Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Υπογραμμίσεις XXXI: Thomas Mann

Παραμονές της αναχώρησης, ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου για κάτι σύντομο που θα μπορούσα να διαβάζω στις διακοπές στη Νάξο, έπιασα ένα από τα βιβλία της Σάντης, χωρίς να ξέρω απολύτως τίποτα για το περιεχόμενό του. Τελικά, πιο ταιριαστή επιλογή δεν θα μπορούσα να είχα κάνει.

Πόσο πιο επίκαιρο ανάγνωσμα να έβρισκα, δηλαδή, από την αφήγηση της ιστορίας του Γκούσταφ Άσενμπαχ, ενός συγγραφέα αφιερωμένου στο έργο του, που κάποια στιγμή, με τους καταπιεσμένους πόθους του να ξυπνούν, ακολουθεί μια παρόρμησή του για ταξίδι, αποβιβάζεται στη μυθική πόλη του τίτλου, κι ερωτεύεται παράφορα ένα νεαρό αγόρι, τη στιγμή που στην περιοχή ξεσπά επιδημία ινδικής χολέρας; Σε κάποια σημεία, ευρισκόμενος κι εγώ σε διακοπές εν μέσω πανδημίας κορωνοϊού, ένιωσα ότι διάβαζα τη δική μου ιστορία.

Φυσικά, η ταύτισή μου είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με τα θέματα που απασχολούν τον ήρωα κατά τη διαμονή του στη Βενετία: η αγωνία του καλλιτέχνη για το έργο του· η διελκυστίνδα ανάμεσα στην αφοσίωση και τον εκτροχιασμό, στη λογική και το συναίσθημα, στη Δύση και την Ανατολή· η αξία της λογοτεχνίας και των τεχνών, αλλά και η επικινδυνότητά τους· η φθορά που φέρνει ο χρόνος... Είναι αγαπημένα μου θέματα όλα τα παραπάνω, αλλά και τα υπόλοιπα με τα οποία καταπιάνεται ο Mann στο βιβλίο, καταθέτοντας συγκλονιστικά διεισδυτικές σκέψεις και παρατηρήσεις.

Οπωσδήποτε, η νουβέλα ετούτη, όπως και κάθε σπουδαίο έργο, διαβάζεται σε πολλά επιπλέον επίπεδα. Κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ανακαλύψει κανείς όλους τους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Ξεκινώντας από το όνομα του πρωταγωνιστή του (ένα κράμα εμπνευσμένο από τον συνθέτη Gustav Mahler, που πέθανε τον καιρό που ο ίδιος ο Mann παραθέριζε στη Βενετία -είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό το βιβλίο-, κι από τον Andreas Aschenbach, πρωτοπόρο ζωγράφο της εποχής), περνώντας στις εικόνες και τα οράματα που περιγράφονται εντός, και φτάνοντας ως τις μυριάδες αναφορές στην αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία. Αν θέλει κανείς να είναι απαισιόδοξος ως προς την εξέλιξη της ανθρωπότητας, οι ομοιότητες ανάμεσα στο 1912 (χρονιά έκδοσης του βιβλίου) και στο 2021, σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά των ανθρώπων ενόψει της απειλής από μια φονική αρρώστια, θα είναι σύμμαχοι: οι μαγαζάτορες, αλλά και οι αρχές στη Βενετία, προκειμένου να μην τρομάξουν οι τουρίστες, ψεύδονται για τη σοβαρότητα της κατάστασης, ενώ ο πρωταγωνιστής, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι "αμαρτωλές" επιθυμίες του, εύχεται -και υποδαυλίζει- την καταστροφή των άλλων.

Η έκδοση του Μεταίχμιου είναι πολύ προσεγμένη, το ίδιο και η μετάφραση από τον Βασίλη Τσαλή. Όσο για τον πρόλογο του Δημήτρη Στεφανάκη, στην πρώτη ανάγνωση τον βρήκα γενικά... λίγο. Ξαναδιαβάζοντάς τον, μήνες αφού τελείωσα το βιβλίο και με αφορμή τούτη την ανάρτηση, η άποψή μου άλλαξε, έστω κι αν εξακολουθώ να τον βρίσκω υπερβολικά σύντομο. Αυτός είναι, βέβαια, ο ρόλος των προλόγων: να λένε λίγα, ώστε να μην προδώσουν πολλά.  

Με συγκλόνισε, εν ολίγοις, τούτο το έργο του Thomas Mann, και χαίρομαι που ανακάλυψα έναν σπουδαίο συγγραφέα που μόνο κατ' όνομα γνώριζα. Το κατά πολλούς αριστούργημά του, με τίτλο Το Μαγικό Βουνό, μπαίνει με φόρα στα υπόψη μελλοντικά αναγνώσματα.

Ίσως ο Άσενμπαχ να έδειξε έλλειψη διακριτικότητας καθώς κοίταζε τον ξένο μισοαφηρημένα μισοεξεταστικά, γιατί ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι εκείνος του ανταπέδωσε το βλέμμα και μάλιστα τόσο επιθετικά, κατευθείαν μέσα στα μάτια, τόσο ολοφάνερα αποφασισμένος να το τραβήξει στα άκρα και να αναγκάσει τον άλλον να αποστρέψει το βλέμμα του, ώστε ο Άσενμπαχ ένιωσε δυσάρεστα· στράφηκε από την άλλη κι άρχισε να βαδίζει δίπλα στον φράκτη αποφασισμένος να μη δώσει καμία σημασία σ' αυτόν τον άνθρωπο. Την επόμενη στιγμή τον είχε κιόλας ξεχάσει. Είτε όμως επειδή είχαν επηρεάσει τη φαντασία του τα χαρακτηριστικά του πλάνητα στην εμφάνιση του ξένου είτε επειδή είχε παίξει τον ρόλο του κάποια άλλη φυσική ή ψυχική επίδραση, αισθάνθηκε αίφνης ένα παράξενο άνοιγμα μέσα του, μια παρόρμηση τυχοδιωκτική, μια νεανική λαχτάρα για ανοιχτούς ορίζοντες, ένα αίσθημα τόσο ζωντανό, τόσο νέο ή μάλλον τόσον καιρό ξεχασμένο, που στάθηκε ασάλευτος με τα χέρια δεμένα στην πλάτη και το βλέμμα χαμηλωμένο να συλλογιστεί τη φύση και τη σημασία αυτού που του συνέβαινε.
-----
Ακόμα κι αυτό λοιπόν, που τόσο όψιμα κι απροσδόκητα τον είχε κυριεύσει, πολύ γρήγορα θα το χαλιναγωγούσε η λογική και η γνωστή αυτοπειθαρχία του και θα έμπαινε στη σωστή του βάση. Η πρόθεσή του ήταν να προχωρήσει το έργο, το οποίο ήταν σκοπός της ζωής του, ως ένα συγκεκριμένο σημείο, προτού μετακομίσει στην ύπαιθρο, και η σκέψη για ένα σεργιάνι στον κόσμο,, που θα τον απομάκρυνε για πολλούς μήνες απ' τη δουλειά του, του φαινόταν υπερβολικά επιπόλαιη και αντίθετη στα σχέδιά του· δεν έπρεπε να την πάρει στα σοβαρά. Κι όμως, ήξερε πολύ καλά για ποιο λόγο είχε μπει στον πειρασμό αυτό. Μια σφοδρή επιθυμία να αποδράσει ήταν αυτό που ομολογούσε στον ίδιο του τον εαυτό, αυτή η λαχτάρα για το μακρινό και το καινούριο, αυτός ο πόθος για ελευθερία, ανακούφιση και λήθη, μια επιθυμία να απομακρυνθεί από τον τόπο της δουλειάς, από την καθημερινή ρουτίνα μιας άτεγκτης, σκληρής και παράφορης υπηρεσίας. Την αγαπούσε βέβαια και είχε ήδη αγαπήσει και τον εκνευριστικό, αέναο αγώνα ανάμεσα στην επίμονη, περήφανη και δοκιμασμένη θέλησή του και την προϊούσα κόπωση, για την οποία δεν έπρεπε κανείς να μάθει και ούτε έπρεπε να την αφήσει να προδώσει το έργο του με την παραμικρή έστω ένδειξη αστοχίας και αμέλειας. Φαινόταν ωστόσο λογικό επίσης να μην παρατεντώνει το σχοινί και να μην καταπνίγει από ξεροκεφαλιά το ξέσπασμα μιας τόσο ζωηρής ανάγκης. Σκέφτηκε την εργασία του, σκέφτηκε το σημείο εκείνο όπου είχε αναγκαστεί να την εγκαταλείψει και πάλι σήμερα, όπως και χτες, το σημείο εκείνο που έδειχνε να αντιστέκεται  τόσο στην επίμονη φροντίδα, όσο και στην εξ εφόδου κατάληψη. Εξέτασε το πρόβλημα εκ νέου, προσπάθησε να λύσει τον κόμπο ή να τον κόψει και εγκατέλειψε την προσπάθεια μ' ένα ρίγος αποστροφής. Εδώ δεν επρόκειτο για μια εξαιρετική δυσκολία, αλλά αυτό που τον παρέλυε ήταν οι ενδοιασμοί της δυσθυμίας, η οποία παρουσιαζόταν ως ένα αίσθημα ανικανοποίητης απαιτητικότητας - αυτής της απαιτητικότητας που από τα νιάτα του ακόμα θεωρούσε ως φύση και ουσία του ταλέντου, και που χάρη της είχε χαλιναγωγήσει και παγώσει το συναίσθημα, διότι γνώριζε ότι αυτό τείνει να αρκείται σ' ένα χαρωπό "περίπου" και σε μια λειψή εντελέχεια.
-----
Μεγάλωσε μόνος δίχως συντρόφους κι αναγκάστηκε από νωρίς ν' αποδεχτεί πως ανήκε σ' ένα είδος ανθρώπων που το σπάνιο χάρισμά τους δεν ήταν τόσο το ίδιο το ταλέντο όσο το φυσικό υπόβαθρο όπου αναπτύσσεται το ταλέντο· σ' ένα είδος ανθρώπων που δίνει από νωρίς τον καλύτερό του εαυτό και οι ικανότητές του σπάνια διαρκούν ως τα γεράματα. Όμως η αγαπημένη του λέξη ήταν η "αντοχή", και στο μυθιστόρημα του Φρειδερίκου δεν είχε κατά νου τίποτε άλλο από την αποθέωση αυτού του κανόνα· τη θεωρούσε ως πεμπτουσία της αρετής που η δυστυχία δεν είναι δυνατόν να την πτοήσει. Επίσης επιθυμούσε διακαώς να φτάσει σε μεγάλη ηλικία, καθώς ήταν ανέκαθεν της γνώμης ότι πραγματικά μεγάλη, ολοκληρωμένη κι αληθινά αξιέπαινη μπορεί να αποκαλείται μόνο η τέχνη που είχε την καλή τύχη να είναι γόνιμη σε όλη την κλίμακα της ανθρώπινης ζωής.
-----
Για να ασκήσει ένα σημαντικό έργο του πνεύματος άμεση, ευρεία και βαθιά επίδραση, πρέπει να υφίσταται μια μυστική συγγένεια, μια αρμονία ανάμεσα στο προσωπικό πεπρωμένο του δημιουργού του και σ' εκείνο της γενιάς του. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν γιατί επαινούν ένα έργο τέχνης. Μη όντας ειδήμονες, πιστεύουν ότι ανακαλύπτουν σ' αυτό εκατοντάδες προτερήματα για να δικαιολογήσουν την προτίμησή τους· όμως ο πραγματικός λόγος της επιδοκιμασίας τους είναι κάτι απρόσμενο, είναι το ότι συμπάσχουν. Ο Άσενμπαχ το είχε πει κάποτε, σε χρόνο ανύποπτο, πως όλα σχεδόν τα μεγάλα πράγματα υπάρχουν "παρ' όλα αυτά", πραγματοποιούνται παρά τις στενοχώριες και τα βάσανα, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τις έγνοιες, τα πάθη και τα χιλιάδες προσκόμματα. Όμως αυτό ήταν κάτι παραπάνω από απλή παρατήρηση, ήταν πείρα προσωπική, ήταν η αποτύπωση της ζωής του και της φήμης του, το κλειδί για το έργο του· δεν θα ήταν παράξενο λοιπόν να μην είναι στα έργα του ο ηθικός χαρακτήρας ένα εμφανές γνώρισμα των πιο αυθεντικών του ηρώων;
-----
[...] το να αντιμετωπίζεις στωικά το πεπρωμένο και να παραμένεις όμορφος την ώρα του μαρτυρίου δεν δείχνει μόνο παθητική εγκαρτέρηση· είναι μια ενεργητική στάση, ένα θετικό επίτευγμα και η μορφή του Αγίου Σεβαστιανού είναι το ωραιότερο σύμβολο, αν όχι της τέχνης γενικά, σίγουρα της τέχνης για την οποία γίνεται λόγος εδώ. Αν έριχνε κανείς το βλέμμα του σ' αυτόν τον λογοτεχνικό κόσμο θα έβλεπε την ευγενή αυτοκυριαρχία, που μέχρι την τελευταία στιγμή κρύβει από τα μάτια του κόσμου την εσωτερική εξάντληση, τη βιολογική φθορά, την κίτρινη, εξωτερική ασχήμια, που η αδύναμη σπίθα της μπορεί να φουντώσει και να υψωθεί ως το βασίλειο της ομορφιάς· την ωχρή αδυναμία, που αντλεί δύναμη από τα πύρινα βάθη του πνεύματος και έναν αλαζονικό λαό να πέσει στα πόδια του σταυρού, στα δικά της πόδια· θα έβλεπε ακόμα τη βολική μανιέρα στην υπηρεσία της κενής και αυστηρής φόρμας· την κίβδηλη κι επικίνδυνη ζωή, την εξουθενωτική επιθυμία, την τέχνη του γεννημένου απατεώνα. Έχοντας δει λοιπόν αυτά και άλλα τόσα παρόμοια πεπρωμένα, θα αμφέβαλλε μάλλον ότι υπάρχει τελικά κάποιος άλλος ηρωισμός πέρα από αυτόν της αδυναμίας. Και ποιος ηρωισμός τέλος πάντων είναι πιο επίκαιρος απ' αυτόν εδώ; Ο Γκούσταφ Άσενμπαχ ήταν ο ποιητής όλων εκείνων που εργάζονται στα όρια της εξάντλησης, των παραφορτωμένων, των αποκαμωμένων, που παλεύουν να σταθούν στα πόδια τους, όλων εκείνων των ηθικολόγων της επίδοσης, που, ισχνοί και φτωχοί, καταφέρνουν χάρη στη θέλησή τους και με συνετή διαχείριση να αγγίξουν για ένα διάστημα τουλάχιστον το μεγαλείο. Υπάρχουν πολλοί σαν κι αυτούς, είναι οι ήρωες της εποχής μας. Κι όλοι αυτοί είδαν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται στο έργο του, νιώθοντας δικαιωμένοι, εξυψωμένοι, εξυμνημένοι, του χρωστούσαν ευγνωμοσύνη και τιμούσαν το όνομά του.
-----
Οι αστικές μάζες ψυχαγωγούνται με την πνευματικά ασήμαντη, αλλά ζωντανή και εύληπτη καλλιτεχνική μορφή, όμως η παράφορη κι απόλυτη νεότητα μαγεύεται από το οριακό: και ο Άσενμπαχ κινούνταν στα όρια, ήταν απόλυτος όπως μονάχα ένας νέος μπορεί. Ταμένος του πνεύματος, λεηλάτησε πνευματικά κοιτάσματα, άλεσε τον σπόρο που έπρεπε να σπείρει, αποκάλυψε μυστικά, αμφισβήτησε το ταλέντο, πρόδωσε την τέχνη, την ίδια στιγμή μάλιστα που τα έργα του διασκέδαζαν, κολάκευαν, ψυχαγωγούσαν όσους πίστευαν σ' αυτά, εκείνος, ο νεαρός καλλιτέχνης συνάρπαζε τους εικοσάχρονους με τις κυνικές αναφορές του για την προβληματική φύση της τέχνης και τη ζωή των καλλιτεχνών.

Φαίνεται όμως ότι ένα ευγενές και ικανό πνεύμα για κανένα πράγμα δεν χάνει πιο γρήγορα και τελειωτικά το ενδιαφέρον του απ' ό,τι για την οξεία και πικρή γεύση της γνώσης [...].
-----
Όμως η ηθική ακεραιότητα πέρα από τη γνώση, την εκμηδενιστική και ανασταλτική επίγνωση, δεν είναι πάλι μια απλοποίηση, μια ηθική υπεραπλούστευση του κόσμου και της ψυχής και εν προκειμένω μια ενδυνάμωση του κακού, του απαγορευμένου και του ηθικώς απαράδεκτου; Και μήπως η μορφή δεν παρουσιάζεται με δύο πρόσωπα; Δεν είναι την ίδια στιγμή ηθική και ανήθικη - ηθική ως αποτέλεσμα και έκφραση της πειθαρχίας, ανήθικη όμως, ακόμη κι εχθρική προς την ηθική, στον βαθμό που είναι από τη φύση της αδιάφορη απέναντι στην ηθικότητα και τείνει μάλιστα να την υπαγάγει στην αγέρωχη και δεσποτική εξουσία της;

Τέλος πάντων! Η εξέλιξη είναι πεπρωμένο· κι όταν αυτή συνοδεύεται από τη συμπάθεια και την ευρεία αποδοχή του κοινού γιατί να μην πάρει άλλη κατεύθυνση από εκείνη που πορεύεται δίχως τη λάμψη και τις υποχρεώσεις της δόξας; Μόνο οι αιώνιοι έφηβοι το βρίσκουν βαρετό και τείνουν να χλευάζουν το μεγάλο ταλέντο που ξεπερνώντας την ανέμελη κατάσταση της χρυσαλλίδας αναγνωρίζει την αξία του πνεύματος και υιοθετεί το τυπικό της μοναξιάς, που, μέσα από αδιέξοδα, πόνο και σκληρό αγώνα καταφέρνει να το αποδεχθούν και να το τιμήσουν οι άνθρωποι. Και πόση διασκέδαση, πείσμα και ηδονή υπάρχει στην εξέλιξη του ταλέντου!
-----
Η τέχνη, ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο, σημαίνει έναν βίο ανώτερο, που δίνει πιο βαθιά ευχαρίστηση και φθείρει πιο γρήγορα. Χαράζει στην όψη του υπηρέτη της τα σημάδια από φανταστικές και πνευματικές περιπέτειες και μακροπρόθεσμα, ακόμα κι αν εκείνος ζει σε μοναστική γαλήνη, τον κάνουν εκκεντρικό και υπερευαίσθητο, του προκαλούν μια κόπωση και μια ιδιοτροπία των νεύρων, που μια ζωή με καταχρήσεις κι αισθησιακές απολαύσεις μετά βίας θα προκαλούσε.
-----
Ποιος δεν έχει νιώσει μια φευγαλέα ανατριχίλα, έναν φόβο κρυφό κι ένα σφίξιμο μπαίνοντας σε μια γόνδολα για πρώτη φορά ή μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα; Το ιδιόρρυθμο μεταφορικό μέσο, που έχει φτάσει απαράλλαχτο ως τις μέρες από την εποχή του Μεσαίωνα, με το χαρακτηριστικό μαύρο του χρώμα, που ανάμεσα σε τόσα άλλα πράγματα μόνο στα φέρετρα θα ταίριαζε, φέρνει στον νου εγκλήματα αθόρυβα μέσα στους παφλασμούς της νύχτας, κι ακόμα πιο πολύ θυμίζει τον θάνατο τον ίδιο και νεκροκρέβατο, και τη θλίψη της κηδείας, και σιωπηλή νεκρώσιμη πομπή. Έχει παρατηρήσει άραγε κανείς ότι το κάθισμα μιας τέτοιας βάρκας, βαμμένης σαν κιβούρι, αυτή η πολυθρόνα με τα μπράτσα και τη μαύρη ταπετσαρία είναι το πιο μαλακό, το πιο άνετο, το πιο αναπαυτικό του κόσμου;
-----
Τα βιώματα του μοναχικού, σιωπηλού ανθρώπου είναι πιο συγκεχυμένα και συνάμα πιο έντονα απ' ό,τι του κοινωνικού· οι σκέψεις του πιο σοβαρές, πιο παράξενες, γεμάτες θλίψη. Εικόνες και παρουσιάσεις που θα μπορούσαν να ξεθυμάνουν μ' ένα βλέμμα, ένα γέλιο, μιαν ανταλλαγή απόψεων, που απασχολούν υπέρμετρα, βυθίζονται στη σιωπή, η σημασία τους μεγεθύνεται, γίνονται βιώματα, περιπέτειες, συναίσθημα. Η μοναξιά παράγει το αυθεντικό, το τολμηρά και ιδιόρρυθμα ωραίο, το ποίημα. Η μοναξιά όμως παράγει και το άσχημο, το δυσανάλογο, το παράλογο και το ανεπίτρεπτο.
-----
Ήταν μια ατμόσφαιρα ανεκτική και πολυσυλλεκτική. Οι φθόγγοι των μεγάλων γλωσσών αναμειγνύονταν σε χαμηλή ένταση. Το διεθνώς καθιερωμένο βραδινό ένδυμα, μια στολή του πολιτισμού, συγχώνευε επιφανειακά τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπινων φυλών σ' ένα ευπρεπές κοινό πρότυπο.
-----
Σχεδόν κάθε καλλιτεχνική φύση έχει έμφυτη την προδοτική τάση να αποδέχεται την αδικία που φτιάχνει ομορφιά και να της αναγνωρίζει το αριστοκρατικό προνόμιο.
-----
Καλό, πολύ καλό, σκέφτηκε ο Άσενμπαχ με εκείνη την ψυχρή επιδοκιμασία του ειδήμονα, με την οποία οι καλλιτέχνες συγκαλύπτουν πότε πότε τον ενθουσιασμό τους, την ανάτασή τους στη θέα ενός αριστουργήματος.
-----
Οι λόγοι για τους οποίους αγαπούσε τη θάλασσα είχαν βαθιές ρίζες μέσα του: η ανάγκη για ανάπαυση από τον βαρύ μόχθο του καλλιτέχνη, ο οποίος έχοντας να αντιμετωπίσει την απαιτητική πολυπλοκότητα των οραμάτων στην ψυχή του, λαχταράει την καταφυγή στο απλό και απέραντο· μια απαγορευμένη, αντιτιθέμενη μάλιστα προς τα καθήκοντά του και για τον λόγο αυτό δελεαστική έλξη προς το αδιαχώριστο, το άπειρο, το αιώνιο, προς το μηδέν. Ο αναπαμός μέσα στο απόλυτο είναι η λαχτάρα εκείνου που πασχίζει για το εξαιρετικό· και δεν είναι μήπως το μηδέν μια μορφή του απόλυτου;
-----
[...] κάθε σοβαρός άνθρωπος, που γίνεται τυχαία μάρτυρας της εκδήλωσης ενός πάθους, αποφεύγει να κάνει χρήση των παρατηρήσεών του ακόμα και για τον εαυτό του τον ίδιο.
Τι πειθαρχία, πόση ακρίβεια σκέψης εκφραζόταν με αυτό το ιδανικό δείγμα, αυτό το τέλειο νεανικό κορμί! Η αυστηρή και καθαρή βούληση ωστόσο, η οποία, δουλεύοντας στο σκοτάδι, έφερε στο φως το θείο γλυπτό, δεν ήταν μήπως γι' αυτόν, τον καλλιτέχνη, γνωστή και οικεία; Δεν τον διακατείχε μήπως κι αυτόν τον ίδιο όταν μέσα στο νηφάλιο πάθος του απελευθέρωνε από τον μαρμάρινο ογκόλιθο της γλώσσας το καλλίγραμμο σχήμα, που είχε οραματιστεί το πνεύμα του και το παρουσίαζε στους ανθρώπους ως μορφή και αντανάκλαση του πνευματικού κάλλους;
-----
Δεν έχουν γράψει ότι το φως του ήλιου στρέφει την προσοχή μας από τα πνευματικά αντικείμενα στα αισθητά; Ναρκώνει και μαγεύει, λένε, τον νου και τη μνήμη, έτσι ώστε η ψυχή, από την ευχαρίστηση που νιώθει, λησμονεί εντελώς την πραγματική της κατάσταση και προσκολλάται με έκπληξη και θαυμασμό στο ομορφότερο από τα αντικείμενα που φωτίζει: και τότε, μόνο με τη βοήθεια ενός σώματος θα μπορέσει να υψωθεί σε μιαν ανώτερη θεώρηση. Αυτό το κάνει ο Έρωτας, σαν τους μαθηματικούς που δείχνουν στους ανεπίδεκτους μαθητές χειροπιαστές εικόνες των αφηρημένων μορφών. Έτσι κι ο Θεός, για να μας φανερώσει το πνευματικό, αρέσκεται να χρησιμοποιεί τη μορφή και τα χρώματα της ανθρώπινης νεότητας σαν όργανο της μνήμης, στολίζοντάς την με όλη τη λάμψη της ομορφιάς κι εμείς στη θέα της φλεγόμαστε απ' τον πόνο και την ελπίδα.
-----
Διότι το κάλλος, Φαίδρε μου, και μόνο αυτό, είναι αξιέραστο και ορατό συγχρόνως: είναι -να το θυμάσαι!- η μοναδική μορφή του πνεύματος που μπορούμε να συλλάβουμε με τις αισθήσεις μας και η μόνη που μπορούν οι αισθήσεις μας να αντέξουν. Αλλιώς, τι θα γινόμασταν, αν το Θείο, αν ο Λόγος και η Αρετή και η Αλήθεια φανερώνονταν μέσα από τις αισθήσεις; Δεν θα μας αφάνιζε, δεν θα μας έκαιγε ο έρωτας, σαν τη Σεμέλη κάποτε όταν αντίκρισε τον Δία; Κατ' αυτόν τον τρόπο, το κάλλος είναι η οδός του αισθαντικού προς το πνεύμα, μόνο η οδός, ένα μέσο απλώς, μικρέ Φαίδρε... Και μετά ο πανούργος γητευτής είπε την πιο λεπτή σκέψη: ότι δηλαδή ο εραστής είναι πιο θείος από τον ερώμενο, επειδή αυτός έχει μέσα του τον Θεό, και όχι ο άλλος· αυτή την πιο τρυφερή και πιο σκωπτική απ' όσες σκέψεις έχει κάνει ποτέ ο άνθρωπος κι από την οποία πηγάζει όλη η πανουργία και η πιο μύχια λαγνεία της ερωτικής επιθυμίας.
-----
 Η ευτυχία του συγγραφέα είναι η σκέψη που μπορεί να μεταλλαχθεί ολοκληρωτικά σε συναίσθημα, το συναίσθημα που μπορεί να μεταλλαχθεί σε σκέψη.
-----
Λέγεται ότι ο έρως αγαπάει την απραξία κι είναι πλασμένος αποκλειστικά γι' αυτήν. Όμως στο κρίσιμο αυτό σημείο ο λαβωμένος από τα βέλη του έρωτα άντρας διοχέτευσε την έξαψή του στη δημιουργία.
-----
Είναι καλό που ο κόσμος γνωρίζει μόνο το ωραίο έργο, αλλά όχι και την προέλευσή του, τις συνθήκες της δημιουργίας του· γιατί η γνώση των πηγών της καλλιτεχνικής έμπνευσης θα μπορούσε να φέρει σύγχυση στο κοινό, να το κάνει επιφυλακτικό ακυρώνοντας έτσι την επίδραση του αριστουργήματος. Παράξενες ώρες! Παράξενα εξουθενωτικός μόχθος! Αλλόκοτα γόνιμη επικοινωνία του πνεύματος μ' ένα σώμα! Όταν ο Άσενμπαχ μάζευε τα γραπτά του κι έφευγε από την παραλία, ένιωθε εξαντλημένος, αποδιοργανωμένος, λες και διαμαρτυρόταν η συνείδησή του μετά από μια βραδιά κραιπάλης.
-----
Αυτό το βήμα, που δεν έκανε τελικά, ίσως οδηγούσε σε μια ωραία, ανάλαφρη και χαρούμενη, επιστροφή στη νηφαλιότητα. Ο άνδρας όμως, που γερνούσε, δεν επιθυμούσε τη νηφαλιότητα: η έξαψη του ήταν πολύτιμη. Ποιος μπορεί να λύσει τον γρίφο της ουσίας και του χαρακτήρα της καλλιτεχνικής φύσης! Ποιος μπορεί να συλλάβει τη βαθιά ενστικτώδη σύζευξη πειθαρχίας κι αχαλίνωτης αφροσύνης που τη διέπει!

Διότι το να μη θέλεις τη λυτρωτική νηφαλιότητα είναι αφροσύνη.
-----
"Δείλιασα" σκέφτηκε, "δείλιασα σαν τον κόκορα που εγκαταλείπει τον αγώνα ηττημένος, με τα φτερά πεσμένα. Έτσι είναι στην πραγματικότητα ο Θεός: κάνει τα πόδια μας να κόβονται στη θέα του αγαπημένου και τσαλαπατάει την περήφανη ψυχή μας..."
-----
Σπάνια απαντάται κάτι πιο ιδιόμορφο από τη σχέση των ανθρώπων που γνωρίζονται μόνο εξ' όψεως, συναντιούνται καθημερινά, και μάλιστα όλη την ώρα, παρατηρούν ο ένας τον άλλον, ενώ συγχρόνως, για να κρατήσουν τα προσχήματα, δείχνουν αδιάφοροι και ψυχροί· συναντιούνται αμίλητοι και δίχως να ανταλλάσσουν χαιρετισμό, εξαναγκασμένοι από τις κοινωνικές συμβάσεις ή από την ίδια τους την παραξενιά. Έχουν κι οι δυο μια ανησυχία και μια οξυμμένη περιέργεια, την υστερική επιθυμία, την καταπιεσμένη ανάγκη για γνωριμία κι επικοινωνία και προπαντός έναν τονισμένο αλληλοσεβασμό. Γιατί ο άνθρωπος αγαπά και εκτιμά τον άλλο όσο δεν τον γνωρίζει ώστε να μπορεί να τον κρίνει, και ο πόθος είναι απόρροια της ελλιπούς γνώσης για τον άλλο.
-----
Ήταν πιο όμορφος, απ' όσο μπορούσε η γλώσσα να εκφράσει, και ο Άσενμπαχ διαπίστωσε με πόνο, όπως τόσες φορές στο παρελθόν, ότι ο λόγος μπορεί μόνο να εξυμνήσει το αισθητικό κάλλος, όχι να το αναπαραστήσει.
-----
 "Πρέπει να κρατήσουμε το στόμα μας κλειστό!" σκέφτηκε ο Άσενμπαχ με έξαψη, πετώντας τις εφημερίδες πάνω στο τραπέζι. Την ίδια στιγμή όμως το στήθος του πλημμύριζε από ικανοποίηση για τους μπελάδες που θα 'μπαινε ο κόσμος γύρω του. Γιατί το πάθος, όπως και το έγκλημα, δεν βολεύεται στην ασφαλή, τακτική καθημερινότητα, και κάθε χαλάρωση της κοινωνικής δομής, κάθε αναταραχή και συμφορά στον κόσμο του είναι ευπρόσδεκτη, διότι ελπίζει αορίστως ότι αυτές οι συνθήκες θα του προσφέρουν ένα πλεονέκτημα.
-----
Αυτή ήταν η Βενετία, η πλανεύτρα, ύποπτη καλλονή, αυτή η πόλη, μισή παραμύθι, μισή παγίδα, όπου κάποτε στον αποπνικτικό αέρα της είχε ανθήσει ασυγκράτητη η τέχνη και οι μουσικοί της είχαν εμπνευστεί μελωδίες που σε νανούριζαν ύπουλα. Κι εκείνος, που είχε ριχτεί στην περιπέτεια, με την ακοή του πλανεμένη από τις ίδιες μελωδίες, με την όρασή του να ξεδιψάει απ' αυτή την πλησμονή, αναλογιζόταν ότι η πόλη αυτή νοσούσε κι από απληστία το έκρυβε και κοίταζε τη γόνδολα που λικνιζόταν μπροστά του ακόμα πιο ασύστολα.
-----
Τι θα έλεγαν εκείνοι; Και τι θα έλεγαν άραγε για όλη του τη ζωή, η οποία παρεξέκλινε από τη δική τους μέχρις εκφυλισμού, γι' αυτή τη ζωή στα βρόχια της τέχνης, για την οποία, στο πνεύμα της αστικής παράδοσης των προγόνων του, είχε εκφραστεί κι ο ίδιος στα νιάτα του με χλευασμό και η οποία κατά βάθος ήταν τόσο όμοια με τη δική τους! Κι αυτός είχε υπηρετήσει, κι αυτός ήταν στρατιώτης και πολεμιστής, όπως ορισμένοι απ' αυτούς, γιατί η τέχνη ήταν ένας πόλεμος, ένα αγώνας εξαντλητικός, που σήμερα δεν μπορεί κανείς να τον αντέξει για πολύ καιρό. Έζησε μια ζωή με αυτοϋπέρβαση και πείσμα, στυφή, ανυποχώρητη, εγκρατή, που την ανήγαγε σε σύμβολο ενός ηρωισμού εύθραυστου κι επίκαιρου· μπορούσε μια χαρά να την αποκαλέσει αντρίκεια, γενναία, κι ήθελε να πιστεύει ότι μια τέτοια ζωή ακριβώς θα ταίριαζε στον Έρωτα που όριζε τώρα τη ζωή του. Δεν τον είχαν μήπως σε μεγάλη υπόληψη οι γενναιότεροι των λαών, και δεν λέγεται μάλιστα ότι άνθησε στις πόλεις τους μαζί με την ανδρεία; Αμέτρητοι ήρωες του παρελθόντος υπέμειναν πρόθυμα τον ζυγό του, γιατί καμιά ταπείνωση απ' όσες επέβαλλε ο θεός Έρως δεν μετρούσε -και πράξεις που θα τις στιγμάτιζαν για δειλία αν γίνονταν γι' άλλους σκοπούς: να ικετεύσεις, να ορκιστείς, να θερμοπαρακαλέσεις, να δείξεις δουλική αφοσίωση- ώστε να θεωρηθεί ντροπή για τον ερωτευμένο, αντίθετα μάλιστα την επαινούσαν.
-----
Ρουφούσε άπληστα τη μονότονη μουσική, τις λαϊκές και άτεχνες μελωδίες, γιατί το πάθος παραλύει την εκλεκτικότητα και γοητεύεται με πράγματα που σε κατάσταση νηφαλιότητας ο άνθρωπος θα τα αντιμετώπιζε με χιούμορ ή θα τα απέρριπτε με αγανάκτηση.
-----
Όλοι περιεργάζονταν με περιέργεια και ελαφριά αποστροφή το παράξενο αυτό πλάσμα που μάζευε τα προς το ζην κι έριχναν κέρματα στο τσόχινο καπέλο του με τα ακροδάχτυλα, φροντίζοντας να μην τον αγγίξουν. Όσο μεγάλη κι αν είναι η διασκέδαση, όταν καταργείται η φυσική απόσταση ανάμεσα στον θεατρίνο και τον καθωσπρέπει κόσμο υπάρχει πάντα κάποια αμηχανία.
-----
Η νύχτα προχωρούσε, ο χρόνος γινόταν σκόνη. Στο σπίτι των γονιών του, πολλά χρόνια πριν, υπήρχε μια κλεψύδρα· έβλεπε ξαφνικά το εύθραυστο και χρήσιμο εκείνο όργανο, σαν να το 'χε μπροστά στα μάτια του. Η άμμος, κόκκινη σαν τη σκουριά, κυλούσε κομψά κι αθόρυβα μέσα απ' τον γυάλινο λαιμό, κι όπως κόντευε πάνω να τελειώσει, σχημάτιζε μια μικρή ορμητική δίνη.
-----
[...] για κάποιον που είναι εκτός εαυτού, δεν υπάρχει τίποτε πιο απεχθές απ' το να επανέλθει στον εαυτό του."
-----
Η γνώση της αλήθειας, η επίγνωση της συνενοχής τον μεθούσαν, όπως θα μεθούσε η παραμικρή ποσότητα κρασιού ένα κουρασμένο μυαλό. Η εικόνα της καταστροφικής κι ερημωμένης πόλης στον νου του αναζωπύρωνε ελπίδες αδιανόητες, ασύλληπτα γλυκές και παράλογες. Τι ήταν γι' αυτόν η τρυφερή ευτυχία, την οποία είχε προς στιγμή ονειρευτεί λίγο πριν, σε σύγκριση μ' αυτές τις προσδοκίες; Τι σημασία είχαν πια γι' αυτόν η τέχνη και η αρετή μπροστά στα οφέλη που του έδινε το χάος;
-----
"Διότι η ομορφιά, Φαίδρε μου, πρόσεξέ του καλά, μόνο η ομορφιά είναι θεία και ορατή συγχρόνως· έτσι, μέσω του αισθητού, αυτή μόνο η οδός υπάρχει· είναι, μικρέ μου Φαίδρε, η οδός του καλλιτέχνη προς το πνεύμα. Πιστεύεις όμως τώρα, αγαπημένε μου, πως γι' αυτόν που θέλει να κατακτήσει κάποτε τη σοφία και τη γνήσια ανδροπρέπεια, ο δρόμος προς την πνευματικότητα περνάει μέσα από τις αισθήσεις; Ή μήπως πιστεύεις (είσαι ελεύθερος ν' αποφασίσεις μόνος σου) ότι αυτός είναι ένας επικίνδυνος δρόμος των απολαύσεων, στην πραγματικότητα ένας δρόμος εσφαλμένος και ανήθικος, που οδηγεί κατ' ανάγκην στην πλάνη; Διότι οφείλεις να γνωρίζεις ότι εμείς οι ποιητές δεν μπορούμε να βαδίσουμε στον δρόμο της ομορφιάς δίχως τη συντροφιά και την καθοδήγηση του Έρωτα· και μάλιστα, τι κι αν είμαστε ήρωες, με τον δικό μας τρόπο και πειθαρχημένοι πολεμιστές, πάλι σαν τις γυναίκες είμαστε, διότι η ψυχή μας βρίσκει την ευδαιμονία στο πάθος, και η λαχτάρα μας οφείλει να είναι ο έρωτας, αυτός είναι η χαρά και η ντροπή μας. Βλέπεις τώρα ότι εμείς οι ποιητές δεν μπορούμε να είμαστε σοφοί ούτε άξιοι σεβασμού. Ότι είμαστε αναγκαστικά άσωτοι, θύματα της πλάνης κι αθύρματα του συναισθήματος; Η δεξιοτεχνία του ύφους μας είναι απάτη κι ανοησία, η φήμη μας και οι τιμές που μας αποδίδουν είναι μια φάρσα, η εμπιστοσύνη του κοινού προς το πρόσωπό μας στον ύψιστο βαθμό γελοία, η διαπαιδαγώγηση του λαού και της νεολαίας μέσω της τέχνης ένα παρακινδυνευμένο εγχείρημα που πρέπει να απαγορευτεί. Διότι πώς θα μπορούσε να είναι κατάλληλος για παιδαγωγός εκείνος που έχει μια φυσική κι αδιόρθωτη τάση προς την άβυσσο; Θα θέλαμε να την απαρνηθούμε και να ανακτήσουμε την αξιοπρέπειά μας, όμως όσο προσπαθούμε να την απωθήσουμε, τόσο περισσότερο μας γοητεύει. Κάπως έτσι απορρίπτουμε την καταλυτική γνώση, διότι η γνώση, Φαίδρε, δεν έχει αξιοπρέπεια κι αυστηρότητα· ξέρει, κατανοεί και συγχωρεί δίχως να παίρνει θέση και αδιαφορεί για τη μορφή· συγγενεύει με την άβυσσο, είναι η άβυσσος. Αυτή λοιπόν την απορρίπτουμε με αποφασιστικότητα και στο εξής επιδιώκουμε μόνο την ομορφιά, που σημαίνει την απλότητα, το μεγαλείο και τη νέα αυστηρότητα, την επιστροφή στην παρρησία, τη φυσικότητα της μορφής. Όμως αυτά, Φαίδρε, οδηγούν στη μέθη και τον πόθο, οδηγούν και τον πιο ευγενή ενδεχομένως στο φοβερό αμάρτημα του συναισθήματος, το οποίο η ίδια του η αυστηρή λατρεία της ομορφιάς απορρίπτει ως αισχρό, οδηγούν στην άβυσσο, στην άβυσσο κι αυτά. Εμάς τους ποιητές, μας οδηγούν εκεί, διότι αδυνατούμε να υψωθούμε πάνω από αυτά, μπορούμε μόνο να ελισσόμαστε γύρω τους."

Thomas Mann, Θάνατος Στη Βενετία, μετάφραση Βασίλη Τσαλή, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2017 (πρώτη έκδοση 1912)

* Φωτογραφία από εδώ.

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXVI

Ιδού η 36η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη που επιμελούμαι εδώ και 12 χρόνια στο Mix Grill. Πρόκειται για δημοσιεύσεις που έγιναν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2015.




Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Ένα αντίο στη Φάτσα (2007-2021)


Η Φάτσα γεννήθηκε στη Σαντορίνη, φθινόπωρο. Κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα ποιον μήνα: ο ένας κτηνίατρος έλεγε Σεπτέμβρη, ο άλλος Οκτώβρη. Οι μόνοι που ήξεραν πότε ακριβώς γεννήθηκε, τα πρώτα "αφεντικά" της, δεν ενδιαφέρονταν: την είχαν παρατήσει, μαζί με το αδερφάκι της, κουτάβια λίγων ημερών, μέσα σε μια κούτα, δίπλα σε κάδους σκουπιδιών.

Ευτυχώς και για τα δυο, μια κυρία τα μάζεψε από εκεί και τα πήρε στο σπίτι της. Η γυναίκα ήταν καθηγήτρια, και την άλλη μέρα ρώτησε τα παιδιά της τάξης της αν ήθελαν να υιοθετήσουν κάποιο σκυλάκι. Η Ειρήνη, μαθήτρια Γυμνασίου τότε, δήλωσε ενδιαφέρον, κι ας ήξερε ότι η μητέρα της δεν ήθελε σκύλο μες στο σπίτι. Διάλεξε το μαυριδερό, θεωρώντας ότι το άλλο, λευκό, όμορφο και γλυκούτσικο με πιο προφανή τρόπο, θα έβρισκε πιο εύκολα μια καλή τύχη.

Η φροντίδα ενός σκύλου, μωρού κιόλας, δεν είναι βέβαια εύκολη υπόθεση, κι έτσι το μικρό, ονοματισμένο πλέον, κατέληξε σ' εμάς, την περίοδο των Χριστουγέννων του 2007. Νιόπαντροι, στο νέο μας σπίτι στα Άνω Ιλίσια, αποκτήσαμε τσάκα τσάκα και παιδί.

Εγώ βέβαια δεν το ήξερα: "Για λίγο" μου έλεγε η Σάντη, "θα το πάρουνε πίσω μετά". Βλέπετε, έχοντας μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου το "τροπάριο" ήτανε ότι τα ζώα είναι για να μένουν αλλού και όχι μαζί με τους ανθρώπους, κι όντας μαθημένος, στα πολύ παιδικά μου χρόνια στο χωριό, να φοβάμαι τα σκυλιά και να τα φοβερίζω, δεν ήθελα ούτε να ακούσω για μόνιμη συγκατοίκηση με τη Φάτσα. Άσε που θα έπρεπε να ξοδεύω μέρος του πολύτιμου χρόνου μου για να τη βγάζω βόλτα.

Αλλά, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού -σου το μαθαίνει σιγά σιγά η ζωή αυτό. Κατέληξα, εν ολίγοις, αγκαζέ με τη Φάτσα, αφού ήμουν εκείνος που δεν δούλευε με ωράριο. Ακόμα θυμάμαι την εφιαλτική πρώτη φορά που την πήγα μόνος βόλτα, και δεν ήξερα τι να κάνω. Έμαθα με τον καιρό -με έμαθε εκείνη, δηλαδή. Με τον καιρό εξαφανίστηκε και η "σιχασιά", σταμάτησα και το εμμονικό πλύσιμο των χεριών έπειτα από κάθε επαφή μαζί της, συνήθισα τη μυρωδιά της.

Η Φάτσα το έκανε πολύ εύκολο για μένα: δεν ζητούσε τίποτα, δεν λέρωνε αν αργούσα να την πάω βόλτα, ή αν -σπάνια- δεν την πήγαινα καθόλου. Ούτε τα αμόλαγε στο πεζοδρόμιο: μόνο στο χώμα. Στο δάσος της Πανεπιστημιούπολης, όπου την έβγαζα, μου έφερε και νέους φίλους. Υπήρχε μια παρέα ανθρώπων με τα σκυλιά τους, που βλεπόμασταν κάθε πρωί. Με τον Χρήστο, που είχε τη Λούση, ταιριάξαμε πολύ: κάναμε ατέλειωτες βόλτες, και ατέλειωτες συζητήσεις. Δέσαμε μεταξύ μας, όπως έδεσαν και τα σκυλιά μας.

Λίγα χρόνια μετά ήρθε στη ζωή μας και η Ελένη. Τη συστήσαμε στη Φάτσα την πρώτη στιγμή που μπήκε στο σπίτι, κι έκτοτε η "κουραδομηχανή" που ξέραμε έγινε κέρβερος: δεν τολμούσε κανείς άγνωστος να πλησιάσει το μωρό, μέσα ή έξω από το σπίτι, όποτε η Φάτσα ήταν παρούσα. Αργότερα ο σκύλος έγινε παρέα και παιχνίδι για τη μικρή, τράβηξε διάφορα απ' τα αδέξια χεράκια της, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ.


Η Φάτσα ταξίδεψε μαζί μας, σε θάλασσες, ποτάμια, βουνά και νησιά. Ήταν εκεί, σε βραδινές μαζώξεις, σε γιορτές, σε συναντήσεις με φίλους. Την ήξεραν όλοι ως μέρος της οικογένειας και της ευρύτερης παρέας.

Όταν μετακομίσαμε στη Σπάρτη, έλεγα αστειευόμενος ότι η Φάτσα ήρθε στην εξοχή για να χαρεί τη σύνταξή της. Ο χρόνος έδειχνε τα σημάδια του πάνω της, κι εγώ τα έβλεπα πιο καθαρά, έχοντας ζήσει σε απόσταση τις τρεις χρονιές της Σαντορίνης. Αλλά το τέλος που είχε -και το πόσο ραγδαία προχώρησε- δεν το φανταζόταν κανείς μας. Μόλις το προηγούμενο βράδυ, πριν αρχίσει το μακελειό, βγάζοντάς τη βόλτα το βράδυ, συνάντησα έναν παλιό μου συμμαθητή. Όταν του είπα την ηλικία της ένιωσε έκπληξη. "Καθόλου δεν της φαίνεται".

Μπορεί να μη μάθαμε ποτέ την ακριβή ημερομηνία της γέννησής της, αλλά τη μέρα που πέθανε θα τη θυμόμαστε: 17 Σεπτεμβρίου. Την παραμονή, σε μια τελευταία έκλαμψή της, μου έδωσε όσα φιλάκια μου χρώσταγε, και μερικά ακόμα για τον δρόμο.

Όταν ξεψύχησε, την τυλίξαμε σε μια κουβέρτα, κι αρχίσαμε να ψάχνουμε μέρος να τη θάψουμε. Καταλήξαμε σε ένα χέρσο χωράφι, κοντά στο σπίτι, δίπλα στο ποτάμι. Γεμάτο πέτρες ήταν το μέρος, η τσάπα δεν έσκαβε, χρειάστηκε ώρα για να ανοίξω έναν λάκκο, ρηχό. Την έβαλα μέσα, κι ήταν σαν να κοιμόταν.

Είναι λυτρωτικό να θάβεις τους νεκρούς σου, αυτό κατάλαβα. Το σκάψιμο είναι σαν μάχη, σαν πόλεμος. Η ένταση και ο ιδρώτας ξεπλένουν τον πόνο. Το σώμα σου νιώθει κάθε χτύπημα, έρχεσαι σε επαφή μαζί του με τρόπο που είχες ξεχάσει ότι υπάρχει. Νιώθεις, και διώχνεις.

Οι συμβουλές λένε να πάρεις γρήγορα άλλον σκύλο. Εμείς μάλλον δεν θα τις ακολουθήσουμε. Η Φάτσα μάς πρόσφερε τόσα, έπαιξε τέτοιον ρόλο στη ζωή μας, έγινε τόσο πολύ μία από εμάς, που θέλουμε να αφήσουμε προς το παρόν κενή τη θέση της. Θα ήταν, άλλωστε, άδικο και για τον όποιο "αντικαταστάτη" της, αν ποτέ υπάρξει, να έρθει σύντομα στο σπίτι μας.

Το "ουδείς αναντικατάστατος" είναι σοφό. Αλλά δεν ισχύει πραγματικά.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα αντίο στον Μίκη Θεοδωράκη (1925-2021)

Τα τραγούδια του υπήρχαν γύρω μου από πάντα. Μου τα τραγουδούσε ο πατέρας μου στο Αμβούργο, ηχούσαν σε κάποιο πολιτιστικό κέντρο όπου συγκεντρώνονταν οι Έλληνες της πόλης, τα τραγουδούσαμε έπειτα, στην Ελλάδα, στο σχολείο, στις επετείους του Πολυτεχνείου, έπαιζαν από δίσκους και από το ραδιόφωνο. Η αρχέγονη ανατριχίλα όποτε ηχεί το "Ένα Το Χελιδόνι" δεν υποχωρεί, όσα χρόνια κι αν περάσουν από την πρώτη φορά.

Σταδιακά ανακάλυψα ότι οι μελωδίες του αφορούσαν τους Beatles και τους Κατσιμιχαίους, ότι το όνομά του έμπαινε σε τραγούδια του Σαββόπουλου και του Χάρρυ Κλυνν, ότι το έργο του τρύπωνε σε όσα σκάρωναν ο Δεληβοριάς και ο The Boy. Τη νύχτα που τελείωνε ο κόσμος, δυο φίλοι με παρηγόρησαν με το οργανικό "Χαρταετοί" -είχα τις αντοχές να ρωτήσω.

Πέρα από τα τραγούδια, ο Θεοδωράκης είναι για μένα εκείνος ο σταρ, η επιβλητική φιγούρα που στέκει επί σκηνής και ξεσηκώνει την ορχήστρα και το πλήθος, σε κάτι ασπρόμαυρα βίντεα από τις συναυλίες που έδωσε μετά την πτώση της Χούντας. Σε κάποια από αυτές, στο στάδιο Καραϊσκάκη, ήταν, λέει, εκεί -άγνωστοι ακόμα μεταξύ τους- και η μάνα μου και ο πατέρας μου.

Εγώ δεν είχα την τύχη να τον δω ζωντανά. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '90, τότε που μοιράστηκε με τον έτερο "πυλώνα" μια συναυλιακή πρωτοβουλία ενάντια στα ναρκωτικά, ανηφόρισα μαζί με τους δικούς μου για το Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο ελπίζοντας ότι θα τους δω μαζί στη σκηνή. Τελικά, ήταν μόνο ο Χατζιδάκις παρών, με την Ορχήστρα Των Χρωμάτων. Χρόνια αργότερα, φτάνοντας καθυστερημένος στη συνέντευξη τύπου για τη Σούμα του Σαββόπουλου, κάπου στη Στοά Του Βιβλίου, τον είδα να περνάει από δίπλα μου υποβασταζόμενος, και σοκαρίστηκα από το μέγεθος του κορμιού του.

Συνεκτικές προσωπικότητες δεν υπάρχουν. Κι αν θες, κι αν ψάξεις αρκετά, θα βρεις πολλά που να μη σου αρέσουν στον Μίκη -όπως θα βρεις και στον Γκάντι ή στον Χριστό. Διάβασα και άκουσα πολλές ιστορίες για κείνον· πολλές κολακευτικές, κάμποσες όχι και τόσο. Όλες έχουν το ενδιαφέρον τους, όλες χρειάζονται για να φτιάξεις μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για τον άνθρωπο. Αλλά και για την εικόνα του συνθέτη, χρειάζεται να λάβεις υπόψη σου όλους του δίσκους, όλα τα έργα. Όχι μόνο εκείνα που όλοι βάζουν να παίξουν αυτές τις μέρες, αλλά και τα άλλα, αυτά που ελάχιστοι ακούν εδώ και δεκαετίες, και που πιθανότατα κανείς στο μέλλον δεν θα μνημονεύει.

Δεν τους έχω ακούσει όλους τους δίσκους, δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία και τα άρθρα, δεν έχω δει όλες τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Το μεγαλείο, όμως, δεν το αμφισβητώ -πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Είναι πολλές δεκάδες τα τραγούδια του Θεοδωράκη που παίζουν μέσα στο κεφάλι μου χωρίς τη θέλησή μου, που μου μαθαίνουν τη ζωή, που μου εξηγούν την αγάπη και τον θάνατο.

Αλλά δεν θα τα μάθουν όλοι αυτά από τον Θεοδωράκη. Θα ήταν ανώμαλο ο μέσος σημερινός έφηβος να ενδιαφερόταν το ίδιο με εμένα για αυτά τα τραγούδια. Η κάθε εποχή δημιουργεί τους εκφραστές της, και κάθε επόμενη έρχεται για να τους αντικαταστήσει με τους δικούς της. Δεν είναι καλό ή κακό αυτό· είναι πραγματικό. Κάθε ύπαρξη είναι καταδικασμένη, προορισμένη για τον αφανισμό της.

Το τέλος της ύπαρξης του ανθρώπου Μίκη Θεοδωράκη δεν με βρήκε απροετοίμαστο, ούτε με ταρακούνησε. Δεν τον έκλαψα· όχι τώρα. Όπως και πολλούς από τους ήρωές μου, τον πένθησα σταδιακά. Έζησα τον θάνατό του μέσα στα χρόνια· τον αποχαιρέτησα σιωπηλά, προσωπικά.

Αλλά η ύπαρξη έχει αμέτρητα επίπεδα. Κι ο Μίκης, εκτός απ' το δικό του σώμα, κατοίκησε -και θα κατοικήσει- τα σώματα εκατομμυρίων άλλων. Μακάρι να το κατάλαβε, να το ένιωσε αυτό, σε κάποια στιγμή της ζωής του.

Μακάρι κάποτε να χόρτασε από το πόσοι πολλοί του χρωστάμε· κι από το πόσα πολλά.

* Φωτογραφία από εδώ.

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Φαληρέας/Βάκης - ανθολογίες μουσικογραφιάδων

Συνεχίζοντας την καταβύθισή μου στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, με εστίαση κυρίως στην περίοδο από το 1978 και μετά, διάβασα πρόσφατα δύο βιβλία που ανθολογούν το έργο ανθρώπων της γραφής περί τα μουσικά.

Η Χαριστική Βολή (Ιστός, 2011) είναι ένα έργο αγάπης προς το πρόσωπο του Τάσου Φαληρέα, ενός ανθρώπου που καταπιάστηκε με τη μουσική από πολλά διαφορετικά πόστα: underground κήρυκας του ροκ, αρθρογράφος σε διάφορα έντυπα (Τζαζ, Ντέφι, Ήχος και αλλού), δισκοπώλης (στο θρυλικό Pop Eleven που έτρεχε μαζί με τον αδερφό του, Γρηγόρη), στέλεχος δισκογραφικών εταιρειών (Lyra, Columbia, CBS), εταιρειάρχης (Αφοί Φαληρέα, επίσης μαζί με τον Γρηγόρη), παράγοντας γενικότερων ζυμώσεων. Με την επιμέλεια του Μανόλη Σαββίδη συγκεντρώνονται εδώ πολλά από τα κείμενα που υπέγραψε το διάστημα 1965-1999, αλλά και κάποια λογοτεχνικής ροπής (ανέκδοτα τα περισσότερα), συν κάποιες μπασκετικές αναλύσεις του (υπήρξε άλλωστε και δεινός αθλητής). Ως εισαγωγή, υπάρχουν κάποια κείμενα φίλων του, από τα οποία προκύπτει ότι για εκείνους (και για άλλους προφανώς) ο Φαληρέας υπήρξε πρόσωπο μυθικό. Στο επίμετρο, τέλος, βρίσκουμε κάποιες από τις (σπάνιες) συνεντεύξεις που παραχώρησε σε δημοσιογράφους.

Πριν την ανάγνωση δεν γνώριζα παρά ελάχιστα για τον Φαληρέα. Είχα συναντήσει βεβαίως αρκετές φορές το όνομά του σε περιοδικά και βιβλία, ήξερα ότι ευθυνόταν για την ανακάλυψη των Φατμέ, κι αυτό πάνω κάτω ήταν όλο. Για την αξία του βιβλίου, όμως, είχα ενημερωθεί εγκαίρως: ο Φοίβος Δεληβοριάς, το 2011 που είχαμε πρωτογνωριστεί, μού είχε αναφέρει ότι η ματιά του Φαληρέα πάνω σε διάφορα πρόσωπα του μουσικού χώρου ήταν πολύ ενδιαφέρουσα κι ότι έπρεπε να το διαβάσω. Έστω και με 10 χρόνια καθυστέρηση, την ακολούθησα τη συμβουλή του, και δεν το μετάνιωσα καθόλου.

Ο Φαληρέας έγραφε με πάθος, κι αν είναι ένα χαρακτηριστικό που ψάχνω στα κάθε είδους διαβάσματά μου, είναι αυτό. Ίσως μοιάζει επικίνδυνο το πάθος, κι όντως μπορεί να αποβεί τέτοιο -αν και δεν είναι όλα τα πάθη ίδια. Τέλος πάντων, ο παθιασμένος τρόπος του Φαληρέα μού αρέσει, και μου θύμισε πόσο αδιάφορα και πεζά είναι τα περισσότερα σημερινά γραπτά στον μουσικό τύπο. Φταίει και η εποχή σαφώς: η όλη πολιτική ορθότητα που επικράτησε τελευταία έχει λειτουργήσει και αρνητικά, σε ό,τι αφορά κάποια τέτοια ζητήματα. Αλλά είναι κυρίως που ο Φαληρέας ήταν ένας άνθρωπος με μόρφωση και προσλαμβάνουσες, και είχε τη δυνατότητα να βάλει τις λέξεις σε τροχιές ρέουσες και ενδιαφέρουσες. Η πλειοψηφία των σημερινών δημοσιογραφούντων στον χώρο ας μην πούμε καλύτερα τι προσόντα έχουν συνήθως, κι ας ζουν μέσα σε πακτωλούς πληροφορίας...

Οπωσδήποτε, κάποιες εκτιμήσεις και θέσεις του Τάσου Φαληρέα, για ανθρώπους και φαινόμενα της τέχνης και της πολιτικής, μοιάζουν σήμερα αφελείς, ή και ακραίες ακόμη. Όμως, μακριά από εμάς η μαλακία περί δικαίωσης που φέρνει μόνο ο χρόνος. Όντας μέσα στα πράγματα, στο μάλε βράσε τους, ο Φαληρέας υπηρέτησε αποτελεσματικά -και απολαυστικά- το γράφειν περί μουσικής. Πέραν αυτού, η Χαριστική Βολή διαβάζεται και ως πολύτιμο ντοκουμέντο μιας ολόκληρης εποχής: η ατμόσφαιρα και τα πρόσωπά της ξεπηδούν ολοζώντανα μέσα από τις σελίδες της. Διαβάστε εδώ και μια σχετική κριτική από τον Αντώνη Ξαγά, έναν από τους λίγους πραγματικά ενδιαφέροντες μουσικογραφιάδες του σήμερα.

Το Ένα Παλιό Πικάπ Dual Με Το Ηχείο Για Καπάκι (Εύμαρος, 2019) είναι μια άλλου τύπου ανθολόγηση, από την άποψη ότι είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που επέλεξε τα κείμενα, μέσα από ένα χρονικό υποσύνολο της δράσης του. Ο Αλέξης Βάκης έδρασε δημοσιογραφικά στην αμέσως επόμενη του θανάτου του Φαληρέα εποχή (τα κείμενα εδώ προέρχονται από το διάστημα 2003-2015), και μέσα από τα μόλις 36 άρθρα που επέλεξε να συμπεριλάβει στο βιβλίο του προκύπτει ως ένας αρκετά διαφορετικός εκείνου γραφιάς.

Είναι πολύ λιγότερο "χρονικογράφος" ο Βάκης, δηλαδή, και περισσότερο ψύχραιμος αποτιμητής παλαιότερων μορφών και έργων. (Ξανα)διαβάζουμε εδώ την ενδιαφέρουσα ματιά του στη γαλλική περιπέτεια του Γιάννη Σπανού, και στη νεανική δράση του Μάνου Χατζιδάκι στην ΕΠΟΝ, απολαμβάνουμε τις απόπειρές του να εξηγηθεί η αξία του πρώιμου έργου του Σταύρου Ξαρχάκου και τις αναδρομές του στην ιστορία του λαϊκού και του ελαφρού τραγουδιού. Υπάρχουν όμως και κάποια κείμενα που επιχειρηματολογούν για σύγχρονά τους θέματα, όπως το φαινόμενο της ραδιοφωνικής playlist, ο ρόλος και η αξία των τραγουδοποιών κ.ά., καθώς και μια συνέντευξη του Βάκη στον Στυλιανό Τζιρίτα. Τον πρόλογο υπογράφει ο Φοίβος Δεληβοριάς, ένας καλλιτέχνης που, ομολογουμένως, θα ήταν ένας έξοχος γραφιάς, αν δεν είχε διαλέξει την τραγουδοποιία.

Το απόλαυασα το βιβλίο του Αλέξη Βάκη, αν και νομίζω θα ήθελα να διέπεται από μια λιγότερο "αυστηρή" επιλογή. Έχω την εντύπωση ότι ο Βάκης έγραψε πολλά περισσότερα κείμενα όλα αυτά τα χρόνια, κι ότι θα μπορούσε να συμπεριλάβει κάποια ακόμα στο βιβλίο. Η ματιά του, άλλωστε, είναι πολύτιμη, δεδομένου ότι είναι ο ίδιος συνθέτης, ενορχηστρωτής και μουσικός. Φυσικά μπορεί να ακολουθήσει κάποιος επόμενος τόμος στο μέλλον. Νομίζω επίσης μεγάλο ενδιαφέρον θα είχε μια σταχυολογημένη αποτύπωση των συνεντεύξεων που έχει συλλέξει ως ραδιοφωνικός παραγωγός στις εκπομπές του όλα αυτά τα χρόνια.

Ας αναφερθώ, όμως, εδώ και σε μια πιο προσωπική μου "εμπλοκή" με το πόνημα του Αλέξη Βάκη, καθώς είναι το πρώτο βιβλίο -απ' όσο ξέρω- όπου αναφέρεται το όνομά μου. Συγκεκριμένα, στο άρθρο με τίτλο "Πράσινοι και Βένετοι | Οι -διακριτές- έννοιες του συνθέτη και του τραγουδοποιού στο σημερινό περιβάλλον", ο Βάκης αναφέρεται σε πράγματα που είχα γράψει σε διαδικτυακή μας κόντρα, κάτω από αναδημοσίευση του άρθρου του με τίτλο "Ο Θεός και οι Καίσαρες | Οι συνθέτες, οι τραγουδοποιοί και οι ενδιάμεσοι εμπλεκόμενοι" (υπάρχει επίσης στο βιβλίο) στο μπλογκ Μουσικά Προάστια. Τη φασαρία την είχα ξεκινήσει εγώ, σχολιάζοντας -απρεπώς, θα έλεγε κανείς-, για να ακολουθήσει μια τεταμένη στιχομυθία, η οποία έπειτα συνεχίστηκε από τον Αλέξη στο προαναφερθέν άρθρο του (δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό Μετρονόμος), κι από εμένα σε άρθρο μου που στο e-orfeas.gr (δεν υπάρχει πια online, δυστυχώς). Η όλη παρεξήγηση έληξε επισήμως κάποια χρόνια μετά, όταν ο Βάκης, ως ανώτερος άνθρωπος, με κάλεσε στην εκπομπή του Στο Κόκκινο, για να μιλήσουμε και να παρουσιάσουμε το πρώτο μου άλμπουμ. Λυπάμαι μόνο που δεν κατάφερα να έχω στο αρχείο μου την ηχογράφηση εκείνης της εκπομπής.

Κάποιοι κατά καιρούς αμφιβάλλουν για το αν έχει νόημα η ύπαρξη εκδόσεων σαν τις προαναφερθείσες, που συγκεντρώνουν κείμενα που γράφτηκαν για τις ανάγκες του περιοδικού τύπου (εδώ και εδώ δύο αντιφατικά παραδείγματα με την ίδια προέλευση). Προσωπικά, βρίσκω τέτοιους προβληματισμούς ανεδαφικούς: η ανάγκη ύπαρξης πηγάζει πρώτα από τον πομπό, οι υπόλοιποι ας αρκεστούμε στην επί της ουσίας κριτική. Νομίζω, μάλιστα, ότι έχουμε πολύ λίγα τέτοια βιβλία, ότι χρειαζόμαστε κι άλλες τέτοιες ανθολογίες. Θα έτρεχα, δηλαδή, αμέσως να αγοράσω ένα βιβλίο με τα καλύτερα κείμενα του Αργύρη Ζήλου ή του Μάρκου Φράγκου, για να αναφέρω μόνο δύο εξαιρετικές περιπτώσεις. Ελπίζω κάποιος "αρμόδιος" να διαβάζει τώρα και να το σκέφτεται ήδη.

* Φωτογραφίες από εδώ και εδώ. Το κολάζ φτιάχτηκε με το https://www.befunky.com/.

Τρίτη 10 Αυγούστου 2021

Ό,τι Αγαπάς Θα Χαθεί


Ο Άνθρωπος:  Θέλω να ζήσω

                      θέλω ν' αδράξω τη στιγμή

                      και ν' αψηφήσω

                      το τέλος μου και την αρχή.


Η Νέμεση:       Ό,τι αγαπάς θα χαθεί

                      μες στη χειμωνιάτικη αχλή.

                      Ό,τι λατρεύεις και θες

                      θα ριχτεί στις φλόγες.


Ο Άνθρωπος:  Δώσε μου μέρες

                      δώσε μου ώρες και λεπτά

                      και θα σου φτιάξω

                      μία αιωνιότητα.


Η Νέμεση:       Ό,τι αγαπάς θα θαφτεί

                      βαθιά στην άκαρπη γη.

                      Ό,τι λατρεύεις και θες

                      να ρίχνεται στις φλόγες δες.


Ο Άνθρωπος:  Θέλω να ζήσω

                      να διαψεύσω τον χρησμό

                      να ξεγλιστρήσω

                      απ' του Χρόνου τον ναό.


Η Νέμεση:       Ό,τι αγαπάς θα χαθεί

                      μες στη χειμωνιάτικη αχλή.

                      Ό,τι λατρεύεις και θες

                      θα ριχτεί στις φλόγες.


Εμπνευσμένο από το ομώνυμο διήγημα του Stephen King, που περιέχεται στη συλλογή Όλα Είναι Δυνατά (εκδόσεις Bell, 2009).

* Φωτογραφία του Νικόλα Οικονόμου, από εδώ

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

Διάλογος με την κόρη μου LIII

Προχθές το βραδάκι, στο αυτοκίνητο, καθώς επιστρέφαμε από το κολυμβητήριο:

- Μαμά, ξέρεις γιατί συνεχίζω το κολυμβητήριο;
- Γιατί;
- Γιατί είναι η καριέρα μου. Πηγαίνω τόσα χρόνια και θα μου φαινόταν περίεργο να σταματήσω.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

Πολύ Μεγάλες Αλήθειες XLI

 Χωρίς πολλά λόγια, χτυπώντας στο ψαχνό, λέγοντας τα πράγματα όπως τα νιώθω...

Η Κόλαση είναι οι άλλοι.

Αλλά κι ο Παράδεισος, πάλι εκείνοι είναι._

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Διάλογος με την κόρη μου LII

 

Απόψε, παίζοντας μαζί μπάσκετ στο γηπεδάκι του Αγιο-Νικόλα, όπου έπαιζα κι εγώ ως παιδί, σχολίαζε το νέο της απόκτημα, ένα μαύρο-κόκκινο σετάκι που αφήνει να φαίνεται η κοιλιά της:

-Αυτά είναι η νέα μόδα. Εσείς έχετε μείνει πίσω.
-Μα τι λες; Αυτά υπήρχαν και τότε που ήμασταν εμείς παιδιά, κι ακόμα πιο πριν.
- Και δεν τα παίρνατε;! Δεν είστε με τα καλά σας!

* Παλαιότερη φωτογραφία, από την πρώτη φετινή μας μπασκετική εξόρμηση

Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

Διάλογος με την κόρη μου LI

 

Σήμερα το απόγευμα, καθώς περπατούσαμε προς το φροντιστήριο αγγλικών, και αφού είδε να με χαιρετά ένας παλιός γνώριμος:
- Ποιος ήταν αυτός;
- Ένας παλιός φίλος. Έχει και έναν δίδυμο αδερφό.
- Και πώς ήξερες ότι ήταν αυτός και όχι ο άλλος;
- Τους μπερδεύω λίγο, αλλά όποιος κι αν ήταν, τους ξέρω και τους δύο, τραγουδούσαμε μαζί σε μια χορωδία.
- Όλοι σε ξέρουν.
- Ε, όχι και όλοι...
- Σου αρέσει που είσαι διάσημος;
- Πού το ξέρεις εσύ αν είμαι διάσημος;
- Σε ξέρουν όλοι, έχεις τραγούδια σου στο YouTube, έχεις βγάλει δίσκους -τους έχεις πουλήσει τους δίσκους, έτσι δεν είναι;-, έχεις τραγουδήσει σε τόσο κόσμο με χορωδίες... Είσαι πιο διάσημος κι απ' τον μπαμπά της Π., που είναι πυροσβέστης. Βασικά, με την Π. ψάξαμε το όνομά σου στο ίντερνετ. Μετά βάλαμε και του μπαμπά της, αλλά δεν έβγαλε τίποτα. Μόνο έναν με το ίδιο όνομα, που δουλεύει σε πιτόγυρα.



Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες