Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Κάτι Καλό Να Ακούσω; I: Jan Van, Sandy Denny, Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης

Στο MiC Music Portal ντεμπούταρα πέρυσι, ανήμερα της γιορτής μου, στα πλαίσια της μηνιαίας στήλης Κάτι Καλό Να Ακούσω;, που τρέχει αρκετά χρόνια πια στο σάιτ. Εκεί, κάθε συντάκτης/συντάκτρια προτείνει έναν δίσκο πρόσφατης -ή όχι και τόσο πρόσφατης- εσοδείας, επιλέγοντας ένα κομμάτι από αυτόν, και προσθέτοντας κάποια σχόλια. Από καιρού εις καιρόν, τρέχουν και θεματικά επεισόδια της στήλης, με τραγούδια συγκεκριμένης θεματολογίας. Προσωπικά, όσες φορές συμμετείχα μέχρι στιγμής, επέλεξα αυστηρά εγχώριους δίσκους (πλην των θεματικών περιπτώσεων) και προσπάθησα να τηρήσω, κατά το δυνατό, το υποτιθέμενο όριο λέξεων (50-70)· λάτρης της λακωνικότητας γαρ.

Εδώ, λοιπόν, θα μαζεύω, ανά τρεις, τις συμμετοχές μου στην εν λόγω στήλη, τονίζοντας την εκάστοτε επιλογή μου. Στους συνδέσμους υπάρχουν, φυσικά, οι συμμετοχές όλων των συντακτών. 



Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2022

Συνέντευξη με την Demetria

Το Pillow Shifter, το τέταρτο άλμπουμ της Demetria, είναι από εκείνα που απόλαυσα πραγματικά φέτος. Ο κόσμος της νεαρής δημιουργού εκπέμπει φως αλλά και μυστήριο, και τα τραγούδια είναι γεμάτα μελωδικούς γάντζους και γοητευτικά αμαλγάματα αναφορών. Τη συνέντευξη μαζί της τη συζήταγα καιρό με τον Χρήστο Αλεξόπουλο, τον ιθύνοντα νου της Puzzlemusik, αλλά οι διάφορες ατυχίες μάς καθυστέρησαν. Σήμερα, επιτέλους, η κουβέντα μας δημοσιεύεται στο Mix Grill.


Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2022

Υπογραμμίσεις XL: Harper Lee

Το Όταν Σκοτώνουν Τα Κοτσύφια μού το έκαναν δώρο η Σάντη και η Ελένη, το 2015, για τη γιορτή μου. Με περίμενε υπομονετικά στο ράφι όλα αυτά τα χρόνια.

Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι η Harper Lee ήταν, για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, η συγγραφέας του ενός βιβλίου. Αλλά τι βιβλίου, ε; Όχι μόνο της απέφερε το βραβείο Πούλιτζερ, αλλά έκτοτε καταχωρήθηκε στις κλασικές στιγμές της νεότερης αμερικανικής λογοτεχνίας· ήταν κι αυτό σε εκείνη τη λίστα που ανέφερα σε προηγούμενο ποστ. Αλλά, ακόμα και το δεύτερο βιβλίο της, το Βάλε Ένα Φύλακα, που κυκλοφόρησε λίγο πριν τον θάνατό της, ουσιαστικά αποτελεί ένα πρώτο ντραφτ του πρώτου. Άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία για τη συγγραφέα και το έργο της: υπήρξε παιδική φίλη και συνεργάτις του Truman Capote, έδωσε ελάχιστες συνεντεύξεις στη ζωή της, οι The Boo Radleys πήραν το όνομά τους από έναν εκ των (αφανών) ηρώων του διάσημου πονήματός της.

Η ανάγνωση -ως συνήθως...- υπήρξε κάπως περιπετειώδης και τράβηξε σε χρόνο. Όχι τόσο -ή μόνο- επειδή μεγάλο μέρος της πραγματοποιήθηκε και πάλι σε νοσοκομειακές βάρδιες, αλλά κυρίως γιατί στο πρώτο του μισό το βιβλίο κυλάει κάπως ανιαρά, με περιγραφές της καθημερινότητας στον αμερικανικό νότο των 1930s. Είναι, όμως, τελικά απαραίτητο όλο αυτό, ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να μπει στο κλίμα του δεύτερου μέρους, και να εκπλαγεί ευχάριστα από την ένταση και τη συγκίνηση όσων περιγράφονται. Νομίζω είναι ετούτο ένα βιβλίο που αξίζει να προτείνεται σε νέους και εφήβους: το χιούμορ και η ευαισθησία του τρόπου της Lee κάνει τα θέματά του πιο απτά και ενδιαφέροντα από οποιοδήποτε κήρυγμα περί ανοχής στη διαφορετικότητα.
Η κάθε μέρα βαστούσε είκοσι τέσσερις ώρες, μα έμοιαζε να βαστάει περισσότερο. Δεν υπήρχε βιάση, γιατί δεν είχες πουθενά να πας, τίποτα ν' αγοράσεις, κι ούτε και χρήματα για να τ' αγοράσεις, τίποτε να δεις πέρα από τα σύνορα της κομητείας Μέικομπ. Αλλά ήταν και εποχή μιας κάποιας αισιοδοξίας για μερικούς από τους κατοίκους της κομητείας Μέικομπ: τους είχαν μάθει τελευταία πως δεν είχαν να φοβούνται τίποτε πέρα από τον ίδιο το φόβο.
-----
Αυτή τη στιγμή την περίμενα με μια λαχτάρα που δεν την είχα ξανανιώσει για τίποτε άλλο στη ζωή μου. Τους προηγούμενους χειμώνες περνούσα ατέλειωτες ώρες σκαρφαλωμένη στο σπιτάκι του δέντρου να κοιτάζω τον περίβολο του σχολείου, κατασκοπεύοντας τα σμήνη των παιδιών με ένα τηλεσκόπιο που μου είχε δώσει ο Τζεμ, μαθαίνοντας τα παιχνίδια τους, παίρνοντας κρυφά μέρος στις μικροατυχίες και στους μικροθριάμβους τους. Πώς και πώς έκανα να μπω κι εγώ στον κόσμο τους.
-----
Μετά πήγε στο μαυροπίνακα κι αφού έγραψε το αλφάβητο με τεράστια κεφαλαία γράμματα γύρισε σ' εμάς και ρώτησε: "Ξέρει κανένας σας τι είναι αυτά εδώ;"

Όλοι ξέραμε· οι περισσότεροι από τους μαθητές της πρώτης είχαν μείνει από την προηγούμενη χρονιά.
-----
Δεν το 'χα κάνει σκόπιμα που είχα μάθει να διαβάζω, μα κάπως είχε γίνει και είχα φτάσει να κυλιέμαι παρανόμως στο βούρκο των εφημερίδων. Τις ατέλειωτες ώρες που είχα περάσει στην εκκλησία -να 'ταν τότε που είχα μάθει; Δε θυμόμουν εποχή που να μην μπορούσα να διαβάσω τους ύμνους. Τώρα που με είχαν αναγκάσει να το σκεφτώ, το διάβασμα ήταν κάτι που μου είχε έρθει έτσι, από μόνο του, όπως είχα μάθει να δένω τις τιράντες της φόρμας μου δίχως να κοιτάζω πίσω ή να δένω τα κορδόνια των παπουτσιών μου σε φιόγκους. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε ήταν που χωρίστηκαν οι γραμμές πάνω από το κινούμενο δάχτυλο του Άτικους σε λέξεις τα βράδια που κουλουριαζόμουν στην αγκαλιά του ενώ εκείνος διάβαζε φωναχτά το οτιδήποτε... από τα νέα της ημέρας μέχρι νομοσχέδια ή τα ημερολόγια του Λορέντζο Ντόου. Το διάβασμα δεν το αγάπησα παρά μόνο όταν άρχισα να φοβάμαι μην το χάσω.
-----
Τα κληρονομικά και οι φόροι αποτελούσαν μια από τις πολλές σκοτούρες του κυρίου Κάνινγκαμ. Πέρα από την κληροδοτημένη του γη, η υπόλοιπη ήταν υποθηκευμένη και ό,τι μετρητά έβγαζε πήγαιναν στους τόκους. Αν κρατούσε το στόμα του καταπώς έπρεπε κλειστό, ο κύριος Κάνινγκαμ θα μπορούσε να προσληφθεί στα δημόσια έργα, όμως η γη του θα ερημωνόταν αν την άφηνε και προτιμούσε να πεινάσει προκειμένου να κρατήσει τα κτήματά του και να ρίχνει την ψήφο του εκεί όπου αυτός ήθελε. Ο κύριος Κάνινγκαμ, έλεγε ο Άτικους, ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος και αποφασισμένος να μη σκύψει το κεφάλι του σε κανέναν.
-----
"Δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις πραγματικά τον άλλο αν δεν κάτσεις πρώτα να σκεφτείς τα πράγματα από τη δική του σκοπιά... [...] αν δεν μπεις πρώτα στο πετσί του να δεις πώς σκέφτεται".
-----
"Σκάουτ, είναι τέτοια η φύση της δουλειάς μας, που ο κάθε δικηγόρος αναλαμβάνει τουλάχιστον μια υπόθεση στη ζωή του που τον επηρεάζει προσωπικά. Κι αυτή εδώ θαρρώ πως για μένα είναι τέτοιου είδους υπόθεση. Ίσως ν' ακούσεις μερικά άσχημα λόγια στο σχολείο γύρω απ' αυτή την ιστορία, μα θέλω να σου ζητήσω να μου κάνεις μια χάρη, αν μπορείς: να κρατάς μοναχά ψηλά το κεφάλι σου και χαμηλωμένες τις γροθιές σου. Ό,τι και να 'ρθουν να σου πουν, μην τους αφήσεις να σε παρασύρουν σε καβγά. Προσπάθησε να τους αντιμετωπίσεις και με το μυαλό σου για μια φορά... είναι καλό μυαλό, έστω κι αν κλοτσάει στο σχολείο".

"Άτικους, θα την κερδίσουμε την υπόθεση;"

"Όχι, γλυκιά μου".

"Τότε, γιατί..."

"Το γεγονός και μόνο πως είμαστε από την αρχή σχεδόν σίγουροι ότι θα τη χάσουμε δε θα μας εμποδίσει να κάνουμε μια προσπάθεια", είπε ο Άτικους.
-----
"Είναι διαφορετικά τώρα", μου είπε. "Τώρα δεν πολεμάμε τους Γιάνκηδες, πολεμάμε τους φίλους μας. Όμως να το θυμάσαι, όσο άσχημη τροπή κι αν πάρουν τα πράγματα, οι φίλοι μας συνεχίζουν να 'ναι φίλοι μας και ο τόπος ετούτος συνεχίζει να 'ναι τόπος μας".
-----
"Πριν και πάνω απ' όλα, ο πατέρας σας είναι άνθρωπος μ' ευγενική ψυχή. Το να 'σαι καλός στο σημάδι είναι ένα δώρο του Θεού, ένα ταλέντο -ναι, σύμφωνοι, χρειάζεται εξάσκηση για να το τελειοποιήσεις, αλλά πάντως είναι ταλέντο. Και ταλέντο διαφορετικό από το να παίζεις καλά πιάνο, ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Πιστεύω πως ίσως να πέταξε πέρα το όπλο του όταν συναισθάνθηκε πως αυτό το ταλέντο του μπορούσε να προκαλέσει και κακό. Και πιστεύω ακόμα πως θα αποφάσισε ότι δε θα τραβούσε άλλη φορά τη σκανδάλη εκτός κι αν τον ανάγκαζαν τα πράγματα να το κάνει, όπως έγινε σήμερα".

"Κανονικά θα 'πρεπε να το χαίρεται και να 'ναι περήφανος..." είπα.

"Κανένας άνθρωπος με μυαλό δε νιώθει ποτέ περήφανος για τις ικανότητές του", μου αντιγύρισε η δεσποινίς Μόντι.
-----
"Κοίτα, το μόνο που μπορώ να πω είναι πως, άμα μεγαλώσετε εσύ κι ο Τζεμ, ίσως να καταλάβετε τι γίνεται σήμερα, ίσως να νιώσετε πως έπραξα σωστά. Η υπόθεση τούτη, η υπόθεση του Τομ Ρόμπινσον, έχει να κάνει με την ανθρώπινη συνείδηση... Σκάουτ, δε θα μπορούσα να πηγαίνω στην εκκλησία και να προσεύχομαι στο Θεό αν δεν έκανα μια προσπάθεια να βοηθήσω αυτό τον άνθρωπο".

"Άτικους, δε γίνεται, πρέπει να 'σαι λάθος..."

"Για εξήγησέ μου το, σε παρακαλώ".

"Να, ο πιο πολύς κόσμος φαίνεται να πιστεύει πως έχει δίκιο και πως εσύ είσαι λάθος..."

"Είναι δικαίωμά τους να το πιστεύουν αυτό που λες, όμως για να 'μαι καλά με τον άλλο κόσμο πρέπει να τα 'χω πρώτα καλά τον εαυτό μου, Σκάουτ. Αν υπάρχει κάτι για το οποίο δεν ισχύει η αρχή της πλειοψηφίας, είναι η συνείδηση του ανθρώπου".
-----
"Σκάουτ", με διέκοψε ο Άτικους, "το "αραπάκιας" είναι μια από τις λέξεις που δε σημαίνουν τίποτε απολύτως -σαν και το "μυξιάρης". Είναι δύσκολο να σου εξηγήσω· το 'βγαλαν κάποιοι αμόρφωτοι, ανάξιοι λόγου άνθρωποι για να θίγουν όποιον τους φαίνεται ότι βάζει τους μαύρους πάνω από τους λευκούς. Κι έπειτα το πήρε κι άλλος κόσμος, κόσμος σαν κι εμάς, και διαδόθηκε πια σαν μια ανόητη βρισιά που την πετάς στον άλλο για να του κολλήσεις, υποτίθεται, τη ρετσινιά".

"Τότε, δεν είσαι στ' αλήθεια αραπάκιας, ε;"

"Με την έννοια πως αγαπάω τους μαύρους, και βέβαια είμαι. Κάνω το κατά δύναμη ν' αγαπάω όλο τον κόσμο, πράγμα που δεν είναι πάντα εύκολο. Κοίτα, μωρό μου, ό,τι και να σε πει ο άλλος για να σε πληγώσει, στην ουσία δε θίγει εσένα. Το μόνο που πετυχαίνει είναι να δείξει πόσο φτωχός είναι ο ίδιος μέσα του. Γι' αυτό μην κάθεσαι και σκας με την κυρία Ντιμπόζ. Άσ' την, έχει κι αυτή τα δικά της, η άμοιρη".
-----
"Αυτή η γυναίκα διέθετε κάτι που ήθελα να το δεις... ήθελα να δεις τι είναι αληθινό κουράγιο, που δεν είναι να κρατάς ένα όπλο στο χέρι και να κάνεις τον άντρα. Κουράγιο είναι να ξέρεις να ξεκινάς έναν αγώνα καταδικασμένο απ' την αρχή, κι ωστόσο να τον ξεκινάς και να τον φτάνεις ως το τέλος, ό,τι κι αν συμβεί. Πολύ σπάνια νικάς, όμως μερικές φορές γίνεται κι αυτό. Η κυρία Ντιμπόζ νίκησε, και ήταν ολοκληρωτική η νίκη της. Σύμφωνα με τα "πιστεύω" της, πέθανε δίχως να είναι υποχρεωμένη για οτιδήποτε σε κανέναν και σε τίποτα. Ήταν ο πιο θαρραλέος άνθρωπος που 'χω γνωρίσει στη ζωή μου".
-----
Το γεγονός πως είχα ένα μόνιμο αρραβωνιάρη με αποζημίωνε κάπως για την απουσία του: δεν είχα καθίσει ποτέ να το σκεφτώ, αλλά καλοκαίρι ήταν ο Ντιλ, να καπνίζει τσιγάρα με σπάγκο πλάι στη λιμνούλα· καλοκαίρι ήταν τα γρήγορα φιλιά που μου 'δινε ο Ντιλ στα πεταχτά όποτε δεν έβλεπε ο Τζεμ. Κοντά του, η ζωή ήταν μια ρουτίνα, δίχως αυτόν γινόταν αβάσταχτη. Παρέμεινα δυστυχής για δύο μέρες.
-----
Στο κοιμητήριο, μερικοί τάφοι είχαν πάνω παλιές, ετοιμόρροπες ταφόπετρες· οι πιο καινούριοι περιβάλλονταν από ζωηρόχρωμα γυαλιά και σπασμένα μπουκάλια Κόκα Κόλας. Κάποιοι άλλοι προστατεύονταν από αλεξικέραυνα, που υποδήλωναν ότι οι νεκροί που κείτονταν εκεί δεν αναπαύονταν εν ειρήνη. Υπολείμματα καμένων κεριών έστεκαν στους σταυρούς των παιδικών τάφων. Ήταν ένα χαρούμενο νεκροταφείο.
-----
Το κήρυγμά του ήταν μια έντονη καταγγελία της αμαρτίας, μια αυστηρή επανάληψη του αποφθέγματος που ήταν αναρτημένο πίσω του: προειδοποίησε το ποίμνιό του για τα κακά του ποτού, της χαρτοπαιξίας και της συνεύρεσης με ξένες γυναίκες. Οι λαθρέμποροι οινοπνευματωδών προκαλούσαν αρκετά προβλήματα στο συνοικισμό, μα οι γυναίκες ήταν χειρότερες. Για μια ακόμα φορά, όπως μου είχε συμβεί συχνά και στη δική μου εκκλησία, βρέθηκα να μου εκθέτουν το δόγμα περί του πόσο υποδεέστερα ηθικώς πλάσματα ήταν οι γυναίκες, πράγμα που φαινόταν να απασχολεί όλους τους κληρικούς.
-----
[...] μερικές φορές πρέπει να ψεύδεται κανείς, και ιδιαίτερα αν πρόκειται για κάτι για το οποίο δεν περνάει από το χέρι του να κάνει τίποτα.
-----
Η θεία έλεγε ότι ήξερε πάντα πολύ καλά ποιο ήταν το καλό της οικογένειας και υπέθετα πως ο ερχομός της στο σπίτι μας σήμαινε ότι εμείς δεν ξέραμε ποιο ήταν το καλό μας.
-----
Την εποχή που πήγαινε η θεία Αλεξάνδρα στο σχολείο, σε κανένα σχολικό βιβλίο δεν αναφερόταν η περίπτωση του να αμφιβάλεις κάποια στιγμή για τον εαυτό σου, κι έτσι η θεία δεν την είχε διόλου υπόψη της. Δε βαριόταν ποτέ και, με το που θα της δινόταν η παραμικρή ευκαιρία, άρχιζε να κάνει χρήση των βασιλικών της προνομίων: να οργανώνει, να συμβουλεύει, να φοβερίζει και να προειδοποιεί.

Έψαχνε επί τούτου να βρει να πει τον κακό λόγο για όλα τα άλλα σόγια της πόλης, υποδηλώνοντας έτσι την ανωτερότητα του δικού μας σογιού, συνήθεια που τον Τζεμ τον διασκέδαζε περισσότερο παρά τον ενοχλούσε: "Θα 'πρεπε να προσέχει λιγάκι η θείτσα μας πώς μιλάει -άμα πιάσεις τους κατοίκους του Μέικομπ έναν έναν, οι περισσότεροι θα βγουν να 'χουν συγγένεια μαζί μας".
-----
Ποτέ δεν καταλάβαμε την ενασχόλησή της με την κληρονομικότητα. Δεν ξέρω από πού μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως σωστοί άνθρωποι ήταν εκείνοι που έκαναν στη ζωή τους ό,τι καλύτερο μπορούσαν σύμφωνα με το μυαλό που κουβάλαγαν, αλλά η θεία Αλεξάνδρα ήταν της άποψης, που την εξέφραζε πλαγίως πάντα, πως όσο περισσότερα χρόνια νεμόταν κάποιος ένα συγκεκριμένο κομμάτι γης τόσο σωστότερος γινόταν.
-----
Ο Ντιλ είχε ακούσει για κάποιον που είχε μια βάρκα και πήγαινε μ' αυτή σ' ένα νησί που το τύλιγε πάντα η καταχνιά και που ήταν γεμάτο μωράκια -παράγγελνες όποιο ήθελες...

"Δεν είναι αλήθεια. Η θεία μου 'πε πως τα μωράκια τα ρίχνει ο Θεός από την καμινάδα. Ή, τουλάχιστον, κάτι τέτοιο κατάλαβα". Για μια φορά στη ζωή της, η εξήγηση της θείας Αλεξάνδρας δεν ήταν ιδιαίτερα σαφής.

"Σε πληροφορώ πως δεν είναι διόλου έτσι. Τα μωρά τα φτιάχνουν οι άνθρωποι, ο ένας με τον άλλο. Όμως είναι κι αυτός ο κύριος που σου λέω -έχει ένα σωρό μωράκια, που τον περιμένουν όλα να τους δώσει ζωή. Τα ξυπνάει φυσώντας τα μια φορά στο πρόσωπο..."

Ο Ντιλ ταξίδευε ξανά. Πράγματα πανώρια στροβιλίζονταν στο ονειροπόλο του μυαλό. Όσο να διαβάσω εγώ ένα βιβλίο, εκείνος μπορούσε να έχει τελειώσει δύο, μα προτιμούσε τη μαγεία των δικών του επινοημάτων -την ενασχόληση με το δικό του, απαλά φωτισμένο κόσμο, έναν κόσμο όπου τα μωρά κοιμούνταν προσμένοντας να 'ρθει η ώρα τους να τα μαζέψουν όπως μαζέυει κανείς τα κρινάκια στους αγρούς. Ήταν σαν να έλεγε αργά στον εαυτό του ένα παραμύθι για να τον πάρει ο ύπνος και να παρέσερνε κι εμένα μαζί του, αλλά μέσα στη γαλήνη του νησιού του υψώθηκε ξάφνου η ξέθωρη εικόνα ενός γκρίζου σπιτιού με λυπημένες καφετιές πόρτες.

"Ντιλ;"

"Μμ;..."

"Γιατί λες να μην το 'σκασε ποτέ από το σπίτι του ο Μπου Ράντλεϊ;"

Ο Ντιλ στέναξε βαθιά και γύρισε από την άλλη.

"Μπορεί να μην είχε ποτέ πού να πάει..."
[...] έφτασε ένα οχτάχρονο παιδί για να τους ξαναφέρει στα συγκαλά τους, έτσι δεν είναι;" συνέχισε ο Άτικους. "Κι αυτό αποδεικνύει κάτι -ότι μπορεί να σταματήσει τελικά μια αγέλη από ξέφρενα κτήνη, για τον απλό λόγο πως παραμένουν κατά βάθος άνθρωποι. Χμ... ίσως να χρειαζόμαστε ένα σώμα αστυνομίας φτιαγμένο από παιδιά... γιατί εσείς τα παιδιά ήσαστε που κάνατε χτες βράδυ τον Γουόλτερ Κάνινγκαμ να μπει στη θέση μου για ένα λεπτό. Πράγμα που στάθηκε αρκετό".
-----
"Ο Τόμας Τζέφερσον είπε κάποτε πως όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι, θεωρία που δεν παύουν να την επαναλαμβάνουν οι Γιάνκηδες και οι αξιωματούχοι της Ουάσινγκτον. Υπάρχει στις μέρες μας, και κυρίως φέτος, στα 1935, μια τάση να γίνεται αλόγιστη χρήση της θεωρίας αυτής από μερικούς ανθρώπους που κρίνουν πως μπορεί να έχει εφαρμογή σε οποιονδήποτε τομέα και οποιοδήποτε ζήτημα. Το πιο γελοίο παράδειγμα που μου έρχεται στο νου είναι το ότι οι υπεύθυνοι της παιδείας στη χώρα μας επιμένουν να προωθούν τα καθυστερημένα ή τεμπέλικα παιδιά μαζί με τους επιμελείς μαθητές. Καθώς όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι, μας λένε οι εκπαιδευτικοί μας, τα παιδιά που μένουν πίσω υποφέρουν από φρικτά αισθήματα κατωτερότητας. Όμως το ξέρουμε πως δε γεννιούνται ίσοι όλοι οι άνθρωποι, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που θέλουν μερικοί να μας κάνουν να πιστέψουμε. Υπάρχουν άνθρωποι περισσότερο και λιγότερο έξυπνοι, άνθρωποι που ξεκινάνε στη ζωή με ευκαιρίες που δεν τις έχουν όλοι, γυναίκες που φτιάχνουν καλύτερα γλυκίσματα από τις γειτόνισσές τους -άνθρωποι χαρισματικοί, με ξεχωριστά ταλέντα.

Μα υπάρχει και κάτι σ' αυτή τη χώρα σε σχέση προς το οποίο όλοι οι άνθρωποι έχουν γεννηθεί ίσοι -υπάρχει ένας ανθρώπινος θεσμός που κάνει τον φτωχό ίσο με τον Ροκφέλερ, τον ανόητο ίσο με τον Αϊνστάιν και τον αμόρφωτο ίσο με κάθε πρύτανη του πανεπιστημίου. Ο θεσμός αυτός, κύριοι, είναι το δικαστήριο. Μπορεί να είναι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ή το ταπεινότερο ειρηνοδικείο του κράτους ή αυτό εδώ το αξιότιμο δικαστήριο που υπηρετείτε τούτη τη στιγμή. Τα δικαστήριά μας έχουν τις ατέλειές τους, όπως και ο κάθε ανθρώπινος θεσμός, όμως στην πατρίδα μας τα δικαστήρια προσπαθούν να εκδικάζουν αντικειμενικά τις υποθέσεις και για τα δικαστήριά μας όλοι οι άνθρωποι έχουν γεννηθεί ίσοι.

Δεν είμαι τόσο ιδεαλιστής, ώστε να πιστεύω ακράδαντα στην ακεραιότητα του συστήματος των ορκωτών δικαστηρίων -δεν τα βλέπω ως το ιδανικό μου, ως τα μόνα που μπορούν να απονέμουν δικαιοσύνη τα βλέπω".
-----
[...] υπάρχουν στον κόσμο μερικοί άνθρωπο που είναι γεννημένοι για να επωμίζονται όλα τα δύσκολα φορτία που εμείς οι άλλοι αποφεύγουμε".
-----
[...] το να κρατάς όπλο είναι σαν να προκαλείς τον άλλο να σου ρίξει".
-----
Όσο μεγαλώνεις τόσο περισσότερα θα βλέπουν τα μάτια σου. Το μόνο μέρος όπου θα 'πρεπε να βρίσκει ο άνθρωπος ακριβοδίκαιη αντιμετώπιση, οποιοδήποτε χρώμα του ουράνιου τόξου κι αν έχει το κορμί του, είναι το δικαστήριο. Όμως, δυστυχώς, οι ένορκοι έχουν το συνήθειο να κουβαλάνε τις προκαταλήψεις τους και μέσα στα δικαστήρια. Όσο θα μεγαλώνεις, θα βλέπεις λευκούς ν' αδικούν νέγρους κάθε μέρα της ζωής σου, μα θα σου πω κάτι, και να μην το ξεχάσεις ποτέ -όποτε κάνει ένας λευκός αδικία σ' έναν μαύρο, όποιος και να είναι, όσα λεφτά και να 'χει, απ' όσο καλή οικογένεια και να κατάγεται, ο λευκός αυτός είναι ένα χαμένο κορμί".

Ο Άτικους μιλούσε ήσυχα, αλλά οι δυο τελευταίες λέξεις του ήχησαν βροντερά στ' αυτιά μας. Σήκωσα το κεφάλι και τον είδα να έχει μια έκφραση παθιασμένη. "Για μένα, δεν υπάρχει τίποτα πιο αισχρό από έναν αχρείο λευκό που κοιτάζει να εκμεταλλευτεί την αμορφωσιά των μαύρων. Ας μην κοροϊδευόμαστε -τα όσα γίνονται συσσωρεύονται ολοένα και κάποια μέρα θα τα πληρώσουμε όλα μαζί. Ελπίζω μόνο να μη γίνει αυτό στις μέρες των παιδιών σας".
-----
"Αν υπάρχει ένα μόνο είδος ανθρώπων, γιατί δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους; Αν είναι ίσοι όλοι, γιατί δε χωνεύουν ο ένας τον άλλο; Σκάουτ, νομίζω ότι αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι. Θαρρώ ότι αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί έμεινε ο Μπου Ράντλεϊ κλεισμένος σπίτι του τόσο καιρό... Είναι επειδή θέλει να κάθεται μέσα".
-----
Μου φαινόταν ότι οι γυναίκες σαν να ζούσαν κάπως με το φόβο των αντρών, σαν να μην τους πολυαποδέχονταν κι ούτε να τους ενέκριναν. Όμως εμένα μ' άρεσαν οι άντρες. Όσο και να 'βριζαν και να 'πιναν και να χαρτόπαιζαν και να μύριζαν καπνό, όσο αγροίκοι και να 'ταν, είχαν κάτι που ενστικτωδώς μου άρεσε... Δεν ήταν...

"Υποκριτές, κυρία Πέρκινς, τρομερά υποκριτές", έλεγε η κυρία Μεριγουέδερ.
-----
"Δεν μπορώ να πω ότι τα εγκρίνω όλα όσα κάνει, Μόντι, μα είναι αδερφός μου και θέλω απλώς να μάθω πότε θα τελειώσει τούτη η ιστορία, αν είναι να τελειώσει ποτέ". Η φωνή της δυνάμωσε: "Τον έχει διαλύσει. Δεν το πολυδείχνει, αλλά τον έχει διαλύσει. Τον έχω δει να... Τι άλλο θέλουν απ' αυτόν, Μόντι, τι άλλο θέλουν;"

"Τι θέλει ποιος, Αλεξάνδρα;" ρώτησε η δεσποινίς Μόντι.

"Ποιος; Το Μέικομπ. Όλοι εδώ πέρα· τον αφήνουν μετά χαράς μα φορτώνεται μονάχος του ό,τι φοβούνται οι ίδιοι να επωμισθούν, μήπως και χαλάσουν τη βολή τους. Τον αφήνουν να καταστρέφει την υγεία του κι εκείνοι το μόνο που κάνουν είναι να κρατάνε απέξω την ουρίτσα τους".

"Πάψε, θα σ' ακούσουν", είπε η δεσποινίς Μόντι. "Το σκέφτηκες ποτέ αλλιώς, Αλεξάνδρα; Είτε το ξέρει το Μέικομπ είτε όχι, τον σεβόμαστε περισσότερο από κάθε άλλον. Τον εμπιστευόμαστε ότι θα κάνει το σωστό".

"Ποιοι;" Η θεία Αλεξάνδρα δε θα το φανταζόταν ποτέ πως επαναλάμβανε ένα ερώτημα που το είχε θέσει επί λέξει και ο δωδεκάχρονος ανιψιός της.

"Οι μετρημένοι στα δάχτυλα κάτοικοι του Μέικομπ που πιστεύουν πως το δίκαιο δεν γράφει πάνω Μόνο Για Λευκούς· οι μετρημένοι στα δάχτυλα κάτοικοι του Μέικομπ που πιστεύουν πως η απονομή της δικαιοσύνης είναι για όλους, όχι μονάχα για μας. Οι μετρημένοι στα δάχτυλα κάτοικοι του Μέικομπ που έχουν την ταπεινοφροσύνη να σκέφτονται όποτε βλέπουν ένα νέγρο: "Θα μπορούσα να 'μαι εγώ στη θέση του"". Η φωνή της δεσποινίδας Μόντι ξανάπαιρνε το γνώριμο, κοφτό της τόνο. "Οι μετρημένοι στα δάχτυλα κάτοικοι του Μέικομπ που βαστάνε από σόι -αυτοί!"
-----
Η θεία Αλεξάνδρα με κοίταξε από την άλλη άκρη του δωματίου και μου χαμογέλασε. Μου έδειξε με τα μάτια ένα δίσκο με μπισκότα πάνω στο τραπέζι και μου έκανε κρυφά νόημα. Πήρα με προσοχή το δίσκο στα χέρια και πλησίασα την κυρία Μεριγουέδερ. Με το πιο ευγενικό μου ύφος, τη ρώτησα αν ήθελε κανένα μπισκοτάκι. Στο τέλος τέλος, αν μπορούσε η θεία να σταθεί σαν κυρία μια τέτοια στιγμή, το ίδιο μπορούσα κι εγώ.
-----
Ο Άτικους είχε χρησιμοποιήσει ό,τι όπλο είχε και δεν είχε στα χέρια του, μέσα στα πλαίσια του ελεύθερου πολιτεύματός μας, για να σώσει τον Τομ Ρόμπινσον, όμως στα κρυφά δικαστήρια της ανθρώπινης καρδιάς δεν υπήρχε θέμα εκδίκασης. Ο Τομ ήταν ξεγραμμένος από τη στιγμή που είχε ανοίξει η Μαγιέλα Γιούελ το στόμα της κι είχε βάλει τις φωνές.
-----
Ένας μανιακός από τη μια και εκατομμύρια Γερμανοί από την άλλη. Εγώ το 'βλεπα πως θα ήταν πολύ απλό να πιάσουν οι πολλοί τον Χίτλερ και να τον κλείσουν μέσα, αντί να τον αφήνουν να τους μαντρώνει εκείνους. Κάτι άλλο θα συνέβαινε -θα ρωτούσα τον πατέρα μου να μου πει.

Τον ρώτησα και μου αποκρίθηκε πως δεν μπορούσε να μου απαντήσει γιατί δεν την ήξερε την απάντηση.

"Σύμφωνοι, αλλά τον Χίτλερ κάνει να τον μισούμε;"

"Όχι, κανέναν δεν κάνει να μισούμε".

"Άτικους", του είπα, "ειλικρινά, δεν το καταλαβαίνω. Η δεσποινίς Γκέιτς μας έδωσε να καταλάβουμε με τον τρόπο της πως αυτά που κάνει ο Χίτλερ είναι τρομερά".

"Και με το δίκιο της η γυναίκα".

"Ναι, όμως..."

"Τι;"

"Τίποτα". Τον άφησα κι έφυγα. Δεν ήμουν διόλου σίγουρη αν θα μπορούσα να του εκφράσω με λόγια το αόριστο αίσθημα που με πλημμύριζε.
-----
"Τζεμ, πώς γίνεται να μισούν τον Χίτλερ κι από την άλλη να 'ναι τόσο κακοί με τους δικούς μας ανθρώπους, εδώ, στον ίδιο μας τον τόπο;..."
-----
Ο άνθρωπος το συνηθίζει να έχει αντιδράσεις της καθημερινότητας ακόμα και κάτω από τις πιο παράξενες συνθήκες.
-----
Εκεί που γύριζα στο σπίτι, έκανα τη σκέψη: ο Τζεμ κι εγώ θα μεγαλώναμε, όμως δε μας είχαν μείνει και πολλά να μάθουμε, πέρα ίσως από την άλγεβρα.
-----
"Και τον κυνηγούσαν και δεν μπορούσαν ποτέ να τον πιάσουν, γιατί δεν τον ήξεραν στην όψη και, Άτικους, όταν τον γνώρισαν τελικά και τον είδαν πώς ήταν, φάνηκε πως δεν τους είχε κάνει τίποτε απ' όλ΄αυτά που νόμιζαν... Τίποτα δεν είχε κάνει, Άτικους, ήταν καλός..."

Ο Άτικους με σκέπαζε χαμογελώντας μου.

"Οι πιο πολλοί άνθρωποι καλοί αποδεικνύονται, Σκάουτ -όταν τελικά τους γνωρίζεις και τους βλέπεις πώς είναι".


Harper Lee, Όταν Σκοτώνουν Τα Κοτσύφια, μετάφραση Βικτωρίας Τράπαλη, εκδόσεις Bell, 2018? (πρώτη έκδοση 1960)

* Φωτογραφία από εδώ

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXIX: F. Scott Fitzgerald

Ξεφυλλίζοντας κάποιο από τα πρόσφατα ένθετα του Σαββατοκύριακου κάποιας αγγλόφωνης εφημερίδας -ο Guardian να ΄τανε; Μήπως οι New York Times; Αδυνατώ να εντοπίσω το pdf στο αρχείο μου...- έπεσα πάνω σε μια λίστα με τα 40 σημαντικότερα μυθιστορήματα στην αγγλική, από την έκδοση του Οδυσσέα του Joyce (1922) και δώθε. Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ ήταν στην κορυφή.

Είχα ούτως ή άλλως ακούσει και διαβάσει πολλά για το έργο αυτό, θετικά και αρνητικά, και το είχα στα υπόψη -κι άλλωστε έχω πάντα το άγχος ότι δεν έχω διαβάσει τίποτα από τη λεγόμενη "κλασική" λογοτεχνία. Όταν χρειάστηκα κάτι να με βοηθήσει κατά τις μακρές ώρες που πέρναγα στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, δίπλα στη μητέρα μου, το αναζήτησα και το ξεκίνησα.

Ως... αδιάβαστος, δεν μπορώ να πω αν Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ όντως αξίζει την κορυφή της προαναφερθείσας λίστας, πάντως το ότι έχει πάντα μια θέση σε αντίστοιχες καταγραφές σίγουρα δεν είναι τυχαίο, και νομίζω κατάλαβα γιατί. Ο Fitzgerald είχε έναν τρόπο να μεταφέρει πολύ γλαφυρά τον ηδονισμό της τρυφηλής ζωής που ζούσε εκείνη την εποχή, βλέποντας όμως ταυτόχρονα τη ματαιότητα όλης αυτής της κατάστασης. Κάποιες μόνο από τις εξαιρετικά διαυγείς και ταυτόχρονα ποιητικές περιγραφές του έχω "σώσει" παρακάτω.

Κλείνοντας, η έκδοση που αγόρασα (Άγρα) έχει μια πολύ καλή μετάφραση από τον Άρη Μπερλή, καθώς και δύο σημειώματα του ιδίου (εισαγωγή και εκτενές βιογραφικό του συγγραφέα) που βοηθούν τον αναγνώστη να τοποθετήσει το έργο στην εποχή που το γέννησε.
"Όποτε είσαι έτοιμος να κατακρίνεις κάποιον, να θυμάσαι ότι δεν είχαν όλοι τα δικά σου πλεονεκτήματα."
-----
[...] η αίσθηση της ευπρέπειας μοιράζεται άνισα στους ανθρώπους κατά τη γέννησή του.
-----
[...] τη ζωή τη βλέπεις καλύτερα όταν τη βλέπεις σφαιρικά.
-----
Γύρισα τα μάτια στην ξαδέλφη μου, που άρχισε να με ρωτάει διάφορα με τη χαμηλή, συναρπαστική φωνής της. Ήταν το είδος της φωνής που το αφτί την ακολουθεί στις διακυμάνσεις της, σαν οι προτάσεις να είναι σειρές από νότες που δεν θα ξαναπαιχτούν ποτέ. Το πρόσωπό της, λυπημένο και όμορφο, είχε πάνω του πράγματα φωτεινά, φωτεινά μάτια και φωτεινό φλογερό στόμα, αλλά υπήρχε μια έξαψη στη φωνή της που δεν ήταν εύκολο στους άντρες να την ξεχάσουν· μια μελωδική παρόρμηση, ένα ψιθυριστό "Άκου", μια διαβεβαίωση ότι μόλις είχε κάνει συναρπαστικά πράγματα και ότι εξίσου συναρπαστικά πράγματα αναμένονται από στιγμή σε στιγμή.
-----
Για μια στιγμή οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου έπεσαν με ρομαντική τρυφερότητα πάνω στο λαμπερό πρόσωπό της· η φωνή της με έκανε να γείρω μπροστά και να την ακούω με κομμένη την ανάσα - ύστερα η λάμψη έσβησε, καθώς οι αχτίδες την εγκατέλειπαν μία μία με λύπη, σαν παιδιά που παρατούν το παιχνίδι τους σε έναν όμορφο δρόμο το σούρουπο.
-----
"Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα που είχε γεννηθεί και ο Τομ βρισκόταν Κύριος οίδε πού. Ξύπνησα από τον αιθέρα με μια αίσθηση πλήρους εγκατάλειψης και ρώτησα αμέσως τη νοσοκόμα αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Μου είπε ότι είναι κορίτσι κι εγώ γύρισα από την άλλη μεριά το κεφάλι μου και έκλαψα. "Εντάξει", είπα, "χαίρομαι που είναι κορίτσι και ελπίζω να γίνει χαζή - αυτό είναι το καλύτερο για ένα κορίτσι σε αυτόν τον κόσμο, μια όμορφη χαζούλα"".
-----
Ήθελα να βγω έξω και να περπατήσω προς τα ανατολικά, στο πάρκο, απολαμβάνοντας το απαλό σούρουπο, αλλά όποτε έκανα να σηκωθώ, μπλεκόμουν σε ένα θυελλώδες και θορυβώδες επιχείρημα το οποίο με έδενε, σαν με σχοινιά, στην καρέκλα μου. Κι ωστόσο, πάνω από την πόλη, τα κίτρινα παράθυρά μας θα πρέπει να είχαν συμβάλει στη μυστικότητα της ιδιωτικής ζωής των ανθρώπων που παρατηρούσε ο περιπατητής στους μουχρωμένους δρόμους και κοίταζε ψηλά κι αναρωτιόταν. Ήμουν και μέσα και έξω, η ανεξάντλητη ποικιλία της ζωής με γοήτευε και ταυτόχρονα με απωθούσε.
-----
Χαμογέλασε με κατανόηση - κάτι περισσότερο από κατανόηση. Ήταν ένα από εκείνα τα σπάνια χαμόγελα που έχουν μια χροιά παντοτινής διαβεβαίωσης, ένα χαμόγελο που το συναντάς τέσσερις-πέντε φορές στη ζωή σου. Αντίκριζε -ή φαινόταν να αντικρίζει- ολόκληρο τον αιώνιο κόσμο για μια στιγμή, κι έπειτα εστιαζόταν πάνω σου δείχνοντας για σένα μια ακαταμάχητη εύνοια. Σε καταλάβαινε τόσο όσο ήθελες να σε καταλάβουν, πίστευε σε σένα όσο εσύ θα ήθελες να πιστεύεις στον εαυτό σου, και σε διαβεβαίωνε ότι είχε σχηματίσει για σένα ακριβώς την εντύπωση που εσύ έλπιζες να δώσεις.
-----
Άρχισε να μου αρέσει η Νέα Υόρκη, η τολμηρή, ριψοκίνδυνη νυχτερινή της ατμόσφαιρα, η ικανοποίηση που δίνουν στο αεικίνητο μάτι η αέναη κίνηση αντρών, γυναικών και μηχανών. Μου άρεσε να ανεβαίνω την Πέμπτη Λεωφόρο, να ξεχωρίζω ρομαντικές γυναίκες στο πλήθος και να φαντάζομαι ότι σε δυο λεπτά θα μπω στη ζωή τους και κανείς δεν θα το μάθει ποτέ, κανείς δεν θα το αποδοκιμάσει. Μερικές φορές, στη φαντασία μου, τις ακολουθούσα ως την κατοικία τους σε γωνιές ασύχναστων δρόμων, κι εκείνες γύριζαν και μου χαμογελούσαν, προτού χαθούν μέσα από μια πόρτα στο ζεστό σκοτάδι. Στο μαγεμένο λυκόφως της μεγαλούπολης ένιωθα κάποτε μια έμμονη μοναξιά· την ένιωθα και σε άλλους - σε φτωχούς νεαρούς υπαλλήλους που χάζευαν τις βιτρίνες ωσότου έρθει η ώρα να δειπνήσουν σε ένα μοναχικό εστιατόριο - σε νεαρούς υπαλλήλους το σούρουπο, που σπαταλούν τις δριμύτερες στιγμές της νύχτας και της ζωής.
-----
[...] οι περισσότερες προσποιήσεις κρύβουν τελικά κάτι, αν και όχι στην αρχή [...].
-----
Η ανεντιμότητα σε μια γυναίκα δεν είναι βαρύ παράπτωμα [...].
-----
"Χρειάζονται δύο για να γίνει δυστύχημα".
-----
Ο καθένας μας υποψιάζεται ότι διαθέτει τουλάχιστον μία θεμελιώδη αρετή. Η δική μου είναι η εξής: Είμαι ένας από τους ελάχιστους έντιμους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου.
-----
Είναι μεγάλο πλεονέκτημα να μην πίνεις όταν η παρέα σου είναι γερά ποτήρια. Μπορείς να κρατάς τη γλώσσα σου και, συνάμα, μπορείς να κανονίσεις τις μικροαταξίες σου έτσι ώστε οι άλλοι να είναι τόσο τύφλα που να μη βλέπουν ή να μην ενδιαφέρονται.
-----
"Υπάρχουν μόνο οι κυνηγημένοι, οι κυνηγοί, οι πολυάσχολοι και οι κουρασμένοι".
-----
Οι Αμερικανοί, ενώ δεν έχουν καμία αντίρρηση να είναι σκλάβοι, δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να είναι χωριάτες.
-----
Δεν υπάρχει φωτιά ή παγωνιά που μπορεί να αντιμετρηθεί με αυτό που φωλιάζει στην άγρια καρδιά ενός άντρα.
-----
Είναι λυπηρό πάντα να κοιτάζεις με νέα μάτια πράγματα στα οποία έχεις εξαντλήσει τις προσαρμοστικές σου δυνάμεις.
Ήσαν ακόμη κάτω από τη δαμασκηνιά και τα πρόσωπά τους σχεδόν αγγίζονταν με μόνο μια λεπτή, χλομή φεγγαραχτίδα ανάμεσά τους. Φαντάστηκα ότι όλο το βράδυ έσκυβε σιγά σιγά προς το κεφάλι της για να φτάσει σε αυτή τη μηδενική απόσταση και, ενώ τους παρατηρούσα, τον είδα να ολοκληρώνει το τελευταίο χιλιοστό και να τη φιλάει στο μάγουλο.
-----
Το Ουέστ Εγκ, αυτή την πρωτόφαντη "περιοχή" την οποία δημιούργησε το Μπρόντγουεϋ από ένα ψαροχώρι του Λονγκ Άιλαντ, το έβρισκε φρικτό - απεχθανόταν αυτή την ωμή ζωτικότητα που ασφυκτιούσε κάτω από τους παλιούς ευφημισμούς, αυτό το αναπόδραστο πεπρωμένο που οδηγούσε σαν κοπάδι τους κατοίκους του, δείχνοντάς τους πώς να κόψουν δρόμο από το τίποτα στο τίποτα. Έβλεπε κάτι απαίσιο στην ίδια την απλότητα που δεν μπορούσε να καταλάβει.
-----
Η Νταίζυ άρχισε να τραγουδάει συνοδεύοντας τη μουσική με ένα βραχνό, ρυθμικό μουρμούρισμα, αναδεικνύοντας σε κάθε λέξη ένα νόημα που ποτέ δεν είχε και ποτέ ξανά δεν θα 'χει. Όταν η μελωδία δυνάμωσε, η φωνή της έσπασε γλυκά, ακολουθώντας τη με τον τρόπο που έχουν οι φωνές κοντράλτο, και κάθε αλλαγή απελευθέρωνε λίγη από τη ζεστή ανθρώπινη μαγεία της στον αέρα.
-----
"Της ζητάς πολλά" είπα. "Δεν μπορείς να επαναλάβεις το παρελθόν".

"Τι έκανε λέει;" φώναξε σαν να μην πίστευε στ' αυτιά του. "Και βέβαια μπορείς!"

Κοίταξε γύρω του με άγριο μάτι, σαν να καραδοκούσε εκεί το παρελθόν, στη σκιά του σπιτιού του - έτσι να 'κανε θα το έπιανε.

"Θα τα φτιάξω όλα όπως ήταν πριν" είπε, κουνώντας αποφασιστικά το κεφάλι του. "Θα δει".

Μιλούσε συνέχεια για το παρελθόν και κατάλαβα ότι ήθελε να ανακτήσει κάτι, κάποια εικόνα για τον εαυτό του ίσως, που εξηγούσε τον έρωτά του για την Νταίζυ. Από τότε η ζωή του ήταν σε σύγχυση και ταραχή, αλλά αν μπορούσε να γυρίσει στην αφετηρία και από εκεί να προχωρήσει αργά, θα μπορούσε να βρει τι ήταν αυτό...

...Μια φθινοπωρινή βραδιά, πριν από πέντε χρόνια, περπατούσαν στον δρόμο με τα φύλλα που έπεφταν και βρέθηκαν σε ένα μέρος όπου δεν υπήρχαν δέντρα και το πεζοδρόμιο ήταν λευκό από το σεληνόφως. Σταμάτησαν εκεί και γύρισαν ο ένας προς τον άλλο. Η νύχτα ήταν ψυχρούτσικη και είχε εκείνη τη μυστηριώδη αναστάτωση που εμφανίζεται στις δύο αλλαγές του χρόνου. Τα γαλήνια φώτα των σπιτιών βούιζαν στο σκοτάδι και ψηλά ανάμεσα στ' αστέρια επικρατούσε σάλος και αντάρα. Με την άκρη του ματιού του ο Γκάτσμπυ είδε πως τα μπλόκια του πεζοδρομίου σχημάτιζαν βαθμίδες που οδηγούσαν σε ένα μυστικό μέρος πάνω από τα δέντρα - θα μπορούσε να σκαρφαλώσει εκεί, αν σκαρφάλωνε μόνος του, και εκεί να θηλάσει τη θηλή της ζωής, να ρουφήσει το ασύγκριτο γάλα του θαύματος.
-----
"Η φωνή της έχει μια αναίδεια" είπα. "Είναι γεμάτη - " Δίστασα.

"Η φωνή της είναι γεμάτη λεφτά" είπε απότομα.

Ναι, αυτό ήταν. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι τότε. Ήταν γεμάτη λεφτά - αυτή ήταν η ανεξάντλητη γοητεία της κυματιστής φωνής της, αυτό το ανεβοκατέβασμα, το κουδούνισμα... Ψηλά σε ένα λευκό παλάτι, η θυγατέρα του βασιλιά, το χρυσό κορίτσι...
-----
[...] σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει τόσο βαθιά διαφορά μεταξύ των αντρών, ως προς τη φυλή ή την ευφυΐα, όσο μεταξύ του άρρωστου και του υγιούς. Ο Ουίλσον ήταν τόσο άρρωστος που έμοιαζε ένοχος, ασυγχώρητα ένοχος - σαν να είχε γκαστρώσει ένα φτωχό κορίτσι.
-----
Δεν υπάρχει σύγχυση μεγαλύτερη από τη σύγχυση ανθρώπου αφελούς [...].
-----
"Μου αρέσει η Νέα Υόρκη τα απογεύματα το καλοκαίρι όταν λείπουν όλοι. Έχει κάτι το αισθησιακό - κάτι το υπερώριμο, σαν να είναι να πέσουν στα χέρια σου κάθε είδους παράξενα φρούτα".
-----
[...] ο Γκάτσμπυ μιλούσε τώρα με έξαψη στην Νταίζυ, αρνούμενος τα πάντα, υπεραμυνόμενος της υπόληψής του έναντι κατηγοριών που δεν είχαν καν διατυπωθεί. Αλλά με κάθε του λέξη εκείνη κλεινόταν όλο και πιο πολύ στον εαυτό της και τελικά εκείνος τα παράτησε, και μόνο το νεκρό όνειρο συνέχισε να μάχεται καθώς το απόγευμα έσβηνε σιγά σιγά, προσπαθώντας να αγγίξει αυτό που δεν ήταν πια απτό, παλεύοντας να φτάσει, χωρίς χαρά, χωρίς απόγνωση, εκείνη τη χαμένη φωνή στην άλλη άκρη του δωματίου.
-----
Τριάντα - η υπόσχεση μιας δεκαετίας μοναξιάς, όλο και λιγότεροι εργένηδες στον κύκλο των γνωριμιών σου, όλο και πιο αραιοί οι ενθουσιασμοί, όλο και πιο αραιά μαλλιά. Αλλά δίπλα μου ήταν η Τζόρνταν, που ήταν σοφότερη από την Νταίζυ και δεν κουβαλούσε ξεχασμένα όνειρα από τη μια ηλικία στην άλλη. Καθώς περνούσαμε από τη σκοτεινή γέφυρα, το ωχρό πρόσωπό της έγειρε νωχελικά στον ώμο του σακακιού μου και ο φοβερός χτύπος των τριάντα έσβησε με το καθησυχαστικό σφίξιμο του χεριού της.

Κι έτσι τρέχαμε προς τον θάνατο στη δροσιά του σούρουπου.
-----
[...] συνειδητοποίησε πόσο τα πλούτη φυλακίζουν και διαφυλάσσουν τα νιάτα και το μυστήριο, και ένιωσε τη δροσιά των πολλών φορεμάτων, και την Νταίζυ να λάμπει σαν το ασήμι, ασφαλής και υπερήφανη πάνω από τους τραχείς αγώνες των φτωχών.
-----
"Για ποιο λόγο να κάνω μεγάλα πράγματα όταν μπορούσα να περνάω καλύτερα λέγοντάς της τι θα κάνω;"
-----
"Ας μάθουμε να δείχνουμε τη φιλία μας σε έναν άνθρωπο όσο είναι ζωντανός, όχι όταν έχει πεθάνει" είπε. "Από κει και πέρα κανόνας μου είναι μην επεμβαίνεις - άσε τα πράγματα όπως είναι".
-----
Οι περισσότερες από τις μεγάλες παραθαλάσσιες επαύλεις ήταν τώρα κλειστές και δεν έβλεπες φώτα παρά μόνο το θαμπό, κινούμενο φως ενός φέρρυμποουτ στο Σάουντ. Και καθώς το φεγγάρι ανέβηκε ψηλότερα, τα ασήμαντα σπίτια άρχισαν να σβήνουν, ωσότου τελικά έφτιαξα την εικόνα του παλιού νησιού που άνοιξε εδώ κάποτε σαν λουλούδι στα μάτια των Ολλανδών ναυτικών - ένας δροσερός, πράσινος κόρφος του Νέου Κόσμου. Τα χαμένα του δέντρα, τα δέντρα που παραμέρισαν για το σπίτι του Γκάτσμπυ, κάποτε υπέθαλψαν με ψιθύρους το τελευταίο και μεγαλύτερο απ' όλα τα ανθρώπινα όνειρα· για μια φευγαλέα μαγεμένη στιγμή ο άνθρωπος θα πρέπει να κράτησε την ανάσα του μπροστά σε αυτή την ήπειρο, και να εξαναγκάστηκε σε μια αισθητική θεώρηση την οποία ούτε καταλάβαινε ούτε ήθελε, αντιμέτωπος για τελευταία φορά στην ιστορία με κάτι που μπορούσε να του προκαλέσει δέος.
-----
Ο Γκάτσμπυ πίστευε στο πράσινο, στο οργασμικό μέλλον που χρόνο με τον χρόνο ξεμακραίνει από μας. Μάς ξέφυγε τότε, αλλά αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία - αύριο θα τρέξουμε πιο γρήγορα, θα απλώσουμε πιο μακριά τα χέρια μας. Και ένα ωραίο πρωινό -

Κι έτσι συνεχίζουμε, βάρκες ενάντια στο ρεύμα, που ακατάπαυστα μάς ρίχνει πίσω στο παρελθόν. -

F. Scott Fitzgerald, Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ, μετάφραση Άρη Μπερλή, εκδόσεις Άγρα, 2012 (πρώτη έκδοση 1925)

* Φωτογραφία από εδώ

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

Συνέντευξη με τον Φοίβο Δεληβοριά (II)

Πάντα απολαμβάνω τις συζητήσεις μου με τον Φοίβο Δεληβοριά. Το ήξερα ότι θα είναι έτσι, πριν ακόμα τον γνωρίσω από κοντά, τον Γενάρη του 2011. Εκείνη η πρώτη συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο e-orfeas.gr, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια στο διαδίκτυο. Ακολούθησαν κάμποσες ιδιωτικές συνομιλίες μας, κι ένα άρθρο που γράφτηκε με τη στενή συνεργασία του, ώσπου φτάσαμε στη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε σήμερα στο mic.gr.

Τον συνάντησα στο στούντιο Zero Gravity, έναν χώρο όπου, μια φορά κι έναν καιρό, έκανα κι εγώ πρόβα με τη μπάντα μου. Τον βομβάρδιζα με ερωτήσεις επί 1 ώρα και 22 λεπτά, και το αρχικό κείμενο της απομαγνητοφώνησης ξεπέρασε τις 10.000 λέξεις. Αυτό που θα διαβάσετε είναι μια πολύ συντομευμένη εκδοχή, μικρότερο απ' το μισό του αρχικού. Δεν ήθελα να κόψω τίποτα, αλλά δεν θα το διάβαζε και κανείς.

Χρειάστηκε παραπάνω από μία εβδομάδα για να γίνει η δημοσίευση, και αυτό το διάστημα έζησα απίστευτα όμορφες, αλλά και απίστευτα δύσκολες στιγμές. Ξεκίνησα να πληκτρολογώ ένα πρωί στα Άνω Ιλίσια, όλοι στο σπίτι να κοιμούνται, την ημέρα που βαφτίστηκε, μέσα σε οικογενειακή και φιλική συγκίνηση, ο ανιψιός μου. Τελείωσα ξημερώματα, στο ημίφως του θαλάμου 37 του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης, άυπνος για μέρες, με το λάπτοπ ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι.

Στον δικό μου ιδανικό κόσμο, θα έκανα συνέχεια παρέα με τον Φοίβο Δεληβοριά -και με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, και με τον Διονύση Σαββόπουλο... Όχι για να του λέω τι να κάνει και να τον ζαλίζω με τα δικά μου, αλλά για να μπορώ να κάνω βουτιές στο μυαλό και στη σκέψη του. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι και μόνο που έχω τα τραγούδια του, αρκεί για να πλουτίσει η ζωή και η συχνά βάναυση καθημερινότητα.

Όχι ότι θα πάψω ποτέ να ελπίζω και σε μια επόμενη φορά...

* Φωτογραφία: Δημήτρης Μακρής

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

Υπογραμμίσεις XXXVIII: Stephen King (ΧΙΙΙ)

Το αγόρασα στο βιβλιοπωλείο Αρκτούρος, από όπου είχα αγοράσει και το πρώτο μου βιβλίο του King -αν και τότε, πριν 20 χρόνια, το μαγαζί του Γιάννη και του Γιώργου στεγαζόταν αλλού. Το ξεκίνησα στη Σπάρτη, και συνέχισα να το διαβάζω στην Παλαιά Επίδαυρο, στα Λευκάκια Ναυπλίου, και στο Αρχοντικό Αβίας στη Μεσσηνία, ώσπου το ολοκλήρωσα με την επιστροφή στο σπίτι. Όπου κι αν βρισκόμουν, όμως, κάθε που το έπιανα στα χέρια μου μεταφερόμουν μεμιάς στον ξενώνα του σπιτιού της Άνι Γουίλκς, κάπου στα βουνά του Κολοράντο. Κι ένιωθα την απελπισία του Πολ Σέλντον, και την πάλη του με τις πληγές του, με την εξάρτηση, και με τη συγγραφή ενός ακόμα μυθιστορήματος από εκείνα που πάντα μισούσε να γράφει.

Την ομώνυμη ταινία του Rob Reiner την (ψευτο)είδα κάποτε, και εξαιτίας αυτού δίσταζα να πιάσω το βιβλίο, θεωρώντας ότι δεν θα είχε πολλά να μου αποκαλύψει. Κούνια που με κούναγε... Το Μίζερι είναι αριστούργημα, κι αυτό το καταλαβαίνεις από πολύ νωρίς στην πορεία της ανάγνωσης. Ειδικά το πρώτο μισό είναι τόσο πυκνό και καλογραμμένο, που θες συνέχεια να επανέρχεσαι εκεί, στο μικρό δωμάτιο, κι ας ξέρεις ότι η παράνοια παραμονεύει κάθε στιγμή.

Παρότι δεν έχω διαβάσει ούτε καν τα μισά από τα έργα του King ώστε να έχω σαφή εικόνα, ένιωσα πως το Μίζερι είναι ένα από τα πλέον αυτοβιογραφικά, φιλοσοφημένα και βαθιά συμβολικά πονήματά του. Κάτι τέτοιο αντικατοπτρίζεται από τον διπλής ανάγνωσης τίτλο πρώτα πρώτα, αλλά γίνεται γρήγορα αντιληπτό και μέσα από την πλοκή. Θίγονται, λοιπόν, μέσω αυτής θέματα που έχουν να κάνουν με την εξάρτηση και την ανημπόρια (ήταν εξαρτημένος από την κοκαΐνη όταν το έγραφε), ζητήματα που αφορούν στη σχέση του συγγραφέα με το αναγνωστικό κοινό και με τους εκδότες, ενώ γίνονται βαθιές βουτιές και στο τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας, στα "τι", στα "πώς" και στα "γιατί" της "δουλειάς", σε μια παράλληλη πτέρυγα του βιβλίου που μοιάζει να αποτελεί προάγγελο του επίσης εξαιρετικού Περί Συγγραφής (2000, πρώτη ελληνική έκδοση 2006 από την Bell). Ας σημειωθούν, τέλος, και οι νύξεις περί υψηλής και... χαμηλής τέχνης και περί κριτικών -εκείνη την εποχή ο King είχε κατηγοριοποιηθεί ως "συγγραφέας των αεροδρομίων".

Παρότι ο Stephen King είναι ίσως ο αγαπημένος μου συγγραφέας, παρότι απόλαυσα κάθε έργο του που έπιασα στα χέρια μου, δεν βρήκα πάντα στα βιβλία του τον πλούτο που συνάντησα στο Μίζερι. Τα πραγματικά σπουδαία πράγματα σπανίζουν, ούτως ή άλλως. 

"Οι κτηνώδεις καιροί απαιτούν κτηνώδεις λέξεις [...]."
-----
Το χειρότερο, όπως ανακάλυπτε, ήταν ότι δεν ήθελε να το σκέφτεται ούτε όταν μπορούσε, έστω κι αν ήξερε ότι, δίχως σκέψη, δεν γινόταν να δώσει τέλος σ' αυτή την κατάσταση. Το μυαλό του επέμενε να το απωθεί, σαν παιδί που σπρώχνει μακριά το φαγητό του, μόλο που του έχουν πει ότι δεν θα σηκωθεί από το τραπέζι προτού το φάει.
-----
Ο Πολ ξάπλωσε και σκέπασε τα μάτια με το μπράτσο του, προσπαθώντας να συντηρήσει την οργή του, επειδή τον έκανε να νιώθει γενναίος. Ένας γενναίος άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί. Ένας δειλός όχι.
-----
Θυμήθηκε τα μαυρισμένα φύλλα που αιωρούνταν στο δωμάτιο, τις φλόγες, τους ήχους, τη μυρωδιά της καταστροφής. Έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να διώξει αυτές τις εικόνες από τον νου του· η ζωηρή φαντασία δεν είναι πάντα προσόν.
-----
"Αν το καλοσκεφτείς, ουσιαστικά δεν υπάρχει αντίκα-γραφομηχανή. Μια καλή γραφομηχανή είναι αθάνατη. Αυτά τα παλιά επαγγελματικά εργαλεία είναι σκυλιά!"
-----
Ο Πολ ανακάλυπτε σιγά σιγά ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μπορεί να είναι απλώς ένστικτο, αλλά δημιουργεί ορισμένες πραγματικά εκπληκτικές, σχεδόν ανακλαστικές ικανότητες κατανόησης των διαθέσεων του άλλου. Με τον καιρό τσάκωνε τον εαυτό του εναρμονισμένο με τις διαθέσεις της, με τους κύκλους της· άκουγε το ακανόνιστο τικ τακ του μηχανισμού της, σαν να είχε κοντά του ένα χαλασμένο ρολόι.
-----
Η κολακεία έρχεται εύκολα, αρκεί να της πάρεις τον αέρα.
-----
Διαπίστωσε ότι η Άνι δεν τον πρόσεχε. Ήταν η δεύτερη φορά που δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για τα τερτίπια του επαγγέλματος, τα οποία μάγευαν τις τάξεις των επίδοξων συγγραφέων. Ο Πολ απέδωσε την αδιαφορία της σε απλοϊκότητα. Η Άνι Γουίλκς ήταν το ιδανικό κοινό, μια γυναίκα που λάτρευε τις ιστορίες χωρίς να δίνει πεντάρα για τους μηχανισμούς παραγωγής τους. Ήταν η ενσάρκωση του βικτοριανού αρχέτυπου, του Πιστού Αναγνώστη. Δεν ήθελε να ακούει για συμφραστικούς πίνακες και ευρετήρια, καθότι η Μίζερι και τα πρόσωπα που την περιστοίχιζαν ήταν για κείνη απολύτως αληθινά.
-----
[...] απ' όλα τα δεινά που του προξένησε η Άνι, η μοιρολατρία ήταν ασφαλώς το χειρότερο σύμπτωμα· τον είχε μετατρέψει σε πονεμένο ζώο, δίχως ηθικές επιλογές.
-----
[...] πιο εύκολο είναι να δίνεις συμβουλές παρά να παίρνεις.
-----
Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, το πρόσωπό του πήρε το ύφος της ειλικρινούς προσοχής που έπαιρνε πάντα όταν του μιλούσαν οι εκδότες. Ο ίδιος την αποκαλούσε "έκφραση εξυπηρετικού υπαλλήλου εμπορικού καταστήματος". Κι αυτό επειδή οι περισσότεροι εκδότες έμοιαζαν με τις γυναίκες που πηγαίνουν το αυτοκίνητό τους στο συνεργείο και λένε στον μηχανικό να διορθώσει τον θόρυβο που ακούγεται κάτω από το καπό ή στο ταμπλό και να το έχει έτοιμο σ' ένα λεπτό. Το γεμάτο ειλικρινή προσοχή στα λόγια του άλλου ύφος τον διευκόλυνε, καθότι οι εκδότες κολακεύονταν, κι όταν οι εκδότες κολακεύονται είναι ευκολότερο να τους πείσεις να παραιτηθούν ως ένα σημείο από τις εξωφρενικές ιδέες τους.
-----
[...] πάντα υπάρχει ένα χρονικό περιθώριο, ένα όριο που άμα το ξεπεράσεις, οφείλεις να εγκαταλείψεις τον κύκλο, πράγμα που γνωρίζουν οι περισσότεροι συγγραφείς. Αν ένα βιβλίο παραμείνει για καιρό μπλοκαρισμένο, αρχίζει να φθίνει, να καταρρέει· αρχίζουν να φαίνονται τα τεχνάσματα και οι ταχυδακτυλουργίες.
-----
Η θλίψη, συλλογίστηκε, είναι σαν τον βράχο στην άκρη του ωκεανού. Όταν κοιμάσαι, η φουσκονεριά τη σκεπάζει και υπάρχει κάποια ανακούφιση. Ο ύπνος μοιάζει με την παλίρροια που σκεπάζει τον βράχο της λύπης. Όταν, ωστόσο, ξυπνάς, τα νερά τραβιούνται και πολύ σύντομα ο βράχος παρουσιάζεται ξανά, καλυμμένος από πεταλίδες, υπαρκτός, αδιαμφισβήτητος, προορισμένος να υπάρχει εκεί για πάντα, ή έστω μέχρι να αποφασίσει ο Θεός να τον εξαφανίσει.
-----
Όμως, κατά βάθος, τίποτα δεν του χαλούσε το κέφι. Θα μπορούσε να του χαλάσει, το ήξερε, αλλά, παρά τη διαβόητη ευαισθησία της τέχνης της δημιουργίας, παρέμενε πάντα το μοναδικό ανθεκτικό, το πιο πιστό σημείο αναφοράς της ζωής του· τίποτα δεν κατάφερε ποτέ να μολύνει αυτό το τρελό πηγάδι των ονείρων: ούτε το ποτό, ούτε τα ναρκωτικά, ούτε ο πόνος. Έτρεξε τώρα προς το πηγάδι σαν διψασμένο ζώο που βρίσκει έναν λάκκο με νερό κατά το σούρουπο και ήπιε, πράγμα που σημαίνει ότι βρήκε την τρύπα στο χαρτί κι έπεσε μέσα με ευγνωμοσύνη.
[...] η αβεβαιότητα ήξερε ότι ήταν μια άχαρη γωνιά στο πουργκατόριο, προορισμένη για συγγραφείς που παίρνουν φόρα δίχως να ξέρουν προς τα πού βαδίζουν.
------
Γύμνωσε τσιτσίδι έναν συγγραφέα, δείξε τις ουλές κι αυτός θα σου διηγηθεί την ιστορία ακόμα και για την πιο μικρή. Από τις μεγάλες ουλές γεννιούνται μυθιστορήματα, όχι αμνησία. Αν θέλεις να γίνεις συγγραφέας, είναι ωραίο να διαθέτεις μια στάλα ταλέντου, αλλά το μόνο πραγματικά απαραίτητο προσόν είναι αυτή η ικανότητα να θυμάσαι την ιστορία κάθε ουλής.

Η τέχνη βασίζεται στην εμμονή της μνήμης.
-----
Καθισμένος μπροστά στη γραφομηχανή που γινόταν όλο και περισσότερο φαφούτα, αναλογιζόμενος την περίοδο που κύλησε μόνο με δουλειά, δίχως γεγονότα, ο Πολ κούνησε το κεφάλι. Ναι, μάλλον έπαιζε τη Σεχραζάτ στον εαυτό του, όπως επίσης αποτελούσε ο ίδιος τη γυναίκα των ονείρων του, όταν παρασυρόταν στον πυρετώδη ρυθμό των φαντασιώσεών του. Δεν χρειαζόταν να είναι ψυχίατρος για να επισημάνει ότι το γράψιμο είχε μια αυτοερωτική διάσταση· κοπανάς τη γραφομηχανή αντί να πασπατεύεις τη σάρκα σου, αλλά και οι δύο πράξεις βασίζονται κυρίως στη γόνιμη φαντασία, στα γρήγορα χέρια και σε μια βαθιά αφοσίωση στην τέχνη της υπερβολής.
-----
Ήταν τρελό. Ήταν κωμικό. Ήταν, επίσης, αληθινό. Εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να περιγελούν τη δύναμη της τέχνης, απλώς και μόνο επειδή δεν αντιλαμβάνονται την επιρροή της στις μάζες -έστω κι αν πρόκειται για ένα εκφυλισμένο παρακλάδι της, όπως το λαϊκό μυθιστόρημα. Οι νοικοκυρές κανόνιζαν το πρόγραμμά τους σύμφωνα με τις σαπουνόπερες της απογευματινής ζώνης. Αν είχαν να επιστρέψουν στις δουλειές τους, έδιναν άμεση προτεραιότητα στην αγορά ενός βίντεο, ώστε να παρακολουθούν τη νύχτα αυτές τις ίδιες σαπουνόπερες. Όταν ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ σκότωσε τον Σέρλοκ Χολμς στο Ράιχενμπαχ Φολς, ολάκερη η βικτοριανή Αγγλία ξεσηκώθηκε και απαίτησε την επιστροφή του. Ο τόνος των διαμαρτυριών ήταν ακριβώς ο τόνος της Άνι: δεν φανέρωνε θλίψη για την απώλεια αλλά οργή για το ανοσιούργημα. Ο Ντόιλ δέχτηκε την επίπληξη της ίδιας της μητέρας του, όταν της ανακοίνωσε σε γράμμα του την πρόθεση να ξεκάνει τον Χολμς. Η αγέρωχη απάντησή της κατέφθασε αμέσως με το ταχυδρομείο: "Να σκοτώσεις τον καλό κύριο Χολμς; Σαχλαμάρες! Αλίμονό σου αν τολμήσεις!"
-----
"Όταν αρχίζω ένα βιβλίο, όλο νομίζω ότι ξέρω πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα, αλλά ποτέ δεν τελείωσα μια ιστορία με τον τρόπο που αρχικά φανταζόμουν. Αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι άξιο απορίας. Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι λίγο σαν την εκτόξευση διηπειρωτικού πυραύλου... με τη διαφορά ότι ταξιδεύει στον χρόνο κι όχι στον χώρο. Στον χρόνο του κειμένου, στον οποίο δρουν τα πρόσωπα του μύθου, και στον πραγματικό χρόνο που χρειάζεται ο συγγραφέας για να γράψει την ιστορία. Το να τελειώσεις ένα μυθιστόρημα με τον τρόπο που σκεφτόσουν όταν το άρχισες θα ήταν σαν να εκτοξεύεις έναν πύραυλο Τιτάνα που θα διασχίσει τη μισή Γη και θα στοχεύσει να πέσει μέσα σε ένα καλάθι του μπάσκετ. Στο χαρτί φαίνεται εύκολο και υπάρχουν άνθρωποι που θα ισχυρίζονταν με το πιο σοβαρό ύφος ότι είναι παιχνιδάκι, όμως ποτέ δεν είναι έτσι."
-----
Ένας τύπος που σκαρφίζεται ιστορίες ξεγελάει τους πάντες, συνεπώς δεν μπορεί ποτέ να ξεγελάσει τον εαυτό του.
-----
Ποια ήταν λοιπόν η αλήθεια; Η αλήθεια, αφού επιμένεις, ήταν ότι η διαρκής απόρριψη του έργου του από τους κριτικούς εξαιτίας της ρετσινιάς του "λαϊκού συγγραφέα" (η οποία τον τοποθετούσε, όπως το αντιλαμβανόταν αυτός, μόλις ένα -μικρό- σκαλοπάτι ψηλότερα από τον "κατά παραγγελία καλαμαρά") τον είχε πληγώσει αφάνταστα. Δεν ταυτιζόταν με την ιδέα που είχε ο ίδιος για τον εαυτό του, την ιδέα του Σοβαρού Συγγραφέα, ο οποίος σκάρωνε τα σαχλά φτηνορομάντζα προκειμένου να χρηματοδοτήσει το (εδώ να ηχήσουν οι σάλπιγγες, παρακαλώ!) ΑΛΗΘΙΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ! Ώστε μισούσε τη Μίζερι; Τη μισούσε αληθινά; Τότε πώς κατάφερε να γλιστρήσει ξανά στον κόσμο της με τόση άνεση;
-----
Ποτέ δεν ήταν για σένα Άνι, ούτε γι' αυτές που υπογράφουν τα γράμματά τους ως "Η νούμερο ένα θαυμάστριά σου". Από τη στιγμή που αρχίζεις να γράφεις, όλοι αυτοί εκτοπίζονται στην άκρη του γαλαξία. Δεν ήταν ποτέ για τις πρώην συζύγους μου, ούτε για τη μητέρα μου ούτε για τον πατέρα μου. Ο λόγος που οι συγγραφείς κατά κανόνα αφιερώνουν σε κάποιον το βιβλίο τους, Άνι, είναι επειδή στο τέλος τούς τρομάζει ο εγωισμός τους.
-----
Ύστερα από όσα τράβηξαν, ήταν δυνατόν ο Θεός να 'ναι τόσο σκληρός και να την αφήσει να πεθάνει; Παλαιότερα, ο Τζέφρι θα απέρριπτε κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, περισσότερο με χιούμορ παρά με αγανάκτηση. Άλλοτε θα του φαινόταν παράλογη η ιδέα ότι ο Θεός μπορούσε να είναι σκληρός.

Όμως οι αντιλήψεις του για τον Θεό -όπως και για ένα σωρό άλλα πράγματα- είχαν διαφοροποιηθεί. Άλλαξαν στην Αφρική. Στην Αφρική ανακάλυψε ότι δεν υπάρχει μονάχα ένας Θεός κι ότι ορισμένοι από τους πολλούς που υπάρχουν είναι εξαιρετικά σκληροί, είναι παράλογοι, γεγονός που αλλάζει πολλά πράγματα. Στο κάτω κάτω, η σκληρότητα είναι κατανοητή. Με τον παραλογισμό, ωστόσο, δεν μπορείς να τα βάλεις.
-----
Μόλις τελείωσε, άφησε κάτω το μολύβι. Κοίταξε για μια στιγμή τη δουλειά του. Ένιωσε όπως πάντα όταν τελείωνε ένα βιβλίο: παράξενα άδειος και εξουθενωμένος, έχοντας την αίσθηση ότι για κάθε μικρή επιτυχία είχε πληρώσει το μερτικό του σε παραλογισμούς.

Πάντα τα ίδια, πάντα τα ίδια· σαν να διασχίζει τη ζούγκλα, ζώντας μήνες ολάκερους μέσα στην κόλαση, για να φτάσει στο τέλος σε ένα ξέφωτο όπου δεν βρίσκει τίποτα περισσότερο από έναν αυτοκινητόδρομο με μερικά βενζινάδικα και πίστες του μπόουλινγκ, ως ανταμοιβή για την καλή του διαγωγή, ή κάτι τέτοιο.

Πάντως, ήταν ωραίο να νιώθει ότι ξεμπέρδεψε· πάντα ήταν ωραίο αυτό το συναίσθημα. Ήταν ωραίο να αισθάνεται ότι κάτι παρήγαγε, ότι έδωσε ζωή. Ζαλισμένος, αντιλαμβανόταν και εκτιμούσε την παλικαριά της πράξης τού να κατασκευάζει μικρές, ανύπαρκτες ζωές, να δημιουργεί την αίσθηση της κίνησης και την ψευδαίσθηση της ζεστασιάς. Καταλάβαινε -τώρα, επιτέλους- πόσο χιμαιρική ήταν αυτού του είδους η δουλειά, αλλά ήταν η μόνη που ήξερε, κι αν στο τέλος αποδεικνυόταν ανεπαρκής, τουλάχιστον είχε τη βεβαιότητα ότι την έκανε με αστείρευτη αγάπη. Άγγιξε τη στοίβα των χαρτιών και χαμογέλασε αχνά.
-----
Μπορεί το γράψιμο να περιέχει στοιχεία αυτοερωτισμού, αλλά ο Θεός να μας φυλάει ώστε να μη γίνει πράξη αυτοκανιβαλισμού.

Stephen King, Μίζερι, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2021 (πρώτη έκδοση 1987)

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXIX

Βρείτε παρακάτω την 39η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10 του Mix Grill, την οποία επιμελούμαι από το 2009 μέχρι και σήμερα. Εδώ βρισκόμαστε στους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2016.
 




Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Συνέντευξη με τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω

Την τελευταία διετία (και κάτι) δεν δημοσιεύθηκε από πλευράς μου ούτε μία συνέντευξη, όταν τα προηγούμενα 12 χρόνια (2008-2020) είδαν το φως 170 (τουλάχιστον). Η αλήθεια είναι πως δεν απείχα από τον εν λόγω στίβο: στο διάστημα αυτό πραγματοποίησα γύρω στις 10-15 συνδιαλέξεις, στα πλαίσια της έρευνάς μου για το ελληνικό δισκογραφημένο τραγούδι. Όμως αυτές θα τις διαβάσετε αν και όποτε καταφέρω να τις οργανώσω σε κάτι που θα έχει νόημα να εκδοθεί.

Τέλος πάντων, ήταν ο Αντώνης Ξαγάς που με επανέφερε στην επαφή με τα τρέχοντα των συνεντεύξεων, προτείνοντάς μου μια κουβέντα με τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Είπα αμέσως ναι, και πώς θα μπορούσα αλλιώς; Η συγκεκριμένη καλλιτεχνική ομάδα είναι, άλλωστε, μία από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις στο ελληνικό τραγούδι -και έχει εξαίσιο όνομα. Σήμερα ήρθε η στιγμή να διαβάσετε όσα είχε να μου πει ο Χάρης Γ. Καβαλλιεράτος, για το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον. Παρακαλώ, πατήστε εδώ.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες