Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Υπογραμμίσεις XX: Sebastian Fitzek

Η ανατροπή, της ανατροπής, ω! ανατροπές.

Ο Sebastian Fitzek είναι ένας Γερμανός συγγραφέας, ο οποίος κινείται στον χώρο του ψυχολογικού/αστυνομικού θρίλερ. Στη μία δεκαετία και κάτι δράσης του έχει καταφέρει να πουλήσει αρκετά εκατομμύρια αντιτύπων των βιβλίων του διεθνώς, και να βρεθεί πολλές φορές στην κορυφή της λίστας με τα best sellers στην πατρίδα του.

Το Δέμα έφτασε στα χέρια μου ως δώρο για την Πρωτοχρονιά, από τη Σοφία και τον Νάσο, που ξέρουν την αγάπη μου για τις ιστορίες τέτοιου είδους. Αλλά το είχα ήδη στα υπόψιν, καθώς το είχα περιεργαστεί σε κάποιο βιβλιοπωλείο. Κατέληξε να είναι ένα από τα ελάχιστα βιβλία που διάβασα σε τόσο σύντομο διάστημα: το ξεκίνησα Κυριακή απόγευμα και το τελείωσα Παρασκευή βράδυ. Ανήκει σαφέστατα στην κατηγορία των page-turners, μου θύμισε μάλιστα ως προς αυτό τα βιβλία του Dan Brown. Κάθε ένα από τα κεφάλαιά του είναι σύντομο και τελειώνει με cliffhanger, έτσι ώστε να σε κάνει να συνεχίσεις την ανάγνωση.

Δεν πέρασα καθόλου άσχημα διαβάζοντας. Φοβάμαι, όμως, ότι δεν ένιωσα κάποιου είδους σύνδεση με την ηρωίδα Έμα Στάιν κι ότι δεν θα θυμάμαι και πολλά από την ιστορία της έπειτα από λίγο καιρό. Δεν υιοθετώ την απόλυτη απαξία που απευθύνεται προς τον Fitzek από πολλούς, αλλά προσωπικά ζητάω κάτι πέρα από στιγμιαία kicks από ένα βιβλίο.

Πόσο ευγενικό ήταν που αυτή η γυναίκα ήθελε να τη βοηθήσει. Πόσο τρομακτικό ήταν που φαινόταν να ξέρει από πελάτες που δέρνουν. Και από δαρμένες πόρνες που κλαίνε κουλουριασμένες στα πλακάκια του μπάνιου ενός ξενοδοχείου.
-----
Ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, σκέφτηκε η Έμα. Αισθάνθηκε στο πρόσωπό της τη ζέστη του τζακιού, αλλά η ευχάριστη αίσθηση που πάντα την πλημμύριζε όταν επισκεπτόταν τον Κόνραντ δεν ήρθε.

Λογικό - εξάλλου αυτή εδώ δεν ήταν επίσκεψη.

Ήταν μάλλον μια συνάντηση από την οποία κρινόταν η ζωή της.
-----
Η Έμα είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Μια γυναίκα με πληγωμένο κόλπο, μια γυναίκα που είχε μάθει τι γεύση έχει το λάτεξ και τι αίσθηση σου αφήνει μια μεταλλική λεπίδα όταν σου ξυρίζει το κρανίο. Μια γυναίκα που ήξερε καλά πως ένα μοναδικό μοιραίο συμβάν μπορεί να αλλάξει, ακόμα και να σκοτώσει, κάθε σου συναίσθημα.
-----
Οι πιο πολλοί νομίζουν πως ο ύπνος είναι ο μικρός αδελφός του θανάτου· αλλά στην πραγματικότητα είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του. Ο προάγγελος του αιώνιου σκότους δεν είναι ο ύπνος, αλλά η κόπωση. Είναι το βέλος που σαϊτεύει πάνω μας ο μαύρος θεριστής, ένα βέλος που κάθε βράδυ βρίσκει τον στόχο του· και κάθε βράδυ ο ύπνος προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να το ξεριζώσει από μέσα μας. Αλλά, δυστυχώς, το βέλος είναι δηλητηριασμένο, κι όσο κι αν τα όνειρα προσπαθούν να έρθουν σαν νερό να ξεπλύνουν το δηλητήριο, πάντα απομένει μέσα μας ένα υπόλειμμα. Όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο σπάνια σηκωνόμαστε το πρωί νιώθοντας αναζωογονημένοι και ξεκούραστοι. Τα τριχοειδή αγγεία της ύπαρξής μας, σαν λευκό σφουγγάρι, διαποτίζονται λίγο λίγο με μαύρο μελάνι, και το σφουγγάρι σκουραίνει και βαραίνει διαρκώς. Τα όνειρά μας -που κάποτε ήταν γεμάτα χρώματα και χαρούμενες εικόνες- μετατρέπονται σε εφιαλτικούς παραμορφωτικούς καθρέφτες, ώσπου κάποια στιγμή ο ύπνος βγαίνει οριστικά χαμένος στον αγώνα του ενάντια στην κόπωση, και κάποια μέρα γλιστράμε εξουθενωμένοι σ' ένα Τίποτα χωρίς όνειρα.
-----
Οι άνθρωποι χωρίς ψυχικά προβλήματα είναι συχνά καχύποπτοι απέναντι στους ψυχικά ασθενείς. Αναρωτιούνται, φερειπείν, πώς είναι δυνατόν να αυτοκτονεί ένας διάσημος ηθοποιός ή καλλιτέχνης -ο οποίος "τα έχει όλα", δόξα, χρήματα, ένα σωρό "φίλους"- επειδή δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τους δαίμονες που βασανίζουν κυρίως τις πιο ευαίσθητες ψυχές, διαλέγοντας τις πιο ευτυχισμένες στιγμές τους για να τους ψιθυρίσουν στο αφτί πόσο ανεπαρκείς είναι. Οι ψυχικά υγιείς συμβουλεύουν τους καταθλιπτικούς να μην είναι τόσο θλιμμένοι και τους παρανοϊκούς να μη συμπεριφέρονται σαν μωρά και να μην ελέγχουν με το παραμικρό τρίξιμο αν είναι κλειδωμένη η εξώπορτα. Αλλά αυτό είναι σαν να ζητάς από έναν άνθρωπο με σπασμένη κνήμη να τρέξει μαραθώνιο.
-----
Ο φόβος ροκανίζει την ψυχή και κατατρώει τον άνθρωπο από μέσα. Τρέφεται από τον ζωτικό χρόνο των θυμάτων του.
-----
Αχ, μακάρι ο φόβος να ήταν πουκάμισα, να το πετάξω από πάνω μου, σκέφτηκε η Έμα, έκπληκτη που εκεί στον κήπο δεν μπορούσε να μυρίσει τίποτα. Ούτε το χιόνι ούτε το χώμα ούτε τον ίδιο της τον ιδρώτα.


Αυτολύπηση. Αυτοενοχοποίηση. Αυτοκτονία.

Η Έμα γνώριζε καλά αυτό το τραγικό τρίπτυχο και θα έλεγε ψέμματα αν ισχυριζόταν ότι δεν είχε σκεφτεί ποτέ την τρίτη πτυχή του.

Πόσο γελοίο, είπε η λογική της.

Πόσο αναπόφευκτο, είπε εκείνο το ανθρώπινο κομμάτι που ουσιαστικά ορίζει όλες τις αποφάσεις και δεν μπορεί ούτε να ελεγχθεί ούτε να γιατρευτεί, παρά μόνο να πληγωθεί: η ψυχή.

Το πρόβλημα με τις ψυχικές νόσους είναι η αδυναμία αυτοδιάγνωσης. Η προσπάθεια να κατανοήσουμε το μυαλό μας με τον δικό μας εγκέφαλο έχει τις ίδιες προοπτικές επιτυχίας με την προσπάθεια ενός μονόχειρα χειρουργού να ράψει το δικό του χέρι πίσω στη θέση του. Είναι απλώς αδύνατο.
-----
Έπειτα από είκοσι και πλέον συνεδρίες, ο πατέρας της ήταν ευτυχής που η κόρη του είχε απαλλαγεί από τα φαντάσματα του μυαλού της. Η ίδια, όμως, ένιωθε πως είχε χάσει έναν φίλο. Της έλειπε η φωνή του, που της έλεγε αστείες ιστορίες σαν κι αυτή με τον διακόπτη του καιρού, με τον οποίο μπορούσε κανείς να αλλάζει τις εποχές, έτσι ώστε οι πατεράδες που δεν είχαν όρεξη να πάνε την κόρη τους βόλτα στην παιδική χαρά να γυρίζουν τον διακόπτη, και ο ήλιος να γίνεται χιονόνερο.
-----
Τις τελευταίες εβδομάδες είχε μάθει με τον πιο επώδυνο τρόπο πόσο υποφέρουν οι καταθλιπτικοί από την ασθένειά τους, η οποία, στα μάτια των αδαών, φαίνεται απλώς σαν έντονη θλίψη. Στην πραγματικότητα, όμως, οι καταθλιπτικοί είναι χωμένοι σε μια ψυχική τρύπα τόσο βαθιά, που τους είναι αδύνατο να σηκώσουν κεφάλι, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Αυτή είναι και μια από τις εξηγήσεις για τα υψηλά ποσοστά αυτοκτονιών που σημειώνονται όταν οι καταθλιπτικοί παίρνουν για πρώτη φορά φάρμακα που μειώνουν τα συμπτώματα της σωματικής κόπωσης. Τα φάρμακα δεν μπορούν να τους δώσουν ξανά τη θέληση για ζωή, αλλά τους χαρίζουν τη δύναμη να δώσουν επιτέλους ένα τέλος.
-----
Έριξε άλλη μία φευγαλέα ματιά στη λίμνη κι έκλεισε τα μάτια της.

Της ήταν ευκολότερο να μιλάει για τις πιο σκοτεινές ώρες της όταν έκλεινε έξω το φως και τον κόσμο.
-----
Εκδίκηση.

Τίποτα δεν φαντάζει πιο επιτακτικό όταν αισθάνεσαι πως αδικείσαι. Και τίποτα δεν αφήνει πίσω του τέτοιο αίσθημα ενοχής αφότου έχεις ενδώσει σ' αυτό.

Sebastian Fitzek, Το Δέμα, μετάφραση Δέσποινας Κανελλοπούλου, εκδόσεις Διόπτρα, 2018 (πρώτη έκδοση 2016)

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

Υπογραμμίσεις XIX: Δημήτρης Πετσετίδης (III)

Συμπληρώθηκαν πρόσφατα δύο χρόνια από τον θάνατο του Δημήτρη Πετσετίδη, στις 14 Απριλίου 2017.

Το Επί Τέσσερα παραμένει η τελευταία δημοσιευμένη συλλογή διηγημάτων του. Το αγόρασα το βράδυ μετά την κηδεία του, στη Σπάρτη. Είχα βγει μόνος να περπατήσω στην πόλη, ακόμα φορτισμένος από το βαθιά συγκινησιακό κλίμα της τελετής και της ταφής. Ήθελα να πιαστώ από κάτι δικό του, κι έτσι μπήκα στο βιβλιοπωλείο του Σαμπατάκου, όπου είχα πρωτοαγοράσει βιβλία του. Ήταν εξαντλημένο εκεί, αλλά το βρήκα λίγο παρακάτω, στο Δωρικόν, ένα από τα πιο καινούρια βιβλιοπωλεία. Ξεκίνησα να το διαβάζω τότε αλλά δεν κατάφερα να το τελειώσω -το ξανάπιασα πρόσφατα, από την αρχή.

Στην εν λόγω συλλογή κυριαρχεί ο θάνατος και η ενατένισή του. Πάντα υπήρχε το πέρασμα στο επέκεινα στις ιστορίες του Πετσετίδη, όμως έχοντας πλέον την τωρινή προοπτική δεν μπόρεσα να αποφύγω κάποιες σκέψεις περί τραγικής ειρωνείας ή διαίσθησης του συγγραφέα και δασκάλου μου. Κατά τα άλλα, και πάλι στα κείμενά του θα βρει κανείς το κάπως κυνικό χιούμορ, τις λιτές περιγραφές και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ενός σύμπαντος τόσο μακρινού αλλά και τόσο οικείου.

* Διαβάστε κι ένα παλιότερο κείμενο-φόρο τιμής του Δημήτρη Ραυτόπουλου που εντόπισα μόλις.


Στα δικά μας, είδα πώς καταντάει ο άνθρωπος και στους μεν και στους δε. Άμα πιάσει στα χέρια του ένα όπλο γίνεται αγνώριστος, άλλο πράμα.

Φαντάσου, ο Γιάννης ο Χατζηπάκος ήταν παπαδάκι στην εκκλησία. Νήστευε τη Σαρακοστή και μεταλάβαινε. Κι ύστερα, όταν ζώστηκε τα φισεκλίκια και πήρε το όπλο, έγινε εκείνο το θηρίο που σκότωσε τον δάσκαλό του γιατί, λέει, τους είχε κάποτε πει ότι όχι οι βασιλιάδες, αλλά ο Βενιζέλος έκανε μεγάλη την Ελλάδα. Κι όσοι τριγύριζαν έκτοτε στα χωριά της περιοχής μαζί με τον Γιάννη, είχαν μετά να λένε ότι χαιρόταν να βασανίζει και να σκοτώνει. Μια φορά, λένε, έβραζε από τόση μανία να δει αίμα, που άφριζε από το κακό του και ήταν έτοιμος να σκοτώσει τον υπασπιστή του. Είδε εκείνος ένα σκυλί που περνούσε μπροστά τους, "να! Γιάννη, σκότω το σκυλί", του είπε. Το σκότωσε, είδε αίμα να τρέχει και ησύχασε.

Φταίνε κι οι Εγγλέζοι για το κακό που έγινε τότε. Για τα περισσότερα δεινά της χώρας φταίνε και οι ξένοι. Από το Εικοσιένα και δώθε οι ξένοι μάς διαφεντεύουν και μας εκμεταλλεύονται. Εμένα μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. Μέσα στα βιβλία είναι καταγραμμένα όλα τα βάσανά μας. Να μην έρχονται τέτοιες εποχές, δεν αντέχει ο νους του ανθρώπου να θυμάται τέτοιες καταστάσεις.
-----
Έφτασα τα ενενήντα και δεν θυμάμαι να ησυχάσαμε ποτέ σε αυτή τη χώρα. Και τώρα, σε αλλιώτικο πόλεμο μας έβαλαν.
-----
Έκτοτε, ο νέος στρατιώτης, κατά τη διάρκεια της θητείας του, αλλά και αργότερα, εκφραζόταν πάντοτε με συμπάθεια για τους στρατιωτικούς γιατρούς. Ίσως επειδή έκανε τη σύγκριση του στρατιωτικού γιατρού με τους άλλους αξιωματικούς τους οποίους γνώρισε όταν υπηρετούσε, ίσως επειδή καμιά φορά περνούσε από τον νου του η σκέψη ότι ο συνταγματάρχης εκείνος είχε αντιληφθεί το κόλπο με το τρίψιμο του χεριού, αλλά έκανε το κορόιδο. Ίσως ακόμη επειδή, εν αντιθέσει με τους άλλους γαλονάδες που ωρύονταν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της πατρίδος είναι ο ξενοκίνητος κομμουνισμός και οι παραφυάδες αυτού, στο ατομικό του βιβλιάριο μεταβολών και υγείας είχε διαβάσει μια φράση, τυπωμένη με παχιά γράμματα, την οποία, προφανώς, είχε εισηγηθεί κάποιος στρατιωτικός γιατρός:

"Η Ελονοσία είναι ο υπ' αριθμ. 1 εχθρός της Φυλής μας".
-----
Σήμερα ο Σπύρος νοσηλεύεται πάσχων από κακοήθη όγκο στους πνεύμονες και θα ήθελε να έχει ένα μήνυμα από τη μητέρα του, αν αυτή υπάρχει εν ζωή, άλλως, αν έχει πεθάνει, ελπίζει να συναντηθούν στον άλλο κόσμο.
-----
Σε μια εφημερίδα διάβασε την αγγελία του θανάτου του συνταγματάρχη Παύλου Ξυλοκαφτίτη, και αυτό τον έκανε να θυμηθεί το περιστατικό του τραυματισμού της κοπέλας, την προσπάθεια μερικών κρατικών υπαλλήλων να τον αποτρέψουν από το να καταθέσει την αλήθεια, τον φόβο που έκτοτε τον διακατείχε, όταν στον διάδρομο του δικαστηρίου ο απερχόμενος συνταγματάρχης τού έτριξε τα δόντια. Θα ήθελε να μάθει εάν ο τραυματισμός εκείνος κόστισε στη νέα στην υπόλοιπη ζωή της ή μήπως ήταν τυχερή, χωρίς να της αφήσει κανένα κατάλοιπο, και είναι μόνο αυτός που νιώθει εκείνο το φοβερό ρίγος κάθε φορά που έρχεται στον νου του η σκηνή: Ένα νεαρό κορίτσι κατεβαίνει αμέριμνο στο οδόστρωμα της Πατησίων και, ξαφνικά, ένα μαύρο αυτοκίνητο τη χτυπάει και την τινάζει στον αέρα για να πέσει και να χτυπήσει μετά στην άσφαλτο.
-----
Η Χριστίνα, πλέον, δεν αναζητεί κανέναν και δεν περιμένει τίποτε. Κάθε πρωί ξεκινάει για το γραφείο, τώρα γράφει στον υπολογιστή, και τα μεσημέρια κάθεται μαζί με τη θεια-Δήμητρα στο τραπέζι και τρώνε συζητώντας πολλά και διάφορα, από αυτά που συμβαίνουν καθημερινώς, από τη μικρή τους πόλη μέχρι την άλλη άκρη της Γης.
-----
Όταν γεννήθηκα, η μητέρα Φύση δεν στάθηκε ευνοϊκή απέναντί μου, έμεινα ένα αχαμνό και αδύνατο παιδί, και δεν άλλαξα μέχρι που μεγάλωσα. Συνέβη ουκ ολίγες φορές, όταν τύχαινε να λογομαχήσω με κάποιον, να ακούσω την όχι και τόσο τιμητική προσφώνηση μισοριξιά. Αυτό με έκανε να αντιπαθήσω σφόδρα τα μισά και ημίση. Όταν μάλιστα οι γονείς απέκτησαν δεύτερο παιδί, τότε που εγώ ήμουν περίπου πενταετής, και μοιραστήκαμε το δωμάτιο όπου περνούσα τις ώρες μου παίζοντας, και αργότερα μοιραστήκαμε και το κρεβάτι μου, η έννοια αυτής της διχοτόμησης μού προξένησε, όπως σήμερα διαπιστώνω, μεγάλη ψυχική αναστάτωση. Γενικώς, αποστρεφόμουν κάθε τι μισό: τα μισόλογα, τα μεσοβέζικα πράγματα, τα μεσοδιαστήματα, τους εκάστοτε μεσολαβητές, ιδίως όταν επενέβαιναν κάθε φορά που υπήρχε κάποια οικογενειακή διένεξη, και ίσως μόνο τα μισοφόρια, κι αυτά μεταφορικώς, κέρδιζαν τη συμπάθειά μου. Αλλά στα τελευταία δεν στάθηκα τόσο τυχερός, όταν η γυναίκα που ερωτεύτηκα με απέρριψε χαρακτηρίζοντάς με μισή μερίδα.


Δεν είμαι βέβαια η μοναδική περίπτωση που έχανε το προνόμιο να ονομάζεται φοιτητής του πανεπιστημίου, υποθέτω ότι και άλλοι πολλοί θα είχαν κατά καιρούς βρεθεί στην ίδια δυσάρεστη θέση. Εγώ όμως έπρεπε να εγκαταλείψω την Αθήνα, το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας, την παρέα του καφενείου, και να δουλεύω επιστάτης δημοσίων έργων στις δουλειές του πατέρα μου. Είχα πικρή πείρα από αυτήν τη δουλειά, όταν τα καλοκαίρια, μαθητής του γυμνασίου, αντί για διακοπές, είχα υποστεί αυτήν την ταλαιπωρία, να περνάω την ημέρα μου μέσα στην κάψα, σε μακρινούς επαρχιακούς δρόμους, χωρίς ένα κλαράκι να σε προστατεύει από τον ήλιο. Να ανακατεύεσαι με τη σκόνη, με τις πέτρες και τα χώματα, ενώ ο θόρυβος των κομπρεσέρ και οι εκρήξεις των φουρνέλων να σου παίρνουν τ' αφτιά. Βέβαια, ο συγχρωτισμός με τους εργάτες, με τους οποίους συνέτρωγα τα μεσημέρια -ψωμοτύρι, ελιές, και κανένα βραστό αβγό-, δεν ήταν άμοιρος από ενδιαφέρον. Εκεί ακούγονταν ιστορίες για ξωτικά και φαντάσματα, ανέκδοτα με καλόγερους και παπαδιές, σκληρούς φόνους και σφαγές. Και όταν κάποιος άρχιζε να μιλάει περί τα σεξουαλικά, οι κουβέντες έφταναν ακόμη μέχρι κτηνοβασίας περιγραφές.
-----
Ο Ριρής τολμούσε και διάβαζε κάθε μέρα την Αυγή, μια εποχή κατά την οποία, ακόμη και αν κάποιος συγγενής σου ήταν αναγνώστης της, σου έφτιαχναν φάκελο και σένα.
-----
Πέρασαν τα χρόνια και έμεινα να παιδεύομαι στην αφιλόξενη επαρχία και να δέχομαι τις κατραπακιές του κατεστημένου, απόκληρος και μοναχικός. Βλέπεις, η αντιπάθεια που έχω για τις οποιεσδήποτε συνδιαλλαγές με τους φορείς της εξουσίας, με κατέστησαν ένα άτομο χωρίς κανένα μέσον και με πόνους στη μέση. Το πρόβλημα με τη μέση μου ήταν αναμενόμενο χτύπημα, αν αναλογιστεί κανείς την κακή μου σχέση με τα ημίση.
-----
Έμεινα μόνος, μέσα στην υποφωτισμένη εκκλησία. Οι φωνές του παπά και των ψαλτάδων, τώρα, αντιβούιζαν στον άδειο χώρο του κυρίως ναού, και ένιωθα ένα ρίγος να με διαπερνά, κάτι σαν φόβος και ταραχή, καθώς αντίκριζα τις σκυθρωπές εικόνες του τέμπλου, που λες και είχαν αντιληφθεί ότι περίμενα πώς και πώς να τελειώσει η λειτουργία. Είχα την κρυφή ελπίδα μήπως με αναζητήσουν κι εμένα οι δικοί μου της θείας Αγγελικής, και αισθανόμουν ενοχές, γιατί πίστευα ότι ο αυστηρός Παντοκράτωρ που εικονιζόταν στον τρούλο της εκκλησίας διάβαζε τις σκέψεις μου.
-----
Και αν υπάρχουν διάφοροι οι οποίοι με κακολογούν για την, κατά τη γνώμη τους, αδιαφορία μου, άσ' τους αυτούς να λένε. Πού να καταλάβει ο άλλος ότι εγώ ολημερίς κι ολονυχτίς βρίσκομαι μέσα στον μεγάλο μπαξέ μας, με το πηγάδι του, εκεί που δίπλα του φυτρώνει η πασχαλιά, και είναι άνοιξη και ευωδιάζει ο τόπος από τα λουλούδια, και έρχονται η Τούλα με την Άννα, η Βάσω και η Ελένη να κόψουν τα άνθη για τον Επιτάφιο. Και κάτω από τη μεγάλη πορτοκαλιά του αίματος αγκαλιάζω πάλι την Ελένη και της χαϊδεύω το στήθος.
-----
Ο Γιώργης, παλιόφιλος από το δημοτικό, μένουμε στην ίδια πόλη, αλλά όπως έχει καταντήσει η ζωή μας βλεπόμαστε πια μόνο, αν τύχει, σε τελετές, γάμους, βαφτίσια και κηδείες, σκύβει στο αφτί μου και μου λέει ότι ο χάρος κάλεσε τη σειρά μας, ενώ δυο παπάδες διαβάζουν πότε ο ένας και πότε ο άλλος, πίσω από δυο μικρόφωνα, ψαλμούς και τροπάρια που αντιβουίζουν μέσα στον ναό.

"Φίλε, ο χάρος κάλεσε τη σειρά μας!"

Άλλοτε, και μόνο τη λέξη "χάρος" αν άκουγα, μια άγρια ανατριχίλα διέτρεχε τη ραχοκοκαλιά μου, τώρα πια το έχω πάρει απόφαση· κάλεσε τη σειρά μας. Είδαν τα μάτια μας τον Κόσμο, κάτι ήταν και αυτό, μια παρένθεση από το τίποτε στο τίποτε είμαστε.
-----
 Βλέπω το κεφάλι του Αντώνη μέσα στο φέρετρο, μοιάζει αλλιώτικος. Προσπαθώ να βρω κάτι επάνω του που να μου θυμίζει τον φίλο μας. Τίποτε. Τον κατάφαγε η κακιά αρρώστια, φεύγει σαν άλλος.
-----
Κάτι άγριες χειμωνιάτικες ώρες, όταν τύχει ο αέρας να λυσσομανάει, τα δέντρα να λυγίζουν και τα κλαδιά τους να ξεμασχαλίζονται, τότε που ο ουρανός ανοίγει τους καταρράχτες του και οι δρόμοι γίνονται ποτάμια μαύρα και ορμητικά, όταν κατεβάζουν τα λαγκάδια, και άνθρωποι και ζώα κρύβονται στους κοιτώνες τους, ξέρω πού θα βρω την Πολυτίμη, κορίτσι είκοσι χρόνων. Κάθεται μαζεμένη κάτω από την καμάρα του γεφυριού, επάνω σε ένα μεγάλο κοτρόνι που δεν το φτάνει το νερό της βουερής κατεβασιάς, και με καλεί κάνοντας νόημα με το χέρι της να σταθώ στην απέναντι όχθη. Ανάμεσά μας κυλάει ορμητικό τα λασπωμένα νερά του το ποτάμι και δεν ξεχωρίζω καθαρά όσα μου λέει φωναχτά, η βουή του αγριεμένου νερού είναι μεγάλη, μου βουλώνει τα αφτιά.
-----
Θυμάμαι τους απόντες. Δεν τους κλαίω, αλλά ούτε πιστεύω ότι όταν τους φέρνω στη μνήμη μου με αυτόν τον τρόπο ξαναζούν, αστείες υποθέσεις. Η θύμησή τους είναι συντροφιά παρηγορητική, που με φέρνει μακριά σε εκείνα τα χρόνια. Όσο θα ζήσω ακόμη. Ύστερα θα χαθούμε μαζί για πάντα, όταν το "για πάντα" δεν θα έχει νόημα πλέον, στην αντίπερα όχθη.
-----
Ύστερα βρέθηκα να σε ψάχνω σε κάτι στενά σοκάκια, σαν να βρισκόμουν στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης. Ήταν κάτι χαμοκέλες και δρόμοι λασπωμένοι, σκοτεινά σπίτια κι ούτε μια χαραμάδα από φως, μόνο κάτι λυγμοί σαν του έρωτα και αναστενάγματα και ήθελα να φωνάξω δυνατά το όνομά σου, Τούλα, πού είσαι, αλλά ντρεπόμουν και περπατούσα γύρω γύρω σε μια λασπωμένη πλατεία, τα μάτια μου είχαν βουρκώσει, και μέσα μου βούρκος απέραντος, όλοι απερχόμαστε, ερχόμαστε κι απερχόμαστε, το ξέρω ότι είμαι μικρός, αλλά είναι κανείς όσο νιώθει.
-----
Άσε με να θυμάμαι ότι μ' αυτά και μ' αυτά κύλησε το ποτάμι. Τώρα, που γνωρίζω καλώς ότι η ψυχή γράφεται στις πράξεις.

Δημήτρης Πετσετίδης, Επί Τέσσερα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον Της Εστίας, 2014

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Πράγματα που μαθαίνω στο σχολείο II

Αν έχεις ξεχάσει τα πράγματα που σε έκαναν να σιχαίνεσαι το σχολείο τότε που ήσουν μαθητής, πιθανότατα είσαι ένα από αυτά που το κάνουν σιχαμερό τώρα που είσαι εκπαιδευτικός.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Διάλογος με την κόρη μου XLIV

Πριν λίγο, καθώς επιστρέφαμε με τη Φάτσα από την πρωινή βόλτα στο δάσος:
- Δεν μπορείς να πάρεις μετάθεση στην Αθήνα;
- Προσπαθώ αλλά δεν είναι εύκολο...
- Θα πάρω τηλέφωνο στο σχολείο σου και θα τους πω ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους.
- Δεν εξαρτάται από αυτούς, δυστυχώς.
- Από ποιους εξαρτάται;
- Από το Υπουργείο Παιδείας.
- Θα πάρω ένα βιβλίο και θα τους το πετάξω στα μούτρα! Ή ένα αβγό, ή μια ντομάτα. Και θα τους πω: "Ο μπαμπάς μου είναι ο καλύτερος και δικαιούται να πάρει μετάθεση όπου θέλει".

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Συνέντευξη με τους hackedepicciotto

Πρόσωπα που κουβαλούν το καθένα τη δική του μυθολογία, ο Alexander Hacke και η Danielle de Picciotto έχουν για χρόνια μια κοινή διαδρομή, ως ζευγάρι στη ζωή και στην τέχνη. Ως hackedepicciotto ηχογραφούν και παρουσιάζουν τη μουσική τους ανά τον κόσμο, έχοντας εγκαταλείψει πολλές από τις συμβάσεις και συνθήκες που συνήθως αναζητούν οι άνθρωποι προκειμένου να νιώθουν ασφαλείς. Τους κουβέντιασα για αυτά και για διάφορα άλλα, με αφορμή την επερχόμενη εμφάνισή τους στην Αθήνα (30 Μαρτίου, Death Disco). Πατήστε εδώ για τα περαιτέρω.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Υπογραμμίσεις XVIII: Luis Sepúlveda

Είχα διαβάσει παλιότερα Το Ημερολόγιο Ενός Ευαίσθητου Killer αλλά, πέρα από το όνομα του συγγραφέα του, δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από εκείνο το σύντομο ανάγνωσμα. Σύντομη είναι και Η Ιστορία Του Γάτου Που Έμαθε Σ' Ένα Γλάρο Να Πετάει, που μου δώρισαν τα πεθερικά μου την Πρωτοχρονιά -έπειτα από παραίνεση της Ελένης, που είχε δει τη θεατρική εκδοχή του έργου με το σχολείο της.

Ένα βιβλίο σαν κι αυτό, ένα παραμύθι ουσιαστικά, διαβάζεται εύκολα σε μια μέρα -αλλά εγώ το διάβασα σε έναν μήνα. Ίσως έφταιξε που το είδα ως παραμύθι, ως μια φόρμα, δηλαδή, που (θεωρούσα πως) έχω ξεπεράσει ως αναγνώστης. Όμως, ξανακοιτώντας τα σημεία που σημείωνα καθώς προχωρούσα, διαπιστώνω ότι πρόκειται για μια ιστορία που αφορά όλους, κάθε ηλικίας, καταγωγής και προσανατολισμού ανθρώπους. Γιατί, καμιά φορά, χαμένοι σε δαιδαλώδεις εννοιολογικές διαδρομές, ξεχνάμε τις απλές αλήθειες που (θα έπρεπε να) διέπουν τις ζωές μας.

Της Κενγκά, που καμάρωνε για τις ασημένιες της φτερούγες, πιο πολύ απ' όλα τής άρεσε να κοιτάζει τις σημαίες των καραβιών, γιατί ήξερε πως καθεμιά απ' αυτές αντιπροσώπευε κι έναν τρόπο ομιλίας· έναν τρόπο να ονοματίζεις τα ίδια πράγματα με διαφορετικές λέξεις.

"Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν τη ζωή τους δύσκολη!" έκρωξε κάποτε η Κενγκά σε μια συνταξιδιώτισσά της. "Ενώ εμείς, οι γλάροι, όπου κι αν βρισκόμαστε, τα ίδια κρώζουμε..."

"Έτσι είναι" έκρωξε η άλλη. "Κι αυτό που μου κάνει περισσότερη εντύπωση, είναι πως, καμιά φορά, οι άνθρωποι τα καταφέρνουν και συνεννοούνται."
-----
"Είναι μεγάλη τύχη να 'σαι γάτος σε λιμάνι, εσύ όμως πρέπει να φυλάγεσαι, γιατί έχεις κάτι που μπορεί να σου φέρει δυστυχία. Γιε μου, αν κοιτάξεις τ' αδέλφια σου, θα δεις πως όλα είναι γκρίζα κι έχουν ραβδώσεις - σαν τιγράκια. Εσένα όμως το χρώμα σου είναι κατάμαυρο, αν εξαιρέσεις εκείνη την άσπρη βουλίτσα κάτω απ' το πιγούνι. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως οι μαύροι γάτοι φέρνουν γρουσουζιά."
-----
"Το νιαούρισμα τιμής που δίνει ένας γάτος του λιμανιού, δεσμεύει όλους τους γάτους του λιμανιού."
-----
Εκεί, λοιπόν, στη ρίζα της γέρικης καστανιάς, οι τέσσερις γάτοι έπιασαν να νιαουρίζουν έναν θλιμμένο σκοπό, και στα νιαουρίσματά τους προστέθηκαν αμέσως αυτά των γύρω γάτων, κι ύστερα των γάτων απ' την άλλη όχθη του ποταμού, και στα νιαουρίσματα των γάτων ενώθηκαν τα γαβγίσματα των σκύλων, το παραπονιάρικο κελάηδισμα των καναρινιών απ' τα κλουβιά τους και των σπουργιτιών απ' τις φωλιές τους, το θλιμμένο τσίριγμα των ποντικών, ακόμα και οι άρυθμες στριγκλιές του χιμπαντζή Ματίας.

Τα φώτα όλων των σπιτιών του Αμβούργου άναψαν, κι οι κάτοικοί τους αναρωτήθηκαν τους λόγους αυτής της παράξενης θλίψης που είχε πιάσει ξαφνικά όλα τα ζώα.
-----
"Θα τα καταφέρουμε" νιαούρισε ο Ξερόλας. "Έχω ήδη αρχίσει να διαβάζω την εγκυκλοπαίδεια, αλλά η γνώση παίρνει χρόνο."
-----
"Δυστυχώς" νιαούρισε ο Κολονέλο, "οι άνθρωποι είναι εντελώς απρόβλεπτοι. Πολλές φορές, ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις και καταλήγουν να κάνουν το μεγαλύτερο κακό."

"Όλοι σ' αγαπάμε, Καλότυχη. Και σ' αγαπάμε, γιατί είσαι μια γλαροπούλα - μια όμορφη γλαροπούλα. Δεν σου αντιλέγουμε όταν σ' ακούμε να κρώζεις ότι είσαι γάτος, γιατί μας κολακεύει που θέλεις να 'σαι σαν κι εμάς· όμως, είσαι διαφορετική από μας - και μας αρέσει που είσαι διαφορετική. [...] Σου χαρίσαμε όλη μας τη στοργή, χωρίς να θέλουμε ποτέ να σε κάνουμε γάτο. Σε θέλουμε γλάρο, κι έτσι σ' αγαπάμε. Νιώθουμε πως κι εσύ μας αγαπάς, πως είμαστε φίλοι σου, η οικογένειά σου, κι είναι καλό να ξέρεις πως μαζί σου μάθαμε κάτι για το οποίο καμαρώνουμε: μάθαμε να εκτιμούμε, να σεβόμαστε και ν' αγαπάμε ένα διαφορετικό πλάσμα. Είναι πολύ εύκολο ν' αποδέχεσαι και ν' αγαπάς αυτούς που είναι σαν κι εσένα, αλλά πολύ δύσκολο κάποιον που είναι διαφορετικός - κι εσύ, μας βοήθησες να το κατορθώσουμε."
-----
[...] ήξεραν όλες τις ταπεινώσεις στις οποίες οι άνθρωποι υποβάλλουν οποιοδήποτε ζώο που αποδεικνύεται έξυπνο και επιδεκτικό: τα λιοντάρια, τα μεγάλα αιλουροειδή που υποχρεώνονται να ζουν πίσω απ' τα σίδερα ή στα τσίρκα, για να βάζει ένας κρετίνος το κεφάλι του μέσα στο στόμα τους· τους παπαγάλους, που τους κλείνουν σε κλουβιά για να τους βάζουν να επαναλαμβάνουν ανοησίες. Για όλα αυτά, το να νιαουρίσει ένας γάτος στη γλώσσα των ανθρώπων, περιέκλειε μεγάλους κινδύνους.
-----
"Ένας ποιητής!" νιαούρισε ο Ξερόλας. "Αυτό που κάνει ο άνθρωπος της Μπουμπουλίνας, λέγεται ποίηση. Τόμος δεκαέξι, γράμμα Π, της εγκυκλοπαίδειας."

"Και πώς σου μπήκε η ιδέα πως αυτός ο άνθρωπος ξέρει να πετάει;" νιαούρισε ο Γραμματικός.

"Μπορεί να μην ξέρει να πετάει με φτερά" νιαούρισε ο Ζορμπάς, "αλλά, όταν τον ακούω, σκέφτομαι πως πετάει με τα λόγια του."
-----
"Κι αν όλα αυτά είναι ένα όνειρο, τι σημασία έχει; Μ' αρέσει, και θέλω ν' ακούσω κι άλλο."
-----
"Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε" είπε αναστενάζοντας.

"Ναι" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Στο χείλος του κενού κατάλαβα το πιο σημαντικό."

"Α, ναι; Και τι είναι πιο σημαντικό;" ρώτησε ο άνθρωπος.

"Πως πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει" νιαούρισε ο Ζορμπάς.

* Luis Sepúlveda, Η Ιστορία Του Γάτου Που Έμαθε Σ' Ένα Γλάρο Να Πετάει (1996), μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδόσεις Opera

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Όλη η αλήθεια για το τραγούδι που θα μας εκπροσωπήσει στη Eurovision

Πριν ακόμα συμπληρωθούν 24 ώρες από τη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε το "Better Love", το τραγούδι με το οποίο η Κατερίνα Ντούσκα θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στον φετινό διαγωνισμό της Eurovision, το αντίστοιχο κλιπ στο YouTube μετράει ήδη μερικές εκατοντάδες χιλιάδες παιξίματα. Ποια είναι, όμως, αυτή η "καλύτερη αγάπη" για την οποία μάς τραγουδά η νεαρή τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια;

Μια ματιά στους στίχους δίνει ενδεχομένως κάποιες απαντήσεις. "Teach me carelessness" και "I'm about to see all that's made up/ And everything they want from us" και "I've lost enough". Μιλάει για έναν κατασκευασμένο, στημένο κόσμο το τραγούδι, και για εκείνους που ζητούν, που επιτάσσουν τα πάντα, σε αντιδιαστολή με εκείνο που ποθεί αληθινά ο άνθρωπος: την ανεμελιά, γιατί έχει ήδη χάσει πολλά. Ξεκαθαρίζει ότι ο πόθος γι' αυτό το ζητούμενο έρχεται με ορμή από τα βάθη της ύπαρξης: "I can't hide it/ I won't fight this/ Yearning feeling inside", αλλά και ότι απαιτείται δράση προκειμένου αυτό να επιτευχθεί: "No pain no gain" και "Go deep with me".

Αλλά και το βίντεο του τραγουδιού λειτουργεί συμπληρωματικά προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το μήνυμα. Το αποκλειστικά γυναικείο καστ που πλαισιώνει την πρωταγωνίστρια μοιάζει να βολοδέρνει στο γυμνό σκηνικό, ανέκφραστο, έχοντας χάσει την επαφή του, θα 'λεγε κανείς, με ό,τι συνιστά ουσιαστικό βίωμα. Όλες οι φιγούρες είναι ντυμένες σε ροζ χρώματα, εκτός από δύο: μοιάζουν οι μόνες ικανές να ξεφύγουν από το απάνθρωπο κατεστημένο και ήδη κουνούν τα πέπλα-φτερά τους, έτοιμες να πετάξουν μακριά.

Είναι, λοιπόν, το κομμουνιστικό όραμα αυτό που επαγγέλλεται το "Better Love". Γιατί μια καλύτερη αγάπη θα υπάρξει μόνο αν ο άνθρωπος βρει το αληθινό νόημα πίσω από την επίπλαστη ευημερία (που κι αυτή πηγαινοέρχεται, εδώ που τα λέμε) του καπιταλιστικού συστήματος. Τα ημίμετρα (το ροζ) είναι καλά για το εδώ και το τώρα, αλλά πρέπει να πάμε παρακάτω, πιο βαθιά (στο κόκκινο), είναι σαν μας λέει.

Τι άλλο θα μπορούσαμε, δηλαδή, να περιμένουμε από την ΕΡΤ και μιαν απευθείας ανάθεση στη δεδομένη συγκυρία και με τους δεδομένους υπευθύνους, από μια ακόμη κεκαλυμμένη απόπειρα εκπόρθησης ενός ακόμα προπυργίου του σαθρού κόσμου στον οποίο ζούμε; Από το 2015, που έγινε σαφές ότι η απευθείας σύγκρουση με τις δομές δεν θα έφερνε ευτυχή αποτελέσματα, η μάχη έχει μεταφερθεί στο παράπλευρο και στο συμβολικό επίπεδο, όπου υπάρχουν τα εργαλεία να πριονιστεί η ηγεμονία των εγκαθιδρυμένων μοντέλων ζωής και σκέψης. Και ένα πολύ καλό εργαλείο είναι ο εγκιβωτισμός του μηνύματος σε μια απόλυτα σύγχρονη εκδοχή της ποπ μουσικής και η αποστολή του σε έναν διαγωνισμό που απασχολεί εκατομμύρια πολίτες της Δύσης -και όχι μόνο.

Κάποιοι έψαχναν για ράβδους χρυσού στο περιβόητο αεροπλάνο που ήρθε από τη Βενεζουέλα τις προάλλες, όμως μάλλον άλλου είδους ήταν το φορτίο που κουβαλούσε. Είναι άραγε αλήθεια ότι σε αυτή την πολύπαθη γωνιά του κόσμου γυρίστηκε το εν λόγω βίντεο-κλιπ; Ίσως να μη μάθουμε ποτέ την απάντηση σε αυτό, αλλά και σε άλλα ερωτήματα που προκύπτουν. Όμως το κρισιμότερο ερώτημα, σε ό,τι αφορά το ουσιαστικό διακύβευμα, το θέτει επιτακτικά το ίδιο το τραγούδι:

"What you waiting for?"

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Πράγματα που μαθαίνω στο σχολείο Ι

Εκδρομή δεν ζητούν μόνο οι μαθητές. Πολλές φορές ακόμα πιο έντονα τη ζητούν οι εκπαιδευτικοί.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Υπογραμμίσεις XVII: Jozeph Roth

Άλλο βιβλίο του Roth είχα στα υπόψη καιρό -ο Σταν και η Μαρία μου έκαναν δώρο χρόνια πριν Το Εμβατήριο Του Ραντέτσκυ, το θεωρούμενο ως αριστούργημά του. Όμως η ανάγνωσή του πάντα έπαιρνε αναβολή, και στο μεταξύ η Σάντη διάβασε την Κρύπτη Των Καπουτσίνων και μου το παίνευε πολύ. Οπότε το έπιασα.

Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έργα του Αυστριακού (με εβραϊκή καταγωγή) συγγραφέα, στο οποίο περιγράφει τη ζωή ενός πλούσιου νέου, από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την προσάρτηση της Αυστρίας στη Χιτλερική Γερμανία. Είναι ένα μάλλον άνισο μυθιστόρημα, στο οποίο στιγμές άκρατου λυρισμού διαδέχονται άλλες, μάλλον πεζές και κάπως εύκολες να ξεχαστούν. Όμως ο Roth έχει τον τρόπο να ζωντανέψει, όχι μόνο μια εποχή, αλλά και την ψυχοσύνθεση ενός λαού κι ενός κόσμου, που πιάστηκαν ανέμελοι κι απροετοίμαστοι τη στιγμή που ζύγωνε η καταστροφή. Είναι, επίσης, απόλυτα επίκαιρο το εν λόγω βιβλίο, καθώς η σημερινή Ευρώπη, και ο πλανήτης γενικότερα, μοιάζουν σε πολλά με την Αυτοκρατορία που διοικούσε κάποτε ο Φραγκίσκος Ιωσήφ Α'. Κι εκτός των άλλων, έχει μια σπουδαία τελική σκηνή, από τις πιο συγκινητικές που έχω συναντήσει.

Αυτή είναι, όπως ξέρουμε, η επιταγή των καιρών. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους. Ενώνονται σε ομάδες χωρίς νόημα· κι ούτε τα χωριά μπορούν να μείνουν μόνα τους. Γεννιούνται έτσι παράλογες ενότητες. Τους αγρότες ελκύει η πόλη και τα χωριά φιλοδοξούν να γίνουν κι αυτά πόλεις.
-----
Δεν είμαι παιδί τούτης της εποχής, μου 'ναι μάλιστα δύσκολο να μη με χαρακτηρίσω εχθρό της. Όχι πως δεν την καταλαβαίνω, όπως υποστηρίζω πολύ συχνά. Αυτό είναι μόνο μια συνετή δικαιολογία. Απλά και μόνο, επειδή θέλω να 'χω την ησυχία μου, αποφεύγω να 'μαι προκλητικός ή κακόβουλος, κι έτσι λέω πως δεν καταλαβαίνω εκείνο που θα 'πρεπε να πω πως το μισώ ή το περιφρονώ. Ακούω θαυμάσια μα προσποιούμαι τον βαρήκοο. Θεωρώ ευγενικότερο να υποδυθώ κάποια αναπηρία, παρά να ομολογήσω πως άκουσα χυδαίους ήχους.
-----
Μοιραζόμουνα μαζί τους τη δύσπιστη απερισκεψία, τη μελαγχολική προπέτεια, την αμαρτωλή αμέλεια, την αλαζονική ασωτία, όλα συμπτώματα της επερχόμενης καταστροφής, που τότε ακόμα δεν βλέπαμε. Πάνω απ' τα ποτήρια που αγέρωχα πίναμε, σταύρωνε κιόλας ο αόρατος θάνατος τα σκελετωμένα του χέρια.
-----
Από εκεί μας αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι. Κι εμάς όλων πόνεσε η καρδιά, όταν το τρένο κύλησε έξω απ' το σταθμό, γιατί αγαπούσαμε τη μελαγχολία το ίδιο ανόητα όπως και την ευθυμία.
-----
Η φωνή της μου θύμιζε σιγανό, συγκρατημένο, καθαρό κι ωστόσο αποπνικτικό γουργούρισμα, τον ψίθυρο υπόγειων πηγών, τον απόμακρο μονότονο ήχο απόμακρων τρένων που συνοδεύει καμιά φορά τις άυπνες νύχτες μας, κι ακόμα κι η πιο κοινότυπη λέξη της αποκτούσε για μένα, χάρη σ' αυτή τη βαθιά φωνή, με την οποία την πρόφερε, την πληρότητα, την εκφραστική δύναμη μιας μακρινής, σίγουρα όχι και τόσο κατανοητής, ωστόσο σαφώς οικείας, ξεχασμένης, πρωτόγονης γλώσσας, που ίσως κάποτε αφουγκραστήκαμε στ' όνειρό μας.
-----
Η σχέση που διατηρούσα με τη μητέρα μου, καθόλου ειλικρινής κι αυθόρμητη, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η βασανιστική προσπάθεια να μιμηθώ τη σχέση των νεαρών αντρών με τις μητέρες τους. Γιατί στα μάτια τους δεν ήταν πραγματικές μητέρες, αλλά ένα είδος εκκολαπτηρίων, που σ' αυτά χρωστούσαν την ωρίμανση και τη ζωή τους, ή στην καλύτερη περίπτωση, κάτι σαν την πατρική γη, όπου ήρθε κανείς τυχαία στον κόσμο και που δεν της αφιερώνει παρά μόνο κάποια μνεία και κάποια συγκίνηση.
-----
Ίσως, δεν είναι καθόλου απίθανο, να είχε συμφιλιωθεί με τον αιώνιο χριστό νόμο της φύσης που υποχρεώνει τους γιους να ξεχνούν γρήγορα την προέλευσή τους, να βλέπουν τις μητέρες τους σαν ώριμες κυρίες, να μη θυμούνται το στήθος απ' όπου έλαβαν την πρώτη τους τροφή· σταθερός νόμος, που αναγκάζει ακόμα και τις μητέρες να βλέπουν τους καρπούς του σώματός τους να γίνονται μεγάλοι κι ακόμα πιο μεγάλοι, ξένοι κι ακόμα πιο ξένοι· με πόνο πρώτα, μετά με πίκρα και τέλος με μια αίσθηση εγκατάλειψης.
-----
Ήξερα μερικούς Εβραίους, Βιεννέζους φυσικά, τους οποίους κάθε άλλο παρά μισούσα· κυρίως γιατί εκείνη την εποχή ο θετικός αντισημιτισμός της αριστοκρατίας και των κύκλων που συναναστρεφόμουνα είχε γίνει μόδα των θυρωρών, των μικροαστών, των καπνοδοχοκαθαριστών, των ταπετσέρηδων. Αυτή η αλλαγή ήταν βέβαια ανάλογη εκείνης στη μόδα που έκανε την κόρη ενός κλητήρα του δημαρχείου να στερεώνει την ίδια πλερέζα στο κυριακάτικο καπέλο της, που τρία χρόνια πριν φορούσε την Τετάρτη μια Τραουτμανστόρφ ή μια Στσεχένυϊ. Κι όσο μπορεί σήμερα μια Στεχένυϊ να βάλει την ίδια πλερέζα που στολίζει το καπέλο της κόρης ενός κλητήρα του δήμου, το ίδιο μπορούσε τότε και η καλή κοινωνία, στην οποία ανήκα, να υποτιμά έναν Εβραίο...
-----
"Ξέρετε, δεν είμαι πατριώτης, αλλά αγαπώ τους συμπατριώτες μου. Μια ολόκληρη χώρα, μια πατρίδα, είναι κάτι αφηρημένο. Ένας συμπατριώτης όμως είναι κάτι συγκεκριμένο. Δεν μπορώ ν' αγαπώ όλα τα χωράφια, όλα τα δάση με τα έλατα, όλους τους βάλτους, όλους τους Πολωνούς και τις Πολωνίδες. Ένα ορισμένο όμως χωράφι, ένα δασάκι, ένα βάλτο, έναν άνθρωπο: à la bonheure! Το βλέπω, τ' αγγίζω, μιλάει τη γλώσσα που μου είναι οικεία, κι αυτό γιατί είναι κάτι μεμονωμένο, η προσωποποίηση του οικείου. Κι ύστερα υπάρχουν κι άνθρωποι που τους ονομάζω συμπατριώτες ακόμη κι αν έχουν γεννηθεί στην Κίνα, στην Περσία ή στην Αφρική".
-----
"[...] το χαρακτηριστικό του αριστοκράτη είναι πάνω απ' όλα η αταραξία".
-----
Θα ντρεπόμουν, αν αναγκαζόμουνα να πω στους φίλους μου ότι είχα πάει στην εκκλησία. Όχι πως θεωρούσαν τη θρησκεία πραγματικό εχθρό τους· απλά αρνιόνταν από υπεροψία ν΄αναγνωρίσουν την παράδοση που πάνω της στηρίχτηκε η αγωγή τους. Φυσικά δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν την ουσία αυτής της παράδοσης· όμως τόσο αυτοί όσο κι εγώ, είχαμε εξεγερθεί ενάντια στις μορφές της παράδοσης, γιατί δεν ξέραμε πως η αληθινή μορφή είναι ταυτόσημη με την ουσία και πως ήταν παιδιάστικο να χωρίζουμε το ένα από το άλλο.
-----
Δεν τον αισθανόμασταν το θάνατο. Δεν τον αισθανόμασταν, γιατί δεν αισθανόμασταν το Θεό.
-----
"Η ρωμαϊκή εκκλησία", συνήθιζε να λέει "είναι σ' αυτόν τον βαλτωμένο κόσμο η μόνη που δημιουργεί μορφές, η μόνη που τις διατηρεί. Αν θέλετε, η μόνη που παρέχει μορφές. Με το να φυλακίζει τα ήθη και τα έθιμα που προέρχονται απ' τη λεγόμενη "παράδοση" στο δόγμα της σαν μέσα σ' ένα παγερό παλάτι, κερδίζει και παραχωρεί στα παιδιά της γύρω, έξω απ' το παλάτι, το καμωμένο από πάγο, με την τεράστια, ευρύχωρη αυλή, την ελευθερία ν' αμελούν, ακόμη να συγχωρούν ή και να πράττουν οι ίδιοι το απαγορευμένο. Με το να προβλέπει αμαρτίες, ταυτόχρονα τις συγχωρεί. Μπορεί να πει κανείς πως δεν επιτρέπει καν την ύπαρξη του αλάθητου ανθρώπου: αυτό είναι και το κατεξοχήν ανθρώπινο στοιχείο της. Τα πιο άψογα παιδιά της τα εξυψώνει σε αγίους. Κι είναι αυτονόητο ότι έτσι επιτρέπει σιωπηρά στους ανθρώπους το λάθος. Μάλιστα επιτρέπει την αμαρτία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη θεωρεί ανθρώπους όσους δεν είναι αμαρτωλοί: γιατί αυτοί έχουν ήδη γίνει δεκτοί στη βασιλεία των ουρανών ή άγιοι. Μ' αυτό η ρωμαϊκή εκκλησία επιβεβαιώνει την πιο ευγενική της τάση: να συγχωρεί, να αφίη. Δεν υπάρχει πιο ευγενική τάση από τη συγχώρεση. Σκεφτείτε πως δεν υπάρχει καμιά χυδαιότερη από την εκδίκηση".
-----
Πολύ αργότερα, πολύ μετά τον μεγάλο πόλεμο που τον ονόμασαν "παγκόσμιο πόλεμο", σωστά κατά τη γνώμη μου, όχι επειδή πήρε μέρος όλος ο κόσμος, αλλά επειδή όλοι εμείς χάσαμε εξαιτίας του έναν ολόκληρο κόσμο, τον δικό μας κόσμο, πολύ αργότερα, λοιπόν, θα κατανοούσα πως και τα τοπία, τα χωράφια, τα έθνη, οι ράτσες, οι καλύβες και τα café κάθε είδους και προέλευσης υπακούουν σ' έναν χωρίς αμφιβολία φυσικό νόμο ενός ισχυρού πνεύματος, που είναι σε θέση να φέρνει κοντά το μακρινό, να κάνει συγγενικό το ξένο, και να ενώνει εκείνα που φαινομενικά αλληλοαπωθούνται. Μιλάω για το παρεξηγημένο και καταχρασμένο πνεύμα της παλιάς μοναρχίας [...]".
-----
[...] μιλούσαν και οι δυο τα ίδια ένρινα "κρατικά" γερμανικά των ανώτερων τάξεων, μια γλώσσα ταυτόχρονα σκληρή και γλυκιά, λες κι ήταν Σλάβοι κι Ιταλοί οι δημιουργοί και πατέρες αυτής της γλώσσας, μιας γλώσσας που κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η διακριτική ειρωνεία και η χαριτωμένη συμπάθεια προς το ανώδυνο, τη φλυαρία, μέχρι και τη γοητευτική ανοησία.
-----
Πού και πού μέναμε μαζί μέχρι αργά. Από έναν ανεξήγητο φόβο για τη νύχτα περιμέναμε το πρωί.

Από έναν ανεξήγητο φόβο, λέω τώρα, τότε μας φαινόταν δικαιολογημένος· γιατί βρίσκαμε την εξήγηση στο γεγονός πως ήμασταν πολύ νέοι ώστε να παραμελούμε τις νύχτες. Ενώ, όπως κατάλαβα αργότερα, υπήρχε αντίθετα ο φόβος της μέρας ή για την ακρίβεια του πρωινού, της πιο φωτεινής ώρας της ημέρας. Τότε βλέπει κανείς καθαρά και φαίνεται καθαρά. Κι εμείς, εμείς ούτε να βλέπουμε θέλαμε καθαρά ούτε να μας βλέπουν καθαρά.

Νόμιζα τότε ότι ο επερχόμενος πόλεμος ήταν ό,τι έπρεπε. Μόλις έγινε πραγματικότητα και μάλιστα αναπόφευκτη, κατάλαβα ξαφνικά [...] πως στο τέλος τέλος ένας παράλογος θάνατος είναι καλύτερος από μια παράλογη ζωή. Φοβόμουνα το θάνατο. Αυτό είναι σίγουρο. Δεν ήθελα να πέσω. Το μόνο που ήθελα ήταν να αποκτήσω μόνος μου τη βεβαιότητα πως μπορώ να πεθάνω.
-----
[...] σαν αριστοκράτης, που μόλις τον έχρισε ευγενή ο θάνατος, όπως κάνει μ' όλους όσους είναι έτοιμοι και άξιοι να τον υποδεχτούν [...].
-----
Κοντά στο θάνατο, τα αισθήματά μου έγιναν πιο τίμια, πιο σαφή, όπως μερικές φορές αποσαφηνίζονται όταν είναι κανείς βαριά άρρωστος οι ιδέες και η αλήθεια σε τέτοιο βαθμό, που αισθάνεται παρά το φόβο, το αδιέξοδο και την υποψία που τον παραλύει, ένα είδος περήφανης ικανοποίησης, γιατί επιτέλους μια φορά γνώρισε την ευτυχία μέσα απ' τον πόνο και μια αίσθηση βαθύτατης χαράς, γιατί ξέρει απ' την αρχή το τίμημα της γνώσης.
-----
[...] δεν είχαμε πια καιρό ν' απολαύσουμε την ελάχιστη ελευθερία κινήσεων που μας άφηνε ακόμα η ζωή, δεν είχαμε καν τον καιρό να περιμένουμε το θάνατο. Στην πραγματικότητα δεν ξέραμε πια αν νοσταλγούσαμε το θάνατο ή προσδοκούσαμε τη ζωή. Πάντως εκείνες ήταν για μένα κι όλους σαν κι εμένα οι πιο έντονες ώρες της ζωής μας· είναι οι ώρες που ο θάνατος δεν μοιάζει με την άβυσσο που θα πέσεις κάποια μέρα, αλλά με την απέναντι όχθη ενός ποταμού, όπου προσπαθείς να φτάσεις μ' ένα σάλτο [...].
-----
Είναι ένα από τα μυστικά των μανάδων: δεν παραιτούνται ποτέ απ' την ελπίδα ότι θα ξαναδούν τα παιδιά τους, ακόμα κι εκείνα που πιστεύουν πως είναι νεκρά, ακόμη και τα πραγματικά νεκρά· κι αν γινότανε ν' αναστηθεί ένα νεκρό παιδί μπροστά στη μάνα του, εκείνη θα το 'παιρνε στην αγκαλιά της τόσο φυσικά, σαν να μην είχε γυρίσει από την άλλη ζωή, αλλά από μια πολύ μακρινή περιοχή τούτης της ζωής.
-----
Ακόμη και τότε μιλούσε, όπως μιλά μια μητέρα. Αφού έπρεπε ν' αφήσει το παιδί της -το μοναδικό της μάλιστα- να πάει στο θάνατο, ήθελε να του το παραδώσει μόνη της. Ούτε την κατοχή ούτε το χάρο ήθελε να μοιραστεί με άλλη γυναίκα.
-----
[...] πρέπει να 'ναι κανείς πολύ ώριμος ή τουλάχιστον πολύ έμπειρος, για να μπορεί να δείχνει τα αισθήματά του χωρίς την αναστολή της ντροπής.
-----
Καθένας απ' αυτούς είχε κάποιο κορίτσι να παντρευτεί, ακόμα κι αν η νύφη δεν ήταν ανάλογη με τη θέση του, αλλά κάποια τυχαία, απ' αυτές που 'πεφταν εκείνους τους καιρούς πάνω μας συχνά, ποιος ξέρει γιατί, και που έρχονταν από περιοχές άγνωστες, όμοιες με πεταλούδες που τις νύχτες του καλοκαιριού έρχονται απ' τ' ανοιχτά παράθυρα και φτερουγίζουν πάνω στο τραπέζι, στο κρεβάτι, στο γείσο του τζακιού, εφήμερα, επιπόλαια, υποταγμένα, βελούδινα δώρα μιας γενναιόδωρης σύντομης νύχτας.
-----
Και το αίσθημα τιμής είναι ένα είδος ναρκωτικού που στη δική μας περίπτωση αποκοίμιζε το φόβο κι όλα τα κακά προαισθήματα.
-----
Και στο στρατό μεγαλώνεις ακόμη μια φορά: όπως όταν είσαι παιδί μαθαίνεις να περπατάς, έτσι μαθαίνεις να βαδίζεις στρατιωτικά, όταν είσαι στρατιώτης. Ποτέ δεν ξεχνάς τους νεοσύλλεκτους που 'μαθαν ταυτόχρονα με σένα [...].
-----
[...] αυτή η περίοδος της ζωής μου, η περίοδος των ρομαντικών ιδεών με πλησίασε πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα απ' ό,τι οι σπάνιες μη ρομαντικές που έπρεπε να τις επιβάλω με τη βία στον εαυτό μου. Πόσο ανόητοι είναι αλήθεια αυτοί οι παλαιικοί χαρακτηρισμοί! [...] πιστεύω [...] ότι ο άνθρωπος που λέγεται ρεαλιστής είναι πάντα απρόσιτος σ' αυτόν τον κόσμο, σαν πύργος δίχως ανοίγματα από μπετόν, κι ότι αντίθετα ο λεγόμενος ρομαντικός μοιάζει με κήπο ανοιχτό, που η αλήθεια μπαινοβγαίνει κατά βούληση...
-----
Ούτε η απόλυτη δικαιοσύνη είναι αμερόληπτη, κι αυτή σπέρνει δόντια δράκου.
-----
Η μητέρα μου ήταν έξυπνη γυναίκα, γυναίκα που έβλεπε καθαρά. Τώρα κατάλαβα πως ποτέ δεν με είχε κοιτάξει με προσοχή. Και βέβαια μ' αγαπούσε πολύ. Μα αγαπούσε το γιο του άντρα της, όχι το παιδί της. Ήταν γυναίκα. Ήμουν η κληρονομιά που της άφησε ο αγαπημένος της· μοιραία σαρξ εκ της σαρκός του· η δική της μήτρα ήταν τυχαία.
-----
Ο Ζακ της έφερε τον μικρό οβάλ καθρέφτη. Παρατήρησε ακίνητη αρκετή ώρα το πρόσωπό της. Ναι, οι γυναίκες του καιρού της δεν είχαν ακόμα ανάγκη να διορθώνουν με φτιασίδια, πούδρες, χτένια ή και μόνο με τα δάχτυλα, φόρεμα, πρόσωπο, μαλλιά. Ήταν σαν να απαιτούσε η μητέρα μου με το βλέμμα της μόνο, με το βλέμμα που εξέταζε τη μορφή της στον καθρέφτη, από τα μαλλιά, το πρόσωπο, τα ρούχα, απόλυτη πειθαρχία. Χωρίς να 'χει κάνει την παραμικρή κίνηση χάθηκαν ξαφνικά κάθε οικειότητα και ζεστασιά, έτσι που κι εγώ ο ίδιος ένιωσα σαν επισκέπτης σε μια ξένη, γηραιά κυρία.
-----
"Οι άνθρωποι", είπε, "ξέρουν μερικές φορές πότε θα φύγουν. Δεν ξέρουν ποτέ, πότε θα επιστρέψουν" [...].
-----
Το απαγορευμένο κρατά λίγο, το επιτρεπτό εμπεριέχει εξ ορισμού τη διάρκεια.
-----
Ένιωθα μια περίεργη ανάγκη να επανορθώσω μέσα σε μια ώρα τα εικοσιτρία απερίσκεπτα και χωρίς αγάπη χρόνια της ζωής μου, κι αντί, όπως κάνουν οι νιόπαντροι, ν' αρχίσω την "καινούργια μου ζωή", προσπαθούσα να διορθώσω την περασμένη. Θα προτιμούσα ν' άρχιζα πάλι απ' τη γέννησή μου. Έβλεπα καθαρά πως είχα χάσει το πιο σημαντικό. Πολύ αργά. Με περίμενε ο θάνατος και η αγάπη.
-----
Προτιμώ τη μοίρα του εξαφανισμένου, παρά εκείνη του αφηγητή αυτού που χάθηκε για πάντα. Κανείς δεν θα με καταλάβαινε σήμερα, αν επιχειρούσα να μιλήσω για την ελευθερία, την τιμή, και, πολύ περισσότερο, για την αιχμαλωσία. Αυτή την εποχή καλύτερα να σωπαίνει κανείς. Για να είμαι ειλικρινής, γράφω μόνο για να καταλάβω τον ίδιο μου τον εαυτό [...].
-----
Οι ξιφολόγχες στα όπλα δεν έμοιαζαν αληθινές και τα όπλα κρέμονταν αδέξια απ' τους ώμους των ανθρώπων. Λες κι αποζητούσαν τον ύπνο τα όπλα, κουρασμένα όπως κι εμείς μετά από τέσσερα χρόνια πυροβολισμών.
-----
"Βέβαια δεν θα ήθελα μια χορεύτρια για κόρη, αλλά μια χορεύτρια είναι τίμια. Κι έπειτα τα κάπως ελαφρά ήθη είναι ένα πράγμα σαφές. Δεν είναι κατεργαριά, δεν είναι απάτη".
-----
Η μαρμάρινη πλάκα του τραπεζιού διατηρούσε ακόμη, έτσι νόμιζα, κάποια ίχνη των δικών μας, των δικών της χεριών. Φυσικά η ιδέα ήταν παιδιάστικη, γελοία. Το ήξερα, αλλά την επέβαλα στον εαυτό μου με τη βία, αρπάχτηκα κυριολεκτικά πάνω της, για να προσθέσω ένα οποιοδήποτε αίσθημα στην ανάγκη που ένιωθα "να βάλω τάξη στη ζωή μου", ώστε η συζήτησή μου με την Ελίζαμπετ να είναι από κάθε άποψη δικαιολογημένη. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πόσο φευγαλέες είναι οι εμπειρίες μας, πόσο γρήγορα ξεχνάμε και πόσο εφήμεροι είμαστε, περισσότερο από κάθε άλλο πλάσμα πάνω στη γη.
-----
Περπατούσαμε σιωπηλοί, ο ένας πλάι στον άλλο. Έπεφτε ένα χιόνι ράθυμο, θα 'λεγα σάπιο. Τα φανάρια, ράθυμα κι αυτά, δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Το γυάλινο περίβλημά τους προστάτευε έναν τόσο δα σπόρο φωτός τσιγγούνικα και εχθρικά. Δεν φώτιζαν τους δρόμους, τους σκοτείνιαζαν. περισσότερο.
-----
Είχαμε χάσει όλοι θέση και σειρά κι όνομα, σπίτι και χρήμα κι αξίες, παρελθόν, παρόν, μέλλον. Κάθε πρωί όταν ξυπνούσαμε, κάθε νύχτα σαν πέφταμε να κοιμηθούμε, καταριόμασταν τον θάνατο, που άδικα μας είχε παρασύρει σε μια χωρίς προηγούμενο γιορτή. Κι όλοι μας ζηλεύαμε τους πεθαμένους. Αναπαύονταν κάτω απ' τη γη και την επόμενη άνοιξη θα φύτρωναν μενεξέδες απ' τα οστά τους. Εμείς, όμως, είχαμε γυρίσει αγιάτρευτα άκαρποι, με παράλυτα νεφρά, ένα γένος αφιερωμένο στο θάνατο, που ο θάνατος το είχε περιφρονήσει. Το πόρισμα της στρατολογικής επιτροπής ήταν αμετάκλητο. Έλεγε: "Ανίκανος να πεθάνει".
-----
Συνηθίσαμε όλοι το ασυνήθιστο. Κάναμε μια αγωνιώδη προσπάθεια να συνηθίσουμε. Παράλληλα, χωρίς όμως να το ξέρουμε, βιαζόμασταν να προσαρμοστούμε κι όχι μόνο αυτό, αλλά μας γοήτευαν φαινόμενα που κατά βάση μισούσαμε και αποστρεφόμασταν. Αρχίσαμε μάλιστα να αγαπάμε την αθλιότητά μας, με τον ίδιο τρόπο που αγαπάει κανείς αμετακίνητους εχθρούς. Η αθλιότητα ήταν το καταφύγιό μας. Της ήμασταν ευγνώμονες, γιατί κατάπινε τις μικρές προσωπικές στενοχώριες μας, αυτή, η μεγάλη τους αδελφή, η μεγάλη αθλιότητα που μπροστά της έχανε τη σημασία της κάθε παρηγοριά, αλλά κι όλες οι καθημερινές μας σκοτούρες. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει και να συγχωρέσει κανείς τη φοβερή υποχωρητικότητα των σημερινών γενιών απέναντι στους ακόμη πιο φρικτούς καταπιεστές τους, αν σκεφτεί πως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης είναι ότι προτιμά τη μεγάλη συμφορά, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, από την προσωπική στενοχώρια. Η μεγάλων διαστάσεων συμφορά καταπίνει μεμιάς τη μικρή δυστυχία, την ατυχία. Γι' αυτό κι εμείς εκείνα τα χρόνια αγαπούσαμε τη γενική, την τεράστια αθλιότητα.
-----
Κάπως έτσι θα ζούνε οι άνθρωποι παραμονές της Κρίσης: ρουφώντας μέλι από δηλητηριώδη λουλούδια, εξυμνώντας τον σβησμένο ήλιο ως ζωοδότη, φιλώντας την ξεραμένη γη ως μητέρα της γονιμότητας.
-----
Η Ελίζαμπετ με αγαπούσε, ήμουν σίγουρος γι' αυτό, όμως φοβόταν την καθηγήτρια Γιολάντα· ήταν ένας από εκείνους τους φόβους, που η σύγχρονη ιατρική φρόντισε να ορίσει με επιτυχία και να ερμηνεύσει μ' αποτυχία.
-----
[...] είναι ευγενικό και ηρωικό ταυτόχρονα να κρύβεις και να αποσιωπάς αναπηρίες.
-----
Πόσο φιλάνθρωπη είναι η φύση! Οι αναπηρίες που χαρίζει στα γηρατειά είναι ένα δώρο, μας χαρίζει αμνησία, αδύνατη ακοή και όραση, όταν γερνάμε· κι ακόμη κάποια σύγχυση του νου, λίγο πριν το θάνατο. Οι σκιές που τον προαναγγέλουν είναι δροσερές και ανακουφίζουν.
-----
[...] όπως και πολλές άλλες γυναίκες, είχε τη μανία της τάξης και της καθαριότητας. Με τούτο το μοιραίο πάθος, είχε κάποια σχέση και η ζήλια της. Εκείνο τον καιρό κατάλαβα γιατί οι γυναίκες αγαπούν τα σπίτια και τα διαμερίσματα περισσότερο από τους άντρες τους. Οι γυναίκες ετοιμάζουν πρώτ' απ' όλα τις φωλιές για τους απογόνους. Φυλακίζουν με ασυνείδητη πανουργία τους άντρες σε ένα δίχτυ από μικρά καθημερινά καθήκοντα, απ' τα οποία δεν μπορούν ποτέ να ξεφύγουν. Στο σπίτι μας κοιμόμουν, τώρα στο πλευρό της γυναίκας μου. Αυτό ήταν το σπίτι μου. Αυτή ήταν η γυναίκα μου. Ναι! Το κρεβάτι γίνεται ένα απόμερο σπίτι μέσα στο ορατό, ανοιχτό σπίτι, και η γυναίκα, που μας περιμένει εκεί, αγαπιέται απλά, γιατί είναι εκεί και διατίθεται. Είναι εκεί και διατίθεται κάθε ώρα της νύχτας, όποτε και αν γυρίσει κανείς στο σπίτι του, και κατά συνέπεια την αγαπάει. Γιατί αγαπάμε το σίγουρο. Αγαπάμε ιδιαίτερα ό,τι μας περιμένει, ό,τι έχει υπομονή.
-----
"Αλλά οι επαναστάσεις σήμερα έχουν ένα μειονέκτημα: δεν πετυχαίνουν".
-----
"Αυτός είναι ένας απλός καστανάς", είπε ο Χοϊνίτσκι, "αλλά προσέξτε: είναι πραγματικά ένα επάγγελμα συμβολικό. Συμβολίζει την παλιά μοναρχία. Αυτός ο άνθρωπος πουλούσε τα κάστανά του παντού, στη μισή Ευρώπη, μπορεί να πει κανείς. Παντού, όπου έτρωγαν τα κάστανά του ήταν Αυστρία, κυβερνούσε ο Φραγκίσκος Ιωσήφ. Τώρα δεν υπάρχουν πια κάστανα χωρίς βίζα. Τι κόσμος!"
-----
Υπήρξαν αμέτρητα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια πατέρες από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Ήμουν μόνο μία μονάδα ανάμεσα σε δισεκατομμύρια. Αλλά τη στιγμή που μπόρεσα να πάρω το γιο μου στην αγκαλιά μου, ένιωσα κάποια μακρινή αντανάκλαση εκείνης της ανώτερης μακαριότητας που θα έπρεπε να είχε αισθανθεί ο Δημιουργός του κόσμου την έκτη μέρα, όταν ΑΥΤΟΣ είδε το ατελές έργο του, παρ' όλα αυτά, ολοκληρωμένο. Ενώ κρατούσα στα χέρια μου το μικροσκοπικό, απαίσιο και μελανό πλάσμα που ούρλιαζε, ένιωσα καθαρά την αλλαγή που γινόταν μέσα μου. Όσο μικρό, όσο απαίσιο, όσο κοκκινωπό κι αν ήταν το πλάσμα που κρατούσα στην αγκαλιά μου, ακτινοβολούσε δύναμη απερίγραπτη. Ακόμη περισσότερο: ήταν σαν να 'χε συγκεντρωθεί σ' αυτό το τρυφερό, φτωχό σωματάκι όλη μου η δύναμη, σαν να κρατούσα στα χέρια μου τον ίδιο μου τον εαυτό και μάλιστα το καλύτερο του εαυτού μου.
-----
Και την Παρασκευή ακόμη δεν έβλεπα την ώρα να έρθει το αγαπημένο μου βράδυ· γιατί μόνο το βράδυ ένιωθα μόνος μέσα στο σπίτι, από τότε που δεν είχα πια ούτε σπίτι, ούτε οικογένεια. Περίμενα λοιπόν, ως συνήθως, να παραδοθώ στην προστασία του, που σε μας εδώ στη Βιέννη ήταν πάντα πιο τρυφερή απ' τη σιωπή της νύχτας, αφού έκλειναν τα café και μελαγχολούσαν τα φανάρια, κουρασμένα από τη χωρίς νόημα πια δουλειά τους. Νοσταλγούσαν το νωχελικό πρωινό, την ίδια τους την εξαφάνιση. Ναι, ήταν πάντα κουρασμένες, νυσταγμένες οι λάμπες, αποζητούσαν το πρωί για να μπορέσουν ν' αποκοιμηθούν.
-----
Δεν αγαπώ τα ζώα κι ακόμη λιγότερο τους ανθρώπους που αγαπούν τα ζώα. Όλη μου τη ζωή είχα την αίσθηση ότι οι άνθρωποι που αγαπούν τα ζώα αφαιρούν ένα μέρος της αγάπης τους από τους ανθρώπους, και η γνώμη μου αυτή μου φάνηκε περισσότερο δικαιολογημένη, όταν έμαθα τυχαία πως οι Γερμανοί του Τρίτου Ράιχ αγαπούν τα λυκόσκυλα, τα γερμανικά τσοπανόσκυλα. "Φτωχά πρόβατα!" ψιθύρισα.

Joseph Roth, Η Κρύπτη Των Καπουτσίνων, μετάφραση Νίκου Δεληβοριά, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Πολύ Μεγάλες Αλήθειες XXXIX

Χωρίς πολλά λόγια, χτυπώντας στο ψαχνό, λέγοντας τα πράγματα όπως τα νιώθω...

Συνεχίζω να δημιουργώ επειδή συχνά θυμάμαι ότι κάποια στιγμή θα πεθάνω.

Συνεχίζω να ζω επειδή συχνά ξεχνάω ότι κάποια στιγμή θα πεθάνω._

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Διάλογος με την κόρη μου XLIII

Βλέποντας το δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ, την ημέρα που ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος καταδικάστηκε για ρητορική μίσους, διάλογος της Ελένης με τη μαμά της:
- Τι είναι "ομοφυλοφιλία";
- Είναι όταν κάποιος θέλει να έρχεται σε επαφή με άτομα του ίδιου φύλου, δηλαδή αγόρια με αγόρια και κορίτσια με κορίτσια.
- Α, εγώ θέλω και με αγόρια και με κορίτσια.

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Το χρωστάω στον πατέρα μου

Με τον πατέρα μου, 40 χρόνια τώρα που γνωριζόμαστε, διαφωνούμε και τσακωνόμαστε ευκόλως για πολλά. Όμως υπάρχει κάτι που πρέπει να του αναγνωρίσω: του χρωστάω ότι δεν έγινα φανατικός.

Εκείνος κυρίως ευθύνεται που μεγάλωσα σε σπίτια που ήταν πάντα γεμάτα βιβλία, εφημερίδες, βιντεοκασέτες και δίσκους. Και που έβλεπα κάποιον να τα διαβάζει όντως όλα αυτά, να τα χρησιμοποιεί και να τα συμβουλεύεται.

Αργότερα, καθώς μεγαλώναμε με τ' αδέρφια μου, ήταν πάλι εκείνος που φρόντιζε, μέσα από το χιούμορ, να περνάει μέσα μας και η άλλη άποψη. Ζώντας στην υπερσυντηρητική κοινωνία της Σπάρτης, το αναμενόμενο θα ήταν να καταλήξουμε θρησκόληπτοι και μισαλλόδοξοι. Αλλά όχι. Ενώ και στα συλλαλητήρια του '92 βγήκαμε, και στην εκκλησία πηγαίναμε κάθε Κυριακή, και θεολόγους που έλεγαν ότι το ροκ είναι του Σατανά είχαμε στο σχολείο, ο μπαμπάς πάντα είχε να συνεισφέρει ένα καυστικό σχόλιο, μια μπηχτή, μια αποκαλυπτική πληροφορία που ξεσκέπαζε τους ανιστόρητους, τους υποκριτές και τους κομπλεξικούς. Με έναν τρόπο, πριόνιζε σταθερά και μεθοδικά τα ποδάρια του φανατισμού -της τύφλωσης που η κοινωνία γύρω προσπαθούσε να ενσταλάξει στα τέκνα της.

Με τα χρόνια έφτασα να δω αυτά που έβλεπε εκείνος τότε, στο μεταξύ μετακινήθηκε κι εκείνος. Ποιος ξέρει πού θα είμαι κι εγώ, αν ποτέ φτάσω τα χρόνια του... Σίγουρα, πάντως, χάρη κυρίως στον πατέρα μου, θα έχω τα εφόδια της γνώσης, της κριτικής σκέψης και της αμφιβολίας να με οδηγούν.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες