Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Γερμανός/Ρασούλης/Μικρούτσικος/Νταλάρας - τέσσερα βιβλία

Καθώς έχω μπει στα βαθιά, κυνηγώντας αυθεντικές μαρτυρίες, προκειμένου να καταγράψω τις ιστορίες κάποιων ιστορικών -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας, έχω ξεκινήσει και μια παράλληλη έρευνα στη σχετική βιβλιογραφία. Τους τελευταίους μήνες, λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων πηγών, διάβασα και τα παρακάτω τέσσερα βιβλία, καθένα από τα οποία αφορά έναν σημαντικό καλλιτέχνη. Τα συστήνω όλα, ασχέτως αν ασκώ αυστηρή κριτική παρακάτω.


Το πρώτο φέρει τον τίτλο Ο Αρμενιστής, αφορά στον τραγουδοποιό Βαγγέλη Γερμανό, και φέρει την υπογραφή του. Περιέχει, όπως όλα τα βιβλία της σειράς Ιανός Ο Μελωδός (των γνωστών εκ Θεσσαλονίκης εκδόσεων) μια αποτύπωση όλου του έργου του, μέχρι την ημερομηνία κυκλοφορίας του (2015).

Ο Γερμανός όμως πρωτοτυπεί, καθώς δεν παραθέτει εδώ μόνο τους στίχους των τραγουδιών, αλλά και τις παρτιτούρες τους, κάνοντας έτσι το βιβλίο ένα πολύτιμο βοήθημα για κάθε μουσικό που θέλει να μάθει να παίζει κάποια από τα μελωδικότερα, και πιο ενδιαφέροντα, ως προς την αρμονία τους, ελληνικά τραγούδια. Κι όχι μόνο αυτό: αντί των κειμένων αρχείου, που συνήθως εμπλουτίζουν τα βιβλία της εν λόγω σειράς, εκείνος επιλέγει να γράψει δικά του, αυτοβιογραφικά αλλά και εκπαιδευτικά, αποτυπώνοντας τις απόψεις του για το τραγούδι και τη ζωή. Οι λίγες αλλά σπάνιες φωτογραφίες που περιλαμβάνονται, συμπληρώνουν ένα βιβλίο ιδιαίτερα χρήσιμο, αποκαλυπτικό, και εμπνευστικό.

Και ο Μανώλης Ρασούλης, όμως, πρωτοτυπεί στο Εδώ Είναι Του Ρασούλη (Ιανός Ο Μελωδός και πάλι), καθώς πλάι στους στίχους του (μέχρι το 2007, οπότε και εκδόθηκε το βιβλίο), επιλέγει να παραθέσει κυρίως δικά του κείμενα -συν ένα του Θωμά Κοροβίνη και ένα του Γιώργου Ι. Κοντογιάννη. Από αυτά, κάποια λίγα προέρχονται από παλαιότερες εκδόσεις (από τεύχη του περιοδικού "Λαϊκό Τραγούδι" κυρίως). Αλλά το "ζουμί" βρίσκεται στα άλλα, που έγραψε επί τούτου. Σε αυτά, λοιπόν, ο Ρασούλης κάνει μια περαντζάδα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του μουσικού χώρου που γνώρισε, αποτυπώνοντας τις αναμνήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του απέναντί τους.

Ομολογουμένως, το πρόσωπο του Ρασούλη που προκύπτει από την ανάγνωση τούτου του ιδιότυπου ημερολογίου μάλλον τον αδικεί. Κι αυτό γιατί τον βρίσκει να βγάζει μπόλικη χολή για τους περισσότερους από τους καλλιτέχνες με τους οποίους καταπιάνεται, επιφυλάσσοντας, συνάμα, για τον εαυτό του έναν μεσσιανικό ρόλο. Καταλήγοντας, άθελά του προφανώς, να υφάνει για λογαριασμό του μια κάπως γραφική εικόνα, παρόμοια με εκείνη που επιμελώς φιλοτεχνούσαν γι' αυτόν τα τηλεοπτικά κανάλια στα '90s -τότε που τον πετύχαιναν συχνά στο αεροδρόμιο, να αυτοεξορίζεται διαμαρτυρόμενος για διάφορα κακώς κείμενα. Και πικραίνοντας, οπωσδήποτε, πολλούς από τους παλιούς του συνεργάτες.

Ο Ρασούλης, βεβαίως, υπήρξε σπουδαίος στιχουργός, και το έργο του δεν έχει ακόμα αποτιμηθεί όπως του πρέπει. Η συγκέντρωση των στίχων του εδώ κάνει το γεγονός αυτό ακόμα πιο ξεκάθαρο. Στο εν λόγω βιβλίο θεωρώ πως αδίκησε τον εαυτό του, επιλέγοντας να πλειοδοτήσει στην κριτική των συνοδοιπόρων του. Με ενδιαφέρει πάντως να πιάσω προσεχώς και το έτερο αυτοβιογραφικό πόνημά του, Οι Βερβελίδες Της Αμάλθειας - Αναφορά Στο Χόμο Σάπιενς, ώστε να αποκτήσω πιο σφαιρική άποψη.


Στην αυτοβιογραφία του Θάνου Μικρούτσικου, τώρα, που εκδόθηκε το 2011 από τις εκδόσεις Πατάκη. Εδώ έχουμε την εξής ιστορία: ο συνθέτης συναντήθηκε 24 φορές με τον στιχουργό, δημοσιογράφο και ραδιοφωνικό παραγωγό Οδυσσέα Ιωάννου, και του αφηγήθηκε τη ζωή του. Στο βιβλίο, κάθε κεφαλαίου προηγείται μια ημερολογιακή καταγραφή του Ιωάννου, όπου αυτός εξηγεί τι έπεται, καταθέτει και δικές του μαρτυρίες (καθότι από ένα σημείο και μετά οι δυο τους συνεργάστηκαν εκτενώς και έγιναν φίλοι), και κάποιες φορές παραθέτει διαφωτιστικά κείμενα από την εκάστοτε εποχή.

Το Ο Θάνος Κι Ο Μικρούτσικος διαβάζεται πολύ άνετα. Αυτό έχει να κάνει πρώτον με την πολύ ενδιαφέρουσα ζωή του σημαντικού συνθέτη, και δεύτερον με το ότι υπάρχει ροή στην αφήγησή του. Aλλά υπάρχει, δυστυχώς, και μια κάποια... βιασύνη. Θέλω να πω ότι θα διάβαζα ευχαρίστως ένα διπλάσιας έκτασης βιβλίο, που θα εστίαζε περισσότερο σε έργα-σταθμούς της πορείας του. Δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι μπορεί να ειπωθούν τα πάντα για έναν δίσκο όπως Ο Σταυρός Του Νότου, π.χ., μέσα σε 3 σελίδες μικρού μεγέθους. Ενδεχομένως ο στόχος ήταν το βιβλίο να μην τρομάζει με τον όγκο του, όμως θεωρώ ότι το παρόν υπολείπεται αισθητά σε εμβάθυνση. Ο Μικρούτσικος δεν ήταν ένας συνήθης δημιουργός, φαίνεται άλλωστε σε κάποια σημεία ότι είχε πολύ στιβαρές απόψεις επί σχεδόν παντός επιστητού.

Ο Ιωάννου, βέβαια, προσπαθεί κάποιες φορές στα δικά του σημειώματα να δώσει επιπλέον διαστάσεις στην αφήγηση, όμως θαρρώ πως κάποιες φορές είναι αισθητά ακατάλληλος για κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, στις σελίδες 95-96 επιχειρεί να ανατρέψει πράγματα που γράφονταν κάποτε για τον Μικρούτσικο σε σχέση με τις επιρροές του από τη γερμανική σχολή των Άισλερ και Βάιλ (δεν αναφέρονται, δυστυχώς, συγκεκριμένες πηγές), όμως τελικά το μόνο που καταφέρνει να μας πει είναι ότι "η ψυχραιμία δεν είναι ο καλύτερος δρόμος προσέγγισης της τέχνης" με κάτι σάλτσες περί συγκίνησης. Σοφότεροι δεν γίναμε... Στη σελ. 162, πάλι, αναφέρεται στα κουσούρια του ΚΚΕ σε ό,τι αφορά τη θέασή του επί της τέχνης, και γράφει: "Θα μπορούσε κάποιος να μου πει πως τις δικές μου "αδυναμίες" -για παράδειγμα τον διαχωρισμό σε έντεχνους και μη- δεν τις αναγνωρίζω στους άλλους. Τις αναγνωρίζω σε όλους, αλλά όχι στα κόμματα. Όταν αυτές οι αδυναμίες αποκτούν συλλογική έκφραση, καλό θα ήταν να πολεμιούνται ακόμη και από τους 'υποστηρικτές' τους." Οπότε θα συμφωνεί, φαντάζομαι, ο Ιωάννου με εκείνους που ακόμα μάχονται να ανατρέψουν τις αδυναμίες που άφησε η δική του πρακτική στο ραδιόφωνο και αλλού, που "μόλυνε" πολύ κόσμο κι ακόμα να την ξεφορτωθούμε.

Μια ακόμα σημαντική έλλειψη, θεωρώ, είναι και η σχεδόν παντελής απουσία φωτογραφιών από την έκδοση. Για την ακρίβεια, υπάρχουν στο βιβλίο μόλις 3(!) φωτογραφίες, όλες τους στο οπισθόφυλλο: μία του Ιωάννου, μία του Μικρούτσικου, και μία κοινή. Πρόκειται για τεράστια αστοχία, η οποία στερεί από τον αναγνώστη σημαντική τεκμηρίωση ως προς την κάθε εποχή.

Αξίζει πάντως να παραθέσω κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο -και ένα σχόλιο.

Σελ. 237: "Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, έβλεπα μέσα από μία συρόμενη πόρτα, με την άκρη του ματιού μου, να πηγαινοέρχεται στο άλλο δωμάτιο ένα μεγάλο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Εκ των υστέρων έμαθα πως είχε ραντεβού με τον Παπανδρέου, το οποίο είχε καθυστερήσει λόγω της δικής μας συνάντησης. Πηγαινοερχόταν λοιπόν για να τον δει ο Παπανδρέου, υπενθυμίζοντάς του με τον τρόπο αυτόν τη συνάντησή τους. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να μιλάμε, ο Παπανδρέου έπαιζε με το κομπολόι του, βρίσκει ευκαιρία το στέλεχος να μπει στο γραφείο και λέει στον Παπανδρέου χαριτολογώντας "Προσέξτε, κύριε Πρόεδρε, ο Μικρούτσικος δεν είναι ΠΑΣΟΚ", για να εισπράξει αμέσως την απάντησή του: "Γιατί; Εγώ είμαι;""

Σελ. 239: "Μετά την ορκωμοσία, πήγαμε στο Υπουργείο Πολιτισμού μαζί με τη Μελίνα και τον Γιώργο Λιάνη για την παραλαβή. Όταν μπήκαμε στο Υπουργείο, η Μελίνα γνώρισε την αποθέωση από τους υπαλλήλους, κάτι που πρέπει να ενόχλησε την απερχόμενη υπουργό Πολιτισμού Ντόρα Μπακογιάννη. Το Υπουργείο Πολιτισμού επί Νέας Δημοκρατίας ήταν ξέφραγο αμπέλι και κέντρο εσωτερικών υποθέσεων του κόμματος. Γι' αυτόν τον λόγο, φεύγοντας, πήραν όλα τους τα χαρτιά και τα υλικά. Παρέλαβα μόνο τρία μολύβια και δύο γόμες. Δεν μου παραδόθηκαν ούτε φάκελοι ούτε δισκέτες, τίποτα."

Σελ. 293-293: "Εκνευρίζομαι με αρκετούς συνομήλικούς μου συνθέτες οι οποίοι έχουν επιδείξει από σκεπτικισμό μέχρι και μικροψυχία για τους νεότερους. Είναι εξαιρετικά φειδωλοί στις καλές κουβέντες και επαναλαμβάνουν τη γνωστή νευρωτική εμμονή "άσε να δείξει ο χρόνος". Δεν μου αρέσει αυτή η δειλία. Ας προλάβουμε τον χρόνο κι ας κάνουμε και λάθος. Πρέπει να τολμάμε να ονοματίζουμε τους μύθους μας, τόσο τους σύγχρονούς μας, όσο και τους επόμενους. Ας ρισκάρουμε, και ας χάσουμε. Καλύτερα γενναιόδωροι κι ας καραδοκεί η διάψευση."

Σελ. 295-297: εδώ ο Μικρούτσικος κάνει μια αναδρομή σε δημιουργούς νεότερους του, που εκτιμά. Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ αναφέρει κάμποσους όχι ακριβώς σημαντικούς καλλιτέχνες (Κίτρινα Ποδήλατα, Κώστας Λειβαδάς, Monika, Γιάννης Χαρούλης), δεν αναφέρει τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ο Μικρούτσικος υπήρξε πάντα γαλαντόμος στους επαίνους του, κι αυτό είναι αξιοσημείωτο στον συνήθως τσιγγούνη καλλιτεχνικό περίγυρο, αλλά δεν ήταν πάντα εύστοχος στις παρατηρήσεις του.

Σελ. 334: "[...] μετά κατεβήκαμε στην Αθήνα, στη 'Σφεντόνα', όπου, σε έναν χώρο εξακοσίων ανθρώπων, βάζαμε κάθε Παρασκευή και Σάββατο περίπου εννιακόσια άτομα τη μέρα."

Σελ. 335: "Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι ο Χρήστος να ακούσουμε μαζί κάποια τραγούδια για να επιλέξει τα δεκατρία που θα έλεγε στο Μέγαρο, τον ρώτησα αν θέλει καφέ, μου απάντησε ένα μάλλον απρόθυμο "ναι", του τον έφερα, καθίσαμε και, μετά από μισή ώρα, είδα πως δεν τον είχε ακουμπήσει. Τον ρώτησα αν έχει κάτι ο καφές, μου απάντησε ένα μισό "όχι", κατάλαβα πως κάτι άλλο ήθελε αλλά ντρεπόταν να το ζητήσει. Με τα πολλά, με ρώτησε αν υπάρχει καμία μπίρα. Ευτυχώς υπήρχαν αρκετές, που είχαν περισσέψει από ένα τραπέζι που είχα το προηγούμενο βράδυ. Στα δύο πεντάωρα -μέσα σε δύο μέρες- που καθίσαμε για να καταλήξουμε στα τραγούδια, ήπιε περισσότερες από τριάντα μπίρες!"

Ένα έξοχο αντιπαράδειγμα ως προς το πώς ένα φωτογραφικό αρχείο μπορεί να αξιοποιηθεί σε ένα τέτοιου τύπου έργο είναι η έκδοση του βιβλίου του Θανάση Λάλα για τον Γιώργο Νταλάρα, από τις εκδόσεις Αρμός. Έχει τίτλο ...Και Το Καλοκαίρι Κρυώνω! - Μισός Αιώνας Ελληνικό Τραγούδι, και στο δεύτερο μέρος του περιλαμβάνει 112 φωτογραφίες με επεξηγηματικές-αφηγηματικές λεζάντες, τυπωμένες σε ιλουστρασιόν χαρτί. Ομολογουμένως, μαζί με κάποιες λίστες με αγαπημένα του Νταλάρα, που υπάρχουν στο τέλος, είναι το μόνο αληθινό ατού της έκδοσης...

Και εξηγούμαι. Το υλικό του βιβλίου προέρχεται από απομαγνητοφωνήσεις συζητήσεων του Λάλα με τον Νταλάρα, που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του '80 και φτάνουν μέχρι και την έκδοση του βιβλίου, το 2018. Όμως, ο Λάλας επέλεξε να "πετάξει" τους διαλόγους στο βιβλίο, έτσι, χωρίς χρονολογική -ή άλλη- σειρά, βάζοντας απλώς κάποιους τίτλους. Αποτέλεσμα; Πολλά πράγματα επαναλαμβάνονται, πολλές σελίδες φεύγουν με ερωταπαντήσεις που ρέπουν στην αμπελοφιλοσοφία, και ελάχιστα πράγματα μένουν τελικά. Εκτός των άλλων, είναι απορίας άξιο πώς ο άνθρωπος που κάποτε έκανε τόπι στο ξύλο τον Ρασούλη στα αποδυτήρια του Ολυμπιακού Σταδίου, έχει πλέον καταλήξει να μιλάει με μια "καλοσύνη" απόλυτα στρογγυλή κι αδιάφορη. Από το ένα άκρο στο άλλο...

Όπως και να 'χει, ο Γιώργος Νταλάρας είναι, μας αρέσει ή όχι, μια μορφή που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία 50 χρόνια. Και νομίζω του άξιζε κάτι καλύτερο από αυτό το βιβλίο. Του αξίζει σίγουρα μια "κανονική" (αυτο)βιογραφία, η οποία θα μπορούσε να έχει γραφτεί με βάση το υλικό που συγκέντρωσε όλα αυτά τα χρόνια ο Λάλας. Ο τελευταίος εξηγεί, βεβαίως, στην εισαγωγή του τους λόγους για τους οποίους δεν έκανε τελικά κάτι τέτοιο, όμως εγώ υποπτεύομαι και την τεμπελιά: το βιβλίο, όπως κι αν ήταν γραμμένο, θα πούλαγε πολύ, λόγω του Νταλάρα -και όντως πρέπει να πούλησε, στο εξώφυλλο του αντιτύπου που αγόρασα γράφει "ΕΚΔΟΣΗ 5η".

Κλείνω με ένα τελευταίο φαρμακερό σχόλιο. Ο Λάλας παίρνει πολλούς επαίνους ως συνεντευξιαστής. Ομολογώ δεν τον έχω παρακολουθήσει ιδιαίτερα, οπότε δεν ξέρω. Με βάση αυτά που διάβασα στο εν λόγω πόνημά του, πάντως, έχω να πω ότι ο Αντώνης Μποσκοΐτης -αναφέρω κάποιον που δηλώνει "μαθητής" του Λάλα- μού φαίνεται απείρως καλύτερος σε αυτόν τον ρόλο.

* Οι φωτογραφίες των καλλιτεχνών προέρχονται από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Το κολάζ φτιάχτηκε με το https://www.befunky.com/.

Σάββατο, 3 Απριλίου 2021

"Το όνομά μου είναι Λεγεώνα, επειδή είμαστε πολλοί"*

"Ε, όχι και "Τεό", ρε μαλάκα!"

Ήμασταν σε ένα καράβι -το "ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ"; το "ΛΑΤΩ";- και ταξιδεύαμε από Πειραιά για Χανιά -ή το ανάποδο; Ο συμφοιτητής μου ο Θοδωρής αντέδρασε, επειδή, από έμπνευση της στιγμής, τον αποκάλεσα με ένα γαλλικής τεχνοτροπίας υποκοριστικό.

Ίσως είχα βιαστεί να κρίνω εξ ιδίων τα αλλότρια. Γιατί εμένα μου αρέσει που ο καθένας με αποκαλεί με τη δική του εκδοχή του ονόματός μου. Πέρα από το σύνηθες "Μιχάλη", ο πατέρας μου παλιά με φώναζε "Μιχαήλο", αργότερα οι φίλοι άρχισαν να με λένε "Μάικ", ο Γιάννης ο συμφοιτητής με αποκαλούσε "Μιχαήλ" (και προτιμούσε για τον εαυτό του το "Ιωάννης"), ο Κωστής (aka Το Πράγμα) συνήθως θα με αποκαλέσει "Μικέ", ο Σταν και η Καλίνα καμιά φορά θα με πουν "Μίκλο", η Αμαλία θα με πει "Μιχαλιώ", η Πέννυ "Μισέλ". Ένας λοχαγός μου στον στρατό έπαιξε σε άλλο γήπεδο με το "Τσαντιλέρο".

Μου αρέσουν τα πολλά ονόματα, γιατί νιώθω ότι ζω πολλές ζωές. Αυτό συνέβαινε από παλιά: στο σπίτι ήμουν ο φωνακλάς δερβέναγας, στο σχολείο το αγγελούδι-σπαστήρι. Από νωρίς άρχισα να κινούμαι σε διάφορους κύκλους και παρέες: παλιών συμμαθητών, συμφοιτητών από τα Χανιά, συμφοιτητών από την Αθήνα, σειρών από τον στρατό, καλλιτεχνών, μουσικογραφιάδων, εκπαιδευτικών, διοικητικών, γονιών συμμαθητών της Ελένης... Πολλές φορές, η μία ομάδα δεν έχει κοινό τόπο με τις υπόλοιπες, και αγνοεί τις άλλες συναναστροφές και ιδιότητές μου. Νιώθω σαν διπλός -και τριπλός- πράκτορας.

Αλλά κάπως έτσι έχουν τα πράγματα για τον καθένα νομίζω. Γνωρίζουμε κάποιον όσο μάς το επιτρέπουν οι συνθήκες μέσα στις οποίες τον συναναστρεφόμαστε, και αγνοούμε ποιος είναι αλλού. Αυτό που διαφέρει είναι το κατά πόσο ο καθείς παραδέχεται -στον εαυτό του πρώτα- ότι δεν έχει ένα πρόσωπο, αλλά πολλά διαφορετικά -κι αντικρουόμενα, συχνά.

Κάποιοι άλλοι, πάλι, θα πουν ότι όχι, δεν είναι όλοι έτσι, κι ότι φταίει το ζώδιό μου -Δίδυμος, ναι, ξέρω, το χειρότερο. Δεν ξέρω... Πιο πιθανό μου φαίνεται να φταίει που βαριέμαι εύκολα, και χρειάζομαι ποικιλία.

Την εκδοχή της σχιζοφρένειας την αφήνω στους γιατρούς. Άμα με πιάσουν...

* κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 5:9 ("λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν")

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες