Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXVI: Joseph Conrad

Ο Józef Teodor Konrad Korzeniowski (1857-1924) ανήκει στις πολύ σπάνιες εκείνες περιπτώσεις δημιουργών που διέπρεψαν γράφοντας σε γλώσσα διαφορετική της μητρικής τους. Γεννημένος στη σημερινή Ουκρανία (τότε Ρωσία), Πολωνοβρετανός στην καταγωγή, μίλησε επαρκώς αγγλικά μετά τα είκοσι χρόνια του, κι όμως κατάφερε να θεωρείται ότι μπόλιασε τη γλώσσα με νέα στοιχεία.

Από τα έργα του Conrad έχω σημειώσει να διαβάσω οπωσδήποτε το Η Καρδιά Του Σκότους. Όμως ανακάλυψα πρόσφατα ότι είχα στη βιβλιοθήκη μου το Η Γραμμή Σκιάς, το οποίο είναι, μάλιστα, ιδιαίτερα σύντομο ανάγνωσμα -προτέρημα που εκτιμώ ιδιαιτέρως, όπως έχω αφήσει να εννοηθεί εδώ κι εδώ. Ξεκίνησα, λοιπόν, να διαβάζω, αλλά τελικά δεν ήταν τόσο απλό. Βλέπετε, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ναυτική ιστορία -από τις κάμποσες που έγραψε ο εν λόγω συγγραφέας-, κι όπως ξέρουν όσοι έχουν μελετήσει Νίκο Καββαδία, π.χ., χρειάζεσαι λεξικό για να καταλάβεις τα όσα περιγράφονται. Ευτυχώς, η έκδοση που έπιασα στα χέρια μου -σε πολυτονικό, παρακαλώ!- περιλαμβάνει ένα γλωσσάρι στο τέλος, καθώς και κάποιες ακόμα χρήσιμες σημειώσεις. Όμως, αυτό το μπρος-πίσω στις σελίδες κάπως κουράζει, και καθυστερεί την ανάγνωση.

Στην τελική, πάντως, το περιεχόμενο υπήρξε αρκετά δυνατό ώστε να υπερνικήσει τη βαρεμάρα. Ο Conrad είναι πολύ ικανός στις περιγραφές, και στις διεισδυτικές ματιές στην ψυχοσύνθεση και στη σκέψη του ήρωά του, ενός νεαρού που αναλαμβάνει να κυβερνήσει ένα ουρανοκατέβατο καράβι, και να αντιμετωπίσει τις κατάρες που το συνοδεύουν. Με την πολύ καλή μετάφραση ένα έξτρα ατού, η απόλαυση για τον αναγνώστη είναι εγγυημένη.
Ο κόσμος των ζώντων, όπως είναι, περιέχει ήδη αρκετά θαύματα και μυστήρια -θαύματα και μυστήρια που ενεργούν πάνω στα αισθήματα και τη διάνοιά μας με τρόπους τόσο ανεξήγητους που θα 'χαμε κάθε λόγο να θεωρούμε τη ζωή μια μαγική κατάσταση. Όχι, έχω τόση απαρασάλευτη συνείδηση του θαυμαστού, που δεν θα μπορούσε να με γοητεύσει το αμιγώς υπερφυσικό, το οποίο (μπορείτε να το πάρετε όπως θέλετε) δεν είναι παρά ένα μηχανευμένο προϊόν, μια επινόηση μυαλών ελάχιστα ευαίσθητων στις μύχιες εκείνες λεπτότητες της σχέσης μας με τ' αναρίθμητα πλήθη των νεκρών και των ζώντων· μια βεβήλωση των πιο τρυφερών μας αναμνήσεων· μια ύβρις στην αξιοπρέπειά μας.
-----
Μόνον οι νέοι έχουν τέτοιες στιγμές. Δεν εννοώ οι πολύ νέοι. Όχι. Οι πολύ νέοι, για ν' ακριβολογούμε, δεν έχουν στιγμές. Είναι το προνόμιο της πρώιμης νιότης να ζει μπροστά από τις μέρες της στο εξαίσιο εκείνο ανέκλειπτο της ελπίδας που δεν γνωρίζει μήτε ανάπαυλες μήτε ενδοσκόπηση.

Κλείνει κανείς πίσω του τη μικρή θύρα της παιδικότητας -και μπαίνει σ' έναν μαγεμένο κήπο. Ακόμη και οι σκιές του φέγγουν με υποσχέσεις. Κάθε καμπή στο μονοπάτι έχει και τη σαγήνη του. Κι όχι γιατί πρόκειται για παρθένα χώρα. Το ξέρεις καλά, όλη η ανθρωπότητα έχει κυλήσει από εκεί τα νερά της. Πρόκειται για τη γοητεία της καθολικής εμπειρίας από την οποία προσδοκάς μια σπάνια ή προσωπική αίσθηση -κάτι, έστω και τοσοδά καταδικό σου.

Προχωράς αναγνωρίζοντας τα σημάδια των προγενέστερων συνεπαρμένος, διασκεδάζοντας, παίρνοντας όπως έρχονται μαζί τις αναποδιές και τις καλοτυχίες -όπως τα φέρνει η τύχη ή ο διάβολος, καθώς λένε-, τη γραφική κοινή μοίρα που κρύβει τόσες πολλές δυνατότητες για τους άξιους ή ίσως για τους τυχερούς. Ναι, προχωρά κανείς. Και μαζί προχωρά κι ο καιρός -ώσπου πέρα μπροστά διακρίνεις μια γραμμή σκιάς που σε προειδοποιεί ότι και ο τόπος της πρώιμης νιότης πρέπει να μείνει πίσω.
-----
Το Σπίτι Αξιωματικών ήταν μια ευρύχωρη καμπάνα με μεγάλη βεράντα κι έναν παραδόξως προαστιακού τύπου κηπάκο που τον χώριζαν από τον δρόμο θάμνοι και λίγα δένδρα. Το ίδρυμα αυτό είχε κάπως τα χαρακτηριστικά της διαμονητήριας λέσχης, αλλά με κατιτίς το κυβερνητικό στην ατμόσφαιρα, γιατί το διαχειριζόταν το Λιμεναρχείο. Ο διαχειριστής του είχε τον επίσημο τίτλο του Αρχιθαλαμηπόλου. Ήταν ένα δυστυχισμένο, σταφιδιασμένο ανθρωπάκι που αν τον έντυνες με τη φορεσιά ενός τζόκεϋ θα ήταν άψογος στον ρόλο του. Ήταν όμως προφανές ότι είχε κάνει ένα φεγγάρι στη θάλασσα υπό τη μία ή την άλλη ιδιότητα. Πιθανόν υπό την ευρεία ιδιότητα του αποτυχημένου.
-----
Εδώ ήταν που με εγκατέλειψε η αέρινη ελαφράδα μου. Η δημοσιοϋπαλληλική ατμόσφαιρα θα μπορούσε να σκοτώσει οτιδήποτε αναπνέει τον αέρα της ανθρώπινης προσπάθειας, θα μπορούσε να σβήσει εξίσου την ελπίδα και τον φόβο μέσα στην απόλυτη κυριαρχία του χαρτιού και της μελάνης.
-----
Η εύνοια του ισχυρού περιβάλλει μ' ένα φωτοστέφανο τον τυχερό εκλεκτό της. Ο εξαιρετικός εκείνος άνθρωπος ρώτησε αν μπορούσε να κάνει κάτι για μένα. Με γνώριζε μόνο εξ όψεως και ήξερε πολύ καλά πως δεν θα με ξανάβλεπε ποτέ· όπως και οι άλλοι ναυτικοί στο λιμάνι, δεν ήμουν γι' αυτόν παρά ένα θέμα για να μουντζουρώνει και να συμπληρώνει υπηρεσιακά χαρτιά και έντυπα με την επιτηδευμένη εκείνη ανωτερότητα του καλαμαρά απέναντι σε ανθρώπους που παλεύουν με την πραγματικότητα έξω από τους καθαγιασμένους τοίχους των υπηρεσιακών κτιρίων. Τι φαντάσματα θα πρέπει να ήμασταν γι' αυτόν! Απλά σύμβολα για να τα μαγειρεύει σε βιβλία και βαριά κατάστιχα, σύμβολα δίχως μυαλό, σάρκα και οστά, δίχως προβλήματα και σκοτούρες· κάτι ελάχιστα χρήσιμο και οπωσδήποτε παρακατιανό.
-----
Τα επόμενα δέκα λεπτά θα μπορούσαν να είναι δέκα δευτερόλεπτα ή δέκα αιώνες· τόσο ελάχιστη ήταν η επίγνωση του περιβάλλοντος που είχα. Θα μπορούσαν να σωριάζονται γύρω μου άνθρωποι, να γκρεμίζονται σπίτια, να εκπυρσοκροτούν όπλα, εγώ δεν θα έπαιρνα μυρωδιά. Σκεφτόμουν: "Το πήρα, Θεέ μου, το πήρα". Με "το", βέβαια, εννοούσα το καπετανίκι. Μου είχε έρθει με τρόπο που δεν θα μπορούσαν ποτέ να προβλέψουν τα σεμνά ονειροπολήματά μου.

Αντιλήφθηκα πως η φαντασία μου έτρεχε μέχρι τώρα μέσα σε συμβατικά κανάλια κι ότι οι ελπίδες μου ήσαν πάντα μουντές και αγέλαστες. Έβλεπα την προοπτική μιας πλοιαρχίας ως αποτέλεσμα μιας αργής προαγωγικής σταδιοδρομίας σε κάποια εταιρεία με πολύ καλό όνομα στην κοινωνία. Ως ανταμοιβή ευσυνείδητων υπηρεσιών. Είναι καλό να είσαι ευσυνείδητος στη δουλειά σου, αυτό να λέγεται. Φυσικά όμως προσφέρεις τις υπηρεσίες σου για τον ίδιο τον εαυτό σου, για το καράβι, από αγάπη για τη ζωή που διάλεξες εσύ ο ίδιος, όχι για χάρη της ανταμοιβής.

Υπάρχει κάτι το αντιπαθητικό στην ιδέα της ανταμοιβής.

Κι εδώ τώρα, είχα το καπετανίκι σίγουρο στο τσεπάκι μου, μ' έναν αδιαμφισβήτητο, βέβαια, μα και εντελώς αναπάντεχο τρόπο· πέρα από κάθε φαντασία, πέρα από κάθε λογική προσδοκία και σε πείσμα κάποιας σκοτεινής δολοπλοκίας για να μου το πάρουν μέσα από τα χέρια μου. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι η δολοπλοκία δεν έστεκε και πολύ καλά στα πόδια της, συνέβαλλε ωστόσο στο αίσθημα απορίας και θαυμασμού -λες και ήμουν ειδικά προορισμένος γι' αυτό το άγνωστό μου καράβι από κάποια δύναμη που ξεπερνούσε τους πεζούς παράγοντες του εμπορικού κόσμου.

Μια παράξενη αίσθηση ευφορίας άρχισε να σέρνεται κρυφά μέσα μου. Αν είχα δουλέψει δέκα χρόνια ή περισσότερο γι' αυτή την πλοιαρχία δεν θα συνέβαινε τίποτε παρόμοιο. Φοβήθηκα λιγάκι.
-----
Ήταν η πρώτη φορά που είχαν προσπαθήσει να μου κάνουν κακό -η πρώτη φορά τουλάχιστον που μυρίστηκα κάτι τέτοιο. Κι ήμουν ακόμη πολύ νέος, πολύ δώθε ακόμη από τη γραμμή σκιάς, για να μην εκπλήσσομαι και για να μην αγανακτώ με τέτοια πράγματα.
-----
Ένα Καράβι! Το Καράβι μου! Ήταν δικό μου, τόσο απόλυτα στην κατοχή και την φροντίδα μου όσο τίποτε άλλο στον κόσμο· ένα αντικείμενο ευθύνης και αφοσίωσης. Ήταν εκεί και με περίμενε, δεμένο στα μάγια, ανίκανο να σαλέψει, να ζήσει, να βγει έξω και να πάει στον κόσμο (μέχρι τον ερχομό μου) σαν μια μαγεμένη πριγκιποπούλα. Το κάλεσμά του είχε φθάσει ως εμένα, θαρρείς, από τα σύννεφα. Δεν γνώριζα την όψη του. Μήτε καλά-καλά είχα ακουστά το όνομά του, κι όμως για μια περίοδο του μέλλοντός μας ήμασταν πια αχώριστα ενωμένοι να καταποντιστούμε ή να αρμενίζουμε μαζί.

Μια ξαφνική αδημονία, γεμάτη πάθος κι αγωνία, χύθηκε ορμητικά μέσα στις φλέβες μου και μού έδωσε μια τέτοια αίσθηση υπαρξιακής έντασης που παρόμοιά της δεν είχα μετανιώσει ποτέ, μήτε ξανάνιωσα έκτοτε. Ανακάλυψα πόσο θαλασσινός ήμουν στην καρδιά, στον νου, στη σάρκα μου την ίδια, θα έλεγα -ήμουν ένα με τη θάλασσα και τα καράβια· η θάλασσα, ο μόνος κόσμος που άξιζε, και τα καράβια, η δοκιμασία του άντρα, του χαρακτήρα, του θάρρους, της πίστης -και της αγάπης.
-----
Ο δρόμος θα ήταν μακρύς. Όλοι οι δρόμοι που οδηγούν εκεί που λαχταρά η καρδιά μας είναι μακριοί. Τον δρόμο όμως αυτόν ο νους μου μπορούσε να τον δει σ' έναν χάρτη, με το μάτι του επαγγελματία, και παρ' όλες τις περιπλοκές και δυσκολίες του ήταν απλός κατά κάποιον τρόπο. Ή είναι κανείς θαλασσινός ή δεν είναι. Κι εγώ δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι ήμουν.
-----
Θα με διασκέδαζε, αν είχα διάθεση για διασκέδαση. Δεν είχα όμως καμία. Ήμουν σαν εραστής που περιμένει με ανυπομονησία μια συνάντηση. Μου ήταν εντελώς αδιάφορη η ανθρώπινη εχθρότητα. Σκεφτόμουν το άγνωστό μου καράβι. Δεν είχα καιρό για τέτοια, μου έφθανε η δική μου διασκέδαση, το δικό μου μαρτύριο.
Μια φωνή πίσω μου είπε μ' έναν κακεντρεχή διφορούμενο τόνο: "Ελπίζω να σας ικανοποίησε, καπετάνιο". Ούτε που γύρισα το κεφάλι. Ήταν ο καπετάνιος του ατμόπλοιου, και ανεξάρτητα από το τι εννοούσε και τι σκεφτόταν για το καράβι, εγώ ήξερα πως αυτό ήταν ένα από εκείνα τα πλάσματα που, σαν μια σπάνια γυναίκα, έφθανε και μόνον η ύπαρξή του για να ξυπνήσει μιαν ανιδιοτελή απόλαυση. Ένιωθες ότι είναι καλό να μοιράζεσαι τον ίδιο κόσμο με το "είναι" του.
-----
Ακόμη και το συνεργείο αυτό των κίτρινων κούληδων που δούλευαν γύρω απ' το καπάκι του μεγάλου κουβουσιού ήταν πιο ανυπόστατο κι από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα. Γιατί, πού ακούστηκε στον κόσμο να ονειρεύεται κανείς Κινέζους;...
-----
Μια σειρά άνδρες είχαν διαδεχθεί ο ένας τον άλλον σε τούτη την καρέκλα. Συνειδητοποίησα τη σκέψη αυτή ξαφνικά, ζωηρά, σάμπως ο καθένας τους να είχα αφήσει μια στάλα του εαυτού του ανάμεσα στους τέσσερεις τοίχους των κατάκοσμων αυτών μπουλμέδων· σάμπως ένα είδος σύνθετης ψυχής, η ψυχή της πλοιαρχίας, να είχε μιλήσει ψιθυριστά στη δικιά μου για μέρες αργόσυρτες στη θάλασσα και για στιγμές αγωνίας.

"Κι εσύ!" έμοιαζε να λέει, "κι εσύ θα γευτείς αυτή την ειρήνη και την ανησυχία σε μια ακοίμητη, μύχια κοινωνία με τον ίδιο τον εαυτό σου -αφανής, όπως σταθήκαμε κι εμείς, μα και το ίδιο μέγας μπροστά σε όλους τους καιρούς κι όλες τις θάλασσες, σε μια απεραντοσύνη που σβήνει όλα τα ίχνη, δεν σώζει μνήμες και δεν κρατά λογαριασμό για τις ζωές".

Βαθιά μες στην κορνίζα με τα μαυρισμένα ψευδόχρυσα ποικίλματα, στο ζεστό μισόφωτο που άφηνε να περάσει η τέντα, είδα το πρόσωπό μου στηριγμένο στα δυο μου χέρια. Και ανταπέδωσα το βλέμμα στον εαυτό μου με την απόλυτη αμεροληψία της απόστασης, με περιέργεια, μάλλον, παρά με οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα, εκτός από λίγη συμπάθεια για τον τελευταίο τούτον εκπρόσωπο αυτού, που είτε το ήθελε κανείς είτε όχι αποτελούσε μια δυναστεία· μια δυναστεία που η συνέχειά της δεν βρισκόταν στο αίμα βέβαια, αλλά στην πείρα, στη μαθητεία, στην αντίληψη του καθήκοντος και στην ευλογημένη απλότητα του παραδοσιακού της τρόπου να βλέπει τη ζωή.

Σκέφτηκα ξάφνου πως τούτος ο άνδρας που τον παρακολουθούσα να κοιτάζει με το ήσυχο ατενές του βλέμμα, σαν να 'ταν ο εαυτός μου και ταυτόχρονα κάποιος άλλος, δεν ήταν ακριβώς μια φιγούρα μοναχική. Είχε τη θέση του σε μια σειρά ανδρών που δεν γνώριζε, που δεν είχε ακούσει τίποτε ποτέ γι' αυτούς· μα που ήσαν διαπλασμένοι από τις ίδιες επιρροές, και που οι ψυχές τους, σε ό,τι είχε σχέση με την εργασία της ταπεινής ζωής τους, δεν είχε μυστικά γι' αυτόν.
-----
Η νιότη είναι έξοχο πράγμα, μια δύναμη πανίσχυρη -όσο κανείς δεν τη σκέφτεται.
-----
Θα χαμογελούσα αν δεν ήμουν απασχολημένος με τα δικά μου αισθήματα που δεν ήσαν εκείνα του κ. Μπερνς. Εγώ είχα ήδη αναλάβει την πλοιαρχία. Τα αισθήματά μου δεν μπορούσαν να είναι σαν κι εκείνα οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου στο καράβι. Μέσα στην κοινότητα αυτή, όπως ένας βασιλιάς στη χώρα του, έστεκα σε μια τάξη που δεν τη μοιραζόμουν με κανένα. Εννοώ τον κληρονομικό βασιλιά, όχι ένα απλώς εκλεγμένο αρχηγό κράτους. Με είχε φέρει εδώ να κυβερνήσω μια μεσιτεία τόσο απρόσιτη και τόσο σχεδόν ανεξιχνίαστη για τον λαό όσο κι η Θεία Χάρις.

Και ως μέλος μιας δυναστείας, νιώθοντας έναν σχεδόν μυστικό δεσμό με τους νεκρούς, είχα βαθιά συγκλονιστεί από τον άμεσα προκάτοχό μου.

Ο άνθρωπος αυτός, σε όλα τα ουσιώδη εκτός από την ηλικία, υπήρξε ακριβώς ένας άλλος τέτοιος άνθρωπος σαν κι εμένα. Το τέλος, όμως, της ζωής του ήταν μια πράξη σωστής προδοσίας, απιστία απέναντι σε μια παράδοση που φαινόταν σε μένα τόσο επιβεβλημένη όσο θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άλλος οδηγός στη γη. Καθώς φαίνεται, ακόμη και στη θάλασσα ένας άνθρωπος μπορούσε να πέσει θύμα κακών πνευμάτων. Ένιωσα στο πρόσωπό μου την ανάσα άγνωστων δυνάμεων που διαπλάθουν τη μοίρα μας.
-----
Οι άνθρωποι έχουν περί πολλού τις αρετές της εμπειρίας. Εν προκειμένω, όμως, εμπειρία σημαίνει πάντα κάτι δυσάρεστο, σε αντίθεση με τη γοητεία και την αθωότητα των ψευδαισθήσεων.
-----
Χάρηκα [...] που το μάτι μου έπιανε στην κουβέρτα λίγα χαμόγελα στα πρόσωπα των ναυτών που δεν μου είχε μείνει μέχρι τώρα καιρός ούτε να τα καλοκοιτάξω καν. Έχοντας πετάξει από πάνω μου τη θανατερή τύρβη των στεριανών υποθέσεων, ένιωθα οικείος μαζί τους κι ωστόσο λιγάκι ξένος, σαν ένας πλάνης χαμένος για καιρό ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους.
-----
Ο άνθρωπος είχε χάρη, πάει και τελείωσε. Μόνος αυτός απ' όλο το πλήρωμα δεν είχε αρρωστήσει ούτε μια μέρα στο πόρτο. Γνωρίζοντας όμως για κείνη τη στενάχωρη καρδιά που κουβαλούσε στα στήθη του, διέκρινα τον περιορισμό που επέβαλλε στη φυσική ναυτική σβελτάδα των κινήσεών του. Λες και κουβαλούσε πάνω του κάτι εύθραυστο ή εκρηκτικό κι η σκέψη αυτή δεν έφευγε από τον νου του στιγμή.
-----
Μετά το ηλιοβασίλεμα ανέβηκα πάλι στην κουβέρτα για να συναντήσω μονάχα ένα γαλήνιο κενό. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις τη λεπτή μονότονη κρούστα της ακτής. Το σκοτάδι είχε αναδυθεί γύρω από το καράβι σαν μια μυστηριώδης ανάδυση μέσα από τα βουβά και μοναχικά νερά. Ακούμπησα στα ρέλια και αφουγκράστηκα τους ίσκιους της νύχτας. Δεν ακουγόταν τίποτα. Το καράβι που κυβερνούσα θα μπορούσε να ήταν ένας πλανήτης που ταξίδευε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην ταγμένη του τροχιά μέσα στο άπειρο της σιωπής ενός διαστήματος. Γραπώθηκα στα ρέλια, λες και μ' εγκατέλειπε για πάντα η αίσθηση της ισορροπίας μου.
-----
Συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό της πρώτης πλοιαρχίας μου που μού είχε έρθει ουρανοκατέβατη με τη μεσιτεία του καπετάν Τζάιλς, είχα παρ' όλα αυτά μέσα μου την ανησυχία ότι για μια τύχη σαν κι αυτήν θα έπρεπε ίσως να πληρώσω κάποιο τίμημα. Είχα αναμετρήσει από επαγγελματική σκοπιά της πιθανότητες. Ήμουν αρκετά ικανός γι' αυτό. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Γενικά ένιωθα μέσα μου έτοιμος, όπως μπορεί να το ξέρει μονάχα ένας άνθρωπος που ακολουθεί το επάγγελμα που αγαπά. Το αίσθημα αυτό μού φαινόταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Τόσο φυσικό όπως το ν' ανασαίνεις. Δεν φανταζόμουν πως θα μπορούσα να ζήσω δίχως αυτό.

Δεν ξέρω τι περίμενα. Τίποτε άλλο, ίσως, από την ιδιαίτερη εκείνη ένταση της ύπαρξης που αποτελεί την πεμπτουσία των νεανικών προσδοκιών.
-----
Έδειχνε πολύ χολωμένος και μουρμούρισε θυμωμένα: "Δηλαδή, τι θαρρεί, πως μού έχει στρίψει;"

"Δεν το νομίζω, κ. Μπερνς", είπα. Για μένα εκείνη τη στιγμή ήταν το υπόδειγμα της αυτοκυριαρχίας. Και μάλιστα σ' αυτό το θέμα ένιωσα και κάποιο είδος θαυμασμού γι' αυτό τον άνθρωπο που (αν εξαιρέσεις την έντονη υλικότητα του υπολείμματος της γενειάδας του) είχε πλησιάσει στην κατάσταση του εξαϋλωμένου πνεύματος, όσο κοντά είναι ανθρωπίνως δυνατό να το κάνει κανείς και να ζήσει. Πρόσεξα την αφύσικα αιχμηρή γραμμή της μύτης του, τα βαθιά βαθουλώματα των κροτάφων του και τον ζήλεψα. Είχε τόσο στραγγίξει από την αδυναμία, που πιθανόν και να πέθαινε σύντομα. Αξιοζήλευτος άνθρωπος! Λίγο ακόμη και θα 'σβηνε -ενώ εγώ ήμουν υποχρεωμένος να υποφέρω μέσα μου τον σάλο μιας τυραννισμένης ζωτικότητας, αμφιβολίες, σύγχυση, αυτοκατάκριση και μια ακαθόριστη απροθυμία να αντιμετωπίσω τη φρικτή λογική των πραγμάτων. Μού ξέφυγε μέσα από τα δόντια μου: "Νιώθω σαν να χάνω κι εγώ τα λογικά μου".
-----
Υποθέτω πως την περίοδο εκείνη διατηρούμουν στη ζωή με την τροφή, όπως όλοι οι άνθρωποι· αυτό όμως που έχει μείνει σε μένα από τις μέρες εκείνες είναι ότι η ζωή τρεφόταν από ακαταμάχητη αγωνία, ένα είδος σατανικού διεγερτικού που σε κέντριζε και σ' έτρωγε την ίδια στιγμή.
-----
Η αλήθεια είναι ότι στη ζωή δεν πρέπει να αποδίδει κανείς υπερβολική σημασία σε οτιδήποτε, καλό ή κακό.
-----
"[...] ο άνθρωπος πρέπει να σηκώνει κεφάλι στις κακοτυχίες, στα λάθη του, στη συνείδησή του και σ' όλα αυτά. Κι εδώ που τα λέμε -απέναντι σε τι άλλο θα μπορούσε ν' αγωνιστεί;"
-----
"Ο άνθρωπος πρέπει να τα μαθαίνει όλα -κι αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν τόσο πολλοί νεαροί".
-----
"Σ' αυτή τη ζωή δεν βρίσκει κανείς ούτε λεπτό ησυχία. Καλύτερα να μην το σκέφτεσαι".

Joseph Conrad, Η Γραμμή Σκιάς, μετάφραση Ξενοφώντα Κομνηνού, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007 (πρώτη έκδοση 1917)

* Φωτογραφία από εδώ

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXV: Heinrich Böll (II)

Μπορεί να σου βγει σε καλό η βιαστική, και με μοναδικό κριτήριο τον μικρό όγκο, επιλογή ενός βιβλίου (όπως έγραφα σε προηγούμενη ανάρτηση), αλλά μπορεί να γίνει και το αντίθετο. Όπως μού συνέβη με το Η Χαμένη Τιμή Της Κατερίνας Μπλουμ. Αν δεν αναγραφόταν το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο, με τίποτα δεν θα μάντευα ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που υπέγραψε το Οι Απόψεις Ενός Κλόουν.

Εδώ ο Heinrich Böll στηλιτεύει τις πρακτικές του τύπου, και την τρομολαγνεία που επικρατούσε κατά τις δεκαετίες του '70 και του '80 στη Γερμανία, λόγω της δράσης της RAF. Το κάνει, όμως, με έναν τρόπο μάλλον στεγνό -φταίει και η ρεπορταζιακή τεχνική που έχει επιλέξει, φυσικά-, αφήνοντας τελικά το πόνημά του ορφανό από καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Παρότι καμιά από τις θέσεις που υποστηρίζει εδώ ο συγγραφέας δεν μου είναι αδιάφορη -κάθε άλλο-, το ίδιο το βιβλίο με άφησε αποστασιοποιημένο και κάπως απογοητευμένο. Όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, ελάχιστα κράτησα από το περιεχόμενό του...

Νομίζω πως ο καλλιτέχνης πρέπει να τα σκέφτεται όλα τα όπλα του, και να τα χρησιμοποιεί με κόπο και προσοχή. Οι Απόψεις Ενός Κλόουν είναι ένα έργο εξίσου -αν όχι περισσότερο- πολιτικοποιημένο -αλλά και πόσο πιο ολοκληρωμένο ως λογοτέχνημα! Και τα αντίστοιχα παραδείγματα από τον χώρο του τραγουδιού -που ξέρω καλύτερα- είναι πολλά. Πότε ήταν πιο πειστικός και μαγευτικός ο Lennon, στο Some Time In New York City, ή στα Plastic Ono Band και Imagine; Πόσα εξώφθαλμα πολιτικοποιημένα τραγούδια τα είπαν πιο βαθιά και αληθινά από το "Η Επίσκεψη Του Καίσαρα" του Φοίβου Δεληβοριά; Έγινε ο Dylan "η φωνή της γενιάς του" απλώς επειδή τραγούδησε για τον πυρηνικό αφοπλισμό, ή κυρίως επειδή είχε να προτείνει την ποίηση ενός "Blowin' In The Wind"; Σκέφτομαι καιρό τώρα κι εκείνο το "Πάρε Θέση" του Δημήτρη Μητσοτάκη και των φίλων του: οι προστακτικές του, το όλο ήθος και η γλώσσα του, θα μπορούσαν άνετα να εκφέρονται από κάποιον στρατόκαυλο καραβανά. Μιλάμε για την επιτομή της αστοχίας.

"Έτσι κι έσκαγε η μπόμπα αποκριάτικα, γλέντια και δουλειές θα πήγαιναν κατά διαόλου, γιατί αν κυκλοφορήσει παραέξω πως είναι και μερικοί που μασκαρεύονται για να κάνουν εγκλήματα, ο κοσμάκης θα τρομάξει κι εμείς θα βαράμε μύγες! Είναι ιεροσυλία, κύριοι! Πώς να γλεντήσεις και να ξεσκάσεις αν δεν εμπιστεύεσαι τον πλησίον σου; Η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα!"
-----
Κάπως παράξενα αντέδρασε Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, όταν βγήκε στο φως η δολοφονία των δύο δημοσιογράφων της. Ο σάλος που επακολούθησε ήταν εξωφρενικός. Πηχυαίοι τίτλοι. Πρωτοσέλιδα. Παραρτήματα. Αγγελτήρια θανάτου σε υπερμεγέθεις διαστάσεις. Λες κι απ' όλους τους φόνους του κόσμου, ο φόνος ενός δημοσιογράφου είναι κάτι ξεχωριστό, σπουδαιότερος κι από το φόνο ενός τραπεζικού διευθυντή, ενός τραπεζοϋπάλληλου, ή ενός ληστή τραπεζών.
-----
"Πάει πια! Έπειτ' από όσα γίνανε, δεν υπάρχει γιατρειά. Το καταστρέψανε το κορίτσι. Πρώτα η αστυνομία κι έπειτα Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ. Κι όταν χάσει το ενδιαφέρον της Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, θα την αποτελειώσει η κοινή γνώμη."
-----
[...] τής είχε τηλεφωνήσει αργά τη νύχτα, και μάλιστα από εκεί! Της μίλησε πολύ γλυκά, και δεν του είπε τίποτα για την περιπέτειά της, για να μη νομίζει πως αυτός την έβαλε σε τέτοιους μπελάδες. Ερωτόλογα δεν αντάλλαξαν -του τα είχε απαγορεύσει από τότε που την πήγαινε σπίτι της με το αυτοκίνητό του. Όχι, όχι, ήταν μια χαρά, και ασφαλώς προτιμούσε να βρίσκεται κοντά του, για πάντα, ή έστω για πολύ, α, ναι, αιώνια θα 'ταν το καλύτερο, και τώρα τις απόκριες θα φροντίσει να ξεκουραστεί, και ποτέ, ποτέ πια δε θα χορέψει μ' άλλον άντρα, μόνο μαζί του, και μόνο λατινοαμερικάνικα, και πώς τα περνάει εκεί που είναι; Είχε τακτοποιηθεί, όλα εντάξει, κι αφού του απαγόρευε να μιλήσει γι' αγάπη, ήθελε απλώς να της πει ότι τη συμπαθεί πάρα μα πάρα πολύ, και μια μέρα -ακόμα δεν ξέρει πότε, μπορεί σε μήνες, ή και σ' ένα δυο χρόνια, θα την πάρει να φύγουν, αλλά δεν ξέρει για πού. Και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως ψιλοκουβεντιάζουν στο τηλέφωνο δυο άνθρωποι που αισθάνονται μεγάλη τρυφερότητα ο ένας για τον άλλο, χωρίς το παραμικρό υπονοούμενο που να παραπέμπει σε στενότερες επαφές [...].
Δεν πρέπει ωστόσο ν' αποκρύψουμε πως την Μπλουμ την περίμεναν και άλλοι τρόμοι, και πρώτα πρώτα το γραμματοκιβώτιό της, που ως τώρα είχε παίξει ασήμαντο ρόλο στη ζωή της, αλλά το κοιτούσε κάθε μέρα, καλού κακού, "αφού έτσι κάνει όλος ο κόσμος". Εκείνη την Παρασκευή το πρωί το γραμματοκιβώτιο ήταν ξέχειλο, αλλά δεν της επιφύλασσε ούτε μία ωραία έκπληξη.
-----
Ναι, ναι, και βέβαια: η αντρική του καρδιά είχε σκιρτήσει, τ' ομολογούσε, το παραδεχόταν, για την Κατερίνα ένιωθε κάτι παραπάνω από απλή συμπάθεια, αλλά κι η Τρούντε πρέπει να ξέρει πως για τον καθένα, κι όχι μόνο για τους άντρες, έρχεται μια στιγμή που θέλουν να πάρουν κάποιον στην αγκαλιά τους, έτσι, απλά, ίσως και κάτι παραπάνω -αλλά την Κατερίνα, ποτέ, η Κατερίνα έχει κάτι που δε θα του επέτρεπε να γίνει σαν τους κυρίους επισκέπτες, ποτέ μα ποτέ, κι αν κάτι τον εμπόδιζε, και μάλιστα του απαγόρευε να γίνει επισκέπτης, που του απαγόρευε ακόμα και να το διανοηθεί, δεν ήταν -και ελπίζει να τον καταλάβει- ο σεβασμός κι η στοργή του γι' αυτήν, για την Τρούντε, αλλά ο σεβασμός για την Κατερίνα, ή πιο καλά: το δέος του, και κάτι παραπάνω, ένα δέος γεμάτο αγάπη, το δέος για την αθωότητά της που -να πάρει η οργή!- είναι κάτι παραπάνω από αθωότητα, αλλά δε βρίσκει λόγια να το εκφράσει. Είναι η υπέροχη ψυχρότητα της Κατερίνας, υπέροχη κι εγκάρδια, και παρόλο που την περνάει δεκαπέντε χρόνια, κι ένας Θεός ξέρει πώς τα κατάφερε κι αυτός να πετύχει κάτι στη ζωή του, μα έτσι όπως τη βλέπει να σχεδιάζει, να οργανώνει και να ξαναφτιάχνει τη διαλυμένη της ζωή, δεν του επιτρέπεται, και ποτέ δεν του πέρασε απ' το νου τέτοια σκέψη, γιατί φοβόταν μην καταστρέψει την Κατερίνα και τη ζωή της, γιατί ήταν τόσο εύθραυστη, τόσο εύθραυστη, να πάρει η οργή, κι αν αποδειχτεί πως πράγματι ο επισκέπτης ήταν ο Άλοϊς, τότε το δηλώνει ορθά κοφτά, "θα του σπάσει τα μούτρα".
-----
Κατ' αρχήν, ο πάστορας του επιβεβαίωσε όσα είπε, διευκρινίζοντας πως Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ είχε παραθέσει αυτούσια τα λόγια του, με το νι και με το σίγμα -αλλά δεν μπόρεσε ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του, μήτε και το θέλησε εξάλλου, και είπε πως ήταν περιττό, γιατί ο ίδιος βασιζόταν πάντα στην όσφρησή του, κι απλώς το 'χε μυριστεί ότι ο Μπλουμ ήταν κομμουνιστής. Δε θέλησε όμως να πει περισσότερα για την όσφρησή του, κι όταν ο Μπλόρνα του ζήτησε εξηγήσεις, και τον ρώτησε συγκεκριμένα πώς μυρίζει ο κομμουνιστής, σα να λέμε, τι λογής μυρωδιά βγάζει, ο πάστορας -δυστυχώς, πρέπει να το αναφέρουμε- του φέρθηκε πολύ απότομα, και τον ρώτησε με τη σειρά του αν είναι καθολικός, κι όταν ο Μπλόρνα του απάντησε ναι, ο πάστορας του υπενθύμισε το Χρέος της Υπακοής, κι ο Μπλόρνα δεν κατάλαβε τίποτα. Φυσικά, και όλες οι επόμενες έρευνές του σκόνταψαν σε δυσκολίες, γιατί οι Μπλουμ δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί: άκουσε πολλά κακά για τη νεκρή μητέρα της Κατερίνας, που είχε πράγματι αδειάσει ένα μπουκάλι κρασί της Θείας Ευχαριστίας μέσα στο ιεροφυλάκιο, παρέα με τον νεωκόρο, που εντωμεταξύ είχε απολυθεί, άκουσε και για τον αδερφό της Κατερίνας, που ήταν πληγή για όλη την περιοχή, αλλά η μόνη φράση που πρόδιδε τον κομμουνισμό του πατέρα Μπλουμ ήταν μια κουβέντα που είχε πει το 1949 στο συχωριανό του τον Σόυμελ, καθώς τα 'πιναν σε μια απ' τις εφτά ταβέρνες του χωριού, και συγκεκριμένα η εξής: "Υπάρχουν και χειρότερα απ' τον σοσιαλισμό!" Ο Μπλόρνα δεν κατάφερε ν' αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες, και το μόνο κέρδος του, όταν τέλειωσαν οι άκαρπες έρευνές του στο χωριό, ήταν να χαρακτηριστεί κομμουνιστής -ευτυχώς, χωρίς προπηλακισμούς- πράγμα που τον πόνεσε πολύ, γιατί ο χαρακτηρισμός προερχόταν από ένα πρόσωπο που ως εκείνη τη στιγμή τον είχε βοηθήσει αρκετά, και μάλιστα του είχε δείξει κάποια συμπάθεια: την Έλμα Τσουμπρίνγκερ, συνταξιούχο δημοδιδασκάλισσα, που καθώς τον αποχαιρετούσε, γέλασε πειραχτικά, του 'κλεισε το μάτι, και είπε: "Γιατί δεν το λέτε καθαρά πως είσαστε κι εσείς δικός τους -και πρώτη απ' όλους η γυναίκας σας;"
-----
[...] η ακεραιότητα, συνδυασμένη μάλιστα με την οργανωτική ευφυΐα, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτη -ούτε στις φυλακές, ούτε καν από τη διοίκηση των φυλακών.

Heinrich Böll, Η Χαμένη Τιμή Της Κατερίνας Μπλουμ, μετάφραση Χάρη Γιαννόπουλου, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007 (πρώτη έκδοση 1974)

* Φωτογραφία από εδώ.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Για χιλιοστή φορά

Τα μπλογκ (υποτίθεται ότι) είναι διαδικτυακά ημερολόγια· αυτή τη λειτουργία πρωτίστως υπηρετεί και το παρόν, πάντα με την ελπίδα ότι τα περιεχόμενά του μπορεί να αφορούν και άλλους.

Το άνοιξα, νομίζω, αρχές του 2007 -άρα φέτος θα κλείσει τα 15 του-, και έκανα την πρώτη ανάρτηση τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς. Η παρούσα είναι η χιλιοστή. Με πρόχειρα μαθηματικά, έκανα κατά μέσο όρο 66 αναρτήσεις ανά έτος, 5 ανά μήνα. Η πραγματική εικόνα, βέβαια, είναι αρκετά διαφορετική -είναι η πρώτη φορά που την παρατηρώ: ελάχιστες αναρτήσεις το '07, εξαπλάσιες το '08, διπλάσιες των τελευταίων την επόμενη χρονιά... Υπήρξε μια κορύφωση την τριετία 2014-2016, με άνω των 100 ανά χρονιά, και από εκεί και κάτω επήλθε μια σταδιακή μείωση, και επιστροφή στα μικρά νούμερα του ξεκινήματος. Εν ολίγοις, η μέχρι στιγμής συχνότητα αναρτήσεων ανά ημερολογιακό έτος έχει ακολουθήσει την γκαουσιανή καμπύλη. Για του λόγου το αληθές, σκρολάρετε προς τα κάτω και δείτε το στοιχείο "Αρχειοθήκη ιστολογίου", στα δεξιά.

Δεν το έχω ψάξει βαθύτερα, νομίζω, όμως, ότι όλοι αυτοί οι αριθμοί δεν λένε ακριβώς την αλήθεια. Κι αυτό γιατί εδώ δεν ποστάρω μόνο νέα κείμενα, αλλά προσπαθώ να συγκεντρώνω και όσα έγραψα -και γράφω- αλλού: στον Ορφέα, στο Mix Grill, στο Avopolis, στο MiC... Έτσι, οι πολλές αναρτήσεις είχαν να κάνουν με γνωστοποιήσεις και λινκ, και όχι με ορίτζιναλ περιεχόμενο. Κάτι μου λέει, δηλαδή, ότι η παρουσία μου εδώ υπήρξε πιο σταθερή απ' όσο υπονοούν τα στατιστικά στοιχεία.

Μίλαγα πριν μερικούς μήνες στο τηλέφωνο με τον αγαπημένο φίλο και συνεργάτη Χάρη Συμβουλίδη (εδώ το δικό του, εξαιρετικό μπλογκ), και του έλεγα ότι προσπαθούσα να διαβάσω για να δώσω κάποια λίγα μαθήματα που χρωστούσα για το δεύτερο πτυχίο μου. Μου είπε μπράβο που δεν τα παρατάω, κι ότι αυτή είναι μια πολύ μέταλ στάση, την οποία εκτιμά. Εγώ σχέση ιδιαίτερη με το μέταλ δεν έχω, αλλά η παρατήρηση του φίλου μου με χαροποίησε, και με έκανε να προσέξω κάποια στοιχεία που ήξερα ότι με χαρακτηρίζουν, αλλά δεν τα υπολόγιζα τόσο: την πίστη και την επιμονή.

Δεν τα παρατάει, λοιπόν, το δέντρο μοναχό. Θα συνεχίσει να ξεφουρνίζει ημερολογιακές καταγραφές στο ψηφιακό σύμπαν, αγαπώντας πάντα με πάθος τη μουσική, τη λογοτεχνία, το σινεμά... Και ό,τι ήθελε προκύψει.

* Η παρούσα ανάρτηση, και η ένδειξη στο κοντέρ που γράφει 319.279 επισκέψεις, αφιερώνονται στον άλλο αγαπημένο μου άνθρωπο, τον Χρήστο Χριστοδούλου, που με μύησε στον κόσμο των μπλογκ. Ελπίζω κάποια μέρα να ξανανοίξει το δικό του.

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Υπογραμμίσεις XXXIV: Bruce Chatwin

Καμιά φορά το να αφεθείς στην τύχη και την παρόρμηση μπορεί να σου βγει σε καλό. Δύσκολα θα επέλεγα το βιβλίο κάποιου που έχει χαρακτηριστεί ως "ταξιδιωτικός συγγραφέας" αν δεν βιαζόμουν· αν δεν έψαχνα κάτι μικρό να αρπάξω από τη βιβλιοθήκη φεύγοντας από το σπίτι.

Κι όμως, ο Bruce Chatwin (1940-1989), σε τούτο το ευσύνοπτο πόνημά του, καταθέτει μια σπιρτόζα ματιά, μια γεμάτη χιούμορ, ειρωνεία και διορατικότητα αφήγηση, μια παιγνιώδη διάθεση που γουστάρει το υπονοούμενο και τις επαμφοτερίζουσες διατυπώσεις.

Η έκδοση που έχω, από μια σειρά μυθιστορημάτων που κυκλοφόρησε η εφημερίδα Το Βήμα πριν μια δεκαπενταετία προς 5 ευρώ έκαστο, είναι ο ορισμός του απαράδεκτου, καθώς είναι γεμάτη από τυπογραφικά και ορθογραφικά λάθη· καμιά από τις λέξεις που δικαιούνταν δύο τόνους δεν τους πήρε τελικά... Η μετάφραση όμως είναι καλή, και το βιβλίο κυλάει νεράκι.

Πρέπει να είσαι μεγάλος μάστορας ώστε να κρατήσεις αμείωτο το ενδιαφέρον, αφηγούμενος τη ζωή ενός ψευτο-βαρώνου της Πράγας, που είχε κόλλημα με τις πορσελάνινες φιγούρες. Ακριβώς τέτοιος (φαίνεται πως) υπήρξε ο Chatwin στη σύντομη ζωή του.

[...] η Μάρτα κι ο Όρλικ κάθισαν μόνοι τους, δίπλα δίπλα, και παράγγειλαν στον ατημέλητο σερβιτόρο καπνιστό χοιρινό, κρέπες με τυρί και κρασί.

Στην άλλη άκρη του τραπεζιού, στεκόταν μια τεράστια βαλσαμωμένη αρκούδα, στηριγμένη στα πίσω πόδια, με το στόμα ορθάνοιχτο και τα μπροστινά πόδια τεντωμένα -που την είχε τοποθετήσει εκεί κάποιος που προφανώς διέθετε χιούμορ για να υπενθυμίζει στην πελατεία τον αδερφικό προστάτη της χώρας τους. Στη βάση, μια μπρούντζινη επιγραφή πληροφορούσε ότι την είχε σκοτώσει ένας βοημός βαρόνος, όχι στα όρη Τάρτρα ούτε και στα Καρπάθια, αλλά στο Γιούκον του Καναδά, το 1926. Η αρκούδα ήταν γκρίζλι.

Μετά από κάνα δυο ποτήρια τοκάι, η Μάρτα είχε εμφανώς σταματήσει να κλαίει το νεκρό εργοδότη της. Μετά τα τέσσερα ποτήρια, με ένα ειρωνικό χαμόγελο στο στόμα, φώναζε δυνατά: "Στην υγειά της Αρκούδας!... Στην υγειά της Αρκούδας!"
-----
Μου απάντησε πως η Πράγα εξακολουθούσε να είναι η πιο μυστηριώδης ευρωπαϊκή πόλη, όπου το υπερφυσικό αποτελούσε πάντα πιθανό ενδεχόμενο. Η ροπή των Τσέχων "να υποτάσσονται" σε ανώτερες δυνάμεις δεν αποτελούσε αναγκαστικά αδυναμία. Μάλλον η μεταφυσική άποψη που είχαν για τη ζωή τους ωθούσε να βλέπουν την επιβολή της δύναμης ως κάτι το εφήμερο.

"Θα μπορούσα βέβαια να σε στείλω σ' ένα σωρό διανοούμενους. Ποιητές, ζωγράφους, σκηνοθέτες του κινηματογράφου", είπε. Με την προϋπόθεση πως θα μπορούσα να αντιμετωπίσω ατέλειωτα κλαυθμυρίσματα για το ρόλο του καλλιτέχνη στα απολυταρχικά καθεστώτα ή αν επιθυμούσα να πάω σε κάποιο πάρτυ που θα κατέληγε σε παρτούζα.

Διαμαρτυρήθηκα. Δεν νόμιζε πως υπερβάλλει;

"Όχι", είπε κουνώντας το κεφάλι. "Δεν νομίζω".

Θα ήταν ο τελευταίος που θα κακολογούσε κάποιον που κινδυνεύει να πάει καταναγκαστικά έργα γιατί δημοσίευσε ένα ποίημα σε ξένη εφημερίδα. Αλλά, κατά την άποψή του, οι πραγματικοί ήρωες αυτής της αφόρητης κατάστασης ήταν άνθρωποι που δεν έβγαζαν άχνα εναντίον του Κόμματος ή του Καθεστώτος -και εντούτοις έμοιαζαν να έχουν κλεισμένο μέσα στο μυαλό τους ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό.

"Η σιωπή τους αποτελεί τελεσίδικη ύβρη κατά του Καθεστώτος, γιατί κάνουν σαν να μην υπάρχει".

Πού αλλού θα έβρισκε κανείς, όπως είχε βρει εκείνος, έναν εισπράκτορα του τραμ που να είναι βαθύς γνώστης του Ελισαβετιανού Θεάτρου; Ή έναν οδοκαθαριστή που να έχει γράψει φιλοσοφικά σχόλια στα Αποσπάσματα του Αναξίμανδρου;

Τελειώνοντας, παρατήρησε πως το όραμα του Μαρξ για μια εποχή ατέλειωτης αργίας, είχε, κατά κάποιο τρόπο, βγει αληθινό. Το Καθεστώς, στην προσπάθειά του να σβήσει κάθε "ίχνος ατομικισμού", προσέφερε στο νοήμον άτομο απεριόριστο χρόνο να ονειρευτεί τις ιδιωτικές και αιρετικές του σκέψεις.
-----
"Το αντικείμενο που βρίσκεται στη βιτρίνα ενός μουσείου [...] είναι αναγκασμένο να υφίσταται την αφύσικη κατάσταση του ζώου που ζει σε ζωολογικό κήπο. Σε οποιοδήποτε μουσείο το αντικείμενο πεθαίνει -από έλλειψη αέρα κι από τα βλέμματα του κοινού- ενώ η ιδιόκτητη συλλογή παρέχει στον ιδιοκτήτη το δικαίωμα και την ανάγκη της αφής. Όπως το μικρό παιδί απλώνει το χέρι να πιάσει το αντικείμενο που ονοματίζει, έτσι και ο ένθερμος συλλέκτης, με βλέμμα που βρίσκεται σε αρμονία με την αφή, αποκαθιστά στο αντικείμενο το ζωοδοτικό άγγιγμα του κατασκευαστή του. Ο εχθρός του συλλέκτη είναι ο έφορος μουσείων. Σε ιδανικές συνθήκες, θα έπρεπε τα μουσεία να λεηλατούνται κάθε πενήντα χρόνια κι οι συλλογές τους να κυκλοφορούν ελεύθερα..."
-----
Πολιτικά, ο Ουτς ήταν ουδέτερος. Υπήρχε μια άτολμη πλευρά στο χαρακτήρα του που τον έκανε να ανέχεται όλες τις ιδεολογίες, φτάνει να τον άφηναν στην ησυχία του. Υπήρχε και μια ξεροκέφαλη πλευρά που τον έκανε να μην ανέχεται τις φοβέρες. Απεχθανόταν τη βία, αλλά χαιρόταν με τις θεομηνίες που γέμιζαν την αγορά με καινούρια έργα τέχνης. "Οι πόλεμοι, τα πογκρόμ και οι επαναστάσεις", συνήθιζε να λέει, "αποτελούν εξαιρετικές ευκαιρίες για τον συλλέκτη".
-----
Ως πολίτης του Ράιχ δέχτηκε την προσάρτηση της Σουδητίας, αν και χωρίς ενθουσιασμό. Ωστόσο, η κατοχή της Πράγας τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι ο Χίτλερ σύντομα θα εξαπέλυε πόλεμο κατά της Ευρώπης. Συνειδητοποίησε ακόμα, με βάση την αρχή ότι οι εισβολείς πάντοτε την παθαίνουν, πως η Γερμανία στο τέλος θα έχανε.
-----
Η Επανάσταση, βέβαια, όριζε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, χωρίς ποτέ να προσδιορίζει τα λεπτά όρια ανάμεσα στην ιδιοκτησία (που ήταν βλαβερή για την κοινωνία) και τα αγαθά οικιακής χρήσεως (που δεν ήταν). Ο πίνακας ενός μεγάλου ζωγράφου θα μπορούσε να καταταχθεί στον εθνικό πλούτο, και να δημευτεί -και υπήρχαν οικογένειες στην Πράγα που φύλαγαν τους Ματίς και τους Πικάσο τους τυλιγμένους μέσα στα δοκάρια του ματώματος. Αλλά η πορσελάνη; Την πορσελάνη μπορούσε κάλλιστα να την κατατάξει κανείς στα πιατικά του σπιτιού. Επομένως, εφόσον δεν έβγαινε λαθραία από τη χώρα, θεωρητικά δεν είχε καμιάν αξία. Αν άρχιζαν να κάνουν κατάσχεση σε πήλινα αγαλματάκια, η ιστορία θα μπορούσε να καταντήσει εφιάλτης για τις διοικητικές υπηρεσίες:

"Φαντάσου να αρχίσεις να κάνεις κατάσχεση στα άπειρα γύψινα αγαλματάκια του Λένιν..."
-----
Ο κατάλογος ήταν πολύγλωσσος: στα τσέχικα, τα ρώσικα, τα γερμανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά. Αλλά ο συντάκτης της αγγλικής σελίδας είχε κάνει λάθος, κι αντί για "carp" (κυπρίνος) είχε γράψει "crap" (σκατά). Με την επικεφαλίδα ΣΚΑΤΑ, ο κατάλογος περιλάμβανε "Σκατά σούπα με πάπρικα", "Σκατά γεμιστά", "Σκατά με μπύρα", "Σκατά τηγανιτά", "Σκατά κεφτεδάκια", "Σκατά a la juive"...
-----
Ομολόγησε πως τον είχε μαγέψει η ζωτικότητα της μύγας. Ήταν του συρμού στους συναδέλφους του εντομολόγους -και ιδίως στα μέλη του Κόμματος- να επικροτούν τη συμπεριφορά των κοινωνικών εντόμων: του μυρμηγκιού, της μέλισσας, της σφήκας και άλλων ειδών των Υμενοπτέρων, τα οποία οργανώνονται σε πειθαρχημένες κοινωνίες.

"Η μύγα όμως", είπε ο Όρλικ, "είναι αναρχική".

"Σσστ! έκανε ο Ουτς. "Μη λες αυτή τη λέξη!"

"Ποια λέξη;"

"Αυτή τη λέξη".

"Ναι! Ναι!", ο Όρλικ ανέβασε τη φωνή μια οκτάβα πιο πάνω. "Θα τη λέω. Η μύγα είναι αναρχική. Έχει ανεξάρτητο χαρακτήρα. Η μύγα είναι ένας Δον Ζουάν".

Τα τέσσερα παχιά μέλη του Κόμματος, προς τα οποία απευθυνόταν αυτό το ξέσπασμα, ήταν πάρα πολύ απασχολημένα για να πάρουν χαμπάρι: ξερογλείφονταν περιμένοντας να φάνε και τη δεύτερη πέστροφα που τους καθάριζε εκείνη τη στιγμή ο σερβιτόρος βγάζοντας από το ψάρι τη ραχοκοκαλιά και το μπλε του δέρμα.

"Δεν ανήκω στο Λαό", είπε ο Όρλικ. "Έχω αριστοκρατικό αίμα".
-----
"Ο τυραννισμένος γίγαντας", πρόσθεσε χωρίς πεποίθηση, "είναι το έμβλημα του κατατρεγμένου λαού μας".

Παρατήρησα αστειευόμενος πως η αγάπη για τους γίγαντες αποτελεί συνήθως σύμπτωμα παρακμής: η εποχή εκείνη που έχει κάνει ιδανικό της τον Ηρακλή Φαρνέζε είναι σίγουρο ότι θα έχει κακό τέλος.

Ο Ουτς μου ανταπάντησε με την ιστορία του Φρειδερίκου Γουλιέλμου της Πρωσίας, ο οποίος είχε κάνει κάποτε συλλογή πραγματικών γιγάντων -σχεδόν διανοητικά καθυστερημένοι οι περισσότεροι- για να πυκνώσει τις τάξεις των Γρεναδιέρων του Πότσνταμ.
-----
Όλοι αυτοί οι μύθοι άφηναν τελικά να εννοηθεί ότι ο κατασκευαστής του γκόλεμ έχει γίνει γνώστης των απόκρυφων μυστικών: αλλά, με τον τρόπο αυτό, παραβιάζει το Θείο Νόμο. Μια μορφή κατασκευασμένη από τον άνθρωπο αποτελεί βλασφημία. Το γκόλεμ, και μόνο με την παρουσία του, εξέπεμπε μια προειδοποίηση κατά της ειδωλολατρίας -και εκλιπαρούσε επίμονα να το καταστρέψουν.

"Θα λέγατε λοιπόν", ρώτησα, "πως η συλλογή έργων τέχνης αποτελεί ειδωλολατρική πράξη;"

"Ja! Ja!", έκανε χτυπώντας το στήθος του. "Και βέβαια! Και βέβαια! Γι' αυτό ακριβώς εμείς οι Εβραίοι... και σ' αυτό το ζήτημα θεωρώ τον εαυτό μου Εβραίο... είμαστε τόσο καλοί σ' αυτό! Γιατί είναι απαγορευμένο...! Γιατί είναι αμαρτία...! Γιατί είναι επικίνδυνο...!"
-----
Εκείνη άρχισε να αδειάζει το καλάθι της κι ο Ουτς άρχισε να σκέφτεται το πράγμα διαφορετικά. Ζαλιζόταν από την πείνα. Μήπως την είχε παρεξηγήσει;  Ίσως να του προσέφερε κάτι.

Είχε ετοιμάσει ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης για όταν θα 'ρχόταν η ώρα. Κι ύστερα, σαν σκύλος δίπλα στο τραπέζι του αφέντη του, την παρακολούθησε να καταβροχθίζει δυο σφιχτά αυγά, ένα σνίτσελ, ένα σάντουιτς με ζαμπόν, μισό κρύο κοτόπουλο και μερικές φέτες λουκάνικο με σκόρδο. Τα βοήθησε να κατέβουν κάτω όλ' αυτά μ' ένα μπουκάλι μπύρα, πλατάγισε τα χείλη της και συνέχισε, αφηρημένη, να χώνει ανάμεσά τους φέτες μαύρο ψωμί.
-----
[...] αναλογίστηκε την παράλογη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Να τος κι αυτός, ένας ακόμα μεσήλικας, κεντροευρωπαίος πρόσφυγασ που περιφερόταν ανερμάτιστος μέσα σ' έναν εχθρικό κόσμο. Και το χειρότερο, ο πιο άχρηστος απ' όλους τους πρόσφυγες, ένας εστέτ!
-----
Κοίταξε πάλι, γεμάτος ζήλεια, τους ανθρώπους που έκαναν πικνίκ στην απέναντι όχθη. Μια νεαρή μητέρα έτρεξε να σώσει το παιδί της, που είχε μπουσουλίσει ως την άκρη της ποταμιάς. Θα του άρεσε να ήταν μαζί τους: να μοιραστεί τις χοντροφτιαγμένες σπιτικές πίτες τους που σίγουρα θα είχαν κάποια γεύση! Ή μήπως είχε χάσει τη γεύση του;

Ο λογαριασμός ήταν μεγαλύτερος απ' ό,τι περίμενε. Έφυγε κακοδιάθετος. Ένιωθε φουσκωμένος, και λίγο ζαλισμένος.

Και είχε καταλήξει σ' ένα θλιβερό συμπέρασμα: ότι η τρυφηλή ζωή είναι τρυφηλή μόνο κάτω από αντίξοες συνθήκες.
-----
Όσο πιο πολύ εξέταζε τα διάφορα ενδεχόμενα, τόσο πιο καθαρή του φαινόταν η λύση. Όχι πως θα 'ταν ευτυχισμένος στην Τσεχοσλοβακία. Θα τον παρενοχλούσαν, θα τον απειλούσαν, θα τον προσέβαλλαν. Θα 'πρεπε να σουρθεί σαν το σκουλήκι. Θα 'πρεπε να συμφωνεί με κάθε τους λέξη. Θα μιλούσε με τον ασυνάρτητο, ασύντακτο ρητορικό τρόπο που χρησιμοποιούσαν εκείνοι. Θα μάθαινε "να ζει μέσα στο ψέμα".

Η Πράγα όμως ήταν μια πόλη που ταίριαζε στη μελαγχολική του ψυχοσύνθεση. Το μόνο που μπορούσε να επιθυμήσει κανείς σε τέτοιους καιρούς ήταν μια κατάσταση ήσυχης μελαγχολίας! Και για πρώτη φορά ένιωσε, χωρίς ιδιαίτερη προθυμία, κάποιο θαυμασμό για τους Τσέχους συμπατριώτες του: όχι για την απόφασή τους να ψηφίσουν μαρξιστική κυβέρνηση... Και οι βλάκες το 'χαν καταλάβει πια πως μαρξισμός ήταν μια φιλοσοφία όλο ελιγμούς! Εκείνο που θαύμαζε ήταν η λιτότητα της επιλογής τους.
-----
Όλοι στην αγορά γελούσαν, παζάρευαν, έδιναν, έπαιρναν, αποδεικνύοντας πέρα από κάθε αμφιβολία, ό,τι και να 'λεγαν οι ζηλωτές του συστήματος, πως το εμπόριο ήταν από τις πιο φυσικές και ευχάριστες απολαύσεις της ζωής, που δεν μπορούσε κανείς να την καταργήσει όπως δεν μπορούσε να καταργήσει και τον έρωτα...
-----
Κοίταξε εξεταστικά το πεισματάρικο μικρό του στόμα, και είπε, "Όχι!"

Δεν θ' ακολουθούσε κι αυτός το ρεύμα της προσφυγιάς. Δεν θα καθόταν να παραπονιέται μέσα σε νοικιασμένα δωμάτια. Ήξερες πως όσο ολέθρια ήταν η κομμουνιστική ρητορεία, άλλο τόσο ήταν και η αντικομμουνιστική. Δεν θα εγκατέλειπε την πατρίδα του. Δεν θα τους έκανε τη χάρη!
-----
Γύρω στα τέλη του Απρίλη, η δυσφορία του για το καθεστώς έφτανε σε σημείο βρασμού: για την ανικανότητά του, και τίποτα περισσότερο -το θεωρούσε κοινοτοπία να παραπονιέται για την κολεκτιβοποίηση.
-----
Στο γνωστό γαλάζιο δωμάτιο, ο δόκτωρ Φραγκφούρτερ ξετύλιξε το αντικείμενο από τα αλλεπάλληλα χαρτιά μέσα στα οποία ήταν τυλιγμένο, και το ακούμπησε στην κομόντ, με το σεβασμό ιερέα που επιδεικνύει το Άγιο Δισκοπότηρο. Ο Ουτς με το ζόρι κρατήθηκε να μη συγκρίνει τη μαργαριταρένια του λάμψη με την τραχιά επιδερμίδα του εμπόρου. Έτσι ήταν όμως η ζωή! Οι ασχημότεροι άνθρωποι αγαπούσαν τα ωραιότερα πράγματα.
-----
Ο Λάιμπνιτς -που είχε την πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος που υπάρχει- πίστευε ότι η πορσελάνη είναι το καλύτερο υλικό του κόσμου τούτου.
-----
Το έβρισκε ανόητο να προβάλλουμε σε παλαιότερες εποχές τις υλιστικές ανησυχίες της δικής μας εποχής. Η αλχημεία, με εξαίρεση τους πιο κοινούς εφαρμοστές της, δεν υπήρξε ποτέ μια τεχνική για τον αέναο πολλαπλασιασμό του πλούτου. Ήταν μυστικιστική άσκηση. Η αναζήτηση του χρυσού και η αναζήτηση της πορσελάνης αποτελούσαν τις δυο όψεις του ενός και μοναδικού νομίσματος: την ανακάλυψη της ουσίας της αθανασίας.
-----
Οι κινέζοι αλχημιστές [...] δίδασκαν πως ο χρυσός είναι "το σώμα των θεών". Οι Χριστιανοί, με τη μανία τους να απλουστεύουν τα πάντα, τον εξομοίωσαν με το Σώμα του Χριστού: την τέλεια, αναλλοίωτη ουσία, ένα ελιξίριο που μπορούσε να σε τραβήξει από τα Σαγόνια του Θανάτου.
-----
Τα αντικείμενα [...] είναι ανθεκτικότερα απ' τους ανθρώπους. Τα αντικείμενα είναι ο αναλλοίωτος καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας να αποσυντίθεται. Τίποτε δεν σε γερνάει περισσότερο από μια συλλογή έργων τέχνης.
-----
Και καθώς ο Ουτς στριφογύριζε το αγαλματάκι στο φως του κεριού, συνειδητοποίησα πως είχα κάνει λάθος στην εκτίμησή μου γι' αυτόν. Συνειδητοποίησα ότι χόρευε κι ο ίδιος. Ότι, γι' αυτόν, ο πραγματικός κόσμος ήταν αυτός εδώ ο κόσμος με τα πορσελάνινα ανθρωπάκια. Κι ότι, δίπλα σ' αυτά, η Γκεστάπο, η Μυστική Αστυνομία, κι άλλοι τέτοιοι χούλιγκανς ήταν απλοί τενεκέδες. Και τα γεγονότα αυτού του ζοφερού αιώνα -οι βομβαρδισμοί, οι "Blitzkrieg", τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, οι εκκαθαρίσεις- αποτελούσαν για κείνον, μακρινούς ενοχλητικούς θορύβους.
-----
[...] πάντοτε η ιστορία μάς δείχνει το μέλλον, και είναι πάντα γεμάτη καπρίτσια και εκπλήξεις. Το μέλλον, αυτό καθαυτό, είναι νεκρή περιοχή γιατί προς το παρόν δεν υπάρχει.
-----
Οι Τυρρανίδες στήνουν από μόνες τους το θάλαμο της αντήχησής τους. Έναν κενό χώρο όπου συγκεχυμένα σήματα βουίζουν άσκοπα. Όπου κάποιος ψίθυρος ή υπαινιγμός προκαλεί τον πανικό: και έτσι, τελικά, ο μηχανισμός της καταστολής το πιθανότερο είναι να διαλυθεί, όχι με πόλεμο ούτε μ' επανάσταση, αλλά από έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, ή τη φωνή των φύλλων που πέφτουν...
-----
Όταν κανείς αναπλάθει μια ιστορία, όσο πιο άγριο είναι το κυνηγητό, τόσο πιθανότερο είναι να οδηγήσει σε κάποιο αποτέλεσμα.
-----
Ή μήπως επρόκειτο για περίπτωση εικονοκλασίας; Μήπως, παράλληλα με την τάση να λατρεύουμε τις εικόνες -πράγμα που ο Μπωντλαίρ αποκαλούσε "μοναδικό μου, πρωτόγονό μου πάθος"- υπάρχει και μια αντίρροπη τάση να τις κάνουμε θρύψαλα; Μήπως οι εικόνες, πράγματι, απαιτούν από μόνες τους την καταστροφή τους;

Bruce Chatwin, Ουτς, μετάφραση Τερέζας Βεκιαρέλη, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007 (πρώτη έκδοση 1988)

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXVIII

Ιδού ακόμη πέντε συμμετοχές καλλιτεχνών, που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10, την οποία επιμελούμαι στο Mix Grill από το 2009. Εδώ βρισκόμαστε στους πρώτους μήνες του 2016.





Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXIII: Stephen King (XI)

Η ιδέα μου να διαβάζω τα βιβλία του Stephen King με τη σειρά που εκδόθηκαν έμοιαζε καλή, και την ακολούθησα για κάποιον καιρό. Διαπίστωσα, όμως, ότι έτσι, και εξαιτίας του ότι ο χρόνος μου για διάβασμα είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος, θα κατέληγα να ασχοληθώ με μεγάλη καθυστέρηση με τα τρέχοντα πονήματά του, τα οποία συνεχίζει να εκτοξεύει κατά πάνω μας με τρελούς ρυθμούς. Καλό είναι να παίρνει κανείς μια αίσθηση της εξέλιξης του συγγραφέα, εξίσου καλό όμως είναι να διαβάζει και το κάθε έργο στον καιρό του. Εν ολίγοις, αποφάσισα να συνεχίσω με εμπρός-πίσω κινήσεις.

Το Αργότερα μού το αγόρασε η Σάντη, μια μέρα του περασμένου Δεκέμβρη που βρισκόμασταν μαζί στο βιβλιοπωλείο Διηνεκές της Σπάρτης, χωρίς εγώ να πάρω χαμπάρι (βοήθησε και ο αντιπερισπασμός που μου έκανε η Ελένη). Το άφησα στο ράφι για κάποιους μήνες, όμως καθώς η ανάγνωση του The Gospel According To The Beatles τράβαγε πολύ και επίπονα, και ενώ οι συζητήσεις με τον φίλο μου τον Χρήστο για τον αγαπημένο μας συγγραφέα μού άνοιγαν την όρεξη, αδημονούσα να το πιάσω στα χέρια μου. Οι 285 σελίδες του έφυγαν εντός δύο εικοσιτετραώρων -είναι οπωσδήποτε ένα από τα ρεκόρ μου. 

Το ότι τα βιβλία του Βασιλιά κυλάνε σαν γάργαρο νεράκι δεν είναι κανένα σπουδαίο νέο, βέβαια. Όμως τι "λέει" το Αργότερα ως λογοτέχνημα; Όχι και πάρα πολλά, φοβάμαι. Σίγουρα δεν είναι ένα κακό ή αδιάφορο βιβλίο -δεν έχει κυκλοφορήσει τέτοια ο King- ούτε όμως θα το έβαζα σε μια λίστα με τα καλύτερά του.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα ιστορία που έχει στο επίκεντρό της ένα παιδί. Είναι μάστερ τέτοιων ιστοριών ο συγγραφέας, και των συναφών θεμάτων της εφηβείας/ενηλικίωσης, της εκμετάλλευσης των ταλέντων τους από τους ενήλικες κλπ. Στο Αργότερα, βέβαια, η όλη υπόθεση εκτυλίσσεται πότε ως ιστορία τρόμου (με κάποιες παραπομπές στην Έκτη Αίσθηση του M. Night Shyamalan), πότε ως αστυνομικό νουάρ, και κάποτε ως θρίλερ -με την ευρεία έννοιά του όρου-, με μπόνους μια βαθιά ματιά στη σχέση του ήρωα, Τζέιμι Κόνκλιν, με τη μητέρα του. Υπάρχουν επίσης μπόλικες βωμολοχίες, χιούμορ, και κάποιες ανατροπές. Αυτές οι τελευταίες μοιάζουν κάπως... αβέβαιες πάντως -ειδικά εκείνη του τέλους. Υπάρχει, βεβαίως, και η απαραίτητη σύνδεση με το πολυσύμπαν του συγγραφέα, με πιο προφανή την αναφορά στην τελετουργία του Τσαντ, που πρωτομάθαμε διαβάζοντας Το Αυτό.

Εν κατακλείδι, το Αργότερα είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, που προτείνεται στους φίλους του Stephen King, αλλά όχι και σε εκείνους που θα έρθουν για πρώτη φορά σε επαφή με το σύμπαν του. Η μετάφραση είναι στρωτή -πέραν κάποιων μικρών ατελειών, που μάλλον πρέπει να αποδοθούν και στην... αμέλεια της επιμέλειας-, ενώ η κάπως άτεχνη γραφή της αρχής σταδιακά εξισορροπείται -πράγμα που αιτιολογείται κάποια στιγμή από τον αφηγητή.
Όταν είσαι μικρός και σου μιλάει η μαμά σου, συμφωνείς μαζί της σε όλα. Εκτός από τις φορές που λέει ότι είναι ώρα για ύπνο, εννοείται. Ή να φας όλο σου το μπρόκολο.
-----
Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που λένε ότι η ζωή δεν είναι παρά οι επιλογές μας και οι δρόμοι που ακολουθούμε, λένε μαλακίες.
-----
Όταν είναι πεθαμένοι, είναι αναγκασμένοι να σου πουν την αλήθεια. Στην ηλικία των έξι χρονών, αυτό δεν το γνώριζα· απλώς υπέθετα πως όλοι οι μεγάλοι λένε την αλήθεια, είτε ζωντανοί είτε πεθαμένοι. Φυσικά, τότε ακόμη πίστευα επίσης ότι η Χρυσομαλλούσα είναι αληθινό κορίτσι. Πιθανόν να με θεωρήσετε χαζό. Πάντως δεν πίστευα ότι οι τρεις αρκούδες μιλούσαν στ' αλήθεια.
-----
"Οι άνθρωποι πεθαίνουν παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά τους, Τζέιμι, και πάντα υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να μάθουν αυτά τα μυστικά. Δεν θέλω να σε τρομάξω, όμως μερικές φορές ο φόβος είναι ο μόνος τρόπος για να μάθει κανείς το μάθημά του."
-----
Έβαλα ξανά τα κλάματα. Η μητέρα μου με αγκάλιασε και με νανούρισε λικνίζοντάς με, ώσπου αποκοιμήθηκα. Πιστέψτε με, δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να έχεις μια μάνα κοντά σου, όταν σκέφτεσαι τρομακτικά πράγματα.
-----
[...] το ρητό που λέει ότι μόνο ένα μονοπάτι χωρίζει τον θάνατο από τη ζωή είναι περισσότερο αληθινό απ' όσο πιστεύουν οι περισσότεροι [...].
-----
[...] αν κάτι φαίνεται υπερβολικά καλό για να είναι αληθινό, πιθανώς δεν είναι αληθινό.
-----
"Ο χυλός δεν είναι φαγητό και η εκδίκηση δεν πληρώνει τους λογαριασμούς."
-----
Η μητέρα μου συνήθιζε να λέει ότι οι περισσότεροι συγγραφείς είναι παράξενοι σαν κουράδες που λάμπουν μες στο σκοτάδι, και ο κύριος Τόμας ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα.
-----
Θυμάστε που είπα ότι ήμασταν χαρακτήρες σε μυθιστόρημα του Ντίκενς, αλλά με αισχρόλογα; Ξέρετε για ποιο λόγο οι άνθρωποι διαβάζουν τέτοιου είδους βιβλία; Επειδή χαίρονται που οι γαμημένες συμφορές δεν τυχαίνουν σ' αυτούς.
-----
Μερικοί πεθαμένοι μπορούν να αισθανθούν αγάπη [...], μα σε γενικές γραμμές τα περισσότερα από τα υπόλοιπα συναισθήματα ξεχνιούνται μετά τον θάνατό τους. Ακόμα και η αγάπη εμένα δεν μου φάνηκε ποτέ ιδιαίτερα δυνατή. Λυπάμαι που το λέω, αλλά το μίσος παραμένει δυνατό και διαρκεί περισσότερο. Πιστεύω πως όταν οι άνθρωποι βλέπουν φαντάσματα (αντιθέτως, όχι πεθαμένους), αυτό οφείλεται στο ότι οι ίδιοι είναι μισητοί. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα φαντάσματα είναι τρομακτικά επειδή αυτοί είναι τρομακτικοί. 
-----
Οι μανάδες, αν είναι καλές, ξέρουν τι είναι αυτό που φοβίζει τα παιδιά. Ένας κριτικός ενδέχεται αυτό να το χαρακτηρίσει ρομαντική αυταπάτη, αλλά πιστεύω πως είναι αλήθεια.
-----
Οι μεγάλοι έχουν δύναμη, προπάντων όταν ικετεύουν [...].
-----
Πιστεύω πως μόνο η μητέρα σου έχει τη δύναμη να σε κάνει να νιώσεις χειρότερα κι από σκουπίδι.
-----
Ήμουν μόνος, και η μοναξιά είναι κάτι πολύ μοναχικό και πολύ τρομακτικό.
[...] όταν μεγαλώνεις, το χειρότερο είναι ότι δεν μπορείς πια να λες αυτά που θέλεις.
-----
Όταν κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, άκουσα από μέσα έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Και μια πορδή. Όχι ηχηρή σαν τρομπέτα -ακούστηκε πιο πολύ σαν όμποε.
-----
Τώρα είμαι είκοσι δύο ετών -σχεδόν είκοσι τριών, για να είμαι ακριβής- και ζω στη σφαίρα του αργότερα. Μπορώ να ψηφίζω, να οδηγώ, να αγοράζω αλκοόλ και τσιγάρα (σκοπεύω να κόψω το κάπνισμα σύντομα). Ξέρω ότι είμαι ακόμη πολύ νέος, και είμαι σίγουρος πως όταν θα ανακαλώ στη μνήμη αυτή την ηλικία, θα μένω έκπληκτος (όχι αηδιασμένος, ελπίζω) με το πόσο αφελής και αδαής ήμουν. Παρ' όλα αυτά, τα είκοσι δύο απέχουν πάρα πολύ από τα δεκατρία. Τώρα γνωρίζω περισσότερα, αλλά είμαι λιγότερο εύπιστος. Ο καθηγητής Μπέρκετ δεν θα κατόρθωνε να ασκήσει πάνω μου την ίδια μαγεία όπως τότε. Όχι ότι παραπονιέμαι!
-----
Εφόσον υπάρχει η ελεύθερη βούληση, τότε το κακό πρέπει να το προσκαλέσεις για να μπει.
-----
[...] όποιος νιώθει την ανάγκη να πει ότι δεν φοβάται, λέει ψέματα.
-----
Δεν είναι εύκολο να βάλεις στην άκρη τις πεποιθήσεις σου και πιστεύω ότι οι έξυπνοι άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ. Οι έξυπνοι άνθρωποι ξέρουν πολλά, και ίσως γι' αυτόν τον λόγο νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα.
-----
Ήμουν μεγαλύτερος, ψηλότερος, ίσως και λίγο σοφότερος, όμως παρέμενα ο ίδιος άνθρωπος. Αλλάζουμε και δεν αλλάζουμε. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Είναι μυστήριο.
-----
"Μάθαμε κάτι που, κατά πάσα πιθανότητα, δεν έπρεπε να το γνωρίζουμε. Ό,τι έγινε, έγινε. Όλοι έχουν μυστικά, Τζέιμι. Θα το διαπιστώσεις κι εσύ ο ίδιος με τα χρόνια."
-----
Θυμήθηκα τις φορές που, καθισμένη στα γόνατα, έπαιζε μαζί μου με τα αυτοκινητάκια Matchbox στο διαμέρισμά μας. Προσπάθησα να πω στον εαυτό μου ότι αυτό ανήκε σε μια άλλη ζωή, αλλά το κόλπο δεν έπιασε, γιατί δεν ήταν άλλη ζωή. Ήταν η δική μου ζωή.
-----
"[...] κανένα παιδί δεν ονειρεύτηκε ποτέ όταν μεγαλώσει να γίνει αλήτης, πρύτανης πανεπιστημίου ή διεφθαρμένος αστυνομικός. Ούτε ονειρεύτηκε να μαζεύει τα σκουπίδια της Κομητείας Γουεστσέστερ, το σημερινό επάγγελμα του γαμπρού μου."

Η Λιζ γέλασε, ωστόσο δεν κατάλαβα γιατί ήταν αστείο να είναι κανείς σκουπιδιάρης.
-----
Προσπέρασε άλλη μια διπλή νταλίκα, προσέχοντας να βγάλει φλας αριστερά και μετά ξανά δεξιά. Γνωρίζοντας πόση σκόνη είχε καταναλώσει, ένιωσα έκπληκτος. Ευγνώμων επίσης. Δεν ήθελα να είμαι μαζί της, αλλά, το σημαντικότερο, δεν ήθελα να πεθάνω μαζί της.
-----
Μπορείς να νικήσεις τον διάβολο μία φορά -χάρη στην προνοητικότητα, στη γενναιότητα, από καθαρή τύχη ή με όλα αυτά μαζί- αλλά όχι μια δεύτερη. Μονάχα οι άγιοι μπορούν να νικήσουν τον διάβολο δύο φορές, πιθανόν ούτε κι αυτοί.
-----
Μπορεί ένα παιδί που τραγουδάει θαυμάσια να προέρχεται από τελείως παράφωνους γονείς· ένας σπουδαίος συγγραφέας ενδέχεται να προέρχεται από αγράμματους γονείς. Μερικές φορές το ταλέντο πηγάζει από το πουθενά -εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον.

Stephen King, Αργότερα, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2021

*Φωτογραφία από εδώ.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXII: Stephen King (X)

Αν δεν με γελά η μνήμη μου, η Νυχτερινή Βάρδια, η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Stephen King (στην παλιά έκδοσή της, του 1992, από Το Κλειδί), είναι το πρώτο βιβλίο του που διάβασα. Κι είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αρχικά αντιστάθηκα σθεναρά σε αυτό. Βλέπετε, εκείνος που το πρότεινε επίμονα ήταν ο Κωστής Χριστοδούλου (aka Το Πράγμα), ο μικρότερος της παρέας, τον οποίο εμείς οι μεγάλοι βλέπαμε -κι αυτόν και τα γούστα του- αφ' υψηλού. Τελικά, όλοι ψηθήκαμε, όλοι διαβάσαμε, όλοι κολλήσαμε.

Σίγουρα, τότε, εκτός του ότι μαγεύτηκα, τρόμαξα κιόλας. Τρόμαξα άσχημα, σε βαθμό που έχω την εντύπωση ότι δεν το τελείωσα ποτέ το βιβλίο. Είχα από τότε κι εκείνο το κόλλημα ό,τι διαβάζω να μου ανήκει κιόλας, οπότε το επέστρεψα γρήγορα στον Κωστή. Γενικά, ο King με τρόμαζε πολύ -συνέβη με ό,τι δικό του διάβασα εκείνα τα χρόνια, στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, και λίγο αργότερα. Τώρα πια ο τρόμος έχει δώσει τη θέση του σε άλλες... παρενέργειες.

Δεν θα με παραξένευε αν κάποιος, κάποτε, ανακάλυπτε ότι ο Μεγάλος Αμερικανός Συγγραφέας είχε εξ αρχής κάποια άγνωστη πρόσβαση σε πραγματικά συμβάντα της αμερικανικής ενδοχώρας, κι ότι μάς πάσαρε έτοιμα πράγματα ως δικά του. Δεν θα έχανα δράμι από τον θαυμασμό και το δέος μου απέναντί του. Οι ιστορίες του είναι βαθιά... -πώς να το πω;- ανησυχητικές. Μοιάζει όντως να προσπαθεί να αφηγηθεί τα χειρότερα δυνατά ενδεχόμενα, ώστε να τα ξορκίσει. Ο ίδιος το έχει υποστηρίξει πολλάκις· και τον πιστεύω.

Στο εν λόγω βιβλίο -στη νέα του έκδοση από τον Κλειδάριθμο- επανήλθα Αύγουστο και Σεπτέμβριο του '21, στα πλαίσια του υπερφιλόδοξου (και εγκαταλελειμμένου πια -περισσότερα γι' αυτό προσεχώς) εγχειρήματός μου να συμπληρώνω τα κενά που έχω ως προς το έργο του με -κατά το δυνατό- χρονολογική σειρά. Τούτη τη φορά όχι μόνο δεν τρόμαξα, αλλά αρχικά ξενέρωσα κιόλας. Είναι κάτι που μου συμβαίνει σχεδόν με κάθε βιβλίο του King πια... Μετά τις πρώτες σελίδες, όμως, βυθίστηκα στις ιστορίες και στον απίστευτα εθιστικό τρόπο με τον οποίο έχουν αποτυπωθεί.

Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι οι περισσότερες από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του King εντοπίζονται παρακάτω στα αποσπάσματα εκείνα που πήρα από τον πρόλογο του βιβλίου. Αυτό, νομίζω, συμβαίνει γιατί στην πρώτη περίοδό του ο συγγραφέας δεν είχε βρει ακόμα τον τρόπο -ή ίσως δεν ενδιαφερόταν τόσο, ακόμα- να εμπλουτίζει τη ροή της αφήγησής του με τις φιλοσοφικές απόψεις και σκέψεις του.

Ομολογουμένως, ετούτη η ανάρτηση άργησε χαρακτηριστικά· έπρεπε να έρθει αμέσως μετά από εκείνη για τον Thomas Mann. Αλλά, όπως λένε, ένα μυαλό χειμώνα-καλοκαίρι, θα κλατάρει κάποτε κι αυτό...
Φαίνεται πως έχουμε όλοι μια έμφυτη τάση να σκαλίζουμε τη γλίνα που μαζεύεται στο φίλτρο του μυαλού μας κι αυτό που βρίσκουμε εκεί συνήθως εξελίσσεται σε κάποιου είδους πάρεργο. Ο λογιστής μπορεί να είναι και φωτογράφος. Ο αστρονόμος μπορεί να συλλέγει νομίσματα. Ο δάσκαλος μπορεί να ξεπατικώνει με κάρβουνο σε ρυζόχαρτο ταφικά επιγράμματα. Η γλίνα που μαζεύεται στο φίλτρο του μυαλού μας, το υλικό που αρνείται να περάσει από το πλέγμα, συχνά καταλήγει να γίνει η προσωπική εμμονή του καθενός μας. Στην πολιτισμένη κοινωνία μας υπάρχει η σιωπηρή συμφωνία να αποκαλούμε τις εμμονές μας "χόμπι".

Μερικές φορές το χόμπι γίνεται δουλειά πλήρους απασχόλησης. Ο λογιστής διαπιστώνει ότι μπορεί να ζήσει την οικογένειά του τραβώντας φωτογραφίες· ο δάσκαλος μπορεί να γίνει τόσο ειδικός στα ταφικά επιγράμματα, ώστε να περιοδεύει δίνοντας διαλέξεις. Και μάλιστα υπάρχουν μερικά επαγγέλματα που ξεκινούν σαν χόμπι και παραμένουν χόμπι, ακόμα κι όταν αυτοί που τα ασκούν εξασφαλίζουν τα προς το ζην αποκλειστικά από το χόμπι τους. Αλλά επειδή το "χόμπι" είναι λίγο αστεία και πολύ μπανάλ λεξούλα, έχουμε κάνει άλλη μία σιωπηρή συμφωνία, ότι θα αποκαλούμε τα επαγγελματικά μας χόμπι "τέχνες".

Ζωγραφική. Γλυπτική. Σύνθεση. Τραγούδι. Ηθοποιία. Γνώση ενός μουσικού οργάνου. Συγγραφή. Έχουν γραφτεί τόσο πολλά βιβλία πάνω σ' αυτά τα εφτά θέματα, που αρκούν να βυθίσουν ολόκληρο στόλο από κρουαζιερόπλοια. Και το μόνο πράγμα στο οποίο φαίνεται να συμφωνούμε όλοι είναι το εξής: όσοι ασκούν αυτές τις τέχνες με ειλικρίνεια θα συνεχίσουν να το κάνουν ακόμη κι αν δεν πληρώνονται· ακόμη και αν οι προσπάθειές τους επικρίνονται ή και στηλιτεύονται· ακόμη κι αν απειλούνται με φυλακή ή θάνατο. Για μένα, αυτός είναι ένας ακριβής ορισμός της μονομανίας.
-----
Οι τέχνες είναι ψυχαναγκασμός και ο ψυχαναγκασμός είναι επικίνδυνο πράγμα. Είναι σαν μαχαίρι μέσα στο μυαλό σου. Σε μερικές περιπτώσεις -μου έρχονται στον νου οι Ντίλαν Τόμας, Ρος Λόκριτζ, Χαρτ Κρέιν, Σύλβια Πλαθ- το μαχαίρι μπορεί να στραφεί βίαια εναντίον εκείνου που το κρατάει. Η τέχνη είναι τοπικό καρκίνωμα, συνήθως καλόηθες -οι δημιουργικοί άνθρωποι γενικά ζουν πολλά χρόνια- αλλά και τρομερά κακόηθες μερικές φορές. Χρησιμοποιείς το μαχαίρι προσεκτικά, γιατί ξέρεις ότι αδιαφορεί ποιον θα κόψει. Κι αν είσαι συνετός άνθρωπος, κοσκινίζεις προσεκτικά τη λάσπη... γιατί αυτή η λάσπη μπορεί να μην είναι παντού πεθαμένη.
-----
Η ζωή είναι γεμάτη τρόμους, μικρούς και μεγάλους. Και επειδή τους μικρούς τρόμους τούς χωράει ο νους μας, τις πιο δυνατές σφαλιάρες, που μας θυμίζουν ότι είμαστε θνητοί, τις τρώμε απ' αυτούς.

Το ενδιαφέρον μας για τους μικρούς τρόμους είναι αδιαμφισβήτητο, το ίδιο και η αποστροφή μας. Αυτά τα δύο δημιουργούν ένα περίεργο μείγμα και το υποπροϊόν της μείξης τους μοιάζει να είναι η ενοχή... μια ενοχή που δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη που συνοδεύει την αφύπνιση της σεξουαλικότητάς μας.

Δεν είναι δική μου δουλειά να σας πω να μην έχετε ενοχές και επίσης δεν είναι δική μου δουλειά να δικαιώσω τα μυθιστορήματά μου ή τα παρακάτω διηγήματα. Ωστόσο μπορεί να γίνει ένας ενδιαφέρων παραλληλισμός μεταξύ σεξ και φόβου. Καθώς μεγαλώνουμε και γινόμαστε ικανοί για σεξουαλικές σχέσεις, το ενδιαφέρον μας γι' αυτές αφυπνίζεται· και το ενδιαφέρον μας για το σεξ, εάν δεν διαστραφεί με κάποιον τρόπο, φυσιολογικά τείνει προς τη συνουσία και τη διαιώνιση του είδους. Επίσης, όσο συνειδητοποιούμε μεγαλώνοντας ότι αναπόφευκτα θα πεθάνουμε κάποτε, συνειδητοποιούμε και το συναίσθημα του φόβου. Και νομίζω ότι, όπως η συνουσία τείνει προς την αυτοσυντήρηση, κάθε φόβος μας τείνει προς μια κατανόηση της τελικής κατάληξης.
-----
Το είδος ποτέ δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης· για πολλά χρόνια οι μόνοι φίλοι του Πόε και του Λάβκραφτ ήταν οι Γάλλοι, που κατά κάποιον τρόπο τα είχαν βρει και με τον έρωτα και με τον θάνατο, ενώ οι συμπατριώτες των Πόε και Λάβκραφτ δεν ήθελαν ούτε να τα ξέρουν. Οι Αμερικανοί είχαν σοβαρές ασχολίες τότε, κατασκεύαζαν σιδηρόδρομους, και ο Πόε και ο Λάβκραφτ πέθαναν στην ψάθα. Οι φανταστικές ιστορίες του Τόλκιν από τη Μέση Γη σέρνονταν επί είκοσι χρόνια προτού γνωρίσουν τη μεγάλη επιτυχία, και ο Κουρτ Βόνεγκατ, που τα βιβλία του συχνά πραγματεύονται την ιδέα της πρόβας του θανάτου, αντιμετώπιζε διαρκώς θυελλώδεις επικρίσεις και μάλιστα πολλές από αυτές έφταναν σε βαθμό υστερίας.

Ίσως συμβαίνει επειδή ο συγγραφέας ιστοριών τρόμου φέρνει πάντα άσχημα νέα. Θα πεθάνεις, σου λέει. Μην ακούς, σου λέει, το Όραλ Ρόμπερτς ότι "Κάτι καλό θα συμβεί ειδικά σ' εσένα" γιατί κάτι κακό θα συμβεί επίσης ειδικά σ' εσένα, μπορεί να είναι καρκίνος, μπορεί εγκεφαλικό, μπορεί αυτοκινητικό δυστύχημα, αλλά θα συμβεί οπωσδήποτε. Και σε πιάνει από το χέρι, το κρατάει σφιχτά, σε μπάζει στο δωμάτιο και σε βάζει να ακουμπήσεις με τα χέρια σου αυτό που είναι κάτω από το σεντόνι... σου λέει να το αγγίξεις εδώ... κι εδώ... κι εδώ...
-----
[...] το πιο φυσικό περιβάλλον για μια ιστορία τρόμου βρίσκεται στο σημείο τομής του συνειδητού με το υποσυνείδητο, εκεί όπου η εικόνα και η αλληγορία έχουν τη μεγαλύτερη φυσικότητα και την πιο καταλυτική επίδραση. [...]

Η σημαντική μυθοπλασία τρόμου είναι σχεδόν πάντα αλληγορική: μερικές φορές η αλληγορία είναι εσκεμμένη, όπως στη Φάρμα Των Ζώων και στο 1984, και άλλες φορές απλώς προκύπτει -ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν ορκιζόταν σε θεούς και δαίμονες ότι ο Σκοτεινός Άρχοντας της Μόρντορ δεν ήταν ο Χίτλερ με τον μανδύα της φαντασίας, αλλά οι διδακτορικές διατριβές και οι πτυχιακές εργασίες που υποστηρίζουν αυτή τη θέση συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να γράφονται... ίσως επειδή, όπως λέει και ο Μπομπ Ντίλαν, όταν έχεις πολλά μαχαίρια και πιρούνια, κάτι πρέπει να κόψεις.
"Μπορεί να είμαστε οι τελευταίοι άνθρωποι στη γη, Μπέρνι. Το έχεις σκεφτεί ποτέ;" Στο αχνό φως του φεγγαριού, φαινόταν ήδη μισοπεθαμένος, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του και κίτρινα αλύγιστα δάχτυλα, σαν μολύβια.

Κατέβηκα μέχρι την άκρη του νερού και κοίταξα πέρα μακριά τον ορίζοντα. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να δω, εκτός από συνεχόμενα κύματα, στεφανωμένα από λεπτές μπούκλες αφρού. Ο βαρύς αχός των κυμάτων ήταν τρομερός εδώ κάτω, μεγαλύτερος από τον κόσμο. Ήταν σαν να στεκόσουν μέσα σε καταιγίδα με κεραυνούς και βροντές. Έκλεισα τα μάτια και τραμπαλίστηκα αργά πάνω στις γυμνές πατούσες μου. Η άμμος ήταν κρύα, υγρή και πατικωμένη. Κι αν ήμασταν οι τελευταίοι πάνω στη γη, και τι με αυτό; Το κύμα θα συνεχιζόταν όσο υπήρχε σελήνη να έλκει τα νερά.
-----
"Σε μισώ!" μου φώναξε η Σούζι. Το στόμα της ήταν ένα σκοτεινό ανοιχτό μισοφέγγαρο. Έμοιαζε με είσοδο σε σπίτι του τρόμου σε λούνα παρκ.
-----
Έτσι γίνεται πάντα -το ανθρώπινο ζώο έχει την έμφυτη τάση να θέλει να δει τα λείψανα.
-----
Ο Χένρι δεν έχει πολλή δουλειά -βασικά, εφοδιάζει τα κολεγιόπαιδα με κρασί και μπίρα-, αλλά τα φέρνει βόλτα και το μαγαζί του είναι για μας τους άχρηστους γέρους συνταξιούχους της Πρόνοιας ένα στέκι για να μαζευόμαστε και να συζητάμε για το ποιος πέθανε τώρα τελευταία και πώς ο κόσμος πάει κατά διαόλου.
-----
"[...] είμαι βέβαιος πως θα συμφωνήσουμε όλοι ότι η διδασκαλία είναι απαιτητικό επάγγελμα, ιδίως στη βαθμίδα του λυκείου. Βρίσκεσαι επί σκηνής πέντε μέρες την εβδομάδα και παίζεις για το δυσκολότερο κοινό του κόσμου. Γι' αυτό και οι καθηγητές", κατέληξε με κάποια περηφάνια, "παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά έλκους στομάχου από κάθε άλλον επαγγελματικό κλάδο, με εξαίρεση τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας."
-----
Νεκρός; Στα δεκαπέντε; Η σκέψη ότι κι αυτός θα πέθαινε μια μέρα πέρασε ψιθυρίζοντας από όλα του τα κόκαλα σαν κρύο ρεύμα αέρα που μπαίνει από το κάτω μέρος μιας πόρτας.
-----
Τα περιστέρια στην πόλη τα συνηθίζει κανείς· είναι τόσο κοινά όσο οι ταξιτζήδες που δεν έχουν να σου δώσουν ρέστα από δεκαδόλαρο. Δεν τους αρέσει να πετούν και παραμερίζουν απρόθυμα, λες και τα πεζοδρόμια τούς ανήκουν λόγω χρησικτησίας. Ω, ναι, και αφήνουν την επαγγελματική τους κάρτα στην οροφή του αυτοκινήτου σου. Παρ' όλα αυτά, ποτέ δεν δίνεις πολλή σημασία στα περιστέρια. Μπορεί να σε εκνευρίζουν μερικές φορές, αλλά γενικά είναι απλώς παρείσακτα στον κόσμο μας.
-----
Η αγάπη είναι το πιο καταστροφικό ναρκωτικό. Άσε τους ρομαντικούς να κάνουν συζητήσεις περί της ύπαρξής της. Οι ρεαλιστές τη θεωρούν δεδομένη και τη χρησιμοποιούν.
-----
Όταν ένας ρομαντικός προσπαθεί να κάνει το καλό και αποτυγχάνει, τον παρασημοφορούν. Όταν ένας ρεαλιστής το πετυχαίνει, τον διαολοστέλνουν.
-----
Μετά από λίγο ο Μπερτ τη ρώτησε: "Πρόσεξες τίποτα περίεργο σ' αυτό το ραδιοφωνικό κήρυγμα;"

"Όχι. Έχω ακούσει τόσα κηρύγματα όταν ήμουν μικρή, που μου φτάνουν για μια ζωή. Σου το έχω πει."

"Δεν σου φάνηκε πολύ νεαρός; Ο ιεροκήρυκας;"

Η Βίκι κάγχασε, το γέλιο της ήταν κοφτό και πικρό. "Ίσως και έφηβος. Και λοιπόν; Αυτό είναι το πιο τερατώδες με το όλο τριπάκι. Παίρνουν τα παιδιά από μικρά, όταν το μυαλό τους είναι ακόμα ζυμάρι. Έχουν τον τρόπο να σου γεμίζουν το κεφάλι με συναισθηματικούς μηχανισμούς ελέγχου. Έπρεπε να σε είχα σε καμιά από τις τέντες των ιεραποστόλων όπου με έσερναν η μάνα μου κι ο πατέρας μου... για να βρω τη "σωτηρία".
-----
Τότε ήμουν δέκα χρονών και λιγνός σαν καλικαντζαράκι, σαράντα πέντε κιλά. Η Κίτι ήταν οχτώ χρονών και δέκα κιλά ελαφρύτερη. Η σκάλα μάς είχε κρατήσει όλες τις προηγούμενες φορές, θα μας κρατούσε και τώρα, αυτή ήταν η φιλοσοφία μας, μια φιλοσοφία που έχει βάλει κατ' επανάληψη σε μπελάδες ανθρώπους και λαούς.
-----
Φορούσε κοστούμι, ανοιχτόχρωμο γκρίζο, η γραβάτα του ήταν λίγο χαλαρωμένη, το πρώτο κουμπί του πουκάμισού του ανοιχτό. Είχε σκούρα μαλλιά, κουρεμένα κοντά. Λευκή επιδερμίδα, γαλάζια μάτια. Τίποτα το ξεχωριστό, αλλά εκείνο το γλυκό ανοιξιάτικο βράδυ, σ' εκείνη τη λεωφόρο, τον Μάιο του 1963, ο νεαρός ήταν όμορφος και η γριά κυρία κατέληξε να σκεφτεί, με μια στιγμιαία γλυκιά νοσταλγία, πως την άνοιξη κάθε άνθρωπος μπορεί να φανεί όμορφος... αν τρέχει να συναντήσει τη γυναίκα ή τον άντρα των ονείρων του για δείπνο, ίσως και για χορό μετά. Σκέφτηκε ακόμη ότι η άνοιξη είναι η μόνη εποχή του χρόνου που η νοσταλγία δεν γίνεται πικρή και συνέχισε τον δρόμο της ευχαριστημένη που είχε μιλήσει στον νεαρό και που εκείνος είχε ανταποδώσει το κομπλιμέντο κουνώντας της διακριτικά το χέρι του.
-----
Το ραδιόφωνο σέρβιρε κακές ειδήσεις που δεν τις άκουγε κανένας [...]. Τίποτε από όλα αυτά δεν έμοιαζε πραγματικό, τίποτα δεν φαινόταν να έχει σημασία. Ο αέρας ήταν γλυκός και απαλός. Έξω από ένα αρτοποιείο δύο άντρες με κοιλιές πρησμένες από την πολλή μπίρα, έπαιζαν κορόνα γράμματα και πείραζαν ο ένας τον άλλο. Η άνοιξη ριγούσε πάνω στο χείλος του καλοκαιριού και στην πόλη το καλοκαίρι είναι η εποχή των ονείρων.
-----
"Κανένας δεν αγοράζει λουλούδια για τον εαυτό του τον Μάιο. Είναι κάτι σαν νόμος του κράτους."
-----
"Εσείς τι λέτε να κάνω;"

"Θα σου πω. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι συμβουλές δίνονται ακόμα δωρεάν, έτσι δεν είναι;"

Ο νεαρός άντρας χαμογέλασε και είπε: "Νομίζω ότι είναι το μόνο πράγμα που δεν κοστίζει τίποτα πια."
-----
Άρχισε να χαμογελάει. Το βήμα του έγινε ζωηρό καθώς άρχισε να κατεβαίνει την 73η Στριτ. Ένα μεσόκοπο ζευγάρι, ένας άντρας και μια γυναίκα που κάθονταν στα σκαλοπάτια του σπιτιού τους, τον παρακολούθησε καθώς περνούσε από μπροστά τους με το κεφάλι ελαφρά γερμένο στο πλάι, με βλέμμα χαμένο κάπου πολύ μακριά και μ' ένα μισό χαμόγελο στα χείλη του. Αφού πέρασε, η γυναίκα είπε: "Εσύ γιατί δεν είσαι πια ποτέ έτσι;"

"Ε;"

"Τίποτα", είπε η γυναίκα, αλλά συνέχισε να κοιτάζει τον νεαρό με το γκρίζο κοστούμι ώσπου εξαφανίστηκε στο μισοσκόταδο του δειλινού και σκέφτηκε πως αν υπήρχε κάτι πιο όμορφο από την άνοιξη, αυτό ήταν ο νεανικός έρωτας.
-----
Κοιταχτήκαμε λίγο ακόμη κι ύστερα άπλωσε το χέρι του και έσφιξε τον ώμο μου. "Είσαι καλός άνθρωπος, Μπουθ." Κι αυτό ήταν αρκετό για να πάρω λίγο τα πάνω μου. Όπως φαίνεται, όταν περάσεις τα εβδομήντα, οι άλλοι αρχίζουν να ξεχνούν ότι είσαι άνθρωπος ή ότι ήσουν κάποτε.

Stephen King, Νυχτερινή Βάρδια, μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2019 (πρώτη έκδοση 1978)

*Φωτογραφία από εδώ.

Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Ο Steve Turner συνέγραψε το κατά Beatles Ευαγγέλιο

Βιβλία για τους Beatles έχω διαβάσει κάμποσα· ακόμα περισσότερα έχω αγορασμένα και στοιβαγμένα, για ώρα ανάγκης. Για χρόνια διάβαζα αχόρταγα, προσπαθώντας να ανακαλύψω το μυστικό πίσω από τη Θεία μουσική τους. Από κάποιο σημείο και μετά, όμως, ένιωθα ολοένα και πιο έντονα ότι διάβαζα τα ίδια και τα ίδια πράγματα, απλώς με διαφορετικές διατυπώσεις· και έπαψα.

Εξ αυτού ατόνησε και ο στόχος να γράψω εγώ κάτι για τους αγαπημένους μου μουσικούς: όλα έμοιαζαν να έχουν γραφτεί· τι θα μπορούσε να προσθέσει στη συζήτηση ένας Έλληνας που γεννήθηκε 8 χρόνια μετά τη διάλυσή τους και δεν ήρθε ποτέ σε επαφή με τα μέρη και τις συνθήκες που τους διαμόρφωσαν; Από την άλλη, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ένα αληθινά καλό βιβλίο για τους Beatles, στα ελληνικά. Οπότε ο δρόμος αυτός παραμένει ανοιχτός για κάθε ενδιαφερόμενο.

Φυσικά, για να γράψεις οτιδήποτε αξιόλογο, πρέπει πρώτα να διαβάσεις πολύ -πρόκειται για... λεπτομέρεια που διαφεύγει κάποιων. Κι έτσι το ενδιαφέρον μου για νέες οπτικές επί του λιβερπουλιανού φαινομένου παραμένει ασίγαστο. Το βιβλίο του Βρετανού δημοσιογράφου, συγγραφέα και ποιητή Steve Turner, The Gospel According To The Beatles, είναι ένα από εκείνα τα πονήματα που όντως συμβάλλει στην όποια απόπειρα κατανόησης των Σκαθαριών και του έργου τους.

Το βιβλίο είναι παλιό: κυκλοφόρησε το 2006 από την Westminster John Knox Press. Εγώ το αγόρασα το '08, από την πάλαι ποτέ Fnac, αλλά για χρόνια μάζευε σκόνη στη βιβλιοθήκη μου. Το έπιασα μόλις στα τέλη του 2020, διάβασα με δυσκολία -πάντα κρατώντας σημειώσεις- τα τρία πρώτα κεφάλαια, μετά το άφησα για χάρη της βιβλιογραφίας για το ελληνικό τραγούδι, για να επιστρέψω τον περασμένο Φεβρουάριο και να το τελειώσω μόλις χτες. Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την... οδύσσεια εξηγούνται παρακάτω.
Ο Turner, που είναι περισσότερο γνωστός για τον έτερο σκαθαρικό τόμο του, το A Hard Day's Wright: The Stories Behind Every Beatles Song, έχει έναν τρόπο γραφής στεγνό, άχαρο, καθόλου εντυπωσιακό. Αποφεύγει, επίσης, να χωρίσει σε επί μέρους ενότητες τα έντεκα συνολικά κεφάλαια του βιβλίου του, με αποτέλεσμα να δυσκολεύει πολύ τον αναγνώστη. Έχει, όμως, να προσφέρει πολλά στους τομείς των παρατηρήσεων, και του συνδυασμού των διαθέσιμων πηγών γνώσης. Ομολογουμένως, στο πόνημά του ετούτο ανακάλυψα -ή έστω πρόσεξα περισσότερο- πράγματα που μου διέφευγαν προηγουμένως.

Εδώ ουσιαστικά ο συγγραφέας αποπειράται να χαρτογραφήσει την πνευματική διαδρομή που ακολούθησαν οι τέσσερις θρυλικοί Βρετανοί. Καταγράφει τις (αναγκαστικά) χριστιανικές ρίζες τους, το βάπτισμά τους στον υπαρξισμό, το φλερτ τους με τις διάφορες ναρκωτικές ουσίες, και το πώς αυτές τους οδήγησαν στις ανατολικές θρησκείες και στα αντίστοιχα φιλοσοφικά ρεύματα. Εστιάζει στα χρόνια μέχρι τα τέλη των '60s, χωρίς να αφήνει, όμως, απέξω τις μετά τη διάλυση του γκρουπ αναζητήσεις, και τις αποκλίνουσες πορείες των τεσσάρων προσωπικοτήτων. Στο κλείσιμο μπαίνει και σε πιο προσωπικά του βιώματα και συμπεράσματα, ενώ δεν αμελεί να συμπεριλάβει ένα αναλυτικό who-is-who των βασικών του μαρτύρων, συν εκτενή -και χρησιμότατη- βιβλιογραφία.

Ο Turner βλέπει σαφώς την όλη υπόθεση μέσα από το δικό του, καθαρά χριστιανικό πρίσμα -κάτι που ομολογεί μόνο προς το τέλος του βιβλίου. Όμως καταφέρνει να φαίνεται ουδέτερος, και να στέκεται ισότιμα απέναντι σε όλα τα δόγματα -και όλες τις... μούρλες- που συνεπήραν κατά καιρούς τα Σκαθάρια. Μπορεί να μην καταλήγει σε κάποιο συνταρακτικό συμπέρασμα ως προς το ποιο ήταν τελικά το μήνυμα που ευαγγελίστηκαν οι Beatles -δεν κάνω σπόιλερ- όμως καταθέτει ένα από τα αξιόλογα πονήματα στην ολοένα και αυξανόμενη, αλλά όχι ανάλογα εμπλουτιζόμενη, σχετική βιβλιογραφία.

*Φωτογραφία από εδώ.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες