Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναυλίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναυλίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Κατάφαση καρδιάς: Ο Φοίβος Δεληβοριάς στο Κύτταρο

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μακρής

Μπαίνοντας στον καθησυχαστικά απαράλλαχτο χώρο του Κυττάρου, βράδυ Σαββάτου, βρίσκεις αρκετό κόσμο να έχει ήδη γεμίσει τα περισσότερα τραπέζια. Στον χώρο των ορθίων, κάποιοι αναζητούν την καλύτερη γωνιά για να σταθούν, άλλοι περιμένουν να αφήσουν το παλτό τους στην υποδοχή, κι άλλοι κουβεντιάζουν ήδη με την παρέα που είχαν δώσει ραντεβού, με το πρώτο ποτό της βραδιάς στο χέρι.

Κοιτώντας προς τη μεριά της ακόμα άδειας από ανθρώπινη παρουσία σκηνής, έρχεσαι αντιμέτωπος με μία οπτική ρετροσπεκτίβα στη μέχρι τούδε δισκογραφική πορεία του Φοίβου Δεληβοριά: επί της μεγάλης τετράγωνης επιφάνειας στο πίσω μέρος παρελαύνουν τα εξώφυλλα των άλμπουμ, σελίδες από τα ένθετα, φωτογραφίες και στίχοι. Μέχρι και τη σχεδόν ξεχασμένη πια ταινία γνησιότητας πήρε κάπου το μάτι μου -ξέρετε, εκείνη που αν επιχειρούσες να την αφαιρέσεις από το CD, άφηνε διά παντός το αποτύπωμά της επάνω του.

Σε αντίστοιχα ανεξίτηλα αποτυπώματα επιχειρεί να αναφερθεί και με το περιεχόμενο των φετινών παραστάσεών του ο Δεληβοριάς, ανατρέχοντας, με χρονολογική σειρά, στα οχτώ προσωπικά άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Αν και οι στάμπες που τον ενδιαφέρουν δεν είναι χειροπιαστές: αφορούν στη δική του σχέση με τα τραγούδια όπως αυτά ηχογραφήθηκαν σε κάθε εποχή, αλλά και στη σύνδεση με τους ακροατές του μέσω αυτών.
Η έναρξη έρχεται λίγο μετά τις 22:30: τα φώτα χαμηλώνουν, οι μουσικοί ανεβαίνουν στη σκηνή, και οι πρώτοι ήχοι που ακούγονται συνθέτουν ένα κάπως χαοτικό κολάζ θραυσμάτων από τους δίσκους. Ο πρωταγωνιστής βγαίνει τελευταίος, κάθεται στο σκαμπό του, και πιάνει την κιθάρα, για να ξεπηδήσει μέσα από το χάος η τάξη: "Απόψε φεύγει απ’ την Αθήνα το κορίτσι που αγαπώ..." Είναι η μόνη παρασπονδία στη χρονολογική ροή της παράστασης, κι ένας συγκινητικός φόρος τιμής στον άνθρωπο -κάποιον Μάνο Χατζιδάκι...- που έδωσε στον Δεληβοριά το διαβατήριο για τη δισκογραφία, στην τρυφερή ηλικία των 16 ετών.

Το κοινό δεν αργεί να ζεσταθεί. Μπορεί τα τραγούδια από την Παρέλαση να τα ξέρουν καλά λίγοι, όμως το "να να να..." ρεφρέν του "Με Φλάουτα Και Κιθάρες" διευκολύνει ένα πρώτο, δειλό έστω, τραγούδισμα εν χορώ. Λίγο μετά, με το που ξεκινά "Η Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα", οι ευοίωνες προοπτικές της βραδιάς γίνονται πασιφανείς• και δεν διαψεύδονται ποτέ στη συνέχεια.

Ο Δεληβοριάς είναι σε μεγάλη φόρμα. Πότε καθισμένος, πότε όρθιος, με την κιθάρα ή χωρίς, ερμηνεύει άψογα και με καρδιά. Είναι προφανές ότι στη σκηνή του Κυττάρου νιώθει σαν στο σπίτι του, και γρήγορα μετατρέπεται σε κουλ οικοδεσπότη, που αποπνέει καλοσύνη και σιγουριά. Κάποιες φορές εντοπίζει ανάμεσα στο κοινό φίλους του, και τους απευθύνεται με το όνομά τους• άλλες πάλι εγκαταλείπει το κέντρο της σκηνής για να πλησιάσει στα άκρα, και να τραγουδήσει απευθυνόμενους στους «αδικημένους» που βρίσκονται εκεί.

Σε φόρμα, όμως, είναι και η ομάδα που χρόνια τώρα τον πλαισιώνει -και την οποία εκείνος δεν αμελεί ποτέ να εκθειάσει. Ο Κωστής Χριστοδούλου (πλήκτρα), ο Σωτήρης Ντούβας (τύμπανα), ο Yoel Soto Gonzalez (μπάσο), ο Κώστας Παντέλης (κιθάρα) και ο Χρήστος Λαϊνάς (πλήκτρα, λάπτοπ, κιθάρα, κρουστά, μπουζούκι, φωνή), αριστοτέχνες όλοι τους, στήνουν έναν ήχο ανάγλυφο, βοηθούμενοι και από τον επίσης παλιό συνεργάτη, έμπειρο ηχολήπτη και παραγωγό, Γιάννη Πετρόλια.
Η προσέγγιση σε ό,τι αφορά τις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών είναι η αληθινή έκπληξη της παράστασης. Κι αυτό γιατί έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη "γραμμή Dylan" που ακολουθούσε μέχρι πρότινος, και για πολύ παραπάνω από μία δεκαετία, ο Δεληβοριάς. Τότε προτεραιότητα είχαν η λαχτάρα για το άγνωστο, το πείραμα και το παιχνίδι, με τους μουσικούς να έχουν το πάνω χέρι, και τα τραγούδια να προσαρμόζονται στις εκάστοτε διαθέσεις τους, καταλήγοντας συχνά αγνώριστα. Είχε ομολογουμένως πολύ ενδιαφέρον εκείνη η αρτίστικη διάθεση, που υπέσκαπτε και την κάπως θρησκόληπτη αντίληψη ότι οι στουντιακές ηχογραφήσεις είναι κάτι σαν τις πλάκες που κατέβασε ο Μωυσής από το Όρος Σινά.

Όμως έρχεται κάποτε η στιγμή που λες "νισάφι"· που θες να ξαναφωνάξεις δυνατά τους στίχους από τα αγαπημένα σου τραγούδια, με τις μελωδίες και τους ρυθμούς που ήξερες. Ο Δεληβοριάς, λοιπόν, μάς κάνει φέτος αυτή τη χάρη: τα τραγούδια αποκτούν ξανά τη μορφή με την οποία τα πρωτογνωρίσαμε, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί εντελώς η συμβολή της φαντασίας των μουσικών· η λέξει-κλειδί τώρα είναι "ισορροπία". Η ατακαριστή γκρούβα του "Το ‘πα - Το ‘κανα", το ζωηρό παιχνίδισμα του "Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι", το παιδικό πιάνο στο "Καταφύγιο", κι ένα σωρό άλλες ηχητικές λεπτομέρειες από τους δίσκους, μετατρέπουν τη συναυλία σε πάρτι της μνήμης: μάς εκτοξεύουν πίσω, στις στιγμές εκείνες που σφυρηλάτησαν τη σχέση μας μαζί τους, και με τον δημιουργό τους.

Δεν πέφτουν, πάντως, όλοι αμαχητί στο δίχτυ που τόσο επιτήδεια έχουν υφάνει ο Δεληβοριάς και οι φίλοι του. Απέναντι ακριβώς από εκεί που κάθομαι στέκει ένα νεαρό κορίτσι, παρακολουθώντας με την παρέα της τη συναυλία, με μια απάθεια που μου κάνει εντύπωση. Μέχρι το διάλειμμα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, δεν έχει τραγουδήσει έστω δυο λέξεις, δεν έχει κουνηθεί με τον ρυθμό... Κοιτάζει απλώς προς τη σκηνή, με μια στωικότητα, με κάτι σαν υπομειδίαμα στην έκφραση του προσώπου της -σαν να απορεί προς τι όλος αυτός ο σαματάς. Είναι προφανέστατα η πιο δύσκολη ακροάτρια απόψε. Αλλά λίγο πριν το τέλος έχει κι εκείνη παραδοθεί στο ευφορικό κλίμα που τυλίγει ολόκληρη την αίθουσα.

Να έχει συμβάλει άραγε στην παράδοσή της το encore της βραδιάς, όπου ο Δεληβοριάς επιλέγει να πει, μόνος με την κιθάρα του, τις -κατά δήλωσή του- τρεις μεγαλύτερες επιτυχίες του; Ίσως... Πρόκειται, βέβαια, για "Το Ελεφαντάκι" του Γιώργου Χατζηπιερή ("γονείς με σταματάνε στον δρόμο και μου λένε "όχι άλλο "Ελεφαντάκι", ρε πούστη""), για το "Όταν Σου Χορεύω", που ο τραγουδοποιός έγραψε για τη Ρένα Μόρφη, και για το "Ο Κόσμος Σου", που πρωτοακούσαμε από τη Νεφέλη Φασούλη. Δεν ξέρω για τα άλλα δύο, πάντως το τελευταίο είναι ένα τραγούδι που θα άκουγα ευχαρίστως στο κλείσιμο κάθε συναυλίας -του Δεληβοριά, ή όποιου άλλου.

Όταν η μουσική σταματά, θέλεις κι άλλο. Ναι, παίχτηκαν 38 τραγούδια, αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα, από τα αγαπημένα, που δεν χώρεσαν. Κι ας ακούστηκαν τόσες ιστορίες, γνωστές ή άγνωστες, κι ας γέλασες τρανταχτά με τον τρόπο που τις αφηγήθηκε ο πρωταγωνιστής, κι ας κύλησαν τρεις ώρες και βάλε· δεν θα πείραζε αν ήταν άλλες τόσες.

Η φετινή σειρά εμφανίσεων του δημοφιλούς καλλιτέχνη μπορεί να ιδωθεί ως μία από καρδιάς κατάφαση στο δισκογραφημένο παρελθόν του. Στο παρελθόν του οποίου πολλές πλευρές ο ίδιος στηλίτευσε κατά καιρούς δημοσίως· και καλώς έκανε, αν έτσι ένιωσε τότε. Ίσως ο χρόνος, που όλα τα λειαίνει, να άφησε να κατασταλλάξουν αλλιώς τα πράγματα μέσα του. Στο κάτω κάτω, τα τραγούδια του Δεληβοριά δεν είναι πια ακριβώς δικά του· είμαστε κι εμείς εδώ, μίστερ. Κι αν τελικά οι βραδιές του Κυττάρου δεν μαρτυρούν απαραίτητα την πλήρη αποδοχή από μέρους του της όλης ιστορίας, σίγουρα αποτελούν ένα μεγάλο «ναι» στη δική μας θέληση να την ξαναδούμε να ξετυλίγεται εμπρός μας· είτε όντως τη ζήσαμε τότε μαζί του, είτε απλώς θα θέλαμε να ‘μασταν εκεί.
Setlist:
1. Ο Ταχυδρόμος
2. Με Φλάουτα Και Κιθάρες
3. Η Επέτειος
4. Ερωτικό Για Δυο Αγγέλους
5. Η Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα
6. Το ‘πα - Το ‘κανα
7. Πατήρ Φοίβος Ολομόναχος
8. Αφού Δε Μ’ Αγαπάς...
9. Η Κική Κάθε Βράδυ
10. Εκείνη
11. Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι
12. Χάλια
13. Φώτης (Ένα Τραγούδι Για Τον Πατέρα Μου)
14. Θέλω Να Σε Ξεπεράσω
15. Δεν Ξέρω Τι Είναι
16. Αυτή Που Περνάει
17. Ο Καθρέφτης
18. Η Υβρεοπομπή
19. Η Όμορφη Πόρτα
Διάλειμμα
20. Η Πέρα Χώρα
21. Αδιάκοπα
22. Το Καλοκαίρι Θα ‘ρθει
23. Bolero
24. Θα ‘θελα Να ‘μουνα Εκεί
25. Χωρίς
26. Το Καταφύγιο
27. Ερημιά Στην Καλλιθέα
28. Ο Μπάσταρδος Γιος
29. Ο Ξένος
30. Κουνελάκι
31. Μόνο Ψέματα
32. Κάποια Παιδάκια
33. Ο Λωτοφάγος
34. Άγρια Ορχιδέα
35. Μπαλάντα
Encore
36. Το Ελεφαντάκι
37. Όταν Σου Χορεύω
38. Ο Κόσμος Σου

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Άνθρωποι, όχι ίσκιοι: Ο Φοίβος Δεληβοριάς στο Θέατρο Βράχων

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μακρής

Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Φοίβο Δεληβοριά από κοντά -ο ίδιος αποκλείεται να το θυμάται- ήταν τον Ιούνιο του 2007, μετά τη μεγάλη –για τα τότε δεδομένα του- αθηναϊκή του συναυλία στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα. Με τον φίλο μου τον Γιάννη περιμέναμε υπομονετικά στην ουρά για να μπούμε στο καμαρίνι του, ανταλλάξαμε δυο-τρεις μάλλον τυπικές κουβέντες με τον καλλιτέχνη, και μάς υπόγραψε ό,τι κρατάγαμε.

Την περασμένη Δευτέρα, 16 (και κάτι) χρόνια μετά, βρέθηκα πάλι μπροστά του, στο ίδιο θέατρο, στο ίδιο καμαρίνι. Τούτη τη φορά δεν χρειαζόταν να βιαστώ (η συναυλία θα ξεκινούσε σε καμιά ώρα), κι έτσι είπα να του πιάσω κουβέντα, ρωτώντας τον αν έχει άγχος πριν από τα live. Μου απάντησε ότι ναι, έχει· κυρίως όταν έχει περάσει καιρός από τo προηγούμενo, αλλά και σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, όπου τα μεγέθη είναι μεγάλα, και τα βλέμματα επάνω του χιλιάδες. Τη νευρικότητά του ενέτεινε και το γεγονός ότι βρισκόταν εκεί και το κινηματογραφικό συνεργείο του Αριστοτέλη Παπακωνσταντίνου, με σκοπό να απαθανατίσει τη βραδιά -με 11 κάμερες, παρακαλώ.
Το άγχος αυτό, πάντως, έγινε εμφανές μόνο σε ένα λαχάνιασμά του, την ώρα που έλεγε το πρώτο τραγούδι, το “Γκόσπελ”. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι αμελητέο το ρίσκο να ανοίγεις τη μεγάλη σου εμφάνιση με ένα κομμάτι που δεν έχει κυκλοφορήσει επισήμως. Το πράγμα, μάλιστα, έγινε ακόμα πιο... risky, όταν ο Δεληβοριάς αποφάσισε να το ακολουθήσει με ένα πολιτικά φορτισμένο λογύδριο: «Να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ίσκιοι, ότι είμαστε άνθρωποι» ήταν μια από τις φράσεις που χρησιμοποίησε, καθώς αναφερόταν στο κάλεσμα που έκανε τις προηγούμενες ημέρες για συγκέντρωση ειδών πρώτης ανάγκης για τους πληγέντες από τις καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία. Η ανταπόκριση των προσερχομένων υπήρξε συγκινητική και δικαίωσε την επιλογή του να μην αναβάλει τη συναυλία.

Η βραδιά έμελλε να περιλάβει μερικές ακόμα ιδιαίτερα αιχμηρές επιθέσεις του Δεληβοριά: στους εξουσιαστές (μας), στους δημοσιογράφους, στους δημοσιολογούντες που επιλέγουν να επιτεθούν στον αδύναμο ή στον ξένο, και όχι στους ισχυρούς. Την ίδια ώρα, λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα, στην Τεχνόπολη, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης έκανε κάτι αντίστοιχο στη δική του εμφάνιση, συμβάλλοντας στην άτυπη ομοβροντία εναντίον των κακώς κειμένων. Φυσικά, τα λογύδρια του Δεληβοριά δεν περιορίστηκαν στην πολιτικοκοινωνική μαύρη επικαιρότητα, αλλά είχαν και ποικίλες άλλες υφές, από ιστορίες για τα τραγούδια του μέχρι σχόλια για τις ερωτικές σχέσεις και αυθόρμητα γκάλοπ διά βοής, όλα διανθισμένα με γενναίες δόσεις του απολαυστικού χιούμορ του.
Με αυτά και μ’ εκείνα, η ροή της βραδιάς εξελίχθηκε μέσα σε μια σχεδόν πηχτή ένταση, σε μια αδιάκοπη πάλη για την έκβαση της κάθε στιγμής. Ή έτσι, τέλος πάντων, το εισέπραξα εγώ. Γιατί οφείλω να ομολογήσω ότι το πλήθος γύρω μου έμοιαζε να το ζει εντελώς αλλιώς. Αλλά πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Ήμουν ένας σαρανταπεντάρης ανάμεσα σε (πολύ) νεότερά μου άτομα, και το βλέμμα μου, παρότι έψαχνε απεγνωσμένα όλο το βράδυ να συναντήσει εκείνο κάποιου συνομηλίκου, δεν τα κατάφερε τελικά: ζευγάρια στα είκοσι και στα τριάντα, παρέες φοιτητών, νέες μαμάδες με τις δωδεκάχρονες κόρες τους, ως εκεί που έφτανε το μάτι... Ακόμα και όταν επιχείρησα, προς το τέλος, να διασχίσω το πυκνό πλήθος, όλο νεαρόκοσμο διέκοπτα -από τον χορό, από τις αγκαλιές και τα φιλιά ή το λογής λογής πιώμα...

Είχα χρόνια να δω τον Δεληβοριά σε live, και η προηγούμενη φορά, το 2019, ήταν σε πολύ πιο ελεγχόμενες συνθήκες -για τη Σπάρτη μιλάμε άλλωστε... Έτσι ομολογώ ότι σοκαρίστηκα όταν, με το που ήχησε “Ο Μπάσταρδος Γιος”, το πλήθος εκστασιάστηκε κι άρχισε να τραγουδά δυνατά όλους τους στίχους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με άλλα τραγούδια: με το “Μόνο Ψέματα”, που στη ζωντανή εκδοχή του διατήρησε σχεδόν ανέπαφη τη σπαραξικάρδια αστική μελαγχολία του, με το “Χάλια”, που πια ανήκει στον Δεληβοριά τόσο όσο ανήκει και στον Waits, με τον “Καθρέφτη”, που παραμένει τραγουδάρα, παρά τα όσα θέλουν να πιστεύουν διάφοροι όψιμοι επικριτές χωρίς αιτία. Αυτό το πέρασμα του Δεληβοριά σε ανθρώπους είκοσι και τριάντα χρόνια νεότερούς του είναι κάτι που αξίζει να μελετηθεί, κι ας το έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες, αλίμονο.
Πάντως, αν είναι να δοθεί μια εξήγηση για το γεγονός, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ότι η δημοφιλία του Δεληβοριά έχει απογειωθεί, την ίδια στιγμή που εκείνος επιμένει εδώ και πάνω από μια δεκαετία πια να ασελγεί βάναυσα, να ξεγυμνώνει και να μαστιγώνει δημοσίως, τα παλιά -και πλέον αγαπημένα στο πυρηνικό κοινό του- τραγούδια του. Είναι κάτι που πια δεν εκπλήσσει, που το κοινό το έχει αποδεχτεί και το αναμένει -πράγμα που εκτός των άλλων αποδεικνύει ότι ο καλλιτέχνης μπορεί, αν το θέλει, να εκπαιδεύσει καταλλήλως το κοινό του. Τώρα, το ότι όλη αυτή η... βαναυσότητα περνάει από τα χέρια της ικανότατης μπάντας του (Κωστής Χριστοδούλου, Κώστας Παντέλης, Yoel Soto, Χρήστος Λαϊνάς, Σωτήρης Ντούβας) δεν είμαι σίγουρος αν την κάνει πιο ευκολοχώνευτη ή πιο συντριπτική...

Πολλές ακόμα στιγμές αξίζει να κρατήσει κανείς από εκείνη τη βραδιά. Κάμποσες από αυτές εμπλέκουν τη Νεφέλη Φασούλη, που βγήκε στη σκηνή κάπου στο μέσο, είπε τρία τραγούδια από το ντεμπούτο της (Ο Κόσμος Σου, 2021), κι έπειτα έμεινε για να προσθέσει τη φωνή της στο ηχητικό τείχος της μπάντας. Η Φασούλη είναι παρουσία εντυπωσιακή, από κάθε άποψη, και νομίζω ότι, παρά την κριτική που της έχει ασκηθεί (όχι πάντα αδίκως) και παρά το ότι η δυσυπόστατη φύση της δεν βοηθά τις εξελίξεις να τρέξουν με μεγάλη ταχύτητα υπέρ της, θα βρει τελικά έναν δικό της δρόμο στο ελληνικό τραγούδι των επόμενων χρόνων. Άλλη στιγμή με συγκίνηση ήταν όταν, στο “Και Του Χρόνου”, ο Δεληβοριάς κάλεσε επί σκηνής τους συνεργάτες του από τα τηλεοπτικά Νούμερα (αναμένονται ανακοινώσεις για την τύχη της σειράς), αλλά και όταν έδωσε βήμα στον ταλαντούχο Pablo Soto, γιο του Yoel, να βγει για πρώτη φορά σε μεγάλη σκηνή. Ο μικρός φάνηκε να το διαχειρίζεται μια χαρά, και μάλιστα τόλμησε να παίξει ένα δικό του τραγούδι που αφορούσε σε όλα εκείνα που τον ενοχλούν κατά τη μετακίνησή του με τα αστικά λεωφορεία.

Σε εκείνο το σημείο η συναυλία βρισκόταν προς το τέλος της, κι ο Δεληβοριάς αναφέρθηκε στο γεγονός ότι οσονούπω κλείνει τα 50 του χρόνια. Είναι αυτό ένα συνήθως δυσάρεστο ορόσημο στη ζωή του καθενός, μα ο τραγουδοποιός φαίνεται να το έχει πάρει ψύχραιμα: διέκρινα στο βλέμμα του μια ζεστασιά και μια αποδοχή, καθώς συνόδευε, αμέσως μετά, τη Φασούλη στο υπέροχο “Ο Κόσμος Σου”. Κι έπειτα έκλεισε με τη “Μπαλάντα”, κάνοντας μια αναφορά στους τροβαδούρους του παρελθόντος, αλλά και σε εκείνους που θα ακολουθήσουν. Όταν οι στίχοι τελείωσαν, αποχαιρέτισε τους φίλους του και άφησε τους μουσικούς του να επιδοθούν σε έναν τελευταίο γύρο ξεσαλώματος: η μπλε-άσπρη Fender Squire του Λαϊνά πέρασε τα πάνδεινα, τόσο στα χέρια του όσο και συγκρουόμενη με διάφορες σκληρές επιφάνειες. Τα ουρλιαχτά της ακόμα ηχούν στα αφτιά μου...

Πίσω στα καμαρίνια, και πάλι ο τραγουδοποιός υποδέχεται τους φίλους του, γνωστούς και αγνώστους, που κι αυτοί υπομονετικά περιμένουν· για μια φωτογραφία, ένα αυτόγραφο, μια αγκαλιά. Παρότι έχει πίσω του σχεδόν τρεις ώρες επί σκηνής (και ποιος ξέρει πόσες ακόμα για soundcheck και λοιπές ετοιμασίες), φοράει το καλύτερο χαμόγελό του, το πιο ζεστό βλέμμα του. Λίγο αργότερα, η Βάσω Καβαλιεράτου μού μιλάει για το πόσο εισπράττει και η ίδια το άγχος του συντρόφου της, καθώς οι μέρες για τη συναυλία λιγοστεύουν. «Το διαπιστώνω όταν τελειώνει, πόσο σφιγμένη είμαι στη διάρκειά της». Μου διηγείται και διάφορα ξεκαρδιστικά που λέει ο Φοίβος, που πότε φοβάται ότι θα τα κάνει θάλασσα, και πότε ότι θα βγει στη σκηνή και το θέατρο θα είναι άδειο.

Φορώντας ένα πάσο Access All Areas (μου το παραχώρησε η αξιαγάπητη Ιόλη Δεληβοριά, που όλοι την ξέρουν κι έτσι δεν της χρειαζόταν) είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω και να γυροφέρω, να βρεθώ καταμεσής του πλήθους αλλά και backstage. Πολλά είδα και άκουσα, πολλά έμαθα -μεταξύ αυτών και ότι αν έχεις το εν λόγω καρτελάκι περασμένο στον λαιμό όλοι θα νιώσουν ότι οπωσδήποτε ξέρεις κατά πού πέφτουν οι τουαλέτες...
Κάπου, κάποτε, αξίζει, θαρρώ, να καταγραφούν περισσότερα, από τη συγκεκριμένη βραδιά κι από άλλες. Ο Φοίβος Δεληβοριάς, άλλωστε, άσχετα αν μέσα από τα έργα του διαγράφεται ως κανονικός άνθρωπος κι όχι ως ακαθόριστος ίσκιος, είναι μια προσωπικότητα που αξίζει να «σκαλίσει» κανείς περαιτέρω. Ελπίζοντας ότι κάτι θα αποκαλύψει από την αύρα εκείνη που διαπνέει μερικά από τα πιο ξύπνια και περπατημένα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα.

Setlist:
1. Γκόσπελ
2. Απόψε Είμαι Κοντά Σου
3. Ο Μπάσταρδος Γιος
4. Μόνο Ψέματα
5. Κάποια Παιδάκια
7. Ελεφαντάκι/Κροκοδειλάκι
8. Ο Λωτοφάγος
9. Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι
10. Χάλια
11. Bolero
12. Ο Ξένος
13. Βόλτα
14. Για Ένα Καλοκαίρι
15. Στην Αχερουσία
16. Το Περίπτερο
17. Η Υβρεοπομπή
18. Άγρια Ορχιδέα
19. Ελένη Τοπαλούδη
20. Ο Καθρέφτης
21. Και Του Χρόνου
22. Αυτή Που Περνάει
23. Θέλω Να Σε Ξεπεράσω
24. Εκείνη
Encore
25. Λεωφορείο
26. Ο Κόσμος Σου
27. Η Κική Κάθε Βράδυ
28. Μπαλάντα

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023

Για την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, που τραγούδησε στη Σπάρτη

Έχει άραγε κάποια αξία η αποτύπωση σκέψεων και συναισθημάτων που γεννήθηκαν εξαιτίας μιας συναυλίας, σχεδόν έναν μήνα μετά την πραγματοποίησή της; Και, για να ‘χουμε καλό ρώτημα, τα live reviews -έτσι δεν τα λένε και στο δικό σας το χωριό;- εν γένει, τι σημασία έχουν, από τη στιγμή που το γεγονός με το οποίο καταπιάνονται δεν πρόκειται να βιωθεί ξανά; ΟΚ, την κριτική δίσκου να τη δεχτούμε: κάποιος μπορεί να παρακινηθεί να ακούσει το άλμπουμ. Η κριτική όμως μιας εμφάνισης ενός οσοδήποτε σπουδαίου καλλιτέχνη σε ένα επαρχιακό θέατρο τι κέρδος μπορεί να έχει για τη μεγάλη πλειοψηφία;

Καθόλου ρητορικό δεν είναι το παραπάνω ερώτημα, να το ξέρετε. Και η απάντηση είναι ότι φυσικά και έχει αξία η οποιαδήποτε καταγραφή, οποιουδήποτε γεγονότος. Μιλάμε για την Ιστορία εδώ, η οποία δεν στοιχειοθετείται μόνο από τα μείζονα γεγονότα και τις κοσμοϊστορικές διεργασίες, αλλά, αντίθετα, την  αφορούν και οι μικρότερου βεληνεκούς αφηγήσεις, τα μικρότερης εμβέλειας βιώματα. Και, τέλος πάντων, όταν πρόκειται περί τέχνης, δεν συμφωνείτε ότι είναι κομματάκι οξύμωρο να αναζητούμε μονάχα «τη μεγάλη εικόνα»; Ας προχωρήσουμε όμως, υπάρχουν και παρακάτω απαντήσεις…

Παρότι είναι πολύ αγαπημένη μου καλλιτέχνις, και λόγω φωνής και (πολύ περισσότερο) λόγω ρεπερτορίου, είχα σχεδόν 10 χρόνια να τη δω επί σκηνής την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. Από εκείνη τη σύμπραξή της με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, επί σκηνής Διογένης Studio, είχα μείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις, κι έτσι η προγραμματισμένη για τις 10 Ιουλίου εμφάνισή της στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο της Σπάρτης μπήκε από νωρίς στην οικογενειακή ατζέντα.

Η παράσταση με την οποία η ερμηνεύτρια περιοδεύει φέτος ανά την Ελλάδα έχει τον τίτλο «Έξω καρδιά», και φιλοδοξεί να αποτελέσει ακριβώς αυτό: ένα πανηγύρι θετικών συναισθημάτων, ένα απλωμένο χέρι προς τα φιλόμουσα πλήθη. Κάτι που, φυσικά, σημαίνει διάφορα (εύκολα συναγόμενα) πράγματα, και σε ό,τι αφορά τα τραγούδια από τα ρεπερτόριό της που βρίσκουν θέση στη setlist, και σε ό,τι έχει να κάνει με το πώς αυτά τα τραγούδια παρουσιάζονται επί σκηνής.

Πριν από αυτά, όμως, υπάρχει ένα άλλο ερώτημα, που πάντοτε τρυπώνει σε σκέψεις και συζητήσεις γύρω από καλλιτέχνες που μετράνε πολλές δεκαετίες καριέρας. Τουτέστιν, πόσο καλά «κρατιέται» η Άλκηστις Πρωτοψάλτη αυτόν τον καιρό; Η προ διετίας αυτοψία μου επί της κατάστασης της φωνής της Αρβανιτάκη, για παράδειγμα, έβ(γ)αλε ζητήματα φθοράς. Ήμουν όμως σχεδόν σίγουρος ότι με την Πρωτοψάλτη δεν θα ήταν έτσι: κάτι η σχέση της με τον (πρωτ)αθλητισμό (τον κανονικό αλλά και εκείνον του τραγουδιού), κάτι οι απίστευτες επιδόσεις της την προηγούμενη φορά, ήθελα να πιστεύω ότι μπροστά μας είχαμε μια βραδιά ονειρική.

Το ξεκίνημα, όμως, με το “Ο Άγγελός Μου”, με έκανε να νιώσω ένα μούδιασμα: το τραγούδι παρουσιάστηκε κάπως απονευρωμένο, και η Πρωτοψάλτη το είπε σχεδόν όλο μια οκτάβα κάτω σε σχέση με την ηχογράφηση. Δηλαδή έτσι θα το πήγαινε όλο το βράδυ; Κι εκείνες οι ρωγμές στη φωνή της; Μήπως σχετίζονταν με κάποιο σοβαρό ρήγμα;
Ε λοιπόν, όχι! Το συγκρατημένο -αλλά καθ’ όλα συγκροτημένο- μπάσιμο ήταν προφανώς απαραίτητο για να ζεσταθεί η φωνή -αλλά και να εξασφαλιστεί μια πρώτη -διά της μειλιχειότητας- σύνδεση με τον καθένα και την καθεμιά στις κερκίδες. Γενικά, τα πρώτα τραγούδια , όλα μπαλάντες, είχαν στόχο να ζεσταθεί σιγά σιγά το κοινό -να επιτευχθεί μια σταδιακή συσσώρευση της ενέργειας στον χώρο. Οι ρυθμοί όμως ολοένα και ανέβαιναν, το ίδιο και οι (εν)τάσεις. Άσε που, από το τρίτο κιόλας κομμάτι, το (ούτως ή άλλως εξαιρετικό) “Διθέσιο”, η στόχευση της μπάντας για όχι ακριβώς αναμενόμενα πράγματα φάνηκε από το εκλεπτυσμένο παιχνίδι της με τις άρσεις και τις θέσεις –παιχνίδι που συνεχίστηκε όλο το βράδυ. Ευτυχές το γεγονός: μπορεί το παιγνιώδες της μουσικής εμπειρίας να θεωρείται εξ ορισμού αυτονόητο κομμάτι της -«παίζω μουσική» δεν λέμε;-, όμως τελικά έχουμε υποφέρει από υπερβολικά πολλές άχαρες και δήθεν «σοβαρές» προσεγγίσεις της…

Υπήρξαν παιχνιδιάρηδες αλλά ταυτόχρονα… άπαιχτοι, λοιπόν, οι πέντε μουσικοί συνεργάτες της Πρωτοψάλτη. Ο πιανίστας Θωμάς Κοντογεώργης είχε πρόχειρα σωρό ευρήματα, ο μπασίστας Πέτρος Βαρθακούρης («της γνωστής οικογενείας των Βαρθακουρέων», όπως μας ενημέρωσε λίγο πριν το τέλος η ερμηνεύτρια) έχτιζε πάντα στιβαρές ρυθμικές και αρμονικές βάσεις, ο Ανδρέας Λάσος λύγιζε επιδέξια τις χορδές των κιθάρων του, και ο Κώστας Μυλωνάς έκανε αριστοτεχνικές ασκήσεις ισορροπίας επί των χρονικών συμβάσεων πάνω στα δέρματα των τυμπάνων του. Ειδική μνεία χρειάζεται να γίνει στον Κώστα Καρακατσάνη, που υπήρξε πολυεργαλείο (σε βιολί, κιθάρα και φυσαρμόνικα). Απίστευτο που για χρόνια ένας τέτοιος μουσικός «κρύφτηκε» στα μετόπισθεν των Ονιράμα… Πολύτιμη αποδείχθηκε και η συμβολή του τελευταίου, καθώς και των Κοντογεώργη, Βαρθακούρη, στα δεύτερα φωνητικά.

Τα είχε, λοιπόν, όλα καλά στρωμένα η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, αλλά πάνω απ’ όλα είχε τη δική της, κατακτημένη επικυριαρχία επί όσων ξέρει να κάνει καλά. Ερμήνευσε -με το φουλ της σημασίας του χρησιμοποιείται εδώ ο όρος- πολλές από τις μεγάλες της επιτυχίες, αλλά και κάποια από τα νεότερα τραγούδια που μάς έχει προτείνει τα τελευταία χρόνια, δίνοντας σεμινάριο για το πώς μπορεί να στέκεται εν έτει 2023 μια τραγουδίστρια με πολλές δεκαετίες στην πλάτη της, με απόλυτο σεβασμό στον παρελθόν, στον μύθο της, αλλά και στο κοινό που έχει απέναντί της. Αν και, θα γίνει εύκολα σαφές σε όποιον/α την παρακολουθήσει φέτος το καλοκαίρι, ότι αν χρησιμοποιήσουμε την περίπτωσή της ως μέτρο για τις live εμφανίσεις, το πιθανότερο είναι ότι η πλειοψηφία των καλλιτεχνών της γενιάς της θα βρεθεί να υπολείπεται κατά πολύ.
Η Πρωτοψάλτη είναι σήμερα σχεδόν 69 ετών -μια νέα της εποχής, όπως θα έλεγε ο Ζαμπέτας. Και τι δεν έκανε αυτή η γυναίκα εκείνο το βράδυ του Ιουλίου στη Σπάρτη: χόρεψε, έπαιξε ηλεκτρική κιθάρα (στο “Όλα Αυτά Που Φοβάμαι”), έπιασε μπαγκέτες και κοπάνησε μανιασμένα τα τύμπανα (στο “Να ‘ταν Η Χαρά Οικόπεδο”), έριξε αβέρτα χιουμοριστικές ατάκες κι έπαιξε απίστευτα παιχνίδια με το κοινό. Το οποίο κοινό κυριολεκτικά την προσκύνησε: την αποθέωσε πολλάκις, με ουρλιαχτά κι επευφημίες, ενώ προς το τέλος τραγουδούσε και χειροκροτούσε όρθιο. Στο κλείσιμο δε, με το reprise του “Θα Στο Λέω” (μια μεταγλώττιση του “Bamboléo” των Gypsy Kings που αποτελεί το πιο πρόσφατο σινγκλ της), κατέβηκε μαζικά απ’ τις κερκίδες μετά από πρόσκλησή της, και ξεβιδώθηκε στον χορό.
Πέρασε ένας μήνας από τότε, αλλά οι μνήμες επιμένουν και ζητούν διέξοδο. Κι αυτό έχει να κάνει κυρίως με τη στάση και τη χειρονομία της Πρωτοψάλτη όλο εκείνο το δίωρο που βρέθηκε ενώπιόν μας. Ντυμένη στα μπλε, με τα άσπρα αθλητικά παπούτσια της να συμπληρώνουν το γαλανόλευκο ενδυματολογικό concept, η μεγάλη αυτή κυρία του τραγουδιού μας όντως υλοποίησε τον «έξω καρδιά» χαρακτήρα των φετινών της εμφανίσεων. Πήρε τις καρδιές μας –της τις δώσαμε, δηλαδή, χωρίς κανέναν δισταγμό- και μας τις μάλαξε με την αστείρευτη προσφορά της, με το δώσιμο της δικής της καρδιάς -και με το… χώσιμο της αστείρευτης ενέργειάς της.
Υπάρχει κάτι το ιερό και μυστηριακό στην αίσθηση ότι άνθρωποι σαν κι αυτήν μοιάζει να προσέχουν υπερβολικά τον εαυτό τους, να διαφυλάττουν πάση θυσία την ψυχική και σωματική τους υγεία, όχι λόγω κάποιας ματαιόδοξης πρόθεσης να ξεγελάσουν τον χρόνο, αλλά απλώς για να μπορούν να είναι αυτοί που πρέπει, απολύτως παρόντες και δοτικοί, τότε που εμείς θα τους χρειαστούμε.

Ίσως περνάει ως αφέλεια, ως φαυλότητα ή τεμενάς αυτό που προσπαθώ να πω εδώ· όμως, τότε, εκεί, έτσι το ένιωσα. Κι έτσι ακόμα το νιώθω.

Setlist:
1. Ο Άγγελός Μου
2. Post-Love
3. Διθέσιο
4. Η Δουλειά
5. Αλεξάνδρεια
6. Ανθρώπων Έργα
7. Ζήτα Μου Ό,τι Θες
8. Εφήμερες Αγάπες
9. Άδωνις/Willkomen
10. Θα Στο Λέω (Bamboléo)
11. Σ’ Αγαπώ
12. Μάμπο Μπραζιλέιρο
13. Πάμε Χαβάη (Its A Pity)
14. Τα Ήσυχα Βράδια
15. Η Σωτηρία Της Ψυχής
16. Θεός Αν Είναι
17. Τρίτο Στεφάνι
18. Να Ζήσω Ή Να Πεθάνω (Flamenco)
19. Βενζινάδικο
20. Να ‘ταν Η Χαρά Οικόπεδο (Borino Oro)
21. Τράβα Σκανδάλη
22. Όλα Αυτά Που Φοβάμαι
23. Σε Όλα Τα Νησιά (Κρίνα Του Γιαλού)
24. Τα Πιο Ωραία Λαϊκά
25. Παρουσίαση ορχήστρας
Encore
26. Το Χειροκρότημα
27. Κάθε Φορά Που Με Κοιτάζεις
28. Θα Στο Λέω (Bamboléo)

* Φωτογραφίες συναυλίας: Κυριακή Ήμελλου

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Είδα τον Μανώλη Μητσιά στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο

Μια συναυλία ενός κοσμαγάπητου ερμηνευτή, με δωρεάν είσοδο; Αυτό μάλιστα: ήταν μια καθωσπρέπει έναρξη για το πολιτιστικό καλοκαίρι του Σαϊνοπούλειου Ιδρύματος, που πραγματοποιείται και φέτος, για 36η χρονιά παρακαλώ, στον χώρο-όαση του ομώνυμου αμφιθεάτρου, που βρίσκεται 5 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Σπάρτης. Η εκδήλωση διαφημίστηκε όπως της άρμοζε, με τετρασέλιδο φυλλάδιο που διανεμήθηκε από πόρτα σε πόρτα. Άλλο τώρα αν ο ανώνυμος συντάκτης των κειμένων αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων, αναγράφοντας λανθασμένα το όνομα του Χατζιδάκι (αυτό μάλλον δεν θα πάψει ποτέ να συμβαίνει...), και αποδίδοντας το “Αγάπη Που ‘Γινες Δίκοπο Μαχαίρι” αποκλειστικά στον Τσιτσάνη, και το “Αυτά Τα Χέρια” στον Θεοδωράκη...

Εκείνο το «δωρεάν», πάντως, σήμαινε πως η εμφάνιση του σπουδαίου Μανώλη Μητσιά επί λακωνικού εδάφους  θα γινόταν υπό κάποιους συγκεκριμένους όρους. Πρώτον, πέρα από τους δύο «δικούς του» μουσικούς που τον συνόδευσαν (Αχιλλέας Γουάστωρ στα πλήκτρα, Ηρακλής Ζάκκας στο μπουζούκι), η βασική μπάντα της βραδιάς θα ήταν η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου Σπάρτης. Δεύτερον, ένα σεβαστό ποσοστό (περί το 30%) του ρεπερτορίου θα έπεφτε στις πλάτες ντόπιων ερμηνευτών. Μιλάμε δηλαδή γαι επιλογές που σαφώς μείωσαν το οικονομικό κόστος της συναυλίας, επιτρέποντας την ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Μήπως, όμως, αποτέλεσαν και παράγοντες που «νέρωσαν» το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα;

Για τον ρόλο της Φιλαρμονικής, δεν μπορεί κανείς παρά να παραδεχτεί, ακόμα κι αν εκείνο το βράδυ Τετάρτης –εξ αναβολής, λόγω της βροχής την προηγούμενη, που ήταν η αρχικά προγραμματισμένη ημέρα- την παρακολούθησε για πρώτη φορά, ότι πρόκειται για εξαιρετικό σύνολο. Η έναρξη της ιστορίας του πάει, άλλωστε, πίσω στα 1895, ενώ υπό τη στιβαρή μπαγκέτα του Σαράντου Κανελλάκου, που μετρά πια 33 χρόνια στη θέση του Αρχιμουσικού, επιδεικνύει μια ποιοτική σταθερότητα αξιοθαύμαστη. Οι απόλυτα λειτουργικές ενορχηστρώσεις, και ο τρόπος που αυτές αποδόθηκαν, έπιασαν ως επί το πλείστον πολύ υψηλά στάνταρ, καταφέρνοντας έναν διττό στόχο: να παρέχουν όλα όσα είναι συνυφασμένα με το πώς ακούγονται αυτά τα τραγούδια στις πρώτες τους εκτελέσεις, και ταυτόχρονα να μην κλέβουν την παράσταση από το κυρίως σώμα αυτών. Όσο για τις δύο ή τρεις περιπτώσεις όπου υπήρξε εμφανής ασυνεννοησία ανάμεσα στον ερμηνευτή και τον μαέστρο, αυτές προφανώς οφείλονταν στην έλλειψη από κοινού προβών.
Στους νεότερους ερμηνευτές τώρα. Πρώτος βγήκε, ανοίγοντας τη βραδιά, ο Τάσος Σκιαδάς, καλλιτέχνης με γερό υπόβαθρο σπουδών και με παρουσία στα μουσικά πράγματα της περιοχής από τα μαθητικά του χρόνια ακόμα, στα ‘90s. Υπήρξε άψογος τεχνικά, και όσο θα έπρεπε μετρημένος. Μάς χάρισε τις ωραίες χαμηλές του στο “Το Παλιό Ρολόι”, αλλά μάλλον κινήθηκε υπερβολικά κοντά στον Μάριο Φραγκούλη στο “Αχ Χελιδόνι Μου”. Η νεαρή Έλενα Φουντά, γνωστή και από το πέρασμά της από το The Voice Of Greece, που πήρε έπειτα τη σκυτάλη, ήταν ακόμα πιο συγκρατημένη στις ερμηνείες της, αρκούμενη σε τεχνικά ολόσωστες αποδόσεις, αν και με κάποια ζητήματα στην άρθρωση που έκαναν δυσδιάκριτες κάποιες συλλαβές. Υπήρξε η μόνη που επέστρεψε στη σκηνή, για να πει τρία ακόμα τραγούδια (συνολικά έξι). Όσο για τον Νίκο Βορίλα, που στάθηκε στο μικρόφωνο κάπου στο μέσο της setlist, στάθηκε νομίζω σαφώς καλύτερα ως μπουζουξής, αφού τα νταλαρικά τραγούδια που επέλεξε αποκάλυψαν κάποια ντεζαβαντάζ της φωνής και του τρόπου του: υπερβολικά πολλά λαϊκά «τσακίσματα», και ψηλές που "τρύπαγαν" τα αφτιά.
Νομίζω ότι οι τρεις φωνές στάθηκαν συνολικά αξιοπρεπώς: δεν εκτέθηκαν, αλλά ούτε και εξέπληξαν. Ερμηνεύοντας κοσμαγάπητα τραγούδια, γέμισαν το πρόγραμμα, χωρίς να αφήσουν προσωπικό στίγμα, και προδίδοντας ότι κάποιες φορές δεν είχαν απόλυτη επαφή με το περιεχόμενο των κομματιών.

Ο Μανώλης Μητσιάς, από την άλλη, είναι ένας ερμηνευτής από μια εντελώς άλλη εποχή -κι έτσι δεν τίθεται θέμα συγκρίσεων. Βγήκε απ’ τα παρασκήνια με τη γνωστή ταπεινή κίνησή του, κι έπειτα από ένα «να σας πω μια καλησπέρα, όχι τίποτα άλλο» έδωσε το σήμα για την εκκίνηση.

Ο Μητσιάς είναι σήμερα 77 ετών, σε μια ηλικία, δηλαδή, που οι περισσότεροι ερμηνευτές της κλάσης του έχουν ήδη αποσυρθεί. Με αυτό το δεδομένο, ομολογώ ότι δεν περίμενα πολλά από τη μεριά του: περισσότερο παρευρέθηκα γιατί δεν είχα ποτέ την ευκαιρία -απ’ όσο θυμάμαι- να τον δω ζωντανά επί σκηνής σε δική του συναυλία. Δεν ξέρω, λοιπόν, αν φταίνε οι χαμηλές προσδοκίες μου, πάντως ένιωσα ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη, από τους πρώτους κιόλας φθόγγους -«απ’ το πρωί μες στη βροχή/ και μέσα στο λιοπύρι/ για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι/ και δόξα τω Θεώ»- που ακούστηκαν απ’ τα χείλη του.
Δεν τίθεται τόσο θέμα για το αν ο χρόνος έχει κάνει τη ζημιά του -κανείς δεν ξεφεύγει από αυτή τη μαύρη τρύπα- όσο για το ότι ο Μητσιάς διατηρεί το σθένος της φωνής του, καθώς και έναν αξιοθαύμαστο έλεγχο των πνευμόνων του: οι ανάσες του εκείνο το βράδυ μάς άφησαν σέκους. Το πώς το καταφέρνει αυτό είναι μια συζήτηση που θα έπρεπε να επιδιώκουμε να κάνουμε μαζί του, όπως και με κάθε βετεράνο που διατηρείται σε τόσο καλή φόρμα Στα συν αναφέρω και τη σχεδόν παντελή απουσία εκείνου του ενοχλητικού, «γεροντίστικου» βιμπράτο από τις ερμηνείες του.

Με λίγα λόγια, δόθηκε ρεσιτάλ εκείνο το βράδυ στο Σαϊνοπούλειο: ένας σπουδαίος, δωρικός ερμηνευτής περιδιάβηκε τους σημαντικότερους σταθμούς της πορείας του, με κάμποσους από αυτούς να τυχαίνει(;) να αποτελούν και ορόσημα του ελληνικού δισκογραφημένου τραγουδιού των τελευταίων 30 χρόνων του περασμένου αιώνα. Το κοινό το καταχάρηκε, και τραγούδησε μαζί του τα περισσότερα ρεφρέν, αν και, προς τιμήν του, ο πρωταγωνιστής ελάχιστα κατέφυγε στη συνήθη τακτική της οικονομίας δυνάμεων• αντίθετα, υπήρξαν ελάχιστες οι στιγμές που απομακρύνθηκε από το μικρόφωνο, αφήνοντας τη δουλειά στη μεγάλη χορωδία των κερκίδων.

Κάποια στιγμή, εντελώς αναπάντεχα -ή ίσως όχι και τόσο-, κι ενώ σύμφωνα με το πρόγραμμα που είχε διανεμηθεί απέμεναν μόλις επτά τραγούδια για το τέλος, επιλέχθηκε να πραγματοποιηθεί ένα αψυχολόγητο διάλειμμα. Ο λόγος ήταν ότι ο Δήμαρχος της πόλης, Πέτρος Δούκας, ήθελε να εκφωνήσει ένα ακόμα λογύδριο, από εκείνα που συνηθίζει σε κάθε εκδήλωση όπου παρευρίσκεται, και να βραβεύσει τον Μητσιά, τον Κανελλάκο και την Ορχήστρα. Όμως κάποια στιγμή οι διάφοροι τοπικοί άρχοντες θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι ενοχλητικοί, κι ότι μάλλον τέτοιες κινήσεις -ή, καλύτερα, η χρονική στιγμή που επιλέγουν για αυτές- τούς γυρνάει μπούμερανγκ.
Ευτυχώς, κανείς από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές δεν φάνηκε να αποσυντονίζεται από το άχαρο της όλης υπόθεσης, και το υπόλοιπο της βραδιάς κύλησε εξίσου όμορφα και συγκινητικά. Εκεί ακούστηκε, άλλωστε, και το συγκλονιστικό “Αυτά Τα Χέρια”, πλάι σε κάποια ακόμα εμβληματικά άσματα (Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, και δεν συμμαζεύεται…), ενώ ικανοποιήθηκαν και όσοι στο τέλος ζητούσαν επίμονα το “Ερωτικό” των Μικρούτσικου/Αλκαίου («την πιρόγα, την πιρόγα!») -ήταν το μόνο από τα τραγούδια που δεν είχαν προβαριστεί με την Ορχήστρα, και παίχτηκαν συνοδεία μόνο των Γουάστωρ/Ζάκκα.
Δεκαεπτά τραγούδια μάς χάρισε εκείνη τη βραδιά ο Μανώλης Μητσιάς, κλείνοντας, έπειτα από έντονο μπιζάρισμα, όπως είχε αρχίσει, με το “Δόξα Τω Θεώ”. Αποδεικνύοντας πέρα από κάθε αμφιβολία ότι είναι ένας ερμηνευτής φτιαγμένος από υλικά μιας άλλης εποχής, τα οποία μοιάζουν να μην επηρεάζονται από τα χούγια της τωρινής: κανένα cancel, καμιά οχλοβοή της ψηφιακής σφαίρας δεν φαίνεται ικανή να αλλοιώσει το μέταλλο εκείνων που ζυμώθηκαν και στέριωσαν τη ζωή και το έργο τους στον χειροπιαστό κόσμο.

Setlist:
1. Φθινοπωρινός Δρόμος
2. Αυτόν Τον Κόσμο Τον Καλό
3. Το Παλιό Ρολόι
4. Αχ Χελιδόνι Μου
5. Η Ενδεκάτη Εντολή
6. Έλα Πάρε Μου Τη Λύπη
7. Πες Μου Μια Λέξη
8. Δόξα Τω Θεώ
9. Ο Γιάννης Ο Φονιάς
10. Τι Να Πούμε Τι
11. Μη Χτυπάς Σ' Ένα Σπίτι Κλειστό
12. Πού Θα Πάει Πού Θα Βγει
13. Όσο Αγαπιόμαστε Τα Δυο
14. Στην Ελευσίνα Μια Φορά
15. Άσπρο Περιστέρι
16. Ο Ουρανός Φεύγει Βαρύς
17. Κάθε Λιμάνι Και Καημός
18. Αγάπη Που 'Γινες Δίκοπο Μαχαίρι
19. Δώσε Μου Το Στόμα Σου
20. Πρώτη Φορά
21. Γεια Σου Χαρά Σου Βενετιά
Διάλειμμα
22. Επειδή Σ' Αγαπώ
23. Κυκλαδίτικο
24. Αυτά Τα Χέρια
25. Φεγγάρι Μάγια Μου 'Κανες
26. Βρέχει Στη Φτωχογειτονιά
27. Τσάμικος
28. Μήλο Μου Κόκκινο
Encore
29. Ερωτικό
30. Δόξα Τω Θεώ

Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

Είδα το B.Y.S. Trio στην Πνευματική Εστία Σπάρτης

Η Πνευματική Εστία Σπάρτης είναι ένας σύλλογος που από το 1961 έχει παρουσιάσει σημαντική  πολιτιστική δράση και προσφορά στο λακωνικό γίγνεσθαι. Εδώ και κάποια χρόνια έχει, μάλιστα, μεταστεγάσει τις δραστηριότητές της σε ένα υπέροχο νεοκλασσικό επί της οδού Λυκούργου. Εκεί βρέθηκα το βράδυ της Τετάρτης 3 Μαΐου, για να παρακολουθήσω μια συναυλία από εκείνες που σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε στα μέρη μας.

Το B.Y.S. Trio αποτελείται από τους Χρυσόστομο Μπουκάλη (κοντραμπάσο), Κώστα Γιαξόγλου (πιάνο, λάπτοπ), και Νίκο Σιδηροκαστρίτη (τύμπανα) -με το αρχικό γράμμα του κάθε επωνύμου να σχηματίζει το αρκτικόλεξο του ονόματος. Ξεκίνησαν την κοινή τους πορεία το 2017, με σκοπό την εξερεύνηση του έργου του Charlie Haden (1937-2014) και την απότιση φόρου τιμής σε αυτό. Έπειτα από μια σειρά επί σκηνής εμφανίσεων, το 2022 ήρθε η ώρα της αποτύπωσης της δουλειάς τους στο άλμπουμ It's About Spirituality (A Tribute To Charlie Haden) -το οποίο, παρεμπιπτόντως, προτάθηκε από το παρόν μπλογκ ως μία από τις πλέον αξιόλογες ηχογραφήσεις της προηγούμενης χρονιάς.

Στην εν λόγω βραδιά, που συνδιοργανώθηκε από το Νομικό Πρόσωπο Πολιτισμού και Περιβάλλοντος του Δήμου Σπάρτης, και αποτέλεσε μέρος του κύκλου εκδηλώσεων "Μουσική και Μουσικοί", παρουσιάστηκε μεγάλο μέρος του υλικού του προαναφερθέντα δίσκου -υλικό το οποίο περιλαμβάνει συνθέσεις που φέρουν την υπογραφή του Haden, κομμάτια άλλων δημιουργών που αγαπούσε ιδιαίτερα ο εκλιπών, καθώς και συνθέσεις/αυτοσχεδιασμούς του γκρουπ -αλλά και επιπλέον κομμάτια. Το συγκρότημα έδειξε και ζωντανά ότι όχι μόνο σέβεται και αγαπά το μουσικό έργο του μεγάλου μουσικάνθρωπου, αλλά και ότι διαθέτει διακριτή οπτική γωνία και άποψη επί αυτού.
Είχαμε, όμως, όσοι γεμίσαμε την αίθουσα εκείνο το βράδυ Τετάρτης, την ευκαιρία να γίνουμε μάρτυρες και της πρόσφατης διεύρυνσης του γκρουπ. Διεύρυνσης που αποκαλύφθηκε σε αθηναϊκές εμφανίσεις του, και που περιλαμβάνει τη φωνή της Άννας Λινάρδου και το νέυ του Χάρη Λαμπράκη. Εμείς γίναμε μάρτυρες μιας τροποποιημένης εκδοχής της διεύρυνσης αυτής: ήταν η φωνή της Jessie, μιας νεαρής Κορεάτισας βοκαλίστριας, που έτυχε να βρίσκεται στη Λακωνία για το Koumaria Project, και που εμπλούτισε με τις φωνητικές της ακροβασίες το μυσταγωγικό "Song For The Whales". Σε κάθε περίπτωση, το B.Y.S. Trio μοιάζει να έχει πολλούς ακόμα άσσους στο μανίκι του, και ελπίζω ότι θα έχουμε την ευκαιρία στο μέλλον να τους δούμε να αποκαλύπτονται.

Η συναυλία κράτησε κάτι λιγότερο από μιάμιση ώρα, και υπάρχει ολόκληρη στο παρακάτω βίντεο. Φυσικά, σε αυτό δεν αποτυπώνεται παρά μόνο ένα μικρό κομμάτι των όσων βιώθηκαν εκείνη τη βραδιά από τους παρευρισκόμενους -που παρακολούθησαν με αληθινή προσήλωση, και που σίγουρα εισέπραξαν τη μαεστρία και την απαράμιλλη μουσικότητα των τριών μουσικών. Είπαμε, τέτοιες συναυλίες σπανίζουν στη Σπάρτη, και στη Λακωνία συνολικά -κι έτσι τις εκτιμούμε και τις τιμούμε όπως τους πρέπει.

Setlist:
1. Grevena Appalachians
2. Take My Hand, Precious Lord
3. For Turiya
4. Lonely Woman
5. My Love And I
6. Silence
7. Song For The Whales
8. Touch Her Soft Lips And Part
9. Waltz For Ruth

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

Μουσική ανασκόπηση του 2022

Η τελευταία μουσική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο παρόν μπλογκ είναι εκείνη για το έτος 2019. Το 2020 ήταν ούτως ή άλλως περίεργη χρονιά (βλ. COVID-19), και είχε το επιπλέον μείον της αποχώρησής μου, μαζί με άλλους, από το Avopolis Music Network, το site όπου κατέθεσα πολλή δουλειά επί πολλά χρόνια. Το 2021, πάλι, ενώ συμμετείχα στις ψηφοφορίες των ιστοσελίδων που με φιλοξενούσαν (Mix Grill, MiC Music Portal), κι ενώ σχεδίαζα να γράψω κάτι κι εδώ, τελικά δεν το έκανα. Βρισκόμουν, βλέπετε, ήδη από καιρό σε μια εσωτερική πάλη -που συνεχίζεται-, για το αν -και για λογαριασμό ποιων- αξίζει να συνεχίσω να γράφω για μουσική.

Εκείνο που οπωσδήποτε ισχύει για μένα τα τελευταία χρόνια είναι η απόφαση να ρίξω το βάρος της όποιας προσπάθειάς μου στην εγχώρια παραγωγή. Για τους καλλιτέχνες της αλλοδαπής υπάρχει ένα δυνητικό κοινό εκατοντάδων εκατομμυρίων ακροατών, και το ανάλογο δημοσιογραφικό δυναμικό, για να αποτιμήσει τα επιτεύγματά τους. Για τους Έλληνες δημιουργούς, αντίθετα, υπάρχει έλλειμμα δημοσιογραφικής και κριτικής κάλυψης. Αυτά, όμως, δεν σημαίνουν πως αγνοώ τις διεθνείς εξελίξεις, αφού εξακολουθώ να ξεφυλλίζω πολλά ξένα περιοδικά, σε μηνιαία βάση, και να ακούω ό,τι με ενδιαφέρει.

Η παρούσα ανασκόπηση, λοιπόν, αφορά μόνο στην ελληνική δισκογραφική παραγωγή -στην ευρύτερη έννοιά της, και στο μέτρο που κατάφερα να την παρακολουθήσω. Αλλά όχι μόνο, όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω.

Οι δίσκοι και τα τραγούδια -οι καλλιτέχνες

Το 2022 ήταν, νομίζω, μια χρονιά με πλούσια σοδειά, ποσοτικά και ποιοτικά. Μπορεί οι αριθμοί των χειροπιαστών εκδόσεων να λένε άλλα, όμως στο ψηφιακό πεδίο, όπου παίζεται πραγματικά πια το παιχνίδι, υπάρχει μια άγρια και αχαρτογράφητη δημιουργικότητα, η οποία είναι δύσκολο να τακτοποιηθεί προκειμένου να μελετηθεί. Όλο αυτό, σε συνδυασμό με την ουσιαστική δημοσιογραφική δουλειά, που ακολουθεί την αντίθετη, τη φθίνουσα καμπύλη, δημιουργεί ένα φαινομενικό χάος, μια θολή εικόνα. Σε τι αξίζει να σταθεί κανείς, και τι να προσπεράσει; Κάποτε ήταν κυρίως τα χρήματα που έπρεπε να λογαριάσεις, αν ήθελες να παρακολουθήσεις τη μουσική παραγωγή· τώρα ο κρίσιμος παράγοντας είναι ο χρόνος. Ο ρόλος των κριτικών φωνών παραμένει κρίσιμος.

Από τις συνολικά 104 κυκλοφορίες που είχα στη λίστα μου, ξεχωρίζω δύο ως δίσκους της χρονιάς: ANIME του Φοίβου Δεληβοριά, Pillow Shifter της Demetria. Για τον πρώτο γράφτηκαν πάρα πολλά, για τον δεύτερο όχι όσα θα έπρεπε. Βάζοντάς τους δίπλα δίπλα, πολλές ομοιότητες και πολλές διαφορές μπορεί να εντοπίσει κανείς. Ξεκινώντας από τα εξώφυλλα, που μοιάζουν σε ύποπτα μεγάλο βαθμό, και περνώντας στις παραδοσιακές αξίες του τραγουδιού, στις οποίες υπακούν και οι δύο, μπορούμε ακόμα να βρούμε αντιστίξεις, όχι μόνο στα φύλα και τις ηλικίες των δημιουργών (49/22), αλλά και στη γλώσσα που χρησιμοποιούν (ελληνικά/αγγλικά), στην ποσότητα δημιουργικής τρέλας που εντοπίζεται εντός των πονημάτων τους (λελογισμένη/μπόλικη), στον αριθμό συνεργατών (κάμποσοι/σχεδόν κανένας)...

Το ANIME είναι ένας δίσκος μπετόν-αρμέ: στιβαρή τραγουδοποιία, απλή, μελωδική, ρέουσα, χωρίς κανένα άγχος για εντυπωσιασμούς, χωρίς τουπέ, απολύτως προσγειωμένη στις ανάγκες του καλλιτέχνη και του κοινού. Είναι υποτιμημένη αυτή η ικανότητα για έναν δημιουργό: να μπορεί να αφουγκραστεί αυτό που συμβαίνει γύρω του, αυτό που συζητιέται, αλλά και αυτό που υφέρπει. Ο Δεληβοριάς εδώ βρίσκει το mojo του, που σε κάποιες στιγμές της Καλλιθέας φαινόταν, αν όχι ακριβώς να το έχει χάσει, πάντως να το έχει "αναθέσει" στον ήχο και στην παραγωγή. Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη-ποταμό που έκανα μαζί του, για λογαριασμό του mic.gr (εδώ η συνολική ανασκόπηση του σάιτ).

Το Pillow Shifter είναι μια επίσης πολύ προσεχτικά δουλεμένη εργασία. Η νεαρή Demetria κάνει εδώ τα πάντα: συνθέτει, ερμηνεύει, παίζει όλα τα όργανα. Τα κάνει όλα καλά, φτιάχνοντας κάτι που έχει κι έναν ξεχωριστό χαρακτήρα, καθώς στέκεται μακριά από τις καλογυαλισμένες επαγγελματικές παραγωγές, αλλά και εκτός της κακώς εννοούμενης ερασιτεχνίας. Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη που έκανα μαζί της, για λογαριασμό του Mix Grill.

Το Μετρό του ΛΕΞ ήταν μάλλον καταδικασμένο να μην συζητηθεί όσο το αριστουργηματικό του 2XXX (2018), παρότι είναι ένα έξοχο άλμπουμ. Όμως ο θεσσαλονικιός ράπερ δέσποσε στην επικαιρότητα και με τη συναυλιακή επίδειξη δύναμης που έκανε σε δύο περιπτώσεις (Νέα Σμύρνη, Θεσσαλονίκη). Σε επίπεδο άλμπουμ, πάντως, μάλλον μεγαλύτερου καλλιτεχνικού εκτοπίσματος ήταν το Amazons Of The Concrete της Sara ATH. Τολμώ εδώ να προτείνω, έχοντας φυσικά συναίσθηση ότι τα μεγέθη απέχουν πολύ, και την Αναντικατάσταση των Litho Valeto, περισσότερο ως κυκλοφορία που μοιάζει να κυοφορεί πράγματα για τους κρήτες χιπχοπάδες.

Από την "παραδοσιακή" κοίτη του ελληνικού τραγουδιού, ένας δίσκος που ξεχωρίζω είναι το Κολιμπρί του Γιάννη Χαρούλη. Πρόκειται για πολύ προσεγμένη παραγωγή, με δυνατά τραγούδια, που βρίσκει τον καλλιτέχνη σε ανοδική φάση, με τάσεις ανοίγματος. Ο Χαρούλης προφανώς σκάβει μέσα του, κι εμείς μόνο να κερδίσουμε έχουμε.

Βγήκαν κι άλλοι όμορφοι δίσκοι στον ευρύτερο αυτόν χώρο, όπως τα Δύο Λάθη των Φώτη Σιώτα και Θοδωρή Γκόνη, και η Πρώτη Βόλτα του Γιάννη Διονυσίου (στίχοι Κώστα Φασουλά, μουσικές διαφόρων, ενορχηστρώσεις Σιώτα). Οφείλω να σημειώσω ότι ο Φώτης Σιώτας έχει, αργά αλλά σταθερά, αναδειχθεί σε μουσικό πασπαρτού, που μπολιάζει με τον ήχο και τις ιδέες του διάφορες δουλειές, ενώ προσφέρει ολοένα και περισσότερο και συνθετικά. Ωραία και η Σπίθα, που έφτιαξε ο Θέμης Καραμουρατίδης για τη Μελίνα Κανά, όπως επίσης και ο Άσωτος Καιρός, του Νίκου Ξυδάκη, με τη Βερόνικα Δαβάκη. Τέλος, ο Πάνος Μαλαχιάς, με το Περαστικοί & Ευγνώμονες, κατέθεσε ένα ιδιαίτερα μεστό -και πολυτελές, στη χειροπιαστή του εκδοχή- άλμπουμ, με τη συμμετοχή πολλών στιχουργών και ερμηνευτών· χωρίς, όμως, αυτό το τελευταίο να οδηγεί το αποτέλεσμα σε πολυδιάσπαση.

Στους τραγουδοποιούς, στέκομαι ιδιαίτερα στο Η Άνοιξη Που Θα 'ρθει του Θέμου Σκανδάμη, το οποίο περιέχει μια ιδιαίτερα συνεπή, όσο και απολαυστική, σειρά τραγουδιών. Όμορφo άλμπουμ είναι επίσης το Primavera του Γιώργου Περού, ενώ και ο Αντώνης Λιβιεράτος, με το Οβολός Στο Στόμα, πρόσθεσε  τη δική του, ολίγον λοξή ματιά στο ηχητικό τοπίο της χρονιάς.

Στα συγκροτήματα ξεκινάω από το πιο fun ακρόαμα της χρονιάς, που δεν είναι άλλο από το Ανάστασις Νεκρών των Nurse Of War. Οι τύποι αυτοί βγάζουν ενέργεια, χιούμορ και τρέλα, και εγγυώνται διασκεδαστικές ακροάσεις. Το Νιαούρισμα Της Γάτας, των Καταχνιά, είναι οπωσδήποτε ο δίσκος που φέρει τα περισσότερα παράσημα στον τομέα της κριτικής αποδοχής -και δικαίως. Ωραίος δίσκος, με σαγηνευτικό, μυστηριακό κλίμα, είναι το Libation των Echo Train, ενώ και οι Bazooka κατάφεραν αρκετά πράγματα στο Κάπου Αλλού. Τέλος, αξίζουν οπωσδήποτε ακροάσεων το Arsenal Of Hope των Deaf Radio, και το Wanderlust των Sugar For The Pill.

Στον τζαζ/οργανικό χώρο είχαμε επίσης πολλά αξιόλογα πράγματα. Ξεχώρισα το Quintessence του Billy Pod, το It's About Spirituality (A Tribute To Charlie Haden) των B.Y.S. Trio, και το Live At St. Paul's Anglican Church - Athens του Stavros Lantsias Trio (κυκλοφορία του Δεκεμβρίου του '21 αυτή). Η Μαρία Πανοσιάν επέστρεψε στη δισκογραφία μετά από αρκετό καιρό, και το The Charm Of Darkness έχει όντως μια γοητεία. Το Flamenco Odyssey είναι ένα υπερφιλόδοξο εγχείρημα του Χρίστου Τζιφάκι, που κάθε άλλο παρά κατακρημνίζεται, και το Κρατήρων, των Δημήτρη Τσιρώνη και Βύρωνα Κατρίτση, είναι μια τολμηρή καταβύθιση σε φλέγοντα ηχοχρώματα. Κακώς παραλείπω τόσα χρόνια τους δίσκους του αδερφού μου, του Χρήστου Χριστοδούλου, για λόγους -και καλά- αντικειμενικότητας. Το Risk Of Rain 2: Survivors Of The Void μπορεί να μη βρει ποτέ στην Ελλάδα αντίστοιχο κοινό με εκείνο που απολαμβάνει εκτός συνόρων, όμως αποδεικνύει για πολλοστή φορά, όχι μόνο την ικανότητα, αλλά και την εργατικότητά του.

Για τον Μπάμπη Παπαδόπουλο, ότι και να πούμε πια είναι λίγο. Έδωσε και πάλι ισχυρό στίγμα, καταθέτοντας, μάλιστα, δύο κυκλοφορίες μέσα στη χρονιά: το EP IN[A]HABIT, που περιέχει μουσική για την ομώνυμη παράσταση χορού, και το άλμπουμ Electric Solo, που αποτυπώνει υλικό το οποίο παρουσίαζε για καιρό σε ζωντανές εμφανίσεις του. Αξίζουν και τα δύο, το δεύτερο όμως είναι απλά εξαιρετικό.

Κλείνοντας το κεφάλαιο ετούτο, αναφέρω μερικά τραγούδια που ξεχώρισα· αυτόνομες κυκλοφορίες ή κομμάτια δίσκων που δεν αναφέρθηκαν παραπάνω. Ξεκινώ με "Το Ρήγμα", των Σωκράτη Μάλαμα και Μάνου Τσιλιμίδη, με ερμηνεύτρια τη Μαριάννα Παπαμακάριου, που είναι ένα τεράστιο άσμα. Δημοσιοποιήθηκε στη σειρά "Τα Λαϊκά Παραλειπόμενα", που τρέχει στο YouTube κανάλι του λαοφιλή τραγουδοποιού, και η οποία παρουσιάζει τραγούδια παλαιότερα, που δεν βρήκαν θέση στους δίσκους του. Εύλογα γεννιέται η απορία για το πώς είναι δυνατόν το συγκεκριμένο να έμεινε στο συρτάρι ως σήμερα. Αλλά κάλλιο αργά, παρά ποτέ.

Σε εντελώς άλλο κλίμα, το "Κανείς Δε Θα Καταλάβει" του Pelion Rivers (aka Άγγελος Αϊβάζης) είναι ένα όμορφο φολκ διαμαντάκι, ενώ και η "Ανισόπεδη Ντίσκο" του Pan Pan χτυπάει ευαίσθητες χορδές που συνδέονται με τη νοσταλγία. Βρήκα πολλά υποσχόμενη και την Alkyone, κυρίως εξαιτίας του "Genesis". Το "Τακούνια Για Καρφιά", του Ορέστη Ντάντου, με την Ιουλία Καραπατάκη, είναι ένα ακόμα ωραίο κομμάτι, από τον ομώνυμο δίσκο -που ως σύνολο μού άφησε μια  κάπως στυφή γεύση. Κάπως περισσότερα περίμενα και από τη Yenna της Μαρίνας Σάττι, αλλά ξεχωρίζω κάποια τραγούδια από εκεί, κυρίως το "Πόνος Κρυφός". 

Στον κόσμο των μοναχικών τραγουδιών υπάρχουν, βεβαίως, και οι Σκιαδαρέσες. Τα δύο κορίτσια εκπέμπουν μέσω του YouTube τα αυτοσχέδια σήματά τους (πλέον υπάρχουν και στο Spotify), και έχουν πολύ ενδιαφέρον -και ως φαινόμενο της εποχής. Έχουν πολλά απολαυστικά τραγούδια, αλλά "Το Τραγούδι Του Μαλάκα" είναι ένα κομψοτέχνημα -τελεία και παύλα.

Εταιρείες, ανεξαρτησίες

Είναι συντριπτικό το ποσοστό των παραπάνω κυκλοφοριών που εκδόθηκαν είτε από τις λεγόμενες μικρές εταιρείες, είτε εντελώς αυτόνομα, από τους ίδιους τους δημιουργούς. Οι κάποτε κραταιές πολυεθνικές φαίνεται πως κινούνται πια μόνο από την όποια κεκτημένη ταχύτητα, έχοντας ολοένα και πιο σπάνια να προτείνουν κάτι ουσιαστικό. Δεν είναι λίγες, πάντως, και οι ανεξάρτητες που πηγαίνουν με μπούσουλα εκείνο το παλιό και φθαρμένο manual, που γράφτηκε τον περασμένο αιώνα.

Οφείλω εδώ να αναφέρω κάποια label, και ξεκινώ από την Puzzlemusik. Η οποία δείχνει αξιοθαύμαστη συνέπεια, για περισσότερα από 15 χρόνια πια, και στις επιλογές που κάνει ως προς το ρεπερτόριο, αλλά και επειδή συνεχίζει να στέλνει χειροπιαστά promo -κάτι που εμείς οι παραδοσιακοί μουσικόφιλοι εκτιμούμε ιδιαιτέρως. Πολύ καλά στη συνέπεια τα πηγαίνει και η Inner Ear, ενώ και το Όγδοο έχει μια φροντισμένη παρουσία.

Βρισκόμαστε, πάντως, στην εποχή του Spotify και του Bandcamp, και οι δημιουργοί έχουν εδώ και χρόνια στα χέρια τους όλα τα εργαλεία για να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση εύκολο κάτι τέτοιο, καθώς απαιτεί συγκέντρωση, αυτοπειθαρχία, μεγάλες δόσεις πίστης και μακρόχρονη δέσμευση, πριν προκύψουν τα όποια ορατά αποτελέσματα. Η πληθώρα προσφοράς δυσχεραίνει τη μετάδοση του σήματος του ανεξάρτητου δημιουργού -εξ ου και οι εταιρείες που έχουν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στο επίπεδο της επικοινωνίας μπορούν και επιβιώνουν.

Οι συναυλίες -ή η απουσία αυτών

Σε τούτη τη γωνιά της Ελλάδας, η συναυλιακή εμπειρία σπανίζει. Δεν ήταν, βέβαια, πάντοτε έτσι. Στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια είχα την ευκαιρία να δω συναυλίες αξιώσεων, κυρίως στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο, που βρίσκεται λίγο έξω από τη Σπάρτη. Μιλάω για καλλιτέχνες όπως ο Σαββόπουλος, ο Μαρκόπουλος, ο Ξαρχάκος, ο Χατζιδάκις, ο Κηλαηδόνης... Πλέον αυτά έχουν ατονήσει, καθώς έχει επέλθει μια παρακμή που καθρεφτίζεται ταιριαστά στην εικόνα της παρούσας Δημοτικής Αρχής. Αλλά αυτά είναι κομμάτια μιας άλλης συζήτησης...

Το '22 είχα την ευκαιρία να δω κάποιες λίγες συναυλίες από "μεγάλα ονόματα". Στις 3 Ιουλίου είδα τον Ορφέα Περίδη στη Μαγούλα, σε μια δωρεάν για το κοινό συναυλία που διοργάνωσε το ιδιαίτερα δραστήριο Πολιτιστικό και Φιλανθρωπικό Σωματείο "Άγιος Νίκανδρος". Ήταν καλός ο εξαίρετος τραγουδοποιός (για όσο τον είδα, καθότι έφτασα αργοπορημένος), όμως το ύφος και το ήθος της παρουσίας του και των τραγουδιών του δεν ταίριαζε καθόλου με την τσίκνα από τους παρακείμενους πωλητές γρήγορου φαγητού.

Το φθινόπωρο είχαμε την ευκαιρία να δούμε και ένα διάσημο πλέον τηλεοπτικό ζευγάρι, σε ξεχωριστές όμως εμφανίσεις. Την αρχή έκανε η Ρένα Μόρφη, που εμφανίστηκε με τη μπάντα της στην τελετή λήξης του 40ού διεθνή αγώνα υπερμαραθωνοδρόμων Σπάρταθλον, την 1η Οκτωβρίου, κλείνοντας τη βραδιά.
Παρότι δεν είναι απολύτως του γούστου μου το ρεπερτόριο της δημοφιλούς ερμηνεύτριας, οφείλω να καταγράψω ότι επί σκηνής στάθηκε όχι απλώς καλά, αλλά εξαιρετικά, συνεπικουρούμενη και από μια πολύ καλή μπάντα (Λάμπης Κουντουρόγιαννης στην ηλεκτρική κιθάρα, Δημήτρης Μπαλογιάννης στην ακουστική κιθάρα, Βαγγέλης Στεφανόπουλος στα πλήκτρα, Carlos Menendez στα κρουστά, Σπύρος Λιγκώνης στα τύμπανα). Έχοντας στη μνήμη μου την παρουσία της στο τηλεοπτικό Μουσικό Κουτί, όπου ο ρόλος του φωνητικού πασπαρτού (είναι επόμενο να) την αδικεί ενίοτε, ξαφνιάστηκα από την πυγμή και την επικυριαρχία της ερμηνεύτριας στον χώρο που έχει επιλέξει να κινείται. Πείστηκα, εν ολίγοις, από τις προθέσεις της -και από τις εξηγήσεις που έδωσε εκείνο το βράδυ, σχετικά με αυτό που προσπαθεί, το οποίο περιέγραψε ως μία συνέχεια εκείνου που επιχείρησε κάποτε ο Μανώλης Χιώτης. Ήταν επίσης χρήσιμο που είδα με τα μάτια μου τι συμβαίνει στα κοριτσόπουλα όποτε ηχεί το "Όταν Σου Χορεύω". Χάρηκα, τέλος, που είχα την ευκαιρία, έπειτα, να ανταλλάξω δυο κουβέντες, μετά από πολλά χρόνια, με τον υπερταλαντούχο Μπαλογιάννη.

Setlist: 1. Μέχρι Το Πρωί (Mis Sentimientos) 2. Μαχαιριά 3. Ανήμερη Καρδιά 4. Σε Έλεγα Αγάπη Μου 5. Σαν Χουάν 6. Αμάντο Μίο (Amado Mio) 7. Το Φορτίο 8. Θα Ανέβω Να Σε Βρω 9. Χάθηκες (Δεν Έχει Δρόμο Να Διαβώ) 10. Δε Με Ξέρεις 11. Πες Την Αλήθεια 12. Όταν Σου Χορεύω 13. Αργοσβήνεις Μόνη 14. Ξύπνα Αγάπη Μου/Baila Que Rico Mambo? 15. Mourmoura 16. Τα Πιο Ωραία Λαϊκά 17. Σ' Έβλεπα Στα Μάτια 18. Έτσι Είν' Η Ζωή 19. Ταινία 20. Όταν Σου Χορεύω

Τον έτερο πόλο του διδύμου, τον Νίκο Πορτοκάλογλου δηλαδή, τον είδα στη Βαμβακού, και κατέγραψα αναλυτικά τις εντυπώσεις μου από την εντυπωσιακή εμφάνισή του, εδώ.

Πέραν αυτών, είχα την ευκαιρία να χαρώ σε αρκετές περιπτώσεις τις μαθήτριες και τους μαθητές του Μουσικού Σχολείου Σπάρτης, και ήδη ξεχωρίζω κάποια ταλέντα. Πέρασα επίσης και από κάποιες μουσικές βραδιές της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης, που αποτελούν πολιτιστική όαση για την πόλη.

Ο μουσικός τύπος

Το γεγονός της χρονιάς στα της μουσικής δημοσιογραφίας ήταν το φιάσκο της ελληνικής έκδοσης του περιοδικού Rolling Stone. Η έκδοση ξεκίνησε με προοπτικές, αφού πέρα από τα εχέγγυα του τίτλου, το πρώτο τεύχος, που κυκλοφόρησε στα τέλη του '21, άφηνε υποσχέσεις: η ομάδα των συνεργατών συνδύαζε άξιους παλιούς (Μάρκος Φράγκος, Νίκος Πετρουλάκης, Σπήλιος Λαμπρόπουλος, Μαρία Μαρκουλή κ.ά.) με ικανούς νεότερους (ανάμεσά τους και ο παλιός συνεργάτης από την εποχή του Avopolis και του Sonik Άγγελος Κλειτσίκας), το εξώφυλλο έβαζε δίπλα δίπλα τον Παύλο Παυλίδη και τον ΛΕΞ, η έκδοση ήταν πολυτελής... Αρκετοί ελπίσαμε ότι θα είχαμε ξανά σοβαρό λόγο για να πηγαίνουμε στο περίπτερο.

Όμως, σταδιακά η ποιότητα και η σπιρτάδα υποχώρησαν, οι σελίδες άρχισαν να λιγοστεύουν, οι φήμες για παρασκηνιακές κόντρες φούντωναν, κάποια στιγμή έγινε και μια μεγάλη αλλαγή στο προσωπικό. Ώσπου, εντελώς απροειδοποίητα, δεν ακολούθησε άλλο τεύχος, έπειτα από εκείνο του Ιουλίου· ήταν μόλις το 8ο.

Για πολλούς μήνες οι αγοραστές/αναγνώστες μείναμε στο σκοτάδι σχετικά με το τι είχε συμβεί. Ούτε η People Media (η ιδιοκτήτρια εταιρεία), ούτε Η Εφημερίδα Των Συντακτών (με την οποία κυκλοφορούσε το περιοδικό), φρόντισαν να βγάλουν κάποια ανακοίνωση. Χρειάστηκε να φτάσουμε στον Μάρτιο του 2023, για να δούμε ένα άρθρο του Δημήτρη Κανελλόπουλου (εκ των συνεργατών του περιοδικού, αλλά και της εφημερίδας), το οποίο επιχείρησε να εξηγήσει κάποια πράγματα. Πάντως και πάλι πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα. Αληθεύει ότι μετά την κυκλοφορία του τεύχους 8 η People Media ήρθε σε ρήξη με την εφημερίδα, και αποφάσισε στο εξής να κυκλοφορεί το περιοδικό ανεξάρτητα; Έχει υπόσταση ο ισχυρισμός ότι τα "κεντρικά" του τίτλου, οι Αμερικανοί δηλαδή, τελικά πήραν πίσω τα δικαιώματα για την έκδοση, δίνοντας οι ίδιοι τέλος στην όλη ιστορία; Η εξήγηση ότι η κυκλοφορία σταμάτησε επειδή δεν υπήρχαν διαφημιστικά έσοδα μοιάζει να μη στέκει: πώς να πιστέψουμε ότι μια εταιρεία που αναλαμβάνει μεγάλες διεθνείς παραγωγές στον χώρο του θεάματος δεν είχε κάνει οικονομικό πλάνο για ένα σεβαστό βάθος χρόνου;

Εκείνο που ισχύει σίγουρα είναι ότι, ενώ κάποιοι συνεργάτες του περιοδικού εισέπραξαν κάποια στιγμή τα καθυστερούμενα, υπάρχουν άλλοι που παραμένουν απλήρωτοι, και συναντούν τοίχο στις προσπάθειές τους να διεκδικήσουν τα δεδουλευμένα τους. Η εταιρία βέβαια συνεχίζει ανενόχλητη τη δουλειά της, αναλαμβάνοντας υπερπαραγωγές όπως το The Phantom Of The Opera. Κι αν μια τέτοια συμπεριφορά δεν μάς εκπλήσσει ακριβώς, εκείνο που απογοητεύει είναι η στάση της Εφημερίδας Των Συντακτών· η οποία έχει, θεωρώ, την ηθική υποχρέωση, έστω και τώρα, να αναφέρει -και να στηλιτεύσει- το γεγονός. Εκτός αν η στάση της στα εργασιακά θέματα και η ανησυχία της για την ποιότητα της ενημέρωσης είναι α λα καρτ.

Σε άλλα νέα, μέσα στο 2022 είδαμε να συνεχίζεται η κατρακύλα στην ποιότητα, αλλά και στον αριθμό, των κειμένων που διαβάζουμε -μιλάω κυρίως για τον ηλεκτρονικό τύπο εδώ. Οι κριτικές έχουν αντικατασταθεί είτε από δελτία τύπου και υπερφίαλες παρουσιάσεις είτε -σπανιότερα- από συκοφαντικά και ψευδή κείμενα· οι συνεντεύξεις είναι γεμάτες χαϊδέματα· τα άρθρα και τα αφιερώματα βρίθουν λαθών και ανακριβειών. Η απουσία ουσιαστικής αρχισυνταξίας και επιμέλειας κειμένων, ακόμα και σε σάιτ που είναι -υποτίθεται- επαγγελματικά, βγάζει μάτι: κακά ελληνικά, τυπογραφικά, ορθογραφικά και εκφραστικά λάθη με τη σέσουλα. Σπανίζουν πια οι εμπνευστικές παρουσίες, και οι πένες που γνωρίζουν -ή υποψιάζονται έστω- τον ρόλο και την ευθύνης τους.

Ευτυχώς υπάρχουν και πλευρές του πράγματος που επιτρέπουν την αισιοδοξία. Οι γυναικείες υπογραφές, για παράδειγμα, είναι πλέον περισσότερες και καλύτερες από ποτέ. Θα αναφέρω κάποια ονόματα -κι ας κινδυνεύω να ξεχάσω κάποια: Χριστίνα Κουτρουλού, Μαρία Παππά, Τάνια Σκραπαλιώρη, Μαριάννα Βασιλείου, Ελένη Φουντή. Τις διαβάζω, και μαθαίνω, και χαίρομαι, γιατί έχουν ταλέντο, και συναίσθηση του τι είναι αυτό που κάνουν. Αλλά διαβάζω και τον Κώστα Σακκαλή, και τον Δημήτρη Όρλη, και τον Αντώνη Κωνσταντάρα... Υπάρχουν κι άλλες, κι άλλοι· αλλά χρειάζονται -όλοι χρειαζόμαστε- σωστά πλαίσια, συνθήκες, καθοδήγηση, για να μπορέσουν να ανθίσουν. Και βέβαια χρειάζονται -χρειαζόμαστε- τριβή: γράφοντας ένα κείμενο τον μήνα, δουλειά δεν γίνεται.

Πέρα από φερέλπιδες περιπτώσεις, υπάρχουν φυσικά και οι φάροι. Αν κανείς θέλει να γράψει μια μέρα καλά κριτικά κείμενα, θα πρέπει π.χ. να διαβάζει ανελλιπώς Χάρη Συμβουλίδη. Αν θέλει να μάθει ιστορικές λεπτομέρειες ή να ενημερωθεί για νέες κυκλοφορίες, ας παρακολουθεί τον Φώντα Τρούσα. Αν θέλει να κάνει καλές συνεντεύξεις, ας αναζητήσει εκείνες του Αντώνη Μποσκοΐτη. Θα ήταν ευτυχές αν διαβάζαμε πιο συχνά κείμενα του Στυλιανού Τζιρίτα και του Αντώνη Ξαγά· και αν μπορούσαμε να βρούμε νέα γραπτά του Βαγγέλη Πούλιου και του Διονύση Κοτταρίδη.

Όσο για την ξερολίαση, τη χαιρεκακία, τη διαστρέβλωση, τον εξυπνακισμό, την προσωπική οπτική που δεν αφήνει χώρο στην αμφιβολία, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που υπονομεύουν τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη μουσική και υποβιβάζουν ακόμα περισσότερο την υπόληψη των κριτικών, δεν πρόκειται να πάψουμε να τα συναντάμε, ακόμα και στα κείμενα εκείνων που ενίοτε επαινούμε. Το ερώτημα είναι αν προκρίνουμε τη συγκαταβατικότητα ή τη σύγκρουση. Σε κάθε περίπτωση, οι καιροί αλλάζουν, και καλό θα είναι οι κριτικοί να μη ζητούν μόνο την εξέλιξη των καλλιτεχνών, αλλά να φροντίζουν και για τη δική τους πρόοδο.

Επίλογος με ένα αντίο

Το δεύτερο μισό του '22 βίωσα πολύ δύσκολες καταστάσεις, που ευτυχώς είχαν ένα αίσιο τέλος. Λίγο πριν την εκπνοή της χρονιάς, όμως, ήρθε ο ξαφνικός χαμός ενός παλιού γνώριμου. Ο Δημήτρης Παναγιωταράκος, ο Μήτσος, με τον οποίο μοιράστηκα πολλές μουσικές στιγμές στα μαθητικά χρόνια, πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου. Έμαθα το νέο από τον τοίχο της Μαρίας Θανασούλια, και το αρχικό σοκ διαδέχτηκε η βουτιά στις εικόνες της μνήμης: το υπόγειο που μοιραζόμασταν για τις πρόβες μας, οι συναυλίες, οι έντονες συζητήσεις και διαφωνίες... Μετά οι δρόμοι μας χώρισαν, κι ο Μήτσος έκανε πολλά, πάντα γύρω από τη μουσική: έπαιξε σε συγκροτήματα (The Darkstar), δούλεψε ως DJ (Sin & Soul), έδρασε ως θιασώτης του αθηναϊκού σκληρού ήχου. Τον αποχαιρετίσαμε με μαυρισμένες καρδιές, σύσσωμη η μουσική οικογένεια της Σπάρτης, αλλά και οι σύντροφοί του από την πρωτεύουσα, στις 21 του Δεκέμβρη. Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί η ιστορία του...

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες