κάποια πράγματα, αλλά ο Καρλ ήξερε καλά πως δεν είμαι έκφυλος. Η σχέση μας χάλασε εντελώς ηλίθια, γιατί στο βάθος ο Καρλ έβρισκε "μεγαλειώδη" την "ελεύθερη ζωή" μου, κι εγώ στο βάθος ένιωθα να με γοητεύει ο δικός του μικροαστισμός. Ποτέ δεν κατάφερα να του εξηγήσω πόσο θανάσιμη ρουτίνα ήταν η ζωή μου, πόσο σχολαστικά κυλούσε με τρένα, ξενοδοχεία, πρόβες, παραστάσεις, Γκρινιάρη και μπίρα, και πόσο μ' άρεσε η δική του ζωή, ακριβώς για το μικροαστισμό της. Φυσικά, θα νόμιζε πως επίτηδες δεν κάναμε παιδιά, πως οι αποβολές της Μαρί ήταν "ύποπτες", αλλά δεν ήξερε πόσο αγαπούσαμε τα παιδιά.
-----
Όσο περίμενα στην κουζίνα και στο μπάνιο για να τον αφήσω να κλάψει μόνος, είχα ελπίσει πως θα τον συγκινούσα τόσο, που θα μου χάριζε ένα μεγάλο ποσόν, χωρίς άθλιους όρους, αλλά τώρα διάβαζα στα μάτια του ότι δεν μπορούσε. Δεν ήταν ρεαλιστής, ούτε κι εγώ ήμουν, και ξέραμε κι οι δυο πως όλοι οι άλλοι ήταν ρεαλιστές μέσα στη βλακεία τους, ηλίθιοι σαν ανδρείκελα που πιάνουν χίλιες φορές το γιακά τους, και δεν ανακαλύπτουν το νήμα που τα κρατά κρεμασμένα.
-----
Πολύ μπερδεμένη ιστορία ο σαρκικός πόθος, και θλιβερή, πρέπει να 'ναι αιώνιο μαρτύριο για τους πολυγαμικούς· τους μονογαμικούς πάλι -όπως εγώ- τους αναγκάζει να φέρονται πάντα με λανθάνουσα αγένεια, γιατί οι περισσότερες γυναίκες τσαντίζονται όταν δεν υπάρχει Έρωτας, όπως λένε. Έδειχνε να θίγεται ως και η κυρία Μπλότερτ, γυναίκα θρήσκα κατά τα άλλα, βράχος ηθικής. Πολλές φορές, αντιμετωπίζω με κατανόηση ακόμη και τους σάτυρους που φιγουράρουν κάθε τόσο στις εφημερίδες, και φρίττω όταν αναλογίζομαι πως υπάρχουν πράγματα σαν το "συζυγικό καθήκον". Κάτι τέτοιοι γάμοι είναι καταδικασμένοι, αφού κράτος και εκκλησία υποχρεώνουν ρητά τη γυναίκα "να το κάνει". Η συμπόνια δεν εξασφαλίζεται με νομοθετικά διατάγματα.
-----
Οι γυναίκες ξέρουν να εκφράζουν ή να υποκρίνονται με τα χέρια τους τόσα πολλά, που μπροστά τους τα χέρια των αντρών μοιάζουν με στραβοκολλημένα κούτσουρα. Τα αντρικά χέρια είναι φτιαγμένα για χειραψίες, για ξύλο, και φυσικά για πυροβολισμούς και υπογραφές. Τα αντρικά χέρια είναι φτιαγμένα για να χαιρετούν, να δέρνουν, να πυροβολούν ή για να υπογράφουν λογιστικές επιταγές -και, βέβαια, για να δουλεύουν, μα τίποτ' άλλο. Τα γυναικεία χέρια δεν είναι πια χέρια: αλείφουν βούτυρο στο ψωμί, παραμερίζουν μια τούφα μαλλιά απ' το μέτωπο. Κανένας θεολόγος δε σκέφτηκε ακόμη να περιλάβει στο κήρυγμά του τα γυναικεία χέρια των Ευαγγελίων: η Βερενίκη, η Μαγδαληνή, η Μάρθα, η Μαρία -τα Ευαγγέλια είναι γεμάτα γυναικεία χέρια που δείχνουν τρυφερότητα στον Χριστό. Όμως οι θεολόγοι προτιμούν να μιλούν για νόμους, αρχές ηθικής τάξεως, τέχνη και κράτος. Στην ιδιωτική του ζωή -αν μπορούμε να την πούμε έτσι- ο Χριστός συναναστρεφόταν μόνο γυναίκες. Τους χρειαζόταν βέβαια και τους άντρες, γιατί οι άντρες έχουν κάποια σχέση με την εξουσία, όπως ο Κάλικ, τους κόβει από οργάνωση και παρόμοιες μπούρδες. Τους χρειαζόταν όμως όπως χρειάζεται κανείς μεταφορείς για να κάνει μετακόμιση, για τις χοντρές δουλειές, κι ύστερα, ο Πέτρος ήταν τόσο γλυκός, το ίδιο κι ο Ιωάννης, αυτούς δεν μπορείς να τους πεις άντρες, ενώ ο Παύλος ήταν πολύ αρρενωπός, όπως αρμόζει σε Ρωμαίο.
-----
Δεν μπορείς να επαναλάβεις ποτέ τις στιγμές, ούτε να τις αναμεταδόσεις.
-----
Της λέω, τους κομμουνιστές μπορώ να τους καταλάβω όταν προγραμματίζουν "πρότυπα γεύματα" ή χρόνους φθοράς των μαντιλιών και παρόμοιες αηδίες, γιατί στο κάτω κάτω οι κομμουνιστές δεν επικαλούνται το υποκριτικό άλλοθι του Υπερφυσικού, και πάντως μου φαίνεται απίστευτο πως κάτι χριστιανοί σαν τον άντρα της μετράνε τα πάντα σαν τρελοί -κι εκείνη μου απάντησε πως είμαι πορωμένος υλιστής και πως δε θα καταλάβω ποτέ τι σημαίνει θυσία, πόνος, πεπρωμένο και μεγαλείο της φτώχειας. Ο Καρλ Έμοντς δε μου δίνει ποτέ την αίσθηση της θυσίας, του πόνου, του πεπρωμένου και του μεγαλείου της φτώχειας. Πληρώνεται καλά, κι από το πεπρωμένο και το μεγαλείο απομένει μόνο ένας αδιάκοπος εκνευρισμός, γιατί όλο κάθεται και τα λογαριάζει και ξέρει πως ποτέ δε θα του φτάσουν τα λεφτά να πιάσει πιο άνετο σπίτι. Τώρα, συνειδητοποιώντας πως ο Καρλ Έμοντς ήταν ο μόνος απ' όπου μπορούσα να ζητήσω δανεικά, είδα καθαρά την κατάστασή μου. Ήμουν πανί με πανί.
-----
Την αντικειμενική σημασία της τέχνης, όπως την αποκαλούν οι άλλοι, την έχω γραμμένη στα παλιά μου τα παπούτσια, μα θα 'ταν χυδαίο να διακωμωδώ το εποπτικό συμβούλιο σ' έναν τόπο όπου δεν υπάρχουν εποπτικά συμβούλια.
-----
Οι δημοσιογράφοι όλο "σκαλίζουν" και "μυρίζονται", και παντού και πάντα θα συναντήσεις τον τύπο του κακεντρεχούς, που δεν μπορεί να το χωνέψει πως ούτε καλλιτέχνης είναι ούτε έχει τα φόντα να γίνει έστω φιλότεχνος της προκοπής, κι επειδή και η όσφρησή του είναι ανύπαρκτη, προτιμά ν' αραδιάζει βλακείες, μπροστά σε νόστιμα κοριτσόπουλα κατά προτίμηση, αρκετά αφελή ακόμη για να αποθεώνουν τον κάθε ρυπαρογράφο, μόνο και μόνο επειδή έχει "βήμα" σε κάποια φυλλάδα και "ασκεί επιρροή". Υπάρχουν μυστήριες και καμουφλαρισμένες μορφές πορνείας, που μπροστά τους η πραγματική πορνεία είναι τίμιο επάγγελμα: αυτή τουλάχιστον δε σου τρώει τζάμπα τα λεφτά σου.
-----
Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να την περιγράψω ούτε να την κρεμάσω παράσημο στο λαιμό μου. Όλοι κουβαλούν τα παράσημα των ηρωικών τους στιγμών καρφιτσωμένα στο στήθος ή κρεμασμένα στο λαιμό, μα είναι υποκρισία ν' αρπάζεσαι απ' το παρελθόν. Τις δικές σου στιγμές δεν τις ξέρει κανείς.
-----
Δεν πίστευε τίποτ' άλλο, πέρα από μερικούς ανθρώπους, ενώ οι υπόλοιποι πιστεύουν κατά κανόνα σε κάτι παραπάνω: στο Θεό, στο αφηρημένο χρήμα, σε πράγματα που λέγονται Έθνος ή Γερμανία.
-----
Τραβήχτηκα απ' τον καθρέφτη. Το είδωλο που έβλεπα εκεί μέσα μου άρεσε πολύ, ούτε στιγμή δε μου πέρασε απ' το νου πως έβλεπα τον εαυτό μου. Το είδωλο δεν ήταν πια κλόουν. Ήταν ένας νεκρός που έκανε τον πεθαμένο.
-----
Έπρεπε να το περιμένω: οι χριστιανοί είναι ανελέητα δίκαιοι στο θέμα της ιδιοκτησίας. Δε χρειαζόταν ν' ανοίξω τα συρτάρια. Όλα όσα μου ανήκαν θα ήταν εκεί. Όλα όσα της ανήκαν θα έλειπαν. Το πιο σπλαχνικό θα 'ταν να πάρει μαζί της και τα δικά μου πράγματα -όμως εδώ, στην ντουλάπα μας, όλα είχαν μοιραστεί σωστά, με μια θανάσιμη δικαιοσύνη. Σίγουρα θα με λυπόταν μαζεύοντας όσα μου τη θύμιζαν, και σίγουρα θα 'κλαιγε, θα 'χυνε δάκρυα σαν τις γυναίκες στις ταινίες με τα διαζύγια, που λένε: "Ποτέ δε θα ξεχάσω πόσα ζήσαμε μαζί".
-----
Τότε, για πρώτη φορά, κατάλαβα πόσο φριχτά είναι τα αντικείμενα που αφήνει πίσω του όποιος φεύγει ή πεθαίνει. Η μάνα μου έκανε μια προσπάθεια να φάει, το δίχως άλλο ήθελε να μας πει: η ζωή συνεχίζεται, ή κάτι τέτοιο, όμως εγώ το ήξερα καλά, δε συνεχίζεται η ζωή, μόνο ο θάνατος συνεχίζεται.
-----
Ο καλλιτέχνης κουβαλάει πάντα μαζί του το θάνατο, όπως ο καλός παπάς τη Σύνοψή του.
-----
"Όποιος τραγουδάει, δεν πεθαίνει" έλεγε πάντα η κυρία Βίνεκεν, και "Όποιος έχει όρεξη, έχει ζωή μπροστά του". Εγώ τραγουδούσα και πεινούσα.
-----
Αν ο αιώνας μας χρειάζεται κάποιο όνομα, πρέπει να τον πούμε Αιώνα της Πορνείας. Οι άνθρωποι έχουν μάθει φαρσί τη γλώσσα της πόρνης. Κάποτε πέτυχα τον Ζόμερβιλντ μετά από μια τηλεοπτική συζήτηση ("Υπάρχει θρησκευτικό αίσθημα στη Μοντέρνα Τέχνη;") και με ρώτησε αμέσως: "Πώς σας φάνηκα; Καλός ήμουν;" Το ίδιο ακριβώς ρωτάει κι η πόρνη τον πελάτη που φεύγει. Δεν έμενε παρά να προσθέσει: "Συστήστε με και στους φίλους σας".
-----
Το επαγγελματικό ένδυμα είναι η καλύτερη προστασία, σε φυλάει απ' τα θανάσιμα πλήγματα που δέχονται μόνο οι άγιοι και οι ερασιτέχνες.
------
Υπάρχει καλύτερο για τον επαγγελματία παρά να βρεθεί ανάμεσα σε ερασιτέχνες;

Heinrich Böll, Οι Απόψεις Ενός Κλόουν, μετάφραση Τζένης Μαστοράκη, εκδόσεις Γράμματα, 1986 (πρώτη έκδοση 1967)

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες