Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Πετσετίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Πετσετίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Υπογραμμίσεις XXVII: Δημήτρης Πετσετίδης (IV)

Το Μακριά Από Το Ποτάμι είναι το βιβλίο που έγραφε ο Δημήτρης Πετσετίδης όταν έφυγε από τη ζωή, τόσο απροσδόκητα, τη Μεγάλη Παρασκευή του 2017. Νομίζω άκουσα πρώτη φορά για την ύπαρξή του από τον Θανάση Βαλτινό -στον επικήδειό του ανέφερε ότι σε μια συνάντησή τους μιλούσαν για αυτά τα διηγήματα. Κι έκτοτε καρτερούσα την έκδοσή του. Η κόρη του, η Μαρία Πετσετίδη, είχε την καλοσύνη να μου το στείλει ταχυδρομικώς, κι έτσι έγινε το πρώτο βιβλίο που διάβασα μέσα στο 2020.

Το βιβλίο τούτο, όπως και τα περισσότερα του Πετσετίδη, "είναι η μυθοπλασία της μνήμης", όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο. Νιώθω πάντα ότι διαβάζω Ιστορία, όποτε βουτάω στα διηγήματα του παλιού δασκάλου μου. Ή, καλύτερα, νομίζω πως τον βλέπω, σε ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο, να διαβάζει μεγαλοφώνως, με την τραχιά και ουδέτερη φωνή του, ιστορίες χαμένες στον χρόνο, αλλά όχι ξεχασμένες. Χαραγμένες, από τον πόνο και το αίμα εκείνων που χάθηκαν μέσα στον παραλογισμό, στο συλλογικό ασυνείδητο όσων τις έζησαν, και των παιδιών τους (εδώ ένα σχετικό αξιόλογο κείμενο).

Ο Δημήτρης Πετσετίδης είχε πολλούς εαυτούς: μαθηματικός, σκιτσογράφος, σκακιστής... Θα ήταν το ίδιο αγαπητός στους μαθητές και στους φίλους του, πιστεύω, ακόμα κι αν δεν είχε την επιπλέον ταυτότητα του συγγραφέα. Δεν ξέρω κιόλας πόσοι από τους συμπατριώτες του ασχολήθηκαν ποτέ, σοβαρά ή όχι, με όσα έγραψε. Είναι περίεργοι οι άνθρωποι εκεί κάτω -κι αν δεν είναι, γίνονται-, άσε που "ουδείς προφήτης στον τόπο του". Όπως και να 'χει, στα γραπτά του υπάρχει ένας κόσμος μυστικός, που κανείς έχει πολλά να κερδίσει εξερευνώντας τον.

Συνέλαβαν και δυο γυναίκες, την Ιουλία και την Ισμήνη. Την Ιουλία την κούρεψαν πρώτη και τη διαπόμπευσαν. Στην Κατοχή τραβιότανε μ' έναν Ιταλό λοχαγό· δεν φρόντιζε να κρύβει τις σχέσεις της και αυτό δεν της το συγχώρησαν διάφοροι, οι οποίοι πριν από τον πόλεμο τη λιγουρεύονταν και εκείνη δεν τους έδινε σημασία.
-----
Την άλλη γυναίκα -λίγοι σήμερα θυμούνται το όνομά της- την κούρεψαν και αυτήν. Ήταν τόσο όμορφη που όλοι, νέοι και γέροι της εποχής, ήταν ερωτευμένοι μαζί της. Έμενε σ' ένα διώροφο σπίτι, στη γωνία απέναντι από το ξενοδοχείο "Ταΰγετος".

Μια νύχτα λοιπόν, το καλοκαίρι του 1940, ο Νίκος Νταραμάκος πήρε μια σκάλα, την έφερε κάτω από το παράθυρό της, ανέβηκε μέχρι το περβάζι και εκεί, αφού κάρφωσε μια λαμπάδα, την άναψε και έφυγε. Τι ομορφιά θα ήταν αυτή ώστε ο Νταραμάκος, κοτζάμ άντρας κι ένας τόσο σοβαρός άνθρωπος, να φτάσει στο σημείο να κάνει μια τέτοια πράξη! Ήταν, το λένε όσοι τη θυμούνται, η ωραιότερη γυναίκα της πόλης.
-----
Καθώς λοιπόν εμφανίστηκε από ψηλά να κατηφορίζει η φιλαρμονική παιανίζοντας, η Ισμήνη είδε τον εαυτό της να προχωράει μπροστά, κουρεμένη με την ψιλή μηχανή. Θόλωσε η ματιά της, κοίταξε κατόπιν τα απέναντι σπίτια σημαιοστολισμένα, τρεμόπαιξαν στο βλέμμα της οι τεράστιες επιγραφές με τα συνθήματα "ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΖΗΤΩ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ, ΖΗΤΩ ΤΟ 1821" και, αφού άνοιξε το στόμα της λες κι ήθελε κάτι να φωνάξει, της ξέφυγε σαν ψίθυρος βαθύς μια φράση: "Ζήτω ο έρωτας".

Ύστερα παραπάτησε και λιποθύμησε στην αγκαλιά της νύφης της.
-----
Και τι λέγεται ακόμη και σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια! Αν περάσεις νύχτα από εκείνο το δρόμο που οδηγεί στο παλιό νεκροταφείο, ακούγονται σαν να έρχονται από το βάθος μακρινές φωνές να τραγουδάνε "Έχε γεια, καημένε κόσμε..." και ξεχωρίζει καθαρά η φωνή μιας μάνας, της μοναδικής γυναίκας που σκότωσαν μαζί με το παιδί της.
-----
Λέγεται και μια ιστορία για το σπίτι όπου πέθανε ο Γρηγόρης, την οποία διηγούνται ακόμη οι παλαιότεροι. Εκείνη τη νύχτα, όταν αυτοκτόνησε, το αίμα του πέρασε από μια σχισμή της καμάρας του σπιτιού και έγινε μια μικρή λούμπα στο καλντερίμι που περνάει κάτω από αυτή. Ένας παρωρίτης, καθώς περνούσε από κει, πάτησε στο αίμα. Νύχτα αυγουστιάτικη κι εκείνος σκνίπα στο μεθύσι, έπεσε στο λιακωτό του δικού του σπιτιού να κοιμηθεί χωρίς να ξεντυθεί. Δεν πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του και ξαφνικά βλέπει έναν αράπη μπροστά στα πόδια του να προσπαθεί να του βγάλει με το ζόρι τα παπούτσια. Τινάχτηκε επάνω αλαφιασμένος, πουθενά ο αράπης. Κάνει πάλι να ξαπλώσει, να τος ο αράπης να του τα τραβάει. Τρόμαξε ο άνθρωπος, έβγαλε τα παπούτσια του, τα πέταξε στο λιακωτό, μπήκε μέσα στο σπίτι και κοιμήθηκε. Το πρωί που ξύπνησε, έψαξε για τα παπούτσια και δεν τα βρήκε.
-----
Η μητέρα μου και οι θειάδες μου έχουν απέλθει από τον μάταιο κόσμο. Σήμερα δεν γνωρίζω πια ούτε ένα από όσους έχουν απομείνει, απόγονοι του Δικαίου και του Θωμά. Δυο εξαδέρφια μου ζουν μακριά, στην Αμερική, ας όψεται η μετανάστευση που ερήμωσε τα χωριά. Έχουν παιδιά, αλλά ούτε πώς τα λένε δεν μπορώ να θυμηθώ. Παντρεύτηκα και έκτοτε έμπλεξα με άλλα σόγια.

Όλα τα μέλη της παρέας ήμασταν από γειτονικά χωριά και κατοικούσαμε σε νοικιασμένα δωμάτια, οπότε δεν αντιμετωπίζαμε τον κίνδυνο να μας φωνάζουν οι δικοί μας για τα νυχτοπερπατήματά μας. Ο κίνδυνος ήταν να μας πιάσει κανένας καθηγητής. Αλλά αυτοί συνήθως την έστηναν έξω από τους κινηματογράφους, ή έμπαιναν και μέσα, για να πιάσουν κάποιο μαθητή, άσε που πολλοί ξεχνιούνταν και παρέμεναν στην αίθουσα για να χαζέψουν την ταινία.
-----
"Υπάρχει ψυχή; Τι λες, ρε Σταύρο;"

"Όταν ήμουνα μικρός φοβόμουν τη Δευτέρα Παρουσία. Η μάνα μου μου διάβαζε την Αγία Επιστολή και τρόμαζα. Μεγάλος άκουσα ένα μπάρμπα μου να λέει πως κάποιος σοφός είπε: "Θεέ μου, αν υπάρχεις, σώσε την ψυχή μου, αν υπάρχει". Μου άρεσε αυτό. Κοιμήσου τώρα".
-----
"[...] Παίρνει μια ανιψιά μου, καθηγήτρια στο λύκειο, έναν δικό μου στο τηλέφωνο και του λέει ότι ο γιος του έχει δέκα μέρες να πατήσει στο σχολείο. Κατεβαίνει ο άλλος από το χωριό και βρίσκει το γιο του αραγμένο σε μια καφετέρια. "Ρε παιδί μου, γιατί είσαι εδώ; Γιατί δεν πας στο σχολείο; Αλήτης θα μου γίνεις;" Δεν απόσωσε τα λόγια του και τον αρπάζει ο γιος του από το λαιμό. Έτσι καταντήσαμε, κύριε".

"Εσύ θα παίρνεις σύνταξη από την Αμερική".

"Ναι, δούλεψα είκοσι πέντε χρόνια κει 'σα πέρα. Όλη μέρα και κάμποσες φορές όλη νύχτα. Ο άλλος είχε γραφτεί στην ΕΠΟΝ -μόνο που γράφτηκε- και πήρε σύνταξη πως έκανε αντίσταση. Εμένα ο πατέρας μου είχε έξι παιδιά, τέσσερα αγόρια και δυο κορίτσια. Του είπαν να γραφτεί, είπε "Δεν γράφουμαι".
"Όλοι φταίνε, όλοι μαζί τα κάνανε αυτά που γίνηκαν τότε. Και οι μεν και οι δε. Στο χωριό μου βγάλανε τα μάτια του μαστρο-Θανάση κι ύστερα τον σκοτώσανε. Και ποιος ήτανε ο λόγος; Είπε στο καφενείο πως δεν άντεχε να βλέπει το κακό που γίνηκε στην εκκλησία. Κι ο άλλος σκότωσε και κρέμασε το παιδάκι, δώδεκα χρονών. Γιατί είχε πατέρα αντάρτη".
-----
Έχω την εντύπωση ότι ο καθένας μας γίνεται από μικρό παιδί, με τον καιρό, δέσμιος του ονόματός του. Δεν γνωρίζω τι έχουν αποφανθεί οι ψυχολόγοι, αλλά νομίζω ότι το όνομα ασκεί πολύ μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Ξέρω ανθρώπους που καμαρώνουν για το μικρό τους όνομα ή για το επώνυμό τους και άλλους που ντρέπονται να το προφέρουν. Το χειρότερο όμως που μπορεί να πάθει κανείς είναι να του κολλήσουν κάποιο υβριστικό παρατσούκλι.
-----
Όταν ξημέρωσε, αντίκρισα την πρώτη εικόνα της πρωτεύουσας από τη θέση του συνοδηγού εκείνου του φορτηγού. Η ματιά μου έψαχνε την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα, αλλά μόνο μαυρισμένες πολυκατοικίες έβλεπα.
-----
Μετά έφυγα για την επαρχία κι όταν μου δινόταν η ευκαιρία έλεγα με καμάρι ότι είχα φίλο τον Αλέξανδρο. Κάμποσοι νέοι δεν γνώριζαν ποιος είναι, άλλοι δεν θεωρούσαν το γεγονός και τόσο σημαντικό. Βλέπεις η περιοχή απ' όπου κατάγομαι και στην οποία επέστρεψα ήταν ανέκαθεν άκρως συντηρητική. Τόσο που πολλοί να θεωρούν ήρωα το δικτάτορα και δολοφόνο τον Αλέξανδρο!
-----
Τώρα που στην πόλη αυτή τις νύχτες, αν και έχει ξαστεριά, δεν φαίνεται ούτε ένα αστέρι, νοσταλγώ τα βράδια του καλοκαιριού, όταν, ξαπλωμένοι στην κορυφή του γεφυριού, πάνω στη μεγάλη καμάρα, λέγαμε ιστορίες και ακούγαμε πότε τον μπαρμπα-Τηλέμαχο, πότε τον Λούη να τραγουδάνε, ενώ έλαμπε ψηλά ο ουρανός γεμάτος άστρα. Και φαινόταν πεντακάθαρος ο Ιορδάνης ποταμός, έτσι ονόμαζε η γιαγιά Μαριγώ το πλήθος εκείνο των αστεριών που έμοιαζε με τεράστιο ποτάμι από τη μια άκρη του ουράνιου θόλου μέχρι την άλλη. Κι ήταν ο ουρανός σαν μια τεράστια στέγη που σκέπαζε τα σπίτια μας και τους αλευρόμυλους, χτισμένα στο βάθος της χαράδρας που στη μέση της κυλούσε τα γάργαρα νερά του το ποτάμι.
-----
Την τελευταία φορά μού τηλεφώνησες από το νοσοκομείο για να μου πεις ότι αρνήθηκες να σου κάνουν εγχείρηση. "Είδα τ' αγγόνια μου που μεγαλώσαν και τα χάρηκα. Θέλω να πάω στη μάνα μου", είπες. Και ότι λυπόσουν μόνο επειδή θα σε έθαβαν μακριά από τους μύλους και από το ποτάμι, μακριά από κει π' ανθίζουν τα κλαδιά κι οι στράτες λουλουδίζουν.

Δημήτρης Πετσετίδης, Μακριά Από Το Ποτάμι, εκδόσεις Καστανιώτη, 2019

Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Υπογραμμίσεις XIX: Δημήτρης Πετσετίδης (III)

Συμπληρώθηκαν πρόσφατα δύο χρόνια από τον θάνατο του Δημήτρη Πετσετίδη, στις 14 Απριλίου 2017.

Το Επί Τέσσερα παραμένει η τελευταία δημοσιευμένη συλλογή διηγημάτων του. Το αγόρασα το βράδυ μετά την κηδεία του, στη Σπάρτη. Είχα βγει μόνος να περπατήσω στην πόλη, ακόμα φορτισμένος από το βαθιά συγκινησιακό κλίμα της τελετής και της ταφής. Ήθελα να πιαστώ από κάτι δικό του, κι έτσι μπήκα στο βιβλιοπωλείο του Σαμπατάκου, όπου είχα πρωτοαγοράσει βιβλία του. Ήταν εξαντλημένο εκεί, αλλά το βρήκα λίγο παρακάτω, στο Δωρικόν, ένα από τα πιο καινούρια βιβλιοπωλεία. Ξεκίνησα να το διαβάζω τότε αλλά δεν κατάφερα να το τελειώσω -το ξανάπιασα πρόσφατα, από την αρχή.

Στην εν λόγω συλλογή κυριαρχεί ο θάνατος και η ενατένισή του. Πάντα υπήρχε το πέρασμα στο επέκεινα στις ιστορίες του Πετσετίδη, όμως έχοντας πλέον την τωρινή προοπτική δεν μπόρεσα να αποφύγω κάποιες σκέψεις περί τραγικής ειρωνείας ή διαίσθησης του συγγραφέα και δασκάλου μου. Κατά τα άλλα, και πάλι στα κείμενά του θα βρει κανείς το κάπως κυνικό χιούμορ, τις λιτές περιγραφές και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ενός σύμπαντος τόσο μακρινού αλλά και τόσο οικείου.

* Διαβάστε κι ένα παλιότερο κείμενο-φόρο τιμής του Δημήτρη Ραυτόπουλου που εντόπισα μόλις.


Στα δικά μας, είδα πώς καταντάει ο άνθρωπος και στους μεν και στους δε. Άμα πιάσει στα χέρια του ένα όπλο γίνεται αγνώριστος, άλλο πράμα.

Φαντάσου, ο Γιάννης ο Χατζηπάκος ήταν παπαδάκι στην εκκλησία. Νήστευε τη Σαρακοστή και μεταλάβαινε. Κι ύστερα, όταν ζώστηκε τα φισεκλίκια και πήρε το όπλο, έγινε εκείνο το θηρίο που σκότωσε τον δάσκαλό του γιατί, λέει, τους είχε κάποτε πει ότι όχι οι βασιλιάδες, αλλά ο Βενιζέλος έκανε μεγάλη την Ελλάδα. Κι όσοι τριγύριζαν έκτοτε στα χωριά της περιοχής μαζί με τον Γιάννη, είχαν μετά να λένε ότι χαιρόταν να βασανίζει και να σκοτώνει. Μια φορά, λένε, έβραζε από τόση μανία να δει αίμα, που άφριζε από το κακό του και ήταν έτοιμος να σκοτώσει τον υπασπιστή του. Είδε εκείνος ένα σκυλί που περνούσε μπροστά τους, "να! Γιάννη, σκότω το σκυλί", του είπε. Το σκότωσε, είδε αίμα να τρέχει και ησύχασε.

Φταίνε κι οι Εγγλέζοι για το κακό που έγινε τότε. Για τα περισσότερα δεινά της χώρας φταίνε και οι ξένοι. Από το Εικοσιένα και δώθε οι ξένοι μάς διαφεντεύουν και μας εκμεταλλεύονται. Εμένα μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. Μέσα στα βιβλία είναι καταγραμμένα όλα τα βάσανά μας. Να μην έρχονται τέτοιες εποχές, δεν αντέχει ο νους του ανθρώπου να θυμάται τέτοιες καταστάσεις.
-----
Έφτασα τα ενενήντα και δεν θυμάμαι να ησυχάσαμε ποτέ σε αυτή τη χώρα. Και τώρα, σε αλλιώτικο πόλεμο μας έβαλαν.
-----
Έκτοτε, ο νέος στρατιώτης, κατά τη διάρκεια της θητείας του, αλλά και αργότερα, εκφραζόταν πάντοτε με συμπάθεια για τους στρατιωτικούς γιατρούς. Ίσως επειδή έκανε τη σύγκριση του στρατιωτικού γιατρού με τους άλλους αξιωματικούς τους οποίους γνώρισε όταν υπηρετούσε, ίσως επειδή καμιά φορά περνούσε από τον νου του η σκέψη ότι ο συνταγματάρχης εκείνος είχε αντιληφθεί το κόλπο με το τρίψιμο του χεριού, αλλά έκανε το κορόιδο. Ίσως ακόμη επειδή, εν αντιθέσει με τους άλλους γαλονάδες που ωρύονταν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της πατρίδος είναι ο ξενοκίνητος κομμουνισμός και οι παραφυάδες αυτού, στο ατομικό του βιβλιάριο μεταβολών και υγείας είχε διαβάσει μια φράση, τυπωμένη με παχιά γράμματα, την οποία, προφανώς, είχε εισηγηθεί κάποιος στρατιωτικός γιατρός:

"Η Ελονοσία είναι ο υπ' αριθμ. 1 εχθρός της Φυλής μας".
-----
Σήμερα ο Σπύρος νοσηλεύεται πάσχων από κακοήθη όγκο στους πνεύμονες και θα ήθελε να έχει ένα μήνυμα από τη μητέρα του, αν αυτή υπάρχει εν ζωή, άλλως, αν έχει πεθάνει, ελπίζει να συναντηθούν στον άλλο κόσμο.
-----
Σε μια εφημερίδα διάβασε την αγγελία του θανάτου του συνταγματάρχη Παύλου Ξυλοκαφτίτη, και αυτό τον έκανε να θυμηθεί το περιστατικό του τραυματισμού της κοπέλας, την προσπάθεια μερικών κρατικών υπαλλήλων να τον αποτρέψουν από το να καταθέσει την αλήθεια, τον φόβο που έκτοτε τον διακατείχε, όταν στον διάδρομο του δικαστηρίου ο απερχόμενος συνταγματάρχης τού έτριξε τα δόντια. Θα ήθελε να μάθει εάν ο τραυματισμός εκείνος κόστισε στη νέα στην υπόλοιπη ζωή της ή μήπως ήταν τυχερή, χωρίς να της αφήσει κανένα κατάλοιπο, και είναι μόνο αυτός που νιώθει εκείνο το φοβερό ρίγος κάθε φορά που έρχεται στον νου του η σκηνή: Ένα νεαρό κορίτσι κατεβαίνει αμέριμνο στο οδόστρωμα της Πατησίων και, ξαφνικά, ένα μαύρο αυτοκίνητο τη χτυπάει και την τινάζει στον αέρα για να πέσει και να χτυπήσει μετά στην άσφαλτο.
-----
Η Χριστίνα, πλέον, δεν αναζητεί κανέναν και δεν περιμένει τίποτε. Κάθε πρωί ξεκινάει για το γραφείο, τώρα γράφει στον υπολογιστή, και τα μεσημέρια κάθεται μαζί με τη θεια-Δήμητρα στο τραπέζι και τρώνε συζητώντας πολλά και διάφορα, από αυτά που συμβαίνουν καθημερινώς, από τη μικρή τους πόλη μέχρι την άλλη άκρη της Γης.
-----
Όταν γεννήθηκα, η μητέρα Φύση δεν στάθηκε ευνοϊκή απέναντί μου, έμεινα ένα αχαμνό και αδύνατο παιδί, και δεν άλλαξα μέχρι που μεγάλωσα. Συνέβη ουκ ολίγες φορές, όταν τύχαινε να λογομαχήσω με κάποιον, να ακούσω την όχι και τόσο τιμητική προσφώνηση μισοριξιά. Αυτό με έκανε να αντιπαθήσω σφόδρα τα μισά και ημίση. Όταν μάλιστα οι γονείς απέκτησαν δεύτερο παιδί, τότε που εγώ ήμουν περίπου πενταετής, και μοιραστήκαμε το δωμάτιο όπου περνούσα τις ώρες μου παίζοντας, και αργότερα μοιραστήκαμε και το κρεβάτι μου, η έννοια αυτής της διχοτόμησης μού προξένησε, όπως σήμερα διαπιστώνω, μεγάλη ψυχική αναστάτωση. Γενικώς, αποστρεφόμουν κάθε τι μισό: τα μισόλογα, τα μεσοβέζικα πράγματα, τα μεσοδιαστήματα, τους εκάστοτε μεσολαβητές, ιδίως όταν επενέβαιναν κάθε φορά που υπήρχε κάποια οικογενειακή διένεξη, και ίσως μόνο τα μισοφόρια, κι αυτά μεταφορικώς, κέρδιζαν τη συμπάθειά μου. Αλλά στα τελευταία δεν στάθηκα τόσο τυχερός, όταν η γυναίκα που ερωτεύτηκα με απέρριψε χαρακτηρίζοντάς με μισή μερίδα.


Δεν είμαι βέβαια η μοναδική περίπτωση που έχανε το προνόμιο να ονομάζεται φοιτητής του πανεπιστημίου, υποθέτω ότι και άλλοι πολλοί θα είχαν κατά καιρούς βρεθεί στην ίδια δυσάρεστη θέση. Εγώ όμως έπρεπε να εγκαταλείψω την Αθήνα, το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας, την παρέα του καφενείου, και να δουλεύω επιστάτης δημοσίων έργων στις δουλειές του πατέρα μου. Είχα πικρή πείρα από αυτήν τη δουλειά, όταν τα καλοκαίρια, μαθητής του γυμνασίου, αντί για διακοπές, είχα υποστεί αυτήν την ταλαιπωρία, να περνάω την ημέρα μου μέσα στην κάψα, σε μακρινούς επαρχιακούς δρόμους, χωρίς ένα κλαράκι να σε προστατεύει από τον ήλιο. Να ανακατεύεσαι με τη σκόνη, με τις πέτρες και τα χώματα, ενώ ο θόρυβος των κομπρεσέρ και οι εκρήξεις των φουρνέλων να σου παίρνουν τ' αφτιά. Βέβαια, ο συγχρωτισμός με τους εργάτες, με τους οποίους συνέτρωγα τα μεσημέρια -ψωμοτύρι, ελιές, και κανένα βραστό αβγό-, δεν ήταν άμοιρος από ενδιαφέρον. Εκεί ακούγονταν ιστορίες για ξωτικά και φαντάσματα, ανέκδοτα με καλόγερους και παπαδιές, σκληρούς φόνους και σφαγές. Και όταν κάποιος άρχιζε να μιλάει περί τα σεξουαλικά, οι κουβέντες έφταναν ακόμη μέχρι κτηνοβασίας περιγραφές.
-----
Ο Ριρής τολμούσε και διάβαζε κάθε μέρα την Αυγή, μια εποχή κατά την οποία, ακόμη και αν κάποιος συγγενής σου ήταν αναγνώστης της, σου έφτιαχναν φάκελο και σένα.
-----
Πέρασαν τα χρόνια και έμεινα να παιδεύομαι στην αφιλόξενη επαρχία και να δέχομαι τις κατραπακιές του κατεστημένου, απόκληρος και μοναχικός. Βλέπεις, η αντιπάθεια που έχω για τις οποιεσδήποτε συνδιαλλαγές με τους φορείς της εξουσίας, με κατέστησαν ένα άτομο χωρίς κανένα μέσον και με πόνους στη μέση. Το πρόβλημα με τη μέση μου ήταν αναμενόμενο χτύπημα, αν αναλογιστεί κανείς την κακή μου σχέση με τα ημίση.
-----
Έμεινα μόνος, μέσα στην υποφωτισμένη εκκλησία. Οι φωνές του παπά και των ψαλτάδων, τώρα, αντιβούιζαν στον άδειο χώρο του κυρίως ναού, και ένιωθα ένα ρίγος να με διαπερνά, κάτι σαν φόβος και ταραχή, καθώς αντίκριζα τις σκυθρωπές εικόνες του τέμπλου, που λες και είχαν αντιληφθεί ότι περίμενα πώς και πώς να τελειώσει η λειτουργία. Είχα την κρυφή ελπίδα μήπως με αναζητήσουν κι εμένα οι δικοί μου της θείας Αγγελικής, και αισθανόμουν ενοχές, γιατί πίστευα ότι ο αυστηρός Παντοκράτωρ που εικονιζόταν στον τρούλο της εκκλησίας διάβαζε τις σκέψεις μου.
-----
Και αν υπάρχουν διάφοροι οι οποίοι με κακολογούν για την, κατά τη γνώμη τους, αδιαφορία μου, άσ' τους αυτούς να λένε. Πού να καταλάβει ο άλλος ότι εγώ ολημερίς κι ολονυχτίς βρίσκομαι μέσα στον μεγάλο μπαξέ μας, με το πηγάδι του, εκεί που δίπλα του φυτρώνει η πασχαλιά, και είναι άνοιξη και ευωδιάζει ο τόπος από τα λουλούδια, και έρχονται η Τούλα με την Άννα, η Βάσω και η Ελένη να κόψουν τα άνθη για τον Επιτάφιο. Και κάτω από τη μεγάλη πορτοκαλιά του αίματος αγκαλιάζω πάλι την Ελένη και της χαϊδεύω το στήθος.
-----
Ο Γιώργης, παλιόφιλος από το δημοτικό, μένουμε στην ίδια πόλη, αλλά όπως έχει καταντήσει η ζωή μας βλεπόμαστε πια μόνο, αν τύχει, σε τελετές, γάμους, βαφτίσια και κηδείες, σκύβει στο αφτί μου και μου λέει ότι ο χάρος κάλεσε τη σειρά μας, ενώ δυο παπάδες διαβάζουν πότε ο ένας και πότε ο άλλος, πίσω από δυο μικρόφωνα, ψαλμούς και τροπάρια που αντιβουίζουν μέσα στον ναό.

"Φίλε, ο χάρος κάλεσε τη σειρά μας!"

Άλλοτε, και μόνο τη λέξη "χάρος" αν άκουγα, μια άγρια ανατριχίλα διέτρεχε τη ραχοκοκαλιά μου, τώρα πια το έχω πάρει απόφαση· κάλεσε τη σειρά μας. Είδαν τα μάτια μας τον Κόσμο, κάτι ήταν και αυτό, μια παρένθεση από το τίποτε στο τίποτε είμαστε.
-----
 Βλέπω το κεφάλι του Αντώνη μέσα στο φέρετρο, μοιάζει αλλιώτικος. Προσπαθώ να βρω κάτι επάνω του που να μου θυμίζει τον φίλο μας. Τίποτε. Τον κατάφαγε η κακιά αρρώστια, φεύγει σαν άλλος.
-----
Κάτι άγριες χειμωνιάτικες ώρες, όταν τύχει ο αέρας να λυσσομανάει, τα δέντρα να λυγίζουν και τα κλαδιά τους να ξεμασχαλίζονται, τότε που ο ουρανός ανοίγει τους καταρράχτες του και οι δρόμοι γίνονται ποτάμια μαύρα και ορμητικά, όταν κατεβάζουν τα λαγκάδια, και άνθρωποι και ζώα κρύβονται στους κοιτώνες τους, ξέρω πού θα βρω την Πολυτίμη, κορίτσι είκοσι χρόνων. Κάθεται μαζεμένη κάτω από την καμάρα του γεφυριού, επάνω σε ένα μεγάλο κοτρόνι που δεν το φτάνει το νερό της βουερής κατεβασιάς, και με καλεί κάνοντας νόημα με το χέρι της να σταθώ στην απέναντι όχθη. Ανάμεσά μας κυλάει ορμητικό τα λασπωμένα νερά του το ποτάμι και δεν ξεχωρίζω καθαρά όσα μου λέει φωναχτά, η βουή του αγριεμένου νερού είναι μεγάλη, μου βουλώνει τα αφτιά.
-----
Θυμάμαι τους απόντες. Δεν τους κλαίω, αλλά ούτε πιστεύω ότι όταν τους φέρνω στη μνήμη μου με αυτόν τον τρόπο ξαναζούν, αστείες υποθέσεις. Η θύμησή τους είναι συντροφιά παρηγορητική, που με φέρνει μακριά σε εκείνα τα χρόνια. Όσο θα ζήσω ακόμη. Ύστερα θα χαθούμε μαζί για πάντα, όταν το "για πάντα" δεν θα έχει νόημα πλέον, στην αντίπερα όχθη.
-----
Ύστερα βρέθηκα να σε ψάχνω σε κάτι στενά σοκάκια, σαν να βρισκόμουν στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης. Ήταν κάτι χαμοκέλες και δρόμοι λασπωμένοι, σκοτεινά σπίτια κι ούτε μια χαραμάδα από φως, μόνο κάτι λυγμοί σαν του έρωτα και αναστενάγματα και ήθελα να φωνάξω δυνατά το όνομά σου, Τούλα, πού είσαι, αλλά ντρεπόμουν και περπατούσα γύρω γύρω σε μια λασπωμένη πλατεία, τα μάτια μου είχαν βουρκώσει, και μέσα μου βούρκος απέραντος, όλοι απερχόμαστε, ερχόμαστε κι απερχόμαστε, το ξέρω ότι είμαι μικρός, αλλά είναι κανείς όσο νιώθει.
-----
Άσε με να θυμάμαι ότι μ' αυτά και μ' αυτά κύλησε το ποτάμι. Τώρα, που γνωρίζω καλώς ότι η ψυχή γράφεται στις πράξεις.

Δημήτρης Πετσετίδης, Επί Τέσσερα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον Της Εστίας, 2014

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Υπογραμμίσεις XII: Δημήτρης Πετσετίδης (II)

Ο Δημήτρης Πετσετίδης, το έχω ξαναγράψει, είναι ένας από τους συγγραφείς που αγαπώ ιδιαιτέρως -ένας από τους ανθρώπους που αγαπώ και με καθόρισαν, καλύτερα. Πέθανε ξαφνικά πέρυσι κι από τότε ήθελα να επιστρέψω στα βιβλία του -είχα ήδη διαβάσει τα περισσότερα.

Κατάφερα πριν λίγες μέρες να το κάνω, ξεκινώντας, μάλλον τυχαία, από το Εν Οίκω, ένα από τα τελευταία του και μάλλον από εκείνα που δεν είχα προσέξει τόσο. Το χάρηκα που το ξαναδιάβασα, απόλαυσα τη στεγνή και κάπως κυνική αφήγηση, τις σουρεαλιστικές στιγμές και τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η γραφή του πλέκει τη μνήμη με τη φαντασία. Νιώθω ότι διαβάζοντας τα διηγήματά του, βιώνω κάτι από την ιστορία του τόπου στον οποίο και οι δυο μεγαλώσαμε -σε εντελώς διαφορετικές εποχές, βέβαια.

Τότε στην Κατοχή, στη μεγάλη πείνα, ήρθε μια μέρα η γιαγιά Κλειώ, η πεθερά της γιαγιάς μου. Είπε μόνο δυο λέξεις:
- Με θέλετε;
Και η γιαγιά απάντησε με μία:
- Κάτσε.
-----
Και μια μέρα που ο μπαρμπα-Χρίστος καυχιόταν ότι έκανε τρία παιδιά που κατουράνε όρθια, πετάχτηκα κι εγώ και είπα: Και η γιαγιά μου κατουράει όρθια, καθώς πράγματι έτσι γινόταν.
-----
[...] τα βράδια βρίσκαμε έξω από την πόρτα μας προκηρύξεις που μιλούσαν εναντίον των μοναρχοφασιστών, πράγμα που σήμαινε ότι περνούσαν από τη γειτονιά και άτομα με άλλες ιδέες, αλλά με παρόμοια όπλα.
-----
Στην καμαρούλα εκείνη πέρασα πολλές ώρες παίζοντας μόνος διάφορα παιχνίδια, των οποίων σεμνύνομαι να λέω ότι ήμουν ο εφευρέτης. Αίφνης, είχα ένα μεγάλο τετράδιο, όπου είχα καταγράψει έξι ποδοσφαιρικές ομάδες: ΘΡΙΑΜΒΟΣ, ΔΟΞΑ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ κ.ά.τ. με ποδοσφαιριστές, ονόματα της εποχής και έκανα πρωταθλήματα. Τα όργανα που χρησιμοποιούσα ήταν δυο ζάρια και στρογγυλές τάπες, σαν μικρά κέρματα, που είχε ο πατέρας μου, μανιώδης κυνηγός, για το γέμισμα των φυσιγγιών του. Για τις ανωτέρω ομάδες, τους αγώνες, τις μετεγγραφές κ.λπ. έβγαζα και μια αθλητική εφημερίδα γραμμένη στο χέρι, της οποίας ήμουν και ο μοναδικός αναγνώστης.
-----
Ανάμεσα στις φωτογραφίες υπήρχαν και αρνητικά φιλμ. Δεν πρέπει να σώθηκαν πολλά τέτοια, γιατί ανακάλυψα πόσο ωραία φωσφόριζαν όταν καίγονταν.
-----
[...] μόνο στον Παράδεισο δεν υπάρχουν δωμάτια και όλοι οι κάτοικοί του αιωρούνται μετέωροι, έτσι όπως τους βλέπουμε στις ζωγραφιές. Και μόνο οι άγγελοι δεν έχουν πια την ανάγκη να ονειρευτούν μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ούτε να αγναντέψουν από τα παράθυρά του ούτε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι του.
-----
Η θεία Αγγελική, χρυσοχέρα μοδίστρα, ήταν γραμμένη και προγραμμένη στους καταλόγους που είχαν συντάξει μυστικά και είχαν αποστείλει στην Ένωση Εθνικοφρόνων του νομού οι επικεφαλής της εν λόγω οργάνωσης στο χωριό της. Οι κατάλογοι αυτοί είχαν προωθηθεί, εν συνεχεία, και σε κάθε αρμόδια κρατική υπηρεσία.
-----
Τι είχε κάνει η καημένη η θεία Αγγελική; Είχε ράψει δωρεάν τις στολές ανταρτών, όταν της είπαν ότι παίρνουν τα όπλα για να πολεμήσουν τους Γερμανοϊταλούς κατακτητές. Η πράξη της θεωρήθηκε βαρύ αμάρτημα από ικανή μερίδα συγχωριανών της. Η ίδια ήταν πεπεισμένη ότι η μικρή της προσφορά δεν είχε τίποτε το επιλήψιμο και μίλησε άσχημα στον Πότη Κοψάκο, όταν μια μέρα την κατηγόρησε ότι είχε προσχωρήσει με αυτή της την ενέργεια στις τάξεις των απάτριδων.
-----
Δεν είχα προλάβει καλά καλά να τελειώσω την ανάγνωση της επιστολής, όταν η μητέρα μου την άρπαξε από τα χέρια μου και την πέταξε στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι. Ύστερα με έσπρωξε προς την κουζίνα του σπιτιού μας, όπου υπήρχε κρεμασμένη μια τσίγκινη νιπτήρα και μου έπλυνε με το σαπούνι τα χέρια φωνάζοντας: Είναι φυματική, είναι και κουμμουνίστρια.
-----
Ένα βράδυ με μια φίλη της, την Αθηνά, και εγώ με τον Σπύρο, βγήκαμε παρέα και πήγαμε στον κινηματογράφο. Εγώ κάθισα δίπλα στη Μάρω, την αγκάλιασα και μου είπε κλαίγοντας ότι μοιάζω με τον Ερμή. Τη ρώτησα γιατί έκλαιγε και μου είπε: Έτσι, δεν ξέρω γιατί. Και τον Ερμή πού τον είδες; Να, επάνω στο σαπούνι, είπε. Ο Σπύρος δεν έκανε τίποτε με την Αθηνά. Κοιμήθηκε στο κάθισμά του και φύγαμε άρον άρον, ροχαλίζει απαίσια ο μπαγάσας...
-----
Έκανα να τρέξω πίσω της, αλλά βλέποντας τις στρατιές των μυρμηγκιών που είχαν κατακλύσει το δωμάτιο, σταμάτησα και γύρισα να συνεχίσω τη μάχη μαζί τους. Μπορεί και να προτίμησα τη μάχη εκείνη από την ερωτική, για την οποία δεν ήμουν και τόσο ετοιμοπόλεμος, παιδί δεκαεφτά χρόνων.

Την παραξενεύουν, την τρομάζουν ίσως τα λόγια που της λέω καμιά φορά για μερικούς άξεστους καραβανάδες, για την ανόητη έπαρση και την κουφότητα ανθρώπων που καμαρώνουν για τα γαλόνια τους και για την εξουσία που κατέχουν. Τώρα στην Κυβέρνηση της χώρας έχει εγκατασταθεί εκείνη η θλιβερή τριμελής παρέα.
-----
Το τραγούδι τελειώνει, πριν από λίγους μήνες ο Δημήτρης θα έβαζε κατόπιν το "Έεερχεται! Το καμάρι της Ελλάδος", τώρα αυτοί που κυβερνούν δεν επιτρέπουν τέτοια άσματα, καλά τον Θεοδωράκη, αλλά και τον δικό μας, ρε καρντάσια; Ποιος σας προώθησε, ποιος σας έδωσε τα γαλόνια, ρε αγνώμονες;
-----
Τότε, σε όλα τα μέσα, κυριαρχούσε το σύνθημα της χούντας: "Χριστός ανέστη, η Ελλάς ανέστη!" και εμείς κρυφά λέγαμε με τον Δημήτρη: "Η Ελλάς εχέστη!".
-----
Καθώς είχαμε ξαπλώσει ολόγυμνοι στην άμμο και λέγαμε διάφορα για γυναίκες, όντας και οι τρεις εν διεγέρσει με γενναίες στύσεις, ο Τάσος μάς ρώτησε:
- Τι θα κάναμε; Θα πηγαίναμε με τη μάνα μας αν τύχαινε να μείνουμε μόνοι στον Κόσμο με αυτή;
Εγώ είπα ναι και τότε ο Κυριάκος έσπευσε να μου πει:
- Καλά, για σένα δεν θα ήταν και αμάρτημα, αφού η κυρα-Τασία δεν είναι η πραγματική σου μάνα.
-----
[...] με έπιανε εκείνη η δυσάρεστη διάθεση ότι εμείς οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δεν είμαστε παρά δευτέρας διαλογής πολίτες. Βέβαια, η πεθερά μου ισχυριζόταν ότι ο γιατρός που είχε σύμβαση με το ΙΚΑ και της έγραφε τα φάρμακά της φερόταν με απέραντη ευγένεια και πάντα την εξυπηρετούσε. Και όλα αυτά, έλεγε η πεθερά μου, με ένα εικοσάρικο που του βάζω κάθε φορά μέσα στο βιβλιάριο.
-----
Είχα το γαλακτοπωλείο, ο πατέρας μου έφτιαχνε το καλύτερο γιαούρτι, όμως δεν πατούσε πόδι ανθρώπου. Ούτε φαντάροι στις εξόδους τους, που γέμιζαν ο δρόμος και η πλατεία στο χακί, άσε τους δικούς μας χαφιέδες. Ένας έφεδρος αξιωματικός, συγγενής της γυναίκας μου, μου είπε ότι τους είχαν δώσει καταλόγους με μαγαζιά στα οποία δεν έπρεπε να ψωνίζουν. Πρώτο και καλύτερο το δικό μου. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μας γιατί πήραμε το όπλο να πολεμήσουμε τον Γερμανό στην Κατοχή.
-----
Η κυρία υπουργός μιλάει από τηλεοράσεως και εκθειάζει το έργο που γίνεται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Έλα μια μέρα αποδώ και τα λέμε, κυρία μου. Κολονοσκόπηση αύριο, και να πίνεις όλη μέρα εκείνο το νερό με το φάρμακο. Τρέχεις στην τουαλέτα να προλάβεις και υπάρχει μια μοναδική λεκάνη για πενήντα άτομα που είμαστε στην παθολογική. Σκατά, κυρία μου.
-----
Με είχαν βάλει σε έναν θάλαμο με άλλα είκοσι τρία άτομα. Στο βάθος του θαλάμου ήταν εντοιχισμένη μια τεράστια επιγραφή: ΘΑΛΑΜΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Σκεφτόμουν ότι μάλλον για νεκροθάλαμο τον είχαν άλλοτε, και χωρίς να δώσω σημασία στις προειδοποιήσεις των γιατρών για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή μου, ζήτησα και πήρα εξητήριο "οικεία βουλήσει".
-----
Συμπληρώνουμε τα δελτία μας, περιμένοντας ανά πεντάλεπτο μήπως μας χαμογελάσει η τύχη, παρόλο που το ξέρουμε καλά και το διατυμπανίζουμε ότι όλα αυτά είναι στημένα, αλλά παίζουμε, ποιος ξέρει μπορεί καμιά φορά να αφήσουν και κανέναν να κερδίσει. Για διαφημιστικούς σκοπούς.
-----
Κολυμπάμε στα ποτάμια, πιάνουμε τζιτζίκια, κυνηγάμε πουλιά και οι μέρες είναι μεγάλες και χωράνε τα τόσα πολλά που κάνουμε, μαζί με όλα όσα ονειρευόμαστε να κάνουμε. Είχαμε και καναρίνι μέσα στο σπίτι, κι εγώ του έβαζα να τρώει σπόρους από κανναβούρι, ακόμη και κάρδαμου σπόρους. Και τώρα, κάποιες νύχτες, φτάνει μέσα στο μικρό μου δωμάτιο μακρινός ο απόηχος από το γλυκό κελάηδημά του.

Δημήτρης Πετσετίδης, Εν Οίκω, εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Για τον Δημήτρη Πετσετίδη, που αποχαιρετήσαμε σήμερα

Ο Δημήτρης Πετσετίδης υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που με καθόρισαν. Κι έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να λείψω από το ύστατο χαίρε που του απευθύνθηκε σήμερα στον Άγιο Νίκωνα Σπάρτης, από πλήθος κόσμου: οικογένεια, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους, μαθητές.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που σκεφτόμουν συχνά - κι ας είχα να τον δω χρόνια. Τα βιβλία του υπάρχουν στη βιβλιοθήκη του σαλονιού μου κι όποτε το βλέμμα μου πέσει πάνω τους πυροδοτείται η μνήμη και η αλυσιδωτή σκέψη. Ακόμα και 2-3 μέρες πριν με κεραυνοβολήσει η θλιβερή είδηση τον συζήταγα με τη Σάντυ και τον Φίλιππα, αγνατεύοντας κατά το κτίριο που φιλοξενούσε το φροντιστήριό του. Συν τοις άλλοις, υπήρχε και η παρουσία του στο Facebook, όπου πόσταρε τα σκίτσα και τις γελοιογραφίες του, διάφορα άρθρα για το λογοτεχνικό του έργο, καθώς και φωτογραφίες. Τα λέγαμε κιόλας, πού και πού, στο inbox, ενώ είχε φτιάξει και ειδική ομάδα για τους μαθητές του φροντιστηρίου, όπου μπορούσε ο καθένας να μοιραστεί τις αναμνήσεις του.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης υπήρξε ένα από τα πρόσωπα που η μνήμη μου κατέγραψε ανεξίτηλα και σε μεγάλη έκταση. Θυμάμαι το κάπως σερνάμενο βάδισμά του και τον ήχο των τακουνιών των παπουτσιών του, την ελαφρώς σκυφτή στάση του σώματος, τις μονίμως κυρτές παλάμες που έπαιζαν ένα ξαπλωμένο στο θρανίο κομπολόι, την άναρχη οδοντοστοιχία. Θυμάμαι την ολοένα ασθμαίνουσα ανάσα του, τη βραχνή φωνή, το γέλιο του. Τον θυμάμαι να μάς δείχνει πώς μπορεί κανείς να σχεδιάσει τέλειο κύκλο χρησιμοποιώντας τον βραχίωνά του ως διαβήτη, να λέει "'πειδής" και "τούτο γιέ", να μάς μοιράζει τα φτιαγμένα με το χέρι φυλλάδια ασκήσεων, και να έχει την πιο μυστήρια έκφραση που έχω δει: ένα βλοσυρό μειδίαμα.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης υπήρξε μια λαμπρή προσωπικότητα που έζησε, από επιλογή, σε μια από τις πιο πεζές πόλεις επί γης, ως ένας από τους πολλούς. Και θέλησε ως λογοτέχνης να αφηγηθεί το φαινομενικά έλλασον, τα αθέατα από τους πολλούς γεγονότα, όσα συνέβησαν στο περιθώριο της επίσημης Ιστορίας, όσα ακόμα διαδραματίστηκαν εντός των αφανών ηρώων του. Δεν έγραψε αφ' ηψηλού, αλλά αγκαλιάζοντας τον μέσο όρο - κι ας μην ανήκε εκεί.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης υπήρξε, πέρα από τη δημόσια σφαίρα, εξαίρετος και στην ιδιωτική. Το έβλεπες αυτό σήμερα στην κηδεία του, να καθρεφτίζεται στα βλέμματα των οικείων του (της γυναίκας του Πίτσας, των κοριτσιών του Κατερίνας, Μαρίας, Θεοδώρας), αλλά και όλων όσων βρέθηκαν δίπλα του για το τελευταίο αντίο. Για όλους υπήρξε δικός τους άνθρωπος.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης υπήρξε από εκείνους για τους οποίους ένιωθα ότι είναι αδύνατο να πεθάνουν. Κι ακόμα το ίδιο νιώθω.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης υπήρξε στη ζωή μου. Κι αυτό μοιάζει τώρα πιο απίστευτο κι απ' την ξαφνική απουσία του.

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Ένα αντίο στον Δημήτρη Πετσετίδη (1940-2017)

Τον Δημήτρη Πετσετίδη τον γνώρισα τον Σεπτέμβριο του 1994, όταν οι γονείς μου, θορυβημένοι από την κάμψη στους βαθμούς μου της Α΄ Λυκείου, με έγραψαν στο φροντιστήριο Μαθηματικών που διατηρούσε στην κεντρική πλατεία της Σπάρτης.

Ήταν άνθρωπος "περίεργος" ο Πετσετίδης, όπως (με διαφορετικό ίσως τρόπο) ήμουν κι εγώ, και μάλλον γι' αυτό δεν υπήρξε ποτέ μεταξύ μας η διαχυτικότητα που είχε με άλλους μαθητές του φροντιστηρίου. Δε με αποκάλεσε, δηλαδή, ποτέ "κόπανο" ή "βλάκα", με τον γλυκύτατο, και γι' αυτό απολύτως αποδεκτό, τρόπο που είχε.

Ήταν, σε κάθε περίπτωση, σπάνια περίπτωση δασκάλου. Είχε ανελέητο χιούμορ και σαρκασμό, άφηνε τα ζάρια να αποφασίσουν ποιος θα σηκωθεί να λύσει άσκηση, έταζε απίστευτα έπαθλα (τηλεοράσεις, βίντεα, αυτοκίνητα κλπ.) σε όσους πετύχαιναν να λύσουν πρώτοι κάποιο θέμα, σκίτσαρε σόκιν ενσταντανέ οδηγούμενος από τη φαντασία του και τα ίχνη που άφηνε ο βρεγμένος σπόγγος στον πίνακα... Στην ταράτσα του κτιρίου υπήρχε ελικοδρόμιο και για το κομμωτήριο με τις σέξι κομμώτριες που στεγαζόταν ακριβώς πάνω από τις αίθουσες διδασκαλίας υποσχόταν να κατασκευάσει γυάλινο, διαφανές πάτωμα.

Ήταν ακόμη δεινός σκακιστής αλλά και φανατικός ΑΕΚτζής. Οι συζητήσεις και οι κόντρες του με τους μαθητές, ειδικά τους Ολυμπιακάκηδες, ήταν επικές, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που η ώρα του μαθήματος "έφευγε" σε θέματα αποκλίνοντα, εγκυκλοπαιδικού ενδιαφέροντος. Ο Πετσετίδης ήταν, εν ολίγοις, ο τύπος του ανθρώπου που μπορούσε να συνδέσει το αντικείμενο που δίδασκε με πεδία της πραγματικής ζωής και να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα της οποίας ήθελες οπωσδήποτε να γίνεις κοινωνός.

Κάπου στη διαδρομή ανακάλυψα (ενδεχομένως από τους γονείς μου) ότι ήταν και συγγραφέας, και αμέσως προμηθεύτηκα όσα βιβλία του βρήκα στο βιβλιοπωλείο του Σαμπατάκου. Ξεκίνησα νομίζω με το Επίλογος Στα Χιόνια και έπειτα έπιασα Το Παιχνίδι. Διαπίστωσα γρήγορα ότι ο τρόπος γραφής του και τα όσα διηγούνταν μού άρεσαν πολύ, έστω κι αν αρχικά οι μακρόσυρτες περίοδοι του λόγου του με ξένισαν. Οι μικρές καθημερινές ιστορίες, οι ποτισμένες με δικές του αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία και από τη μετέπειτα ζωή του, έκαναν τα βιβλία του μοναδική παρέα για τον έφηβο εαυτό μου. Έγινε αμέσως ένας από τους πολύ αγαπημένους μου συγγραφείς και τα βιβλία του είναι από τα λίγα που διάβασα δεύτερη φορά.

Δυστυχώς τώρα έχω έναν πολύ δυσάρεστο λόγο για να επιστρέψω σε εκείνα τα αναγνώσματα, καθώς ο Δημήτρης Πετσετίδης δεν υπάρχει πια - άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής.

Λυπάμαι που τα τελευταία χρόνια δεν τον είχα συναντήσει και που ολιγώρησα να του χαρίσω τους δίσκους μου. Και που δεν θα ακούσει ποτέ ένα τραγούδι που χρόνια έχω στο μυαλό μου να γράψω, βασισμένο σε ένα από τα διηγήματά του. Τουλάχιστον έχω την παρηγοριά ότι ήξερε την εκτίμηση και την αγάπη που του είχα, καθότι είχε περιδιαβεί τούτο το μπλογκ...

Αντίο Δάσκαλε.

Καλά παιχνίδια στην Αθάνατη παρτίδα του Σύμπαντος.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Υπογραμμίσεις ΙV: Δημήτρης Πετσετίδης

Τον Δημήτρη Πετσετίδη τον γνώρισα ως φροντιστή Μαθηματικών. Εκεί, στη Β΄ Λυκείου, οι δικοί μου έκριναν ότι έπρεπε να πάω φροντιστήριο αν ήθελα να πετύχω στις πανελλήνιες, αν ήθελα, δηλαδή, να κάνω κάτι στη ζωή μου... Απίστευτος χιουμορίστας, ο Πετσετίδης είχε τις δικές του μεθόδους και ήξερε να κεντρίζει το ενδιαφέρον των μαθητών του. Είναι σίγουρα από τους ανθρώπους που με έκαναν να αγαπήσω τα Μαθηματικά, έστω κι αν δεν έγινα ποτέ καλός σε αυτά - κανείς τους δεν ευθύνεται γι' αυτό, είναι μάλλον εγκεφαλικό μου θέμα. Κάπου στην πορεία ανακάλυψα ότι έγραφε διηγήματα και άρχισα σιγά σιγά να αγοράζω τα βιβλία του από το βιβλιοπωλείο του Σαμπατάκου - μιλάμε για τη Σπάρτη των μέσων της δεκαετίας του '90. Ανακάλυψα, έτσι, έναν από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Δεν είμαι σε θέση να κάνω αναλύσεις, ξέρω μόνο ότι απολαμβάνω πραγματικά τη γραφή του και τον τρόπο με τον οποίο πλέκει το βίωμα με τη φαντασία. Αναζητήστε τον εδώ: http://www.petsetidis.gr.

Λέει, ο άλλος, ο διανοούμενος, ότι όλοι εμείς, όσοι έχουμε μια κουλτούρα -δικά του τα λόγια-, πρέπει να ερχόμαστε σε επαφή, πρέπει να συζητάμε, να ανταλλάσσουμε απόψεις, αυτός μιλάει όλο για κουλτούρες και τα συναφή, τον ενοχλεί, λέει, η υποβάθμιση του πολιτιστικού μας επιπέδου και η χύδην υποκουλτούρα, όμως εγώ θα προτιμούσα να μιλάω με τη Δωροθέα, προτιμώ να θυμάμαι τα γλυκά πράσινα μάτια της έτοιμα να βουρκώσουν όταν ήθελα να την πείσω ότι ερχόμαστε από το τίποτε, άπειρους χρόνους δεν υπήρχαμε και επ' άπειρον θα εξαφανιστούμε, και ότι είμαστε τυχεροί που έστω για τόσο λίγο χάρηκαν τα μάτια μας τον Κόσμο, χάρηκαν οι ματιές μας το αγκάλιασμά τους.
----------------------------------------------------------------------------------
Τον θυμάμαι συχνά τον Χριστάρα, θυμάμαι και τον Βούλη και τον Ντελαλή και τον Κώστα κι ένα σωρό άλλους φίλους, κορίτσια, συμμαθητές, χαμένους για πάντα. Λένε ότι όταν θυμάσαι τους πεθαμένους είναι σαν να ξαναζούν, και δεν έχουν άδικο όσοι λένε κάτι τέτοια, μόνο έτσι ζουν οι πεθαμένοι.
----------------------------------------------------------------------------------
Έλεγα ότι καιρός υπάρχει, έχουμε καιρό, άσε γι' αργότερα, προς τι η σπουδή, κι αν χάσουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε καμιά γκόμενα ή αν χάσουμε την ευκαιρία να αποκτήσουμε μια καρέκλα, σπουδαία τα λάχανα. Φροντίζαμε τις τρεις διαστάσεις μας -φροντίδα να το πεις κι αυτό!-, και κάναμε κοιλίτσα αδιαφορώντας για την τέταρτη διάσταση, την ύπουλη, που μας διαβρώνει και μας κατατρώγει σιγά σιγά, αυτή που είναι το σαράκι της σάρκας. Κι ανεπαισθήτως δεν αντιληφθήκαμε πότε το κορμί-λαμπάδα, πότε το κορμί-κυπαρίσσι έγινε τέτοιο, να κατουράς και να μη βλέπεις το πουλί σου, ακούς για λαμπάδες και κυπαρίσσια κι ο νους σου αλλού πετάει, σε πιάνει σύγκρυο.
----------------------------------------------------------------------------------
Είμαστε τυχεροί που είδαμε το φως του Κόσμου ή άτυχοι που για εμάς διακόπηκε η αλυσίδα τής ανυπαρξίας για να έχουμε το φρικτό προαίσθημα της απώλειας, ώσπου να χαθούμε για πάντα;
----------------------------------------------------------------------------------
Ο Σταύρος έχασε νωρίς την παρτίδα, εμείς συνεχίζουμε να παίζουμε. Δεν μας μένει άλλο παρά να παίξουμε, να ψάξουμε, να επινοήσουμε, μέχρι την ημέρα που θα έρθει εκείνος που δεν θα την χάσει και θα δώσει τις κρυφές κινήσεις της βαριάντας και στους άλλους, σε όλους τους άλλους, και, τότε, θα γεμίσει το Σύμπαν σκακιστές που θα παίζουν την Αθάνατη παρτίδα.
----------------------------------------------------------------------------------
Λένε ότι το σκάκι μοιάζει με τη ζωή, τη ζωή, τελικά, με πολλά μπορούμε να την παρομοιάσουμε. Το σκάκι μοιάζει και με πόλεμο, αλλά και η ζωή τι άλλο από πόλεμος είναι;
----------------------------------------------------------------------------------
Έπρεπε να περάσουν χρόνια με αγώνες πάνω στη σκακιέρα, να έρθουν ήττες και ήττες για να καταλάβω ότι στο σκάκι σημασία έχει να μάθεις να χάνεις. Όπως και στη ζωή.
----------------------------------------------------------------------------------
Γύρω μας, στα διπλανά τραπέζια, γευματίζουν διάφοροι επώνυμοι, ηθοποιοί, πολιτικοί, δήθεν αδιάφοροι για τους απλούς ανθρώπους όπως εμάς που τους χαζεύουν, είναι όμως τόσο φανερά επιτηδευμένη η αδιαφορίας τους που τους προδίδει.
----------------------------------------------------------------------------------
Κάποτε ένας έτυχε να τον αντιληφθεί πρωί πρωί να βγαίνει από το νεκροταφείο και αργότερα, δοθείσης ευκαιρίας, τον ρώτησε πώς και δεν φοβάται τη νύχτα σε ένα τέτοιο μέρος, αλλά δέχτηκε μιαν αποστομωτική απάντηση: "Εγώ τους ζωντανούς φοβάμαι, όχι τους πεθαμένους", και δεν προχώρησε παρακάτω την κουβέντα.

Δημήτρης Πετσετίδης, Σε Ξένο Γήπεδο, εκδόσεις Πατάκη, 2003

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες