Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Η Νατάσσα Μποφίλιου στον Πύργο της Βαβέλ

Το έχω ξαναγράψει σε ανύποπτο χρόνο, σε κάποιο ποστ μου στο Facebook: πολύ δύσκολα θα βρεθεί αντίπαλος για την παρέα της Νατάσσας Μποφίλιου, του Θέμη Καραμουρατίδη και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου στο mainstream ελληνικό τραγούδι. Κι αυτό γιατί οι τρεις τους είναι συνομήλικοι και μοιράζονται κοινούς κώδικες, τη στιγμή που τα αντίπαλα δέη τους αναλώνονται σε συνεργασίες-ευρήματα, οι οποίες μαγειρεύονται συνήθως στα γραφεία των δισκογραφικών εταιρειών και των διοργανωτών συναυλιών. Τα αποτελέσματα τα είδαμε στην τελευταία δουλειά της Ελεωνόρας Ζουγανέλη - και δεν μας άρεσαν. Αντίθετα, η Βαβέλ της Μποφίλιου είναι ένας δίσκος που, αν μη τι άλλο, σε απασχολεί όχι μόνο όσο τον ακούς, αλλά και μετά.

Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει, βέβαια, ότι επαληθεύονται με κάποιο τρόπο όσα υπέροχα υποσχόταν το άλμπουμ Εισιτήρια Διπλά του 2010. Οι ελπίδες για μια ανανέωση (ή φρεσκάρισμα, έστω) του ελληνικού τραγουδιού που δημιούργησε εκείνη η δουλειά αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες, καθώς η τριπλέτα, είτε μαζί είτε χώρια, αποφάσισε στο μεταξύ ότι θα έκανε συντηρητική στροφή. Φυσικά υπάρχει και η άλλη άποψη, που λέει ότι, αφού η Βαβέλ δεν είναι ένα ακόμα μνημείο αρτηριοσκλήρωσης τύπου Πρώτες Λέξεις, πρέπει να είμαστε κι ευχαριστημένοι.

Βαβέλ λοιπόν: ένας τόσο σύντομος μα συνάμα μεγαλόσχημος τίτλος, που υποτίθεται αφορά την εποχή και το πώς αυτή αποτυπώνεται στην πόλη (λέγε με Αθήνα) και στους ανθρώπους της. Υπερφιλόδοξη ήταν και η ομώνυμη παράσταση που προηγήθηκε της κυκλοφορίας του δίσκου, στην διάρκεια της οποίας η Μποφίλιου άλλαζε τρία φορέματα κάθε βράδυ. Όχι και πολύ ταιριαστό με την "βομβαρδισμένη" πρωτεύουσα αυτό το τελευταίο, έτσι;

Σε κάτι τέτοιες επιλογές εντοπίζω μια εσωτερική συγκρουσιακή κατάσταση στο στρατόπεδο της δημοφιλούς ερμηνεύτριας. Και θα μπορούσε ο τίτλος του δίσκου να αναφέρεται σε ακριβώς αυτό το πράγμα - αλλά θα έπρεπε τότε να πιστέψουμε ότι υπάρχει και το χιούμορ ή ο αυτοσαρκασμός στη σκέψη της τριάδας και κάτι τέτοιο δύσκολα συνάγεται από κάπου αλλού. Κι όμως, είναι τέτοιες οι προφανείς αντιφάσεις που διέπουν την περσόνα της Νατάσσας Μποφίλιου, που ένας τέτοιος συνειρμός προκύπτει εύκολα.

Ας πιάσουμε το νήμα από την ερμηνευτική ρουτίνα (πια) της αοιδού. Η οποία ρουτίνα χαρακτηρίζεται πλέον από πολλούς ως υπερβολική. Στην Βαβέλ η παρουσία της είναι τόσο έντονη που πραγματικά σοκάρεσαι όποτε αυτή μετριάζεται. Στο εναρκτήριο "Τα Δικά Μου Τραγούδια", ας πούμε, αρχίζεις να ανησυχείς, καθότι οι μπάσες νότες της μελωδίας δεν επιτρέπουν στην αυταρέσκεια της Μποφίλιου να εκδηλωθεί. Σύντομα όμως αποκαθίσταται η τάξη και οι κορώνες με φουλ βιμπράτο και ο στόμφος παίρνουν αμπάριζα. Κάπως έτσι καταστρέφονται τα νοήματα πολλών τραγουδιών, αφού άλλο κλίμα μεταφέρουν οι στίχοι κι άλλο οι φωνητικοί θούριοι. "Αυτή είμαι" απαντά η ερμηνεύτρια όποτε ερωτηθεί για την υπερβολή της. Κι εγώ που νόμιζα ότι ο καλός ερμηνευτής μπορεί να είναι άλλος σε κάθε τραγούδι...

Είναι... βαβελικός και μουσικά, πάντως, ο εν λόγω δίσκος. Ο Θέμης Καραμουρατίδης μπαίνει σε διάφορα χωράφια, δίνοντας μεγάλη ποικιλία στη ροή του δίσκου: άλλοτε γράφει σαν τον Κραουνάκη, άλλοτε σαν τον Πλέσσα, τον Χατζιδάκι ή τον Θεοδωράκη, κάποτε σαν τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Το "Η Ομορφιά Στην Αθήνα", ας πούμε, θα μπορούσε να έχει γραφτεί για την Ρένα Βλαχοπούλου με αφορμή κάποια ταινία του Δαλιανίδη, ενώ το "Ανταλλάγματα" μοιάζει να έχει σαν οδηγό του το άλμπουμ Της Αγάπης Γερακάρης. Ο Καραμουρατίδης έχει δείξει και στους δίσκους που έκανε με την Γιώτα Νέγκα ότι αγαπά το χρυσό παρελθόν του ελληνικού τραγουδιού, αν και δεν καταφέρνει πάντα να βγει από τη σκιά του. Εδώ το καταφέρνει αρκετές φορές, και κυρίως όποτε οι στίχοι του Γεράσιμου Ευαγγελάτου τού δίνουν γερό πάτημα.

Και μιας και ο λόγος για τους στίχους, νομίζω ότι η δουλειά του Ευαγγελάτου για μια ακόμα φορά αποτελεί το δυνατό όπλο της εργασίας. Παρότι ούτε αυτός καταφέρνει να αποφύγει πάντα τα κλισέ του έντεχνου (στο "Αητέ Της Αγάπης" π.χ.), συνήθως περνάει στα λόγια του νοήματα και σήματα που ξεχωρίζουν την Βαβέλ από τον σωρό με τις παλιατζούρες. Από την άλλη, κι αυτός έχει τα θεματάκια του με τη συνοχή: όταν μιλάει για επιζώντες, λ.χ., στο τελευταίο τραγούδι, θα έπρεπε να καταλαβαίνει ότι μια τέτοια λέξη, σήμερα, δεν μπορεί να συνδέεται με κάποιον που "κατάφερε" να πάει σινεμά, να διαβάσει βιβλία, να βγει με φίλους κ.λπ. - και σίγουρα όχι με τον ηρωικό τρόπο που το κάνει. Κι εκείνο το "Hotel Vienna" του, δεν ξέρω, μου φάνηκε πολύ μελό αλά-Ευρώπη.

Στο εξώφυλλο της Βαβέλ, η Νατάσσα Μποφίλιου υπερίπταται της Αθήνας ως Παναγιά Δέσποινα (έτσι έγραψε ο Χάρης Συμβουλίδης στο καλύτερο κείμενο που γράφτηκε για τον δίσκο). Κι είναι αυτό το εξώφυλλο, με τον τυπωμένο σε γραφή μπράιγ τίτλο, το στοιχείο που αποτυπώνει την απόσταση που χάσκει ανάμεσα στους προγραμματικούς στόχους και το αποτέλεσμα της δουλειάς. Απόσταση που οφείλεται κυρίως στην υπερπληθωρική περσόνα της Μποφίλιου. Της ερμηνεύτριας που ενσαρκώνει τον ορισμό της φράσης "αστέρι του πενταγράμμου" αλλά θέλει και να δηλώνει ότι δεν προσαρμόστηκε στο σύστημα (εδώ), της φωνής που μάς τάισαν με τη σέσουλα τα ραδιόφωνα αλλά εκείνη τολμάει να λέει ότι "χώρο έχουμε σε λίγα μόνο ραδιόφωνα" (εννοώντας, ίσως, ότι θέλει να την παίζει και ο Rock FM), της αοιδού που κάποτε έλεγε "ο στόχος μου είναι να συγκινώ και να συγκινούμαι, τίποτε άλλο" (Δίφωνο #171, 5/2010) αλλά πλέον θέλει να είναι και ντίβα στο εξώφυλλο του Γυναίκα, του Psychologies και του Elle διαφημίζοντας ρούχα και αξεσουάρ - κι όλα αυτά με γερές δόσεις "αριστερού" λόγου. Παρεμπιπτόντως, έχει ενδιαφέρον να προσέξει κανείς πώς εξελίχθηκαν τα εξώφυλλα των δίσκων της, από αρτίστικους ζωγραφικούς πίνακες προς μια προσήλωση στο λαμπερό της πρόσωπο, με μια ταυτόχρονη σύγκλιση με την αισθητική των φωτογραφιών των περιοδικών μόδας και την μεσσιανική εικονογραφία.

Κι όμως, παρά ταύτα, η Βαβέλ είναι ένας δίσκος που απασχολεί. Επειδή, έστω κι αν δεν πετυχαίνει να πιάσει το κλίμα της σημερινής Αθήνας (πώς θα μπορούσε, άλλωστε, όταν φτιάχνεται από ανθρώπους που δεν περπατούν πια στα σκοτεινά σοκάκια της;), έστω και με τον συχνά κωμικά αταίριαστο τρόπο εκφοράς της πρωταγωνίστριας, έχει κάποια ουσιαστικά πράγματα να πει.

Το ερώτημα, τώρα, αν πρέπει να χαιρόμαστε που αυτός είναι (μέχρι στιγμής) ο ελληνικός δίσκος που κουβεντιάζουμε φέτος, έχει, νομίζω, προφανή αρνητική απάντηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες