Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

Εμπρός, στη Σπάρτη

Στη μέχρι τώρα ζωή μου, άλλαξα πολλά σπίτια, έζησα σε πολλούς τόπους: Γεράκι, Αμβούργο, Σπάρτη, Χανιά, Αιγάλεω, Ζωγράφου, Σαντορίνη... Αν με ρωτούσε κανείς, θα έλεγα ότι θέλω να μείνω σε ένα μέρος μέχρι να πεθάνω. Αλλά κάθε φορά που τόλμησα να το πω στον εαυτό μου, η ζωή μού γέλασε κατάμουτρα.

Η πιο παλιά μετακόμιση που θυμάμαι έγινε μια φθινοπωρινή μέρα του 1985, τότε που η μάνα μου μάς έβαλε όλους στο άσπρο Peageaut 304 και μάς πήγε από το Γεράκι στη Σπάρτη. Έξω έβρεχε∙ μέσα μου έβρεχε.

Βροχή έριξε και φέτος, μια Κυριακή, κι ας ήταν 9 του Αυγούστου, τότε που το εξαιρετικά επιτήδειο συνεργείο μεταφορών της Δέλτα Transfer πήρε το νοικοκυριό μας και το σήκωσε. Ήταν κομματάκι αποκαρδιωτικό να συνειδητοποιείς πόσο αργός ήσουν, όλα εκείνα τα μερόνυχτα που ξεροστάλιαζες πάνω από δεκάδες κούτες, στοιβάζοντας με προσοχή το βιός σου. Ενώ τούτοι οι κύριοι, μια πενταμελής πολυεθνική ομάδα, ανέγγιχτοι από τη σημασία του κάθε αντικειμένου, για πότε τα πέταγαν όλα μέσα στα κουτιά, για πότε τα στοίβαζαν στο φορτηγό που περίμενε πέντε ορόφους κάτω, ούτε τα μάτια σου δεν προλάβαινες να ανοιγοκλείσεις.

Το σχέδιο να μετακομίσουμε στη Σπάρτη γεννήθηκε πριν 10 χρόνια. Η Ελένη ήταν μωρό στο καρότσι, και με τη Σάντη αρχίζαμε να συνειδητοποιούμε πόσο καθόλου δεν μας έπαιρνε υπόψη της η γειτονιά των Άνω Ιλισίων όπου ζούσαμε. Αν θέλαμε να κάνουμε μια βόλτα, δεν βρίσκαμε πεζοδρόμιο που να μην είναι είτε στενό, είτε σπασμένο, είτε κατειλημμένο από παρκαρισμένο αμάξι. Στην πρώτη εξόρμηση στη Σπάρτη, διαπιστώσαμε πόσο πιο εύκολη ήταν η ζωή, στις απλές, βασικές λειτουργίες της: πεζοδρόμια απέραντα, πόλη μια σταλιά. Όλες οι δουλειές σε χρόνο dt, όλες οι βόλτες ξεκούραστες -βουνό, θάλασσα, όλα δίπλα μας.

Το Ελληνικό Κράτος έχει, βεβαίως, τη δική του άποψη, και τους δικούς του τρόπους. Κι από τη στιγμή που είπαμε να το προσπαθήσουμε -διόλου εύκολη η απόφαση, ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο- μάς έβαλε πλείστα όσα εμπόδια. Τα χρόνια περνούσαν, η ιδέα ερχόταν κι έφευγε, οι προσπάθειες έμεναν άκαρπες, στο τέλος έμπαινε στη μέση κι εκείνο το "πού να τρέχεις τώρα" που είναι σύμμαχος της σκουριάς και της παραίτησης. Ώσπου ήρθε η κινητικότητα στο Δημόσιο από τη μια, και μια πρόσκληση για αποσπάσεις εκπαιδευτικών στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης από την άλλη, να μας ξεκουνήσει τελικά.

Τρία χρόνια χρειάστηκε να μείνω μακριά από την οικογένειά μου, υπηρετώντας το Δημόσιο Σχολείο. Τώρα χρειάζεται να μείνω μακριά από εκείνο που με ενδιαφέρει κυρίως να κάνω, προκειμένου να επανασυνδεθώ με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Δουλειά γραφείου, καθημερινό δρομολόγιο Σπάρτη-Τρίπολη και πίσω. Ελπίζω μόνο για προσωρινά.

Από τη Σπάρτη έφυγα στα 18 μου, χωρίς να το θέλω και τόσο -είπαμε, δεν τις επιλέγω τέτοιες αλλαγές. Χρειάστηκε να δω άλλους τόπους κι άλλους ανθρώπους, για να αντιληφθώ τα κουσούρια της νοοτροπίας που διαιωνίζεται εντός της, για να φανούν οι στρεβλώσεις που κρύβονται πίσω από τους αλφαδιασμένους δρόμους. Τώρα επιστρέφω, γνωρίζοντας καλά τα συν και τα πλην.

"Επιστροφή στη Σπάρτη", έλεγα να είναι και ο τίτλος τούτης της ανάρτησης. Ώσπου συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα δεν μπορείς να επιστρέψεις∙ ποτέ, πουθενά. Μόνο εμπρός μπορείς να προχωράς, επιλέγοντας το πόσο συχνά -και με τι διάθεση- θα κοιτάς πίσω.

Εμπρός, λοιπόν, στη Σπάρτη. Με την Αθήνα να ξαναπαίρνει τη θέση της ως εκείνος ο μακρινός τόπος, που είναι γεμάτος φίλους, συγγενείς και κρυφές ομορφιές∙ που έχει να προσφέρει άπειρες δυνατότητες και επιλογές. Ή έστω την ψευδαίσθηση αυτών.

* Φωτογραφία: Κυριακή Ήμελλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες