Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα αντίο στον Μίκη Θεοδωράκη (1925-2021)

Τα τραγούδια του υπήρχαν γύρω μου από πάντα. Μου τα τραγουδούσε ο πατέρας μου στο Αμβούργο, ηχούσαν σε κάποιο πολιτιστικό κέντρο όπου συγκεντρώνονταν οι Έλληνες της πόλης, τα τραγουδούσαμε έπειτα, στην Ελλάδα, στο σχολείο, στις επετείους του Πολυτεχνείου, έπαιζαν από δίσκους και από το ραδιόφωνο. Η αρχέγονη ανατριχίλα όποτε ηχεί το "Ένα Το Χελιδόνι" δεν υποχωρεί, όσα χρόνια κι αν περάσουν από την πρώτη φορά.

Σταδιακά ανακάλυψα ότι οι μελωδίες του αφορούσαν τους Beatles και τους Κατσιμιχαίους, ότι το όνομά του έμπαινε σε τραγούδια του Σαββόπουλου και του Χάρρυ Κλυνν, ότι το έργο του τρύπωνε σε όσα σκάρωναν ο Δεληβοριάς και ο The Boy. Τη νύχτα που τελείωνε ο κόσμος, δυο φίλοι με παρηγόρησαν με το οργανικό "Χαρταετοί" -είχα τις αντοχές να ρωτήσω.

Πέρα από τα τραγούδια, ο Θεοδωράκης είναι για μένα εκείνος ο σταρ, η επιβλητική φιγούρα που στέκει επί σκηνής και ξεσηκώνει την ορχήστρα και το πλήθος, σε κάτι ασπρόμαυρα βίντεα από τις συναυλίες που έδωσε μετά την πτώση της Χούντας. Σε κάποια από αυτές, στο στάδιο Καραϊσκάκη, ήταν, λέει, εκεί -άγνωστοι ακόμα μεταξύ τους- και η μάνα μου και ο πατέρας μου.

Εγώ δεν είχα την τύχη να τον δω ζωντανά. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '90, τότε που μοιράστηκε με τον έτερο "πυλώνα" μια συναυλιακή πρωτοβουλία ενάντια στα ναρκωτικά, ανηφόρισα μαζί με τους δικούς μου για το Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο ελπίζοντας ότι θα τους δω μαζί στη σκηνή. Τελικά, ήταν μόνο ο Χατζιδάκις παρών, με την Ορχήστρα Των Χρωμάτων. Χρόνια αργότερα, φτάνοντας καθυστερημένος στη συνέντευξη τύπου για τη Σούμα του Σαββόπουλου, κάπου στη Στοά Του Βιβλίου, τον είδα να περνάει από δίπλα μου υποβασταζόμενος, και σοκαρίστηκα από το μέγεθος του κορμιού του.

Συνεκτικές προσωπικότητες δεν υπάρχουν. Κι αν θες, κι αν ψάξεις αρκετά, θα βρεις πολλά που να μη σου αρέσουν στον Μίκη -όπως θα βρεις και στον Γκάντι ή στον Χριστό. Διάβασα και άκουσα πολλές ιστορίες για κείνον· πολλές κολακευτικές, κάμποσες όχι και τόσο. Όλες έχουν το ενδιαφέρον τους, όλες χρειάζονται για να φτιάξεις μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για τον άνθρωπο. Αλλά και για την εικόνα του συνθέτη, χρειάζεται να λάβεις υπόψη σου όλους του δίσκους, όλα τα έργα. Όχι μόνο εκείνα που όλοι βάζουν να παίξουν αυτές τις μέρες, αλλά και τα άλλα, αυτά που ελάχιστοι ακούν εδώ και δεκαετίες, και που πιθανότατα κανείς στο μέλλον δεν θα μνημονεύει.

Δεν τους έχω ακούσει όλους τους δίσκους, δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία και τα άρθρα, δεν έχω δει όλες τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Το μεγαλείο, όμως, δεν το αμφισβητώ -πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Είναι πολλές δεκάδες τα τραγούδια του Θεοδωράκη που παίζουν μέσα στο κεφάλι μου χωρίς τη θέλησή μου, που μου μαθαίνουν τη ζωή, που μου εξηγούν την αγάπη και τον θάνατο.

Αλλά δεν θα τα μάθουν όλοι αυτά από τον Θεοδωράκη. Θα ήταν ανώμαλο ο μέσος σημερινός έφηβος να ενδιαφερόταν το ίδιο με εμένα για αυτά τα τραγούδια. Η κάθε εποχή δημιουργεί τους εκφραστές της, και κάθε επόμενη έρχεται για να τους αντικαταστήσει με τους δικούς της. Δεν είναι καλό ή κακό αυτό· είναι πραγματικό. Κάθε ύπαρξη είναι καταδικασμένη, προορισμένη για τον αφανισμό της.

Το τέλος της ύπαρξης του ανθρώπου Μίκη Θεοδωράκη δεν με βρήκε απροετοίμαστο, ούτε με ταρακούνησε. Δεν τον έκλαψα· όχι τώρα. Όπως και πολλούς από τους ήρωές μου, τον πένθησα σταδιακά. Έζησα τον θάνατό του μέσα στα χρόνια· τον αποχαιρέτησα σιωπηλά, προσωπικά.

Αλλά η ύπαρξη έχει αμέτρητα επίπεδα. Κι ο Μίκης, εκτός απ' το δικό του σώμα, κατοίκησε -και θα κατοικήσει- τα σώματα εκατομμυρίων άλλων. Μακάρι να το κατάλαβε, να το ένιωσε αυτό, σε κάποια στιγμή της ζωής του.

Μακάρι κάποτε να χόρτασε από το πόσοι πολλοί του χρωστάμε· κι από το πόσα πολλά.

* Φωτογραφία από εδώ.

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2021

Φαληρέας/Βάκης - ανθολογίες μουσικογραφιάδων

Συνεχίζοντας την καταβύθισή μου στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, με εστίαση κυρίως στην περίοδο από το 1978 και μετά, διάβασα πρόσφατα δύο βιβλία που ανθολογούν το έργο ανθρώπων της γραφής περί τα μουσικά.

Η Χαριστική Βολή (Ιστός, 2011) είναι ένα έργο αγάπης προς το πρόσωπο του Τάσου Φαληρέα, ενός ανθρώπου που καταπιάστηκε με τη μουσική από πολλά διαφορετικά πόστα: underground κήρυκας του ροκ, αρθρογράφος σε διάφορα έντυπα (Τζαζ, Ντέφι, Ήχος και αλλού), δισκοπώλης (στο θρυλικό Pop Eleven που έτρεχε μαζί με τον αδερφό του, Γρηγόρη), στέλεχος δισκογραφικών εταιρειών (Lyra, Columbia, CBS), εταιρειάρχης (Αφοί Φαληρέα, επίσης μαζί με τον Γρηγόρη), παράγοντας γενικότερων ζυμώσεων. Με την επιμέλεια του Μανόλη Σαββίδη συγκεντρώνονται εδώ πολλά από τα κείμενα που υπέγραψε το διάστημα 1965-1999, σε διάφορα μουσικά έντυπα (Ντέφι, Ήχος, Τζαζ, ???), αλλά και κάποια λογοτεχνικής ροπής (ανέκδοτα τα περισσότερα), συν κάποιες μπασκετικές αναλύσεις του (υπήρξε άλλωστε και δεινός αθλητής). Ως εισαγωγή, υπάρχουν κάποια κείμενα φίλων του, από τα οποία προκύπτει ότι για εκείνους (και για άλλους προφανώς) ο Φαληρέας υπήρξε πρόσωπο μυθικό. Στο επίμετρο, τέλος, βρίσκουμε κάποιες από τις (σπάνιες) συνεντεύξεις που παραχώρησε σε δημοσιογράφους.

Πριν την ανάγνωση δεν γνώριζα παρά ελάχιστα για τον Φαληρέα. Είχα συναντήσει βεβαίως αρκετές φορές το όνομά του σε περιοδικά και βιβλία, ήξερα ότι ευθυνόταν για την ανακάλυψη των Φατμέ, κι αυτό πάνω κάτω ήταν όλο. Για την αξία του βιβλίου, όμως, είχα ενημερωθεί εγκαίρως: ο Φοίβος Δεληβοριάς, το 2011 που είχαμε πρωτογνωριστεί, μού είχε αναφέρει ότι η ματιά του Φαληρέα πάνω σε διάφορα πρόσωπα του μουσικού χώρου ήταν πολύ ενδιαφέρουσα κι ότι έπρεπε να το διαβάσω. Έστω και με 10 χρόνια καθυστέρηση, την ακολούθησα τη συμβουλή του, και δεν το μετάνιωσα καθόλου.

Ο Φαληρέας έγραφε με πάθος, κι αν είναι ένα χαρακτηριστικό που ψάχνω στα κάθε είδους διαβάσματά μου, είναι αυτό. Ίσως μοιάζει επικίνδυνο το πάθος, κι όντως μπορεί να αποβεί τέτοιο -αν και δεν είναι όλα τα πάθη ίδια. Τέλος πάντων, ο παθιασμένος τρόπος του Φαληρέα μού αρέσει, και μου θύμισε πόσο αδιάφορα και πεζά είναι τα περισσότερα σημερινά γραπτά στον μουσικό τύπο. Φταίει και η εποχή σαφώς: η όλη πολιτική ορθότητα που επικράτησε τελευταία έχει λειτουργήσει και αρνητικά, σε ό,τι αφορά κάποια τέτοια ζητήματα. Αλλά είναι κυρίως που ο Φαληρέας ήταν ένας άνθρωπος με μόρφωση και προσλαμβάνουσες, και είχε τη δυνατότητα να βάλει τις λέξεις σε τροχιές ρέουσες και ενδιαφέρουσες. Η πλειοψηφία των σημερινών δημοσιογραφούντων στον χώρο ας μην πούμε καλύτερα τι προσόντα έχουν συνήθως, κι ας ζουν μέσα σε πακτωλούς πληροφορίας...

Οπωσδήποτε, κάποιες εκτιμήσεις και θέσεις του Τάσου Φαληρέα, για ανθρώπους και φαινόμενα της τέχνης και της πολιτικής, μοιάζουν σήμερα αφελείς, ή και ακραίες ακόμη. Όμως, μακριά από εμάς η μαλακία περί δικαίωσης που φέρνει μόνο ο χρόνος. Όντας μέσα στα πράγματα, στο μάλε βράσε τους, ο Φαληρέας υπηρέτησε αποτελεσματικά -και απολαυστικά- το γράφειν περί μουσικής. Πέραν αυτού, η Χαριστική Βολή διαβάζεται και ως πολύτιμο ντοκουμέντο μιας ολόκληρης εποχής: η ατμόσφαιρα και τα πρόσωπά της ξεπηδούν ολοζώντανα μέσα από τις σελίδες της. Διαβάστε εδώ και μια σχετική κριτική από τον Αντώνη Ξαγά, έναν από τους λίγους πραγματικά ενδιαφέροντες μουσικογραφιάδες του σήμερα.

Το Ένα Παλιό Πικάπ Dual Με Το Ηχείο Για Καπάκι (Εύμαρος, 2019) είναι μια άλλου τύπου ανθολόγηση, από την άποψη ότι είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που επέλεξε τα κείμενα, μέσα από ένα χρονικό υποσύνολο της δράσης του. Ο Αλέξης Βάκης έδρασε δημοσιογραφικά στην αμέσως επόμενη του θανάτου του Φαληρέα εποχή (τα κείμενα εδώ προέρχονται από το διάστημα 2003-2015), και μέσα από τα μόλις 36 άρθρα που επέλεξε να συμπεριλάβει στο βιβλίο του προκύπτει ως ένας αρκετά διαφορετικός εκείνου γραφιάς.

Είναι πολύ λιγότερο "χρονικογράφος" ο Βάκης, δηλαδή, και περισσότερο ψύχραιμος αποτιμητής παλαιότερων μορφών και έργων. (Ξανα)διαβάζουμε εδώ την ενδιαφέρουσα ματιά του στη γαλλική περιπέτεια του Γιάννη Σπανού, και στη νεανική δράση του Μάνου Χατζιδάκι στην ΕΠΟΝ, απολαμβάνουμε τις απόπειρές του να εξηγηθεί η αξία του πρώιμου έργου του Σταύρου Ξαρχάκου και τις αναδρομές του στην ιστορία του λαϊκού και του ελαφρού τραγουδιού. Υπάρχουν όμως και κάποια κείμενα που επιχειρηματολογούν για σύγχρονά τους θέματα, όπως το φαινόμενο της ραδιοφωνικής playlist, ο ρόλος και η αξία των τραγουδοποιών κ.ά., καθώς και μια συνέντευξη του Βάκη στον Στυλιανό Τζιρίτα. Τον πρόλογο υπογράφει ο Φοίβος Δεληβοριάς, ένας καλλιτέχνης που, ομολογουμένως, θα ήταν ένας έξοχος γραφιάς, αν δεν είχε διαλέξει την τραγουδοποιία.

Το απόλαυασα το βιβλίο του Αλέξη Βάκη, αν και νομίζω θα ήθελα να διέπεται από μια λιγότερο "αυστηρή" επιλογή. Έχω την εντύπωση ότι ο Βάκης έγραψε πολλά περισσότερα κείμενα όλα αυτά τα χρόνια, κι ότι θα μπορούσε να συμπεριλάβει κάποια ακόμα στο βιβλίο. Η ματιά του, άλλωστε, είναι πολύτιμη, δεδομένου ότι είναι ο ίδιος συνθέτης, ενορχηστρωτής και μουσικός. Φυσικά μπορεί να ακολουθήσει κάποιος επόμενος τόμος στο μέλλον. Νομίζω επίσης μεγάλο ενδιαφέρον θα είχε μια σταχυολογημένη αποτύπωση των συνεντεύξεων που έχει συλλέξει ως ραδιοφωνικός παραγωγός στις εκπομπές του όλα αυτά τα χρόνια.

Ας αναφερθώ, όμως, εδώ και σε μια πιο προσωπική μου "εμπλοκή" με το πόνημα του Αλέξη Βάκη, καθώς είναι το πρώτο βιβλίο -απ' όσο ξέρω- όπου αναφέρεται το όνομά μου. Συγκεκριμένα, στο άρθρο με τίτλο "Πράσινοι και Βένετοι | Οι -διακριτές- έννοιες του συνθέτη και του τραγουδοποιού στο σημερινό περιβάλλον", ο Βάκης αναφέρεται σε πράγματα που είχα γράψει σε διαδικτυακή μας κόντρα, κάτω από αναδημοσίευση του άρθρου του με τίτλο "Ο Θεός και οι Καίσαρες | Οι συνθέτες, οι τραγουδοποιοί και οι ενδιάμεσοι εμπλεκόμενοι" (υπάρχει επίσης στο βιβλίο) στο μπλογκ Μουσικά Προάστια. Τη φασαρία την είχα ξεκινήσει εγώ, σχολιάζοντας -απρεπώς, θα έλεγε κανείς-, για να ακολουθήσει μια τεταμένη στιχομυθία, η οποία έπειτα συνεχίστηκε από τον Αλέξη στο προαναφερθέν άρθρο του (δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό Μετρονόμος), κι από εμένα σε άρθρο μου που στο e-orfeas.gr (δεν υπάρχει πια online, δυστυχώς). Η όλη παρεξήγηση έληξε επισήμως κάποια χρόνια μετά, όταν ο Βάκης, ως ανώτερος άνθρωπος, με κάλεσε στην εκπομπή του Στο Κόκκινο, για να μιλήσουμε και να παρουσιάσουμε το πρώτο μου άλμπουμ. Λυπάμαι μόνο που δεν κατάφερα να έχω στο αρχείο μου την ηχογράφηση εκείνης της εκπομπής.

Κάποιοι κατά καιρούς αμφιβάλλουν για το αν έχει νόημα η ύπαρξη εκδόσεων σαν τις προαναφερθείσες, που συγκεντρώνουν κείμενα που γράφτηκαν για τις ανάγκες του περιοδικού τύπου (εδώ και εδώ δύο αντιφατικά παραδείγματα με την ίδια προέλευση). Προσωπικά, βρίσκω τέτοιους προβληματισμούς ανεδαφικούς: η ανάγκη ύπαρξης πηγάζει πρώτα από τον πομπό, οι υπόλοιποι ας αρκεστούμε στην επί της ουσίας κριτική. Νομίζω, μάλιστα, ότι έχουμε πολύ λίγα τέτοια βιβλία, ότι χρειαζόμαστε κι άλλες τέτοιες ανθολογίες. Θα έτρεχα, δηλαδή, αμέσως να αγοράσω ένα βιβλίο με τα καλύτερα κείμενα του Αργύρη Ζήλου ή του Μάρκου Φράγκου, για να αναφέρω μόνο δύο εξαιρετικές περιπτώσεις. Ελπίζω κάποιος "αρμόδιος" να διαβάζει τώρα και να το σκέφτεται ήδη.

* Φωτογραφίες από εδώ και εδώ. Το κολάζ φτιάχτηκε με το https://www.befunky.com/.

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2021

Ό,τι Αγαπάς Θα Χαθεί


Ο Άνθρωπος:  Θέλω να ζήσω

                      θέλω ν' αδράξω τη στιγμή

                      και ν' αψηφήσω

                      το τέλος μου και την αρχή.


Η Νέμεση:       Ό,τι αγαπάς θα χαθεί

                      μες στη χειμωνιάτικη αχλή.

                      Ό,τι λατρεύεις και θες

                      θα ριχτεί στις φλόγες.


Ο Άνθρωπος:  Δώσε μου μέρες

                      δώσε μου ώρες και λεπτά

                      και θα σου φτιάξω

                      μία αιωνιότητα.


Η Νέμεση:       Ό,τι αγαπάς θα θαφτεί

                      βαθιά στην άκαρπη γη.

                      Ό,τι λατρεύεις και θες

                      να ρίχνεται στις φλόγες δες.


Ο Άνθρωπος:  Θέλω να ζήσω

                      να διαψεύσω τον χρησμό

                      να ξεγλιστρήσω

                      απ' του Χρόνου τον ναό.


Η Νέμεση:       Ό,τι αγαπάς θα χαθεί

                      μες στη χειμωνιάτικη αχλή.

                      Ό,τι λατρεύεις και θες

                      θα ριχτεί στις φλόγες.


Εμπνευσμένο από το ομώνυμο διήγημα του Stephen King, που περιέχεται στη συλλογή Όλα Είναι Δυνατά (εκδόσεις Bell, 2009).

* Φωτογραφία του Νικόλα Οικονόμου, από εδώ

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2021

Διάλογος με την κόρη μου LIII

Προχθές το βραδάκι, στο αυτοκίνητο, καθώς επιστρέφαμε από το κολυμβητήριο:

- Μαμά, ξέρεις γιατί συνεχίζω το κολυμβητήριο;
- Γιατί;
- Γιατί είναι η καριέρα μου. Πηγαίνω τόσα χρόνια και θα μου φαινόταν περίεργο να σταματήσω.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021

Πολύ Μεγάλες Αλήθειες XLI

 Χωρίς πολλά λόγια, χτυπώντας στο ψαχνό, λέγοντας τα πράγματα όπως τα νιώθω...

Η Κόλαση είναι οι άλλοι.

Αλλά κι ο Παράδεισος, πάλι εκείνοι είναι._

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2021

Διάλογος με την κόρη μου LII

 

Απόψε, παίζοντας μαζί μπάσκετ στο γηπεδάκι του Αγιο-Νικόλα, όπου έπαιζα κι εγώ ως παιδί, σχολίαζε το νέο της απόκτημα, ένα μαύρο-κόκκινο σετάκι που αφήνει να φαίνεται η κοιλιά της:

-Αυτά είναι η νέα μόδα. Εσείς έχετε μείνει πίσω.
-Μα τι λες; Αυτά υπήρχαν και τότε που ήμασταν εμείς παιδιά, κι ακόμα πιο πριν.
- Και δεν τα παίρνατε;! Δεν είστε με τα καλά σας!

* Παλαιότερη φωτογραφία, από την πρώτη φετινή μας μπασκετική εξόρμηση

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021

Διάλογος με την κόρη μου LI

 

Σήμερα το απόγευμα, καθώς περπατούσαμε προς το φροντιστήριο αγγλικών, και αφού είδε να με χαιρετά ένας παλιός γνώριμος:
- Ποιος ήταν αυτός;
- Ένας παλιός φίλος. Έχει και έναν δίδυμο αδερφό.
- Και πώς ήξερες ότι ήταν αυτός και όχι ο άλλος;
- Τους μπερδεύω λίγο, αλλά όποιος κι αν ήταν, τους ξέρω και τους δύο, τραγουδούσαμε μαζί σε μια χορωδία.
- Όλοι σε ξέρουν.
- Ε, όχι και όλοι...
- Σου αρέσει που είσαι διάσημος;
- Πού το ξέρεις εσύ αν είμαι διάσημος;
- Σε ξέρουν όλοι, έχεις τραγούδια σου στο YouTube, έχεις βγάλει δίσκους -τους έχεις πουλήσει τους δίσκους, έτσι δεν είναι;-, έχεις τραγουδήσει σε τόσο κόσμο με χορωδίες... Είσαι πιο διάσημος κι απ' τον μπαμπά της Π., που είναι πυροσβέστης. Βασικά, με την Π. ψάξαμε το όνομά σου στο ίντερνετ. Μετά βάλαμε και του μπαμπά της, αλλά δεν έβγαλε τίποτα. Μόνο έναν με το ίδιο όνομα, που δουλεύει σε πιτόγυρα.



Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Γερμανός/Ρασούλης/Μικρούτσικος/Νταλάρας - τέσσερα βιβλία

Καθώς έχω μπει στα βαθιά, κυνηγώντας αυθεντικές μαρτυρίες, προκειμένου να καταγράψω τις ιστορίες κάποιων ιστορικών -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας, έχω ξεκινήσει και μια παράλληλη έρευνα στη σχετική βιβλιογραφία. Τους τελευταίους μήνες, λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων πηγών, διάβασα και τα παρακάτω τέσσερα βιβλία, καθένα από τα οποία αφορά έναν σημαντικό καλλιτέχνη. Τα συστήνω όλα, ασχέτως αν ασκώ αυστηρή κριτική παρακάτω.


Το πρώτο φέρει τον τίτλο Ο Αρμενιστής, αφορά στον τραγουδοποιό Βαγγέλη Γερμανό, και φέρει την υπογραφή του. Περιέχει, όπως όλα τα βιβλία της σειράς Ιανός Ο Μελωδός (των γνωστών εκ Θεσσαλονίκης εκδόσεων) μια αποτύπωση όλου του έργου του, μέχρι την ημερομηνία κυκλοφορίας του (2015).

Ο Γερμανός όμως πρωτοτυπεί, καθώς δεν παραθέτει εδώ μόνο τους στίχους των τραγουδιών, αλλά και τις παρτιτούρες τους, κάνοντας έτσι το βιβλίο ένα πολύτιμο βοήθημα για κάθε μουσικό που θέλει να μάθει να παίζει κάποια από τα μελωδικότερα, και πιο ενδιαφέροντα, ως προς την αρμονία τους, ελληνικά τραγούδια. Κι όχι μόνο αυτό: αντί των κειμένων αρχείου, που συνήθως εμπλουτίζουν τα βιβλία της εν λόγω σειράς, εκείνος επιλέγει να γράψει δικά του, αυτοβιογραφικά αλλά και εκπαιδευτικά, αποτυπώνοντας τις απόψεις του για το τραγούδι και τη ζωή. Οι λίγες αλλά σπάνιες φωτογραφίες που περιλαμβάνονται, συμπληρώνουν ένα βιβλίο ιδιαίτερα χρήσιμο, αποκαλυπτικό, και εμπνευστικό.

Και ο Μανώλης Ρασούλης, όμως, πρωτοτυπεί στο Εδώ Είναι Του Ρασούλη (Ιανός Ο Μελωδός και πάλι), καθώς πλάι στους στίχους του (μέχρι το 2007, οπότε και εκδόθηκε το βιβλίο), επιλέγει να παραθέσει κυρίως δικά του κείμενα -συν ένα του Θωμά Κοροβίνη και ένα του Γιώργου Ι. Κοντογιάννη. Από αυτά, κάποια λίγα προέρχονται από παλαιότερες εκδόσεις (από τεύχη του περιοδικού "Λαϊκό Τραγούδι" κυρίως). Αλλά το "ζουμί" βρίσκεται στα άλλα, που έγραψε επί τούτου. Σε αυτά, λοιπόν, ο Ρασούλης κάνει μια περαντζάδα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του μουσικού χώρου που γνώρισε, αποτυπώνοντας τις αναμνήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του απέναντί τους.

Ομολογουμένως, το πρόσωπο του Ρασούλη που προκύπτει από την ανάγνωση τούτου του ιδιότυπου ημερολογίου μάλλον τον αδικεί. Κι αυτό γιατί τον βρίσκει να βγάζει μπόλικη χολή για τους περισσότερους από τους καλλιτέχνες με τους οποίους καταπιάνεται, επιφυλάσσοντας, συνάμα, για τον εαυτό του έναν μεσσιανικό ρόλο. Καταλήγοντας, άθελά του προφανώς, να υφάνει για λογαριασμό του μια κάπως γραφική εικόνα, παρόμοια με εκείνη που επιμελώς φιλοτεχνούσαν γι' αυτόν τα τηλεοπτικά κανάλια στα '90s -τότε που τον πετύχαιναν συχνά στο αεροδρόμιο, να αυτοεξορίζεται διαμαρτυρόμενος για διάφορα κακώς κείμενα. Και πικραίνοντας, οπωσδήποτε, πολλούς από τους παλιούς του συνεργάτες.

Ο Ρασούλης, βεβαίως, υπήρξε σπουδαίος στιχουργός, και το έργο του δεν έχει ακόμα αποτιμηθεί όπως του πρέπει. Η συγκέντρωση των στίχων του εδώ κάνει το γεγονός αυτό ακόμα πιο ξεκάθαρο. Στο εν λόγω βιβλίο θεωρώ πως αδίκησε τον εαυτό του, επιλέγοντας να πλειοδοτήσει στην κριτική των συνοδοιπόρων του. Με ενδιαφέρει πάντως να πιάσω προσεχώς και το έτερο αυτοβιογραφικό πόνημά του, Οι Βερβελίδες Της Αμάλθειας - Αναφορά Στο Χόμο Σάπιενς, ώστε να αποκτήσω πιο σφαιρική άποψη.


Στην αυτοβιογραφία του Θάνου Μικρούτσικου, τώρα, που εκδόθηκε το 2011 από τις εκδόσεις Πατάκη. Εδώ έχουμε την εξής ιστορία: ο συνθέτης συναντήθηκε 24 φορές με τον στιχουργό, δημοσιογράφο και ραδιοφωνικό παραγωγό Οδυσσέα Ιωάννου, και του αφηγήθηκε τη ζωή του. Στο βιβλίο, κάθε κεφαλαίου προηγείται μια ημερολογιακή καταγραφή του Ιωάννου, όπου αυτός εξηγεί τι έπεται, καταθέτει και δικές του μαρτυρίες (καθότι από ένα σημείο και μετά οι δυο τους συνεργάστηκαν εκτενώς και έγιναν φίλοι), και κάποιες φορές παραθέτει διαφωτιστικά κείμενα από την εκάστοτε εποχή.

Το Ο Θάνος Κι Ο Μικρούτσικος διαβάζεται πολύ άνετα. Αυτό έχει να κάνει πρώτον με την πολύ ενδιαφέρουσα ζωή του σημαντικού συνθέτη, και δεύτερον με το ότι υπάρχει ροή στην αφήγησή του. Aλλά υπάρχει, δυστυχώς, και μια κάποια... βιασύνη. Θέλω να πω ότι θα διάβαζα ευχαρίστως ένα διπλάσιας έκτασης βιβλίο, που θα εστίαζε περισσότερο σε έργα-σταθμούς της πορείας του. Δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι μπορεί να ειπωθούν τα πάντα για έναν δίσκο όπως Ο Σταυρός Του Νότου, π.χ., μέσα σε 3 σελίδες μικρού μεγέθους. Ενδεχομένως ο στόχος ήταν το βιβλίο να μην τρομάζει με τον όγκο του, όμως θεωρώ ότι το παρόν υπολείπεται αισθητά σε εμβάθυνση. Ο Μικρούτσικος δεν ήταν ένας συνήθης δημιουργός, φαίνεται άλλωστε σε κάποια σημεία ότι είχε πολύ στιβαρές απόψεις επί σχεδόν παντός επιστητού.

Ο Ιωάννου, βέβαια, προσπαθεί κάποιες φορές στα δικά του σημειώματα να δώσει επιπλέον διαστάσεις στην αφήγηση, όμως θαρρώ πως κάποιες φορές είναι αισθητά ακατάλληλος για κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, στις σελίδες 95-96 επιχειρεί να ανατρέψει πράγματα που γράφονταν κάποτε για τον Μικρούτσικο σε σχέση με τις επιρροές του από τη γερμανική σχολή των Άισλερ και Βάιλ (δεν αναφέρονται, δυστυχώς, συγκεκριμένες πηγές), όμως τελικά το μόνο που καταφέρνει να μας πει είναι ότι "η ψυχραιμία δεν είναι ο καλύτερος δρόμος προσέγγισης της τέχνης" με κάτι σάλτσες περί συγκίνησης. Σοφότεροι δεν γίναμε... Στη σελ. 162, πάλι, αναφέρεται στα κουσούρια του ΚΚΕ σε ό,τι αφορά τη θέασή του επί της τέχνης, και γράφει: "Θα μπορούσε κάποιος να μου πει πως τις δικές μου "αδυναμίες" -για παράδειγμα τον διαχωρισμό σε έντεχνους και μη- δεν τις αναγνωρίζω στους άλλους. Τις αναγνωρίζω σε όλους, αλλά όχι στα κόμματα. Όταν αυτές οι αδυναμίες αποκτούν συλλογική έκφραση, καλό θα ήταν να πολεμιούνται ακόμη και από τους 'υποστηρικτές' τους." Οπότε θα συμφωνεί, φαντάζομαι, ο Ιωάννου με εκείνους που ακόμα μάχονται να ανατρέψουν τις αδυναμίες που άφησε η δική του πρακτική στο ραδιόφωνο και αλλού, που "μόλυνε" πολύ κόσμο κι ακόμα να την ξεφορτωθούμε.

Μια ακόμα σημαντική έλλειψη, θεωρώ, είναι και η σχεδόν παντελής απουσία φωτογραφιών από την έκδοση. Για την ακρίβεια, υπάρχουν στο βιβλίο μόλις 3(!) φωτογραφίες, όλες τους στο οπισθόφυλλο: μία του Ιωάννου, μία του Μικρούτσικου, και μία κοινή. Πρόκειται για τεράστια αστοχία, η οποία στερεί από τον αναγνώστη σημαντική τεκμηρίωση ως προς την κάθε εποχή.

Αξίζει πάντως να παραθέσω κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο -και ένα σχόλιο.

Σελ. 237: "Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, έβλεπα μέσα από μία συρόμενη πόρτα, με την άκρη του ματιού μου, να πηγαινοέρχεται στο άλλο δωμάτιο ένα μεγάλο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Εκ των υστέρων έμαθα πως είχε ραντεβού με τον Παπανδρέου, το οποίο είχε καθυστερήσει λόγω της δικής μας συνάντησης. Πηγαινοερχόταν λοιπόν για να τον δει ο Παπανδρέου, υπενθυμίζοντάς του με τον τρόπο αυτόν τη συνάντησή τους. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να μιλάμε, ο Παπανδρέου έπαιζε με το κομπολόι του, βρίσκει ευκαιρία το στέλεχος να μπει στο γραφείο και λέει στον Παπανδρέου χαριτολογώντας "Προσέξτε, κύριε Πρόεδρε, ο Μικρούτσικος δεν είναι ΠΑΣΟΚ", για να εισπράξει αμέσως την απάντησή του: "Γιατί; Εγώ είμαι;""

Σελ. 239: "Μετά την ορκωμοσία, πήγαμε στο Υπουργείο Πολιτισμού μαζί με τη Μελίνα και τον Γιώργο Λιάνη για την παραλαβή. Όταν μπήκαμε στο Υπουργείο, η Μελίνα γνώρισε την αποθέωση από τους υπαλλήλους, κάτι που πρέπει να ενόχλησε την απερχόμενη υπουργό Πολιτισμού Ντόρα Μπακογιάννη. Το Υπουργείο Πολιτισμού επί Νέας Δημοκρατίας ήταν ξέφραγο αμπέλι και κέντρο εσωτερικών υποθέσεων του κόμματος. Γι' αυτόν τον λόγο, φεύγοντας, πήραν όλα τους τα χαρτιά και τα υλικά. Παρέλαβα μόνο τρία μολύβια και δύο γόμες. Δεν μου παραδόθηκαν ούτε φάκελοι ούτε δισκέτες, τίποτα."

Σελ. 293-293: "Εκνευρίζομαι με αρκετούς συνομήλικούς μου συνθέτες οι οποίοι έχουν επιδείξει από σκεπτικισμό μέχρι και μικροψυχία για τους νεότερους. Είναι εξαιρετικά φειδωλοί στις καλές κουβέντες και επαναλαμβάνουν τη γνωστή νευρωτική εμμονή "άσε να δείξει ο χρόνος". Δεν μου αρέσει αυτή η δειλία. Ας προλάβουμε τον χρόνο κι ας κάνουμε και λάθος. Πρέπει να τολμάμε να ονοματίζουμε τους μύθους μας, τόσο τους σύγχρονούς μας, όσο και τους επόμενους. Ας ρισκάρουμε, και ας χάσουμε. Καλύτερα γενναιόδωροι κι ας καραδοκεί η διάψευση."

Σελ. 295-297: εδώ ο Μικρούτσικος κάνει μια αναδρομή σε δημιουργούς νεότερούς του, που εκτιμά. Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ αναφέρει κάμποσους όχι ακριβώς σημαντικούς καλλιτέχνες (Κίτρινα Ποδήλατα, Κώστας Λειβαδάς, Monika, Γιάννης Χαρούλης), δεν αναφέρει τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ο Μικρούτσικος υπήρξε πάντα γαλαντόμος στους επαίνους του, κι αυτό είναι αξιοσημείωτο στον συνήθως τσιγγούνη καλλιτεχνικό περίγυρο, αλλά δεν ήταν πάντα εύστοχος στις παρατηρήσεις του.

Σελ. 334: "[...] μετά κατεβήκαμε στην Αθήνα, στη 'Σφεντόνα', όπου, σε έναν χώρο εξακοσίων ανθρώπων, βάζαμε κάθε Παρασκευή και Σάββατο περίπου εννιακόσια άτομα τη μέρα."

Σελ. 335: "Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι ο Χρήστος να ακούσουμε μαζί κάποια τραγούδια για να επιλέξει τα δεκατρία που θα έλεγε στο Μέγαρο, τον ρώτησα αν θέλει καφέ, μου απάντησε ένα μάλλον απρόθυμο "ναι", του τον έφερα, καθίσαμε και, μετά από μισή ώρα, είδα πως δεν τον είχε ακουμπήσει. Τον ρώτησα αν έχει κάτι ο καφές, μου απάντησε ένα μισό "όχι", κατάλαβα πως κάτι άλλο ήθελε αλλά ντρεπόταν να το ζητήσει. Με τα πολλά, με ρώτησε αν υπάρχει καμία μπίρα. Ευτυχώς υπήρχαν αρκετές, που είχαν περισσέψει από ένα τραπέζι που είχα το προηγούμενο βράδυ. Στα δύο πεντάωρα -μέσα σε δύο μέρες- που καθίσαμε για να καταλήξουμε στα τραγούδια, ήπιε περισσότερες από τριάντα μπίρες!"

Ένα έξοχο αντιπαράδειγμα ως προς το πώς ένα φωτογραφικό αρχείο μπορεί να αξιοποιηθεί σε ένα τέτοιου τύπου έργο είναι η έκδοση του βιβλίου του Θανάση Λάλα για τον Γιώργο Νταλάρα, από τις εκδόσεις Αρμός. Έχει τίτλο ...Και Το Καλοκαίρι Κρυώνω! - Μισός Αιώνας Ελληνικό Τραγούδι, και στο δεύτερο μέρος του περιλαμβάνει 112 φωτογραφίες με επεξηγηματικές-αφηγηματικές λεζάντες, τυπωμένες σε ιλουστρασιόν χαρτί. Ομολογουμένως, μαζί με κάποιες λίστες με αγαπημένα του Νταλάρα, που υπάρχουν στο τέλος, είναι το μόνο αληθινό ατού της έκδοσης...

Και εξηγούμαι. Το υλικό του βιβλίου προέρχεται από απομαγνητοφωνήσεις συζητήσεων του Λάλα με τον Νταλάρα, που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του '80 και φτάνουν μέχρι και την έκδοση του βιβλίου, το 2018. Όμως, ο Λάλας επέλεξε να "πετάξει" τους διαλόγους στο βιβλίο, έτσι, χωρίς χρονολογική -ή άλλη- σειρά, βάζοντας απλώς κάποιους τίτλους. Αποτέλεσμα; Πολλά πράγματα επαναλαμβάνονται, πολλές σελίδες φεύγουν με ερωταπαντήσεις που ρέπουν στην αμπελοφιλοσοφία, και ελάχιστα πράγματα μένουν τελικά. Εκτός των άλλων, είναι απορίας άξιο πώς ο άνθρωπος που κάποτε έκανε τόπι στο ξύλο τον Ρασούλη στα αποδυτήρια του Ολυμπιακού Σταδίου, έχει πλέον καταλήξει να μιλάει με μια "καλοσύνη" απόλυτα στρογγυλή κι αδιάφορη. Από το ένα άκρο στο άλλο...

Όπως και να 'χει, ο Γιώργος Νταλάρας είναι, μας αρέσει ή όχι, μια μορφή που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία 50 χρόνια. Και νομίζω του άξιζε κάτι καλύτερο από αυτό το βιβλίο. Του αξίζει σίγουρα μια "κανονική" (αυτο)βιογραφία, η οποία θα μπορούσε να έχει γραφτεί με βάση το υλικό που συγκέντρωσε όλα αυτά τα χρόνια ο Λάλας. Ο τελευταίος εξηγεί, βεβαίως, στην εισαγωγή του τους λόγους για τους οποίους δεν έκανε τελικά κάτι τέτοιο, όμως εγώ υποπτεύομαι και την τεμπελιά: το βιβλίο, όπως κι αν ήταν γραμμένο, θα πούλαγε πολύ, λόγω του Νταλάρα -και όντως πρέπει να πούλησε, στο εξώφυλλο του αντιτύπου που αγόρασα γράφει "ΕΚΔΟΣΗ 5η".

Κλείνω με ένα τελευταίο φαρμακερό σχόλιο. Ο Λάλας παίρνει πολλούς επαίνους ως συνεντευξιαστής. Ομολογώ δεν τον έχω παρακολουθήσει ιδιαίτερα, οπότε δεν ξέρω. Με βάση αυτά που διάβασα στο εν λόγω πόνημά του, πάντως, έχω να πω ότι ο Αντώνης Μποσκοΐτης -αναφέρω κάποιον που δηλώνει "μαθητής" του Λάλα- μού φαίνεται απείρως καλύτερος σε αυτόν τον ρόλο.

* Οι φωτογραφίες των καλλιτεχνών προέρχονται από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Το κολάζ φτιάχτηκε με το https://www.befunky.com/.

Σάββατο, 3 Απριλίου 2021

"Το όνομά μου είναι Λεγεώνα, επειδή είμαστε πολλοί"*

"Ε, όχι και "Τεό", ρε μαλάκα!"

Ήμασταν σε ένα καράβι -το "ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ"; το "ΛΑΤΩ";- και ταξιδεύαμε από Πειραιά για Χανιά -ή το ανάποδο; Ο συμφοιτητής μου ο Θοδωρής αντέδρασε, επειδή, από έμπνευση της στιγμής, τον αποκάλεσα με ένα γαλλικής τεχνοτροπίας υποκοριστικό.

Ίσως είχα βιαστεί να κρίνω εξ ιδίων τα αλλότρια. Γιατί εμένα μου αρέσει που ο καθένας με αποκαλεί με τη δική του εκδοχή του ονόματός μου. Πέρα από το σύνηθες "Μιχάλη", ο πατέρας μου παλιά με φώναζε "Μιχαήλο", αργότερα οι φίλοι άρχισαν να με λένε "Μάικ", ο Γιάννης ο συμφοιτητής με αποκαλούσε "Μιχαήλ" (και προτιμούσε για τον εαυτό του το "Ιωάννης"), ο Κωστής (aka Το Πράγμα) συνήθως θα με αποκαλέσει "Μικέ", ο Σταν και η Καλίνα καμιά φορά θα με πουν "Μίκλο", η Αμαλία θα με πει "Μιχαλιώ", η Πέννυ "Μισέλ". Ένας λοχαγός μου στον στρατό έπαιξε σε άλλο γήπεδο με το "Τσαντιλέρο".

Μου αρέσουν τα πολλά ονόματα, γιατί νιώθω ότι ζω πολλές ζωές. Αυτό συνέβαινε από παλιά: στο σπίτι ήμουν ο φωνακλάς δερβέναγας, στο σχολείο το αγγελούδι-σπαστήρι. Από νωρίς άρχισα να κινούμαι σε διάφορους κύκλους και παρέες: παλιών συμμαθητών, συμφοιτητών από τα Χανιά, συμφοιτητών από την Αθήνα, σειρών από τον στρατό, καλλιτεχνών, μουσικογραφιάδων, εκπαιδευτικών, διοικητικών, γονιών συμμαθητών της Ελένης... Πολλές φορές, η μία ομάδα δεν έχει κοινό τόπο με τις υπόλοιπες, και αγνοεί τις άλλες συναναστροφές και ιδιότητές μου. Νιώθω σαν διπλός -και τριπλός- πράκτορας.

Αλλά κάπως έτσι έχουν τα πράγματα για τον καθένα νομίζω. Γνωρίζουμε κάποιον όσο μάς το επιτρέπουν οι συνθήκες μέσα στις οποίες τον συναναστρεφόμαστε, και αγνοούμε ποιος είναι αλλού. Αυτό που διαφέρει είναι το κατά πόσο ο καθείς παραδέχεται -στον εαυτό του πρώτα- ότι δεν έχει ένα πρόσωπο, αλλά πολλά διαφορετικά -κι αντικρουόμενα, συχνά.

Κάποιοι άλλοι, πάλι, θα πουν ότι όχι, δεν είναι όλοι έτσι, κι ότι φταίει το ζώδιό μου -Δίδυμος, ναι, ξέρω, το χειρότερο. Δεν ξέρω... Πιο πιθανό μου φαίνεται να φταίει που βαριέμαι εύκολα, και χρειάζομαι ποικιλία.

Την εκδοχή της σχιζοφρένειας την αφήνω στους γιατρούς. Άμα με πιάσουν...

* κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 5:9 ("λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν")

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2021

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXV

Φτάνουμε αισίως στην 35η πεντάδα μουσικών, που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10, την οποία επιμελούμαι εδώ και χρόνια στο Mix Grill.




Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες