Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Γερμανός/Ρασούλης/Μικρούτσικος/Νταλάρας - τέσσερα βιβλία

Καθώς έχω μπει στα βαθιά, κυνηγώντας αυθεντικές μαρτυρίες, προκειμένου να καταγράψω τις ιστορίες κάποιων ιστορικών -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας, έχω ξεκινήσει και μια παράλληλη έρευνα στη σχετική βιβλιογραφία. Τους τελευταίους μήνες, λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων πηγών, διάβασα και τα παρακάτω τέσσερα βιβλία, καθένα από τα οποία αφορά έναν σημαντικό καλλιτέχνη. Τα συστήνω όλα, ασχέτως αν ασκώ αυστηρή κριτική παρακάτω.


Το πρώτο φέρει τον τίτλο Ο Αρμενιστής, αφορά στον τραγουδοποιό Βαγγέλη Γερμανό, και φέρει την υπογραφή του. Περιέχει, όπως όλα τα βιβλία της σειράς Ιανός Ο Μελωδός (των γνωστών εκ Θεσσαλονίκης εκδόσεων) μια αποτύπωση όλου του έργου του, μέχρι την ημερομηνία κυκλοφορίας του (2015).

Ο Γερμανός όμως πρωτοτυπεί, καθώς δεν παραθέτει εδώ μόνο τους στίχους των τραγουδιών, αλλά και τις παρτιτούρες τους, κάνοντας έτσι το βιβλίο ένα πολύτιμο βοήθημα για κάθε μουσικό που θέλει να μάθει να παίζει κάποια από τα μελωδικότερα, και πιο ενδιαφέροντα, ως προς την αρμονία τους, ελληνικά τραγούδια. Κι όχι μόνο αυτό: αντί των κειμένων αρχείου, που συνήθως εμπλουτίζουν τα βιβλία της εν λόγω σειράς, εκείνος επιλέγει να γράψει δικά του, αυτοβιογραφικά αλλά και εκπαιδευτικά, αποτυπώνοντας τις απόψεις του για το τραγούδι και τη ζωή. Οι λίγες αλλά σπάνιες φωτογραφίες που περιλαμβάνονται, συμπληρώνουν ένα βιβλίο ιδιαίτερα χρήσιμο, αποκαλυπτικό, και εμπνευστικό.

Και ο Μανώλης Ρασούλης, όμως, πρωτοτυπεί στο Εδώ Είναι Του Ρασούλη (Ιανός Ο Μελωδός και πάλι), καθώς πλάι στους στίχους του (μέχρι το 2007, οπότε και εκδόθηκε το βιβλίο), επιλέγει να παραθέσει κυρίως δικά του κείμενα -συν ένα του Θωμά Κοροβίνη και ένα του Γιώργου Ι. Κοντογιάννη. Από αυτά, κάποια λίγα προέρχονται από παλαιότερες εκδόσεις (από τεύχη του περιοδικού "Λαϊκό Τραγούδι" κυρίως). Αλλά το "ζουμί" βρίσκεται στα άλλα, που έγραψε επί τούτου. Σε αυτά, λοιπόν, ο Ρασούλης κάνει μια περαντζάδα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του μουσικού χώρου που γνώρισε, αποτυπώνοντας τις αναμνήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του απέναντί τους.

Ομολογουμένως, το πρόσωπο του Ρασούλη που προκύπτει από την ανάγνωση τούτου του ιδιότυπου ημερολογίου μάλλον τον αδικεί. Κι αυτό γιατί τον βρίσκει να βγάζει μπόλικη χολή για τους περισσότερους από τους καλλιτέχνες με τους οποίους καταπιάνεται, επιφυλάσσοντας, συνάμα, για τον εαυτό του έναν μεσσιανικό ρόλο. Καταλήγοντας, άθελά του προφανώς, να υφάνει για λογαριασμό του μια κάπως γραφική εικόνα, παρόμοια με εκείνη που επιμελώς φιλοτεχνούσαν γι' αυτόν τα τηλεοπτικά κανάλια στα '90s -τότε που τον πετύχαιναν συχνά στο αεροδρόμιο, να αυτοεξορίζεται διαμαρτυρόμενος για διάφορα κακώς κείμενα. Και πικραίνοντας, οπωσδήποτε, πολλούς από τους παλιούς του συνεργάτες.

Ο Ρασούλης, βεβαίως, υπήρξε σπουδαίος στιχουργός, και το έργο του δεν έχει ακόμα αποτιμηθεί όπως του πρέπει. Η συγκέντρωση των στίχων του εδώ κάνει το γεγονός αυτό ακόμα πιο ξεκάθαρο. Στο εν λόγω βιβλίο θεωρώ πως αδίκησε τον εαυτό του, επιλέγοντας να πλειοδοτήσει στην κριτική των συνοδοιπόρων του. Με ενδιαφέρει πάντως να πιάσω προσεχώς και το έτερο αυτοβιογραφικό πόνημά του, Οι Βερβελίδες Της Αμάλθειας - Αναφορά Στο Χόμο Σάπιενς, ώστε να αποκτήσω πιο σφαιρική άποψη.


Στην αυτοβιογραφία του Θάνου Μικρούτσικου, τώρα, που εκδόθηκε το 2011 από τις εκδόσεις Πατάκη. Εδώ έχουμε την εξής ιστορία: ο συνθέτης συναντήθηκε 24 φορές με τον στιχουργό, δημοσιογράφο και ραδιοφωνικό παραγωγό Οδυσσέα Ιωάννου, και του αφηγήθηκε τη ζωή του. Στο βιβλίο, κάθε κεφαλαίου προηγείται μια ημερολογιακή καταγραφή του Ιωάννου, όπου αυτός εξηγεί τι έπεται, καταθέτει και δικές του μαρτυρίες (καθότι από ένα σημείο και μετά οι δυο τους συνεργάστηκαν εκτενώς και έγιναν φίλοι), και κάποιες φορές παραθέτει διαφωτιστικά κείμενα από την εκάστοτε εποχή.

Το Ο Θάνος Κι Ο Μικρούτσικος διαβάζεται πολύ άνετα. Αυτό έχει να κάνει πρώτον με την πολύ ενδιαφέρουσα ζωή του σημαντικού συνθέτη, και δεύτερον με το ότι υπάρχει ροή στην αφήγησή του. Aλλά υπάρχει, δυστυχώς, και μια κάποια... βιασύνη. Θέλω να πω ότι θα διάβαζα ευχαρίστως ένα διπλάσιας έκτασης βιβλίο, που θα εστίαζε περισσότερο σε έργα-σταθμούς της πορείας του. Δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι μπορεί να ειπωθούν τα πάντα για έναν δίσκο όπως Ο Σταυρός Του Νότου, π.χ., μέσα σε 3 σελίδες μικρού μεγέθους. Ενδεχομένως ο στόχος ήταν το βιβλίο να μην τρομάζει με τον όγκο του, όμως θεωρώ ότι το παρόν υπολείπεται αισθητά σε εμβάθυνση. Ο Μικρούτσικος δεν ήταν ένας συνήθης δημιουργός, φαίνεται άλλωστε σε κάποια σημεία ότι είχε πολύ στιβαρές απόψεις επί σχεδόν παντός επιστητού.

Ο Ιωάννου, βέβαια, προσπαθεί κάποιες φορές στα δικά του σημειώματα να δώσει επιπλέον διαστάσεις στην αφήγηση, όμως θαρρώ πως κάποιες φορές είναι αισθητά ακατάλληλος για κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, στις σελίδες 95-96 επιχειρεί να ανατρέψει πράγματα που γράφονταν κάποτε για τον Μικρούτσικο σε σχέση με τις επιρροές του από τη γερμανική σχολή των Άισλερ και Βάιλ (δεν αναφέρονται, δυστυχώς, συγκεκριμένες πηγές), όμως τελικά το μόνο που καταφέρνει να μας πει είναι ότι "η ψυχραιμία δεν είναι ο καλύτερος δρόμος προσέγγισης της τέχνης" με κάτι σάλτσες περί συγκίνησης. Σοφότεροι δεν γίναμε... Στη σελ. 162, πάλι, αναφέρεται στα κουσούρια του ΚΚΕ σε ό,τι αφορά τη θέασή του επί της τέχνης, και γράφει: "Θα μπορούσε κάποιος να μου πει πως τις δικές μου "αδυναμίες" -για παράδειγμα τον διαχωρισμό σε έντεχνους και μη- δεν τις αναγνωρίζω στους άλλους. Τις αναγνωρίζω σε όλους, αλλά όχι στα κόμματα. Όταν αυτές οι αδυναμίες αποκτούν συλλογική έκφραση, καλό θα ήταν να πολεμιούνται ακόμη και από τους 'υποστηρικτές' τους." Οπότε θα συμφωνεί, φαντάζομαι, ο Ιωάννου με εκείνους που ακόμα μάχονται να ανατρέψουν τις αδυναμίες που άφησε η δική του πρακτική στο ραδιόφωνο και αλλού, που "μόλυνε" πολύ κόσμο κι ακόμα να την ξεφορτωθούμε.

Μια ακόμα σημαντική έλλειψη, θεωρώ, είναι και η σχεδόν παντελής απουσία φωτογραφιών από την έκδοση. Για την ακρίβεια, υπάρχουν στο βιβλίο μόλις 3(!) φωτογραφίες, όλες τους στο οπισθόφυλλο: μία του Ιωάννου, μία του Μικρούτσικου, και μία κοινή. Πρόκειται για τεράστια αστοχία, η οποία στερεί από τον αναγνώστη σημαντική τεκμηρίωση ως προς την κάθε εποχή.

Αξίζει πάντως να παραθέσω κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο -και ένα σχόλιο.

Σελ. 237: "Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, έβλεπα μέσα από μία συρόμενη πόρτα, με την άκρη του ματιού μου, να πηγαινοέρχεται στο άλλο δωμάτιο ένα μεγάλο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Εκ των υστέρων έμαθα πως είχε ραντεβού με τον Παπανδρέου, το οποίο είχε καθυστερήσει λόγω της δικής μας συνάντησης. Πηγαινοερχόταν λοιπόν για να τον δει ο Παπανδρέου, υπενθυμίζοντάς του με τον τρόπο αυτόν τη συνάντησή τους. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να μιλάμε, ο Παπανδρέου έπαιζε με το κομπολόι του, βρίσκει ευκαιρία το στέλεχος να μπει στο γραφείο και λέει στον Παπανδρέου χαριτολογώντας "Προσέξτε, κύριε Πρόεδρε, ο Μικρούτσικος δεν είναι ΠΑΣΟΚ", για να εισπράξει αμέσως την απάντησή του: "Γιατί; Εγώ είμαι;""

Σελ. 239: "Μετά την ορκωμοσία, πήγαμε στο Υπουργείο Πολιτισμού μαζί με τη Μελίνα και τον Γιώργο Λιάνη για την παραλαβή. Όταν μπήκαμε στο Υπουργείο, η Μελίνα γνώρισε την αποθέωση από τους υπαλλήλους, κάτι που πρέπει να ενόχλησε την απερχόμενη υπουργό Πολιτισμού Ντόρα Μπακογιάννη. Το Υπουργείο Πολιτισμού επί Νέας Δημοκρατίας ήταν ξέφραγο αμπέλι και κέντρο εσωτερικών υποθέσεων του κόμματος. Γι' αυτόν τον λόγο, φεύγοντας, πήραν όλα τους τα χαρτιά και τα υλικά. Παρέλαβα μόνο τρία μολύβια και δύο γόμες. Δεν μου παραδόθηκαν ούτε φάκελοι ούτε δισκέτες, τίποτα."

Σελ. 293-293: "Εκνευρίζομαι με αρκετούς συνομήλικούς μου συνθέτες οι οποίοι έχουν επιδείξει από σκεπτικισμό μέχρι και μικροψυχία για τους νεότερους. Είναι εξαιρετικά φειδωλοί στις καλές κουβέντες και επαναλαμβάνουν τη γνωστή νευρωτική εμμονή "άσε να δείξει ο χρόνος". Δεν μου αρέσει αυτή η δειλία. Ας προλάβουμε τον χρόνο κι ας κάνουμε και λάθος. Πρέπει να τολμάμε να ονοματίζουμε τους μύθους μας, τόσο τους σύγχρονούς μας, όσο και τους επόμενους. Ας ρισκάρουμε, και ας χάσουμε. Καλύτερα γενναιόδωροι κι ας καραδοκεί η διάψευση."

Σελ. 295-297: εδώ ο Μικρούτσικος κάνει μια αναδρομή σε δημιουργούς νεότερούς του, που εκτιμά. Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ αναφέρει κάμποσους όχι ακριβώς σημαντικούς καλλιτέχνες (Κίτρινα Ποδήλατα, Κώστας Λειβαδάς, Monika, Γιάννης Χαρούλης), δεν αναφέρει τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ο Μικρούτσικος υπήρξε πάντα γαλαντόμος στους επαίνους του, κι αυτό είναι αξιοσημείωτο στον συνήθως τσιγγούνη καλλιτεχνικό περίγυρο, αλλά δεν ήταν πάντα εύστοχος στις παρατηρήσεις του.

Σελ. 334: "[...] μετά κατεβήκαμε στην Αθήνα, στη 'Σφεντόνα', όπου, σε έναν χώρο εξακοσίων ανθρώπων, βάζαμε κάθε Παρασκευή και Σάββατο περίπου εννιακόσια άτομα τη μέρα."

Σελ. 335: "Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι ο Χρήστος να ακούσουμε μαζί κάποια τραγούδια για να επιλέξει τα δεκατρία που θα έλεγε στο Μέγαρο, τον ρώτησα αν θέλει καφέ, μου απάντησε ένα μάλλον απρόθυμο "ναι", του τον έφερα, καθίσαμε και, μετά από μισή ώρα, είδα πως δεν τον είχε ακουμπήσει. Τον ρώτησα αν έχει κάτι ο καφές, μου απάντησε ένα μισό "όχι", κατάλαβα πως κάτι άλλο ήθελε αλλά ντρεπόταν να το ζητήσει. Με τα πολλά, με ρώτησε αν υπάρχει καμία μπίρα. Ευτυχώς υπήρχαν αρκετές, που είχαν περισσέψει από ένα τραπέζι που είχα το προηγούμενο βράδυ. Στα δύο πεντάωρα -μέσα σε δύο μέρες- που καθίσαμε για να καταλήξουμε στα τραγούδια, ήπιε περισσότερες από τριάντα μπίρες!"

Ένα έξοχο αντιπαράδειγμα ως προς το πώς ένα φωτογραφικό αρχείο μπορεί να αξιοποιηθεί σε ένα τέτοιου τύπου έργο είναι η έκδοση του βιβλίου του Θανάση Λάλα για τον Γιώργο Νταλάρα, από τις εκδόσεις Αρμός. Έχει τίτλο ...Και Το Καλοκαίρι Κρυώνω! - Μισός Αιώνας Ελληνικό Τραγούδι, και στο δεύτερο μέρος του περιλαμβάνει 112 φωτογραφίες με επεξηγηματικές-αφηγηματικές λεζάντες, τυπωμένες σε ιλουστρασιόν χαρτί. Ομολογουμένως, μαζί με κάποιες λίστες με αγαπημένα του Νταλάρα, που υπάρχουν στο τέλος, είναι το μόνο αληθινό ατού της έκδοσης...

Και εξηγούμαι. Το υλικό του βιβλίου προέρχεται από απομαγνητοφωνήσεις συζητήσεων του Λάλα με τον Νταλάρα, που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του '80 και φτάνουν μέχρι και την έκδοση του βιβλίου, το 2018. Όμως, ο Λάλας επέλεξε να "πετάξει" τους διαλόγους στο βιβλίο, έτσι, χωρίς χρονολογική -ή άλλη- σειρά, βάζοντας απλώς κάποιους τίτλους. Αποτέλεσμα; Πολλά πράγματα επαναλαμβάνονται, πολλές σελίδες φεύγουν με ερωταπαντήσεις που ρέπουν στην αμπελοφιλοσοφία, και ελάχιστα πράγματα μένουν τελικά. Εκτός των άλλων, είναι απορίας άξιο πώς ο άνθρωπος που κάποτε έκανε τόπι στο ξύλο τον Ρασούλη στα αποδυτήρια του Ολυμπιακού Σταδίου, έχει πλέον καταλήξει να μιλάει με μια "καλοσύνη" απόλυτα στρογγυλή κι αδιάφορη. Από το ένα άκρο στο άλλο...

Όπως και να 'χει, ο Γιώργος Νταλάρας είναι, μας αρέσει ή όχι, μια μορφή που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία 50 χρόνια. Και νομίζω του άξιζε κάτι καλύτερο από αυτό το βιβλίο. Του αξίζει σίγουρα μια "κανονική" (αυτο)βιογραφία, η οποία θα μπορούσε να έχει γραφτεί με βάση το υλικό που συγκέντρωσε όλα αυτά τα χρόνια ο Λάλας. Ο τελευταίος εξηγεί, βεβαίως, στην εισαγωγή του τους λόγους για τους οποίους δεν έκανε τελικά κάτι τέτοιο, όμως εγώ υποπτεύομαι και την τεμπελιά: το βιβλίο, όπως κι αν ήταν γραμμένο, θα πούλαγε πολύ, λόγω του Νταλάρα -και όντως πρέπει να πούλησε, στο εξώφυλλο του αντιτύπου που αγόρασα γράφει "ΕΚΔΟΣΗ 5η".

Κλείνω με ένα τελευταίο φαρμακερό σχόλιο. Ο Λάλας παίρνει πολλούς επαίνους ως συνεντευξιαστής. Ομολογώ δεν τον έχω παρακολουθήσει ιδιαίτερα, οπότε δεν ξέρω. Με βάση αυτά που διάβασα στο εν λόγω πόνημά του, πάντως, έχω να πω ότι ο Αντώνης Μποσκοΐτης -αναφέρω κάποιον που δηλώνει "μαθητής" του Λάλα- μού φαίνεται απείρως καλύτερος σε αυτόν τον ρόλο.

* Οι φωτογραφίες των καλλιτεχνών προέρχονται από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Το κολάζ φτιάχτηκε με το https://www.befunky.com/.

Σάββατο, 3 Απριλίου 2021

"Το όνομά μου είναι Λεγεώνα, επειδή είμαστε πολλοί"*

"Ε, όχι και "Τεό", ρε μαλάκα!"

Ήμασταν σε ένα καράβι -το "ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ"; το "ΛΑΤΩ";- και ταξιδεύαμε από Πειραιά για Χανιά -ή το ανάποδο; Ο συμφοιτητής μου ο Θοδωρής αντέδρασε, επειδή, από έμπνευση της στιγμής, τον αποκάλεσα με ένα γαλλικής τεχνοτροπίας υποκοριστικό.

Ίσως είχα βιαστεί να κρίνω εξ ιδίων τα αλλότρια. Γιατί εμένα μου αρέσει που ο καθένας με αποκαλεί με τη δική του εκδοχή του ονόματός μου. Πέρα από το σύνηθες "Μιχάλη", ο πατέρας μου παλιά με φώναζε "Μιχαήλο", αργότερα οι φίλοι άρχισαν να με λένε "Μάικ", ο Γιάννης ο συμφοιτητής με αποκαλούσε "Μιχαήλ" (και προτιμούσε για τον εαυτό του το "Ιωάννης"), ο Κωστής (aka Το Πράγμα) συνήθως θα με αποκαλέσει "Μικέ", ο Σταν και η Καλίνα καμιά φορά θα με πουν "Μίκλο", η Αμαλία θα με πει "Μιχαλιώ", η Πέννυ "Μισέλ". Ένας λοχαγός μου στον στρατό έπαιξε σε άλλο γήπεδο με το "Τσαντιλέρο".

Μου αρέσουν τα πολλά ονόματα, γιατί νιώθω ότι ζω πολλές ζωές. Αυτό συνέβαινε από παλιά: στο σπίτι ήμουν ο φωνακλάς δερβέναγας, στο σχολείο το αγγελούδι-σπαστήρι. Από νωρίς άρχισα να κινούμαι σε διάφορους κύκλους και παρέες: παλιών συμμαθητών, συμφοιτητών από τα Χανιά, συμφοιτητών από την Αθήνα, σειρών από τον στρατό, καλλιτεχνών, μουσικογραφιάδων, εκπαιδευτικών, διοικητικών, γονιών συμμαθητών της Ελένης... Πολλές φορές, η μία ομάδα δεν έχει κοινό τόπο με τις υπόλοιπες, και αγνοεί τις άλλες συναναστροφές και ιδιότητές μου. Νιώθω σαν διπλός -και τριπλός- πράκτορας.

Αλλά κάπως έτσι έχουν τα πράγματα για τον καθένα νομίζω. Γνωρίζουμε κάποιον όσο μάς το επιτρέπουν οι συνθήκες μέσα στις οποίες τον συναναστρεφόμαστε, και αγνοούμε ποιος είναι αλλού. Αυτό που διαφέρει είναι το κατά πόσο ο καθείς παραδέχεται -στον εαυτό του πρώτα- ότι δεν έχει ένα πρόσωπο, αλλά πολλά διαφορετικά -κι αντικρουόμενα, συχνά.

Κάποιοι άλλοι, πάλι, θα πουν ότι όχι, δεν είναι όλοι έτσι, κι ότι φταίει το ζώδιό μου -Δίδυμος, ναι, ξέρω, το χειρότερο. Δεν ξέρω... Πιο πιθανό μου φαίνεται να φταίει που βαριέμαι εύκολα, και χρειάζομαι ποικιλία.

Την εκδοχή της σχιζοφρένειας την αφήνω στους γιατρούς. Άμα με πιάσουν...

* κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 5:9 ("λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν")

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2021

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXV

Φτάνουμε αισίως στην 35η πεντάδα μουσικών, που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10, την οποία επιμελούμαι εδώ και χρόνια στο Mix Grill.




Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

Ένα αντίο στον Αντώνη Καλογιάννη (1935-2021)

 
Ο Αντώνης Καλογιάννης έμοιαζε, θα 'λεγες, πάντα μεγάλος. Ίσως έφταιγε που βγήκε στο τραγούδι μετά τα 30 του, ίσως φταίγανε και τα γένια, αλλά περισσότερο ήταν τα ζόρια που πέρασε από παιδί.

Υπήρχανε μάλλον δύο Καλογιάννηδες -αυτό τουλάχιστον θα συμπεράνεις αν κοιτάξεις πώς τον αποχαιρέτησε ο κόσμος στα κοινωνικά δίκτυα. Ο ένας ήταν ο πολιτικός, που στάθηκε επιβλητικός απέναντι από τον Μίκη Θεοδωράκη, καταμεσής του σταδίου Καραϊσκάκη, κηρύσσοντας τη Μεταπολίτευση. Ο άλλος, ο ερωτικός, ήρθε αργότερα, για να πει τραγούδια γεμάτα ονόματα κοριτσιών.

Η μάνα μου, τη μέρα που ο Καλογιάννης πέθανε, μού διηγούνταν ότι ήταν κι εκείνη στο στάδιο, σε μια από τις δύο εκείνες βραδιές του 1974. Εγώ έχω μια πολύ πιο φτωχή ανάμνηση της παρουσίας του: τον χειμώνα του 2007-'08, βρέθηκα με μια μεγάλη παρέα φίλων και συγγενών στην Καισαριανή, στο Περιβόλι Τ' Ουρανού πρέπει να ήτανε. Ο Καλογιάννης με την ορχήστρα του να τραγουδά, εμείς να τρωγοπίνουμε. Μου άφησε μια αίσθηση παρακμής, που δεν έμοιαζε να έχει να κάνει με την ηλικία του, αλλά με κάτι βαθύτερο.

Έκανε σπουδαία πράγματα και με τις δύο "ταυτότητές" του ο Καλογιάννης, Αλλά σε εμένα ρίζωσε περισσότερο με την αγωνιστική, κι ας εκτέθηκα περισσότερο, μεγαλώνοντας στα '80s, στην πιο γλυκερή. Πάντα, ας πούμε, θέλω να επιστρέφω στο "Σφαγείο". Εκεί κατέφυγα και στις επετείους του Πολυτεχνείου, στη Σαντορίνη, μαθαίνοντάς το στα παιδιά για να το τραγουδήσουν. Στο "τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ" χαχάνιζαν, ώσπου τους εξηγούσα τι σήμαιναν οι στίχοι. Κι έπειτα, πώς το έλεγαν!

* Φωτογραφία από εδώ

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXIV

Εδώ η 34η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10, την οποία επιμελούμαι στο φιλόξενο Mix Grill.

Ανάμεσά τους και ο Γιώργος Μαυρομανωλάκης, ένας παλιός μου φίλος και συμφοιτητής, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή...





Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2021

Ένα αντίο στον Phil Spector (1939-2021)

Το γεγονός ότι ο Phil Spector καταδικάστηκε για τη δολοφονία της ηθοποιού Lana Clarkson το 2003 δεν μπορεί να αποτελεί μια υποσημείωση σε μια αναδρομή της ζωής και του έργου του. Πόσο μάλλον όταν η σχέση του με τα όπλα είχε εκδηλωθεί πολλάκις δημοσίως και μάλλον από καθαρή τύχη άργησε να συμβεί η τραγωδία... Πλήρωσε για εκείνο το έγκλημα ο Spector, περνώντας τα 12 τελευταία χρόνια της ζωής του στη φυλακή. Κι αυτό (θα έπρεπε να) αρκεί ως παραδειγματισμός.

Ένας άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, δεν χαρακτηρίζεται, φυσικά, μόνο από τις αμαρτίες του -που στην περίπτωση του Spector ήταν πολλές ακόμα-, αλλά και από τις καλές πράξεις του. Η μουσική δημιουργία ήταν η καλή του πράξη, μια πράξη που έγινε κατ' εξακολούθηση στη ζωή του και θα αρκούσε από μόνη της. Βέβαια, ο Spector δεν δημιούργησε απλώς, αλλά διέπρεψε, ως παραγωγός δίσκων πρωτίστως, αλλά και ως συνθέτης πολλές φορές.

Και μόνο το "Be My Baby" να έμενε από τη δράση του, κερδισμένοι θα ήμασταν. Αλλά ο Spector ανακατεύτηκε σε πολλά περισσότερα: έκανε πολλά μεγάλα τραγούδια με τις Ronettes, τους Righteous Brothers, τον Ike και την Tina Turner κ.ά., διέσωσε το Let It Be των Beatles, συμμετείχε στους καλύτερους σόλο δίσκους του John Lennon και του George Harrison, έκανε άλμπουμ με τον Leonard Cohen -για να αναφέρουμε μόνο κάποια σημεία της πορείας του. Ακόμα κι αυτή, βέβαια, υπόκειται σε κριτική: το περίφημο Ηχητικό Τείχος που λάνσαρε δεν έχει μόνο φίλους, αλλά και φανατικούς εχθρούς. Κι εδώ που τα λέμε, ο χρόνος δεν φέρθηκε καλά σε κάποιες από τις παραγωγές του... 

Οι άνθρωποι είναι αντιφατικά όντα. Κάποιοι αυτές τις αντιφάσεις τις φτάνουν στα άκρα. Τα τραγούδια, από την άλλη, είναι ιδέες, συμπυκνώσεις ενέργειας και μόχθου. Έτερον εκάτερον. Σε μια ώριμη κοινωνία, τα πρόσωπα θα τιμούνταν ή θα καταδικάζονταν, αναλόγως με τη συμπεριφορά τους απέναντι στους άλλους, και ό,τι άξιζε από τη διανοητική τους παραγωγή θα συνέχιζε να χρησιμοποιείται, εφόσον θα εξακολουθούσε να είναι χρήσιμο. Δεν θα χρειαζόταν, δηλαδή, καν μια συζήτηση για "διαχωρισμό έργου και δημιουργού", ούτε "διόρθωση" ή εξαφάνιση έργων τέχνης.

Είμαστε μακριά ακόμα από κάτι τέτοιο. Όχι ως χώρα· ως πλανήτης.

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXIII

Βρείτε παρακάτω συνδέσμους προς την 33η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10, την οποία επιμελούμαι στο Mix Grill. Βρισκόμαστε ακόμα στο 2015, παρεμπιπτόντως...





Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

Υπογραμμίσεις XXX: Stephen King (IX)

Τον καιρό που ήμουν στη Σαντορίνη είχα βάλει στόχο να διαβάζω ένα βιβλίο τον μήνα. Ίσως το πέτυχα κάποιους μήνες, αλλά τους περισσότερους όχι. Όσο για το 2020, αυτό, μαζί με όλα τα άλλα, πήρε και σήκωσε και αυτή μου την προσπάθεια: η ελληνική έκδοση του Firestarter ήταν μόλις το 5ο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου και ολοκλήρωσα μέσα στη χρονιά.

Την ίδια τύχη ενδεχομένως θα έχει και η προσπάθειά μου να βουλώσω με χρονολογική σειρά τις θεόρατες τρύπες που έχω στη βιβλιογραφία του Stephen King. Π.χ. θα έπρεπε να διαβάσω πρώτα το Rage (1977), το οποίο όμως έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία, ως γνωστόν. Ή θα έπρεπε να ξαναπιάσω το Night Shift (1978), τώρα που εκδόθηκε ξανά στα ελληνικά. Τέλος πάντων, το επόμενο στη σειρά, από εκείνα που δεν είχα διαβάσει, ήταν η Πύρινη Οργή.

Έχω ξαναγράψει για τις διαφορές του "νέου" King, σε σχέση με τον "γέρο". Προτιμώ σαφώς τον δεύτερο, τον έμπειρο, τον σοφό. Ο άλλος, παρότι είναι καλός μάστορας, κάποιες φορές σκοντάφτει, δεν ξέρει να αποφύγει το επουσιώδες, ή να το ντύσει έστω πιο μαστόρικα, για να το περάσει ως απαραίτητο.

Δεν τίθεται θέμα: το απόλαυσα και αυτό το έργο του. Απλώς το ένιωσα να κάνει και μια εμφανή κοιλιά. Δεν βοήθησε και η κάπως... ανέμελη επιμέλεια, που άφηνε άχαρες κάποιες εκφράσεις και προτάσεις. Είναι ένα θέμα αυτό, που νιώθω ότι επιμένει στις νέες εκδόσεις του Κλειδάριθμου.

Κατά τα άλλα, βρίσκει κανείς εδώ πολύ ψωμί σε ό,τι αφορά κάποια από τα αγαπημένα θέματα του συγγραφέα: η εξουσία και οι μέθοδοί της, η ευθύνη του ταλέντου,, η σχετικότητα του καλού και του κακού είναι μόνο κάποια από αυτά.

Ανασηκώθηκε αργά, σκουπίζοντας τα τελευταία της δάκρυα. Μέσα στο σκοτάδι, το πρόσωπό της θύμιζε ωχρό φεγγαράκι. Καθώς την κοιτούσε, ένιωσε μια μαχαιριά ενοχών. Θα έπρεπε να βρίσκεται χωμένη αναπαυτικά στο κρεβατάκι της σε κάποιο σπίτι με σταθερά μειούμενο στεγαστικό δάνειο, με ένα αρκουδάκι στην αγκαλιά, έτοιμη να επιστρέψει στο σχολείο το επόμενο πρωί και να αγωνιστεί για τον Θεό, την πατρίδα και τη δευτέρα δημοτικού. Αντ' αυτού, στεκόταν στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης ενός αυτοκινητόδρομου στα βόρεια της Νέας Υόρκης, στη μία και τέταρτο το πρωί, κυνηγημένη, γεμάτη ενοχές επειδή είχε κληρονομήσει κάτι από τη μητέρα και τον πατέρα της -κάτι που δεν το είχε ορίσει η ίδια, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με το χρώμα των ματιών της. Πώς εξηγείς σ' ένα επτάχρονο ότι ο μπαμπάς και η μαμά χρειάστηκαν κάποτε διακόσια δολάρια και οι άνθρωποι με τους οποίους συνεννοήθηκαν είπαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα αλλά έλεγαν ψέματα;
-----
"Η ζωή είναι λίγη και ο πόνος πολύς και βρισκόμαστε στη γη για να βοηθάμε ο ένας τον άλλο."
-----
Τους κυνηγούσαν εδώ κι έναν χρόνο περίπου. Ήταν σχεδόν αδύνατο να το πιστέψεις, ίσως επειδή δεν έμοιαζε και τόσο με κυνήγι, τουλάχιστον για το διάστημα που ήταν στο Πορτ Σίτι της Πενσυλβάνια και ήταν υπεύθυνος του προγράμματος Αντίο Βάρος. Η Τσάρλι πήγαινε σχολείο στο Πορτ Σίτι, και πώς ήταν δυνατόν να νιώθεις κυνηγημένος όταν είχες σταθερή δουλειά και η κόρη σου πήγαινε στην πρώτη δημοτικού;
-----
Ο Καπ έγειρε πίσω, έπλεξε τα δάχτυλά του και κοίταξε στην άλλη άκρη του γραφείου, τη φωτογραφία του Τζορτζ Πάτον στον τοίχο. Ο Πάτος στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά στον πύργο ενός άρματος μάχης, λες και ήταν ο Τζον Γουέιν ή κάτι τέτοιο. "Η ζωή είναι σκληρή αν φανείς λιπόψυχος", είπε στη φωτογραφία του Πάτον και ήπιε μια γουλιά καφέ.
-----
Περπατούσε με αργό, επίσημο τρόπο, που του προσέδιδε ένα περίεργο είδος αξιοπρέπειας, και η αναμφισβήτητη αξιοπρέπεια είναι σπάνιο χαρακτηριστικό σ' έναν άνθρωπο. Ο Καπ,  που είχε πρόσβαση στους ιατρικούς φακέλους όλων των πρακτόρων του Πρώτου Τομέα, γνώριζε ότι το αξιοπρεπές βάδισμα του Άλμπερτ ήταν σκέτη απάτη· υπέφερε πολύ από αιμορροΐδες, γι' αυτό και είχε κάνει δύο εγχειρήσεις. Είχε αρνηθεί την τρίτη, επειδή πιθανόν να τον ανάγκαζε να έχει μονίμως στερεωμένο στο πόδι του έναν σάκο κολοστομίας για το υπόλοιπο της ζωής του. Το αξιοπρεπές βάδισμά του πάντα έκανε τον Καπ να σκέφτεται το παραμύθι με τη γοργόνα που ήθελε να γίνει γυναίκα και το τίμημα που πλήρωσε για να αποκτήσει πόδια. Ο Καπ φανταζόταν ότι και το δικό της βάδισμα μάλλον θα ήταν αξιοπρεπές.
-----
"[...] Μιλάμε για την υπόφυση, πλοίαρχε Χόλιστερ. Με εξελικτικούς όρους, πρόκειται για τον παλαιότερο ενδοκρινή αδένα στο ανθρώπινο σώμα. Στα αρχικά στάδια της εφηβείας, διοχετεύει το πολλαπλάσιο του βάρους του σε αδενικές εκκρίσεις στο κυκλοφοριακό μας σύστημα. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά σημαντικό αδένα, για έναν τρομακτικά μυστηριώδη αδένα. Αν πίστευα ότι ο άνθρωπος έχει ψυχή, πλοίαρχε Χόλιστερ, θα έλεγα ότι εδρεύει στην υπόφυση."
-----
"Όμως ακόμα και οι αναλύσεις του υπολογιστή σας υποδηλώνουν ότι η μικρή ξεπερνάει το σύμπλεγμά της, πλοίαρχε Χόλιστερ. Διαθέτει την αξιοζήλευτη ικανότητα να το κάνει. Είναι μικρή σε ηλικία και το σύμπλεγμα δεν έχει προλάβει να κατακάτσει και να πήξει σαν τσιμέντο. Άλλωστε έχει και τον πατέρα της! Καταλαβαίνεις τη σημασία αυτού του απλού δεδομένου; Όχι, δεν την καταλαβαίνεις. Ο πατέρας είναι η φιγούρα εξουσίας. Κρατάει τα ψυχικά ηνία κάθε καθήλωσης του κοριτσιού. Στοματική, πρωκτική, γενετήσια· πίσω από καθεμία, σαν σκιώδης μορφή πίσω από μια κουρτίνα, βρίσκεται η πατρική-εξουσιαστική φιγούρα. Για το κορίτσι-παιδί είναι σαν τον Μωυσή· οι νόμοι είναι οι δικοί του νόμοι -αν και η μικρή δεν γνωρίζει από πού τους παρέλαβε- και εκείνος τους εφαρμόζει. Είναι ίσως ο μόνος άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο που μπορεί να άρει το μπλοκάρισμα. Τα συμπλέγματά μας, πλοίαρχε Χόλιστερ, πάντα μας προκαλούν τη μεγαλύτερη οδύνη και ψυχική αναστάτωση όταν εκείνοι που μας τα προκάλεσαν πεθαίνουν, καθιστώντας αδύνατο τον διαπληκτισμό... και τη λύτρωση."
-----
"Αγόρασα ένα ψηφιακό ρολόι Seiko από τη μαύρη αγορά της Βενετίας. Είναι συναρπαστικό. Με μικρούς μαύρους αριθμούς που αλλάζουν διαρκώς. Ένα επίτευγμα της τεχνολογίας. Πολλές φορές σκέφτομαι, Καπ, ότι στο Βιετνάμ πολεμήσαμε όχι για να νικήσουμε αλλά για να πραγματοποιήσουμε τεχνολογικά επιτεύγματα. Πολεμήσαμε προκειμένου να δημιουργήσουμε το φτηνό ψηφιακό ρολόι χειρός, το ηλεκτρονικό πινγκ πονγκ που το συνδέεις στην τηλεόραση του σπιτιού, το κομπιουτεράκι τσέπης. Τα βράδια, κοιτάζω το καινούριο μου ρολόι μέσα στο σκοτάδι. Μου λέει ότι πλησιάζω όλο και πιο κοντά στον θάνατο, ένα δευτερόλεπτο τη φορά. Πρόκειται για θετική είδηση."
-----
"Μπαμπά, όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, μου είπες να μην μπαίνω ποτέ σε αυτοκίνητα αγνώστων." Είχε φορέσει το βρακάκι της και την πράσινη μπλούζα της και τον κοιτούσε με απορία.

Ο Άντι σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε κοντά της και την έπιασε από τους ώμους. "Μερικές φορές ένας διάβολος που δεν τον ξέρεις είναι προτιμότερος από εκείνον που ξέρεις", της είπε.
-----
Καθώς στέκονταν στο πλάι του δρόμου, αισθανόταν εκτεθειμένος, σαν τους φυλακισμένους με τη ριγέ στολή στα κινούμενα σχέδια. Σταμάτα, σκέφτηκε. Σε λίγο θ' αρχίσεις να νομίζεις ότι βρίσκονται παντού -ένας πίσω από κάθε δέντρο και ένα τσούρμο πίσω από τον επόμενο λόφο. Κάποιος δεν είχε πει ότι η απόλυτη παράνοια και η απόλυτη επίγνωση είναι ένα και το αυτό;
-----
Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που τους καταδίωκαν, και ο Άντι αιφνιδιάστηκε όταν ένιωσε μια αλλόκοτη αίσθηση ανακούφισης, εκτός από τον έντονο φόβο του. Είχε ακούσει ότι ακόμα και στην πιο ακραία κατάσταση, ακόμα κι ένας λαγός στρέφεται μερικές φορές και αντικρίζει τα σκυλιά, επιστρέφοντας σε κάποια πρότερη, λιγότερο μαλθακή περίοδο της φύσης του, ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τον ξεσκίσουν με τα σαγόνια τους.
-----
"Δεν υπάρχει λόγος να βάζεις τέτοια εμπόδια στον εαυτό σου. Θα κάνεις αυτό που πρέπει. Θα κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς. Και τίποτα παραπάνω. Πιστεύω πως το μόνο πράγμα που αρέσει πραγματικά στον Θεό αυτού του κόσμου είναι να ταλαιπωρεί όσους λένε τη λέξη "ποτέ"."
-----
Εκτός από τα παπούτσια, ο Τζον Ρέιμπερντ ενδιαφερόταν μόνο για δύο πράγματα. Το ένα ήταν ο θάνατος. Ο δικός του θάνατος, φυσικά· προετοιμαζόταν για το αναπόφευκτο εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Το να σπέρνει τον θάνατο ήταν ανέκαθεν η δουλειά του και η μόνη τέχνη στην οποία διέπρεπε. Όσο μεγάλωνε, το ενδιαφέρον του για τον θάνατο γινόταν όλο και πιο έντονο, με τον ίδιο τρόπο που ένας καλλιτέχνης ενδιαφέρεται όλο και πιο πολύ για τα χαρακτηριστικά και τα επίπεδα του φωτός και ένας συγγραφέας "ψηλαφίζει" έναν χαρακτήρα και τις αποχρώσεις του σαν τυφλός που διαβάζει τον κώδικα Μπράιγ. Ουσιαστικά εκείνο που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν η αναχώρηση... η εκπνοή της ψυχής... η έξοδος από το σώμα και από εκείνο που οι άνθρωποι χαρακτηρίζουν ζωή και το πέρασμα σε κάτι άλλο. Πώς ένιωθες όταν ξεγλιστρούσες; Σκεφτόσουν ότι ήταν ένα όνειρο και κάποια στιγμή θα ξυπνούσες; Έβλεπες τον Διάβολο του Χριστιανισμού να σε περιμένει με το δικράνι του, έτοιμος να το μπήξει στην ψυχή σου που ούρλιαζε και να τη μεταφέρει στα βάθη της Κόλασης σαν ένα κομμάτι κρέας από σις κεμπάπ; Ένιωθες κάποια χαρά; Καταλάβαινες ότι χανόσουν; Τι έβλεπαν άραγε τα μάτια των ετοιμοθανάτων;

Ο Ρέινμπερντ ήλπιζε ότι θα είχε την ευκαιρία να το διαπιστώσει από πρώτο χέρι. Στη δουλειά του, ο θάνατος συχνά ήταν γρήγορος και αναπάντεχος, κάτι που συνέβαινε πριν προλάβεις να βλεφαρίσεις. Ήλπιζε πως όταν έφτανε η στιγμή να πεθάνει ο ίδιος, θα είχε χρόνο να προετοιμαστεί και να νιώσει τα πάντα. Όλο και πιο συχνά τώρα τελευταία παρατηρούσε τα πρόσωπα όσων σκότωνε, προσπαθώντας να δει το μυστικό στα μάτια τους.

Ο θάνατος τον ενδιέφερε.
-----
[...] ο θάνατος επιστρέφει διαρκώς στο μυαλό σου από διαφορετικές πλευρές και διαφορετικές οπτικές γωνίες. Προσπαθείς να το αποφύγεις, δοκιμάζεις να προστατευτείς από τη μία πλευρά και το γεγονός εμφανίζεται μπροστά σου από την άλλη. Ο θάνατος μοιάζει με παίκτη του φούτμπολ, σκέφτηκε, έναν από εκείνους τους θηριώδεις. Ο θάνατος είναι σαν τον Φράνκο Χάρις, τον Σαν Κάνιγχαμ ή τον Μιν Τζο Γκριν. Καταφέρνει διαρκώς να σε γκρεμίζει στην πρώτη γραμμή της άμυνας.

"Όλα θα πάνε καλά", της είπε ενώ την κουνούσε, χωρίς να το πιστεύει ιδιαίτερα, όμως έτσι πρόσταζε το τελετουργικό, έτσι πρόσταζε το Ψαλτήρι, η φωνή του ενήλικα που φώναζε από τα βάθη του μαύρου πηγαδιού των χρόνων στη μίζερη τρύπα μιας παιδικής ηλικίας γεμάτης τρόμο· έτσι έλεγες όταν τα πράγματα πήγαιναν στραβά· ήταν το φωτάκι νυκτός που μπορεί να μην έδιωχνε το τέρας από την ντουλάπα, μα πιθανόν να το κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας, έστω για λίγο· μια φωνή χωρίς δύναμη, που όμως ήταν αναγκασμένη να μιλήσει.

"Όλα θα πάνε καλά", της είπε, χωρίς να το πιστεύει ιδιαίτερα, αν και ήξερε, όπως κάθε ενήλικας βαθιά μέσα του, ότι τίποτα δεν πάει καλά, ποτέ. "Όλα θα πάνε καλά."

Ο Άντι έκλαιγε. Ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί. Τα δάκρυά του ξεχύθηκαν έτσι όπως την κρατούσε στην αγκαλιά του, όσο πιο σφιχτά μπορούσε.

"Τσάρλι, σου ορκίζομαι ότι με κάποιον τρόπο όλα θα πάνε καλά."
-----
Ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό του και, στην ηλικία των εννιά, ο Άντι γεύτηκε για πρώτη φορά την έντονη, πηχτή σαν χρώμα, γεύση της απέχθειας για τον εαυτό του. Παρατηρούσε μουδιασμένος το ταλαίπωρο θήραμά του, νιώθοντας ότι ο πατέρας και ο παππούς του στέκονταν πίσω του, με τις σκιές τους, να πέφτουν πάνω του -τρεις γενιές ΜακΓκί όρθιοι πάνω από έναν δολοφονημένο σκίουρο σ' ένα δάσος του Βερμόντ. Και πίσω του, ο Πάππος είπε σιγανά: Λοιπόν, τα κατάφερες, Άντι. Πώς σου φαίνεται; Και ξαφνικά κύλησαν στα μάγουλά του τα δάκρυα, και τον κατέκλυσαν, τα καυτά δάκρυα του τρόμου και της συνειδητοποίησης -της συνειδητοποίησης πως άπαξ και έγινε, δεν υπήρχε γυρισμός. Ξαφνικά ορκίστηκε να μη σκοτώσει ποτέ ξανά με το όπλο. Το ορκίστηκε στον Θεό.

Δεν πρόκειται ν' ανάψω άλλες φωτιές, είχε πει η Τσάρλι και στο μυαλό του ο Άντι άκουσε την απάντηση που του είχε δώσει ο Πάππος τη μέρα που πυροβόλησε τον σκίουρο, τη μέρα που ορκίστηκε στον Θεό ότι δεν θα έκανε ποτέ ξανά κάτι τέτοιο: Αυτό να μην το ξαναπείς, Άντι. Ο Θεός λατρεύει να υποχρεώνει κάποιον να αθετεί την υπόσχεσή του. Του μαθαίνει να αντιμετωπίζει με ταπεινότητα τη θέση του στον κόσμο και αίσθηση του αυτοελέγχου.
-----
"Αυτός ο άγνωστος Ζ", είπε ο Χόλστετερ. "Έχεις αναλογιστεί τις πιθανές συνέπειες, αν αποδειχτεί ότι η μικρή δεν αποτελεί στείρο υβρίδιο αλλά κανονική μετάλλαξη;"

Ο Καπ το είχε σκεφτεί, παρόλο που δεν το είπε στον Χόκστετερ. Άγγιζε το ενδιαφέρον ζήτημα της ευγονικής... το δυνητικά εκρηκτικό ζήτημα της ευγονικής, με τις επίμονες συνδηλώσεις περί ναζισμού και ανώτερης φυλής -όλα εκείνα για τα οποία οι Αμερικανοί είχαν πολεμήσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο προκειμένου να εξαλειφθούν. Όμως άλλο θέμα ήταν να ανοίξεις ένα φιλοσοφικό πηγάδι και να απελευθερώσεις έναν πίδακα μαλακίας περί σφετερισμού της δύναμης του Θεού, και εντελώς διαφορετικό να παρουσιάσεις εργαστηριακά στοιχεία που να δείχνουν ότι οι απόγονοι γονέων της Μονάδας Έξι ίσως ήταν ανθρώπινοι πυρσοί, μετεωριστές, τηλεπαθητικοί ή τηλεσυναισθηματικοί ή ένας Θεός ξέρει τι άλλο. Τα ιδεώδη μπορούσες εύκολα να τα διατηρήσεις, αρκεί να μην υπήρχαν ισχυρά επιχειρήματα ενάντια στην ανατροπή τους. Τι θα συνέβαινε στη συνέχεια; Εργαστήρια αναπαραγωγής ανθρώπων; Όσο τρελό κι αν ακουγόταν, ο Καπ μπορούσε να το φανταστεί. Πιθανόν να ήταν το κλειδί για τα πάντα. Για την παγκόσμια ειρήνη ή την παγκόσμια κυριαρχία· κι όταν θα ξεφορτωνόσουν τους παραπλανητικούς καθρέφτες της ρητορικής και του στόμφου, δεν ήταν τελικά το ίδιο πράγμα;

Ήταν το κουτί της Πανδώρας. Οι πιθανότητες εκτείνονταν καμιά δεκαριά χρόνια στο μέλλον. Ο Καπ ήξερε ότι, στην καλύτερη περίπτωση, ο ίδιος, ρεαλιστικά, δεν είχε στη διάθεσή του περισσότερους από έξι μήνες, ίσως όμως και να αρκούσαν για να καθορίσει την τακτική -να επιθεωρήσει τη γη όπου θα στρώνονταν οι γραμμές για να κινηθεί ο συρμός. Θα ήταν η κληρονομιά που θα άφηνε στη χώρα και στον κόσμο. Σε σύγκριση με όλα αυτά, οι ζωές ενός κυνηγημένου καθηγητή και της ατημέλητης κόρης του δεν είχαν την παραμικρή αξία.
-----
Ο Καπ έμεινα να παρατηρεί τον Ρέινμπερντ. Κατά τα φαινόμενα, οι σκέψεις του ήταν μοιρασμένες, θυμίζοντας τσίρκο με τρεις πίστες. Ένα μέρος του μυαλού του θαύμαζε το γεγονός ότι πρώτη φορά άκουγε τον Ρέινμπερντ να μιλάει τόσο πολύ. Ένα άλλο προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο μανιακός γνώριζε τα πάντα για τις δουλειές του Εργαστηρίου. Και ένα τρίτο θυμόταν μια κινεζική κατάρα, μια κατάρα που ακουγόταν παραπλανητικά ευχάριστη, μέχρι να καθίσεις και να τη σκεφτείς σοβαρά. Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο βίωνε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίοδο. Ένιωθε πως άλλο ένα ενδιαφέρον πράγμα θα τον αποτρέλαινε.
-----
"Κοιτάς το πρόσωπό μου και βλέπεις ένα τέρας. Κοιτάς τα χέρια μου και βλέπεις να τα σκεπάζει το αίμα που εσύ με διέταξες να χύσω. Σου το λέω όμως, Καπ, θα γίνει. Εδώ και δύο χρόνια η μικρή δεν έχει κανένα φίλο. Είχε τον πατέρα της και τίποτ' άλλο. Εσύ τη βλέπεις όπως βλέπεις κι εμένα, Καπ. Είναι η μεγαλύτερή σου αδυναμία. Κοιτάς και βλέπεις ένα τέρας. Μόνο που, στην περίπτωση της μικρής, βλέπεις ένα χρήσιμο τέρας. Κι αυτό ίσως επειδή είσαι λευκός. Οι λευκοί βλέπουν παντού τέρατα. Οι λευκοί κοιτάνε ακόμα και το πουλί τους και βλέπουν ένα τέρας."
-----
Ο Ράμαντεν είχε πει κάποτε ότι τα χρηματοκιβώτια ήταν σαν τις γυναίκες: ανάλογα με τα εργαλεία και τον διαθέσιμο χρόνο, οποιοδήποτε χρηματοκιβώτιο μπορούσε να ανοιχτεί. Υπήρχαν, όπως έλεγε, ζόρικες περιπτώσεις και εύκολες περιπτώσεις, όχι όμως αδύνατες περιπτώσεις.
-----
"Ο πατέρας μου έλεγε πάντα πως σ' έναν διαγωνισμό που πετάνε σκατά ο ένας στον άλλο, σημασία δεν έχει πόσα θα ρίξεις εσύ, αλλά πόσα θα σου ρίξουν."
-----
Ο δόκτορας Χόφεριτζ κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας με έναν αναστεναγμό, έβγαλε ένα πακέτο Camel και άναψε τσιγάρο. Κάπνιζε σε όλη του τη ζωή και, όπως έλεγε κατά καιρούς στους συναδέλφους του, προσωπικά έγραφε στ' αρχίδια του τον παθολόγο του.
-----
"Ναι", είπε τελικά, "έχει σχέση με το περσινό μπλέξιμο. Γι' αυτό κάλεσα εσένα, Καρλ. Έχεις πείρα από μπλεξίματα, τόσο εδώ, όσο και στην παλιά πατρίδα. Ξέρεις τι σημαίνει να μπλέκεις. Και ξέρεις ότι μερικές φορές οι νόμοι είναι καλοί ανάλογα με το ποιος τους εφαρμόζει."
-----
Τα μυστικά, όπως θα μπορούσε να πει ο Καπ στον δόκτορα Χόφεριτζ, είναι ακόμα πιο ασταθή κι από το ουράνιο 235, και η σταθερότητα μειώνεται αναλογικά, κάθε φορά που λέγεται ένα μυστικό. Η Σίρλεϊ ΜακΚένζι κράτησε το μυστικό επί σχεδόν έναν μήνα κι ύστερα το είπε στην καλύτερή της φίλη, την Ορτάνς Μπάρκλεϊ. Η Ορτάνς το κράτησε κρυφό για περίπου δέκα μέρες πριν το πει στη δική της καλύτερη φίλη, την Κριστίν Τρέγκερ. Η Κριστίν το είπε στον σύζυγο και στις καλύτερες φίλες της (και στις τρεις) σχεδόν αμέσως.
-----
Η μικρή πήρε το ασανσέρ για τον δέκατο έκτο όροφο του ουρανοξύστη. Διάφοροι από όσους ήταν στην καμπίνα μαζί της, άντρες και γυναίκες, την παρατηρούσαν με περιέργεια -ένα κοριτσάκι με πράσινη μπλούζα και τζιν παντελόνι, που κρατούσε μια τσαλακωμένη χαρτοσακούλα στο ένα χέρι κι ένα πορτοκάλι Sunkist στο άλλο. Όμως ήταν Νεοϋορκέζοι και η ουσία του πνεύματος της Νέας Υόρκης ήταν να κοιτάς τη δουλειά σου και να επιτρέπεις στους άλλους να κοιτούν τη δική τους.

Stephen King, Πύρινη Οργή, μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2017 (πρώτη έκδοση 1980)

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2020

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXII

Φτάνουμε αισίως στην 32η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10. Στήλη την οποία επιμελούμαι για πάνω από 10 χρόνια πλέον, στην πάντα φιλόξενη ηλεκτρονική διεύθυνση του Mix Grill.





Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

Νοείται αφιέρωμα στον Lennon, με τραγούδια του McCartney; Μη βιαστείτε να απαντήσετε...

Στις 8 Δεκεμβρίου συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τη δολοφονία του John Lennon. Νωρίτερα, στις 9 Οκτωβρίου, είχαν συμπληρωθεί τα 80χρονα από τη γέννησή του. Με αυτές τις αφορμές έγιναν -και πάλι- δεκάδες αναφορές και αφιερώματα, σε όλη την υφήλιο, στον σπουδαίο καλλιτέχνη και ακτιβιστή. Έχει πάντα αξία η επιστροφή στο έργο του Lennon, κι ετούτο το μπλογκ έχει πολλάκις υποσχεθεί κάτι μεγάλο και ουσιώδες για το θέμα. Επιφυλάσσομαι...

Εδώ όμως θα μας απασχολήσει ένα πολύ συγκεκριμένο αφιέρωμα, ελληνικής εμπνεύσεως και υλοποίησης, το οποίο υπέπεσε, δυστυχώς, σε κάποια ουσιώδη σφάλματα. Πρόκειται για το αφιέρωμα με τον ωραίο τίτλο "All you need is Lennon!", που διοργάνωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός Kosmos 93,6 (δείτε εδώ τη σχετική ανάρτηση). Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: "Δέκα αγαπημένοι Έλληνες καλλιτέχνες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Kosmos να προτείνουν στους ακροατές τον δικό τους John Lennon διασκευάζοντας ένα τραγούδι του. Με έμπνευση από την απλότητα και τη δύναμη των τραγουδιών του έδωσαν την προσωπική τους, σύγχρονη ερμηνεία."

Δεν είναι στόχος μου να συζητήσω εδώ το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του εν λόγω εγχειρήματος. Κι αυτό γιατί του καλλιτεχνικού αποτελέσματος προηγούνται οι επιλογές -εν προκειμένω, των τραγουδιών που διασκεύασαν οι προσκεκλημένοι καλλιτέχνες- οι οποίες, σε τρεις περιπτώσεις, υπήρξαν εντελώς άκυρες. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στις επιλογές της Νατάσσας Μποφίλιου ("Eleanor Rigby"), της Ανδριάνας Μπάμπαλη ("For No One"), και της Μαρίας Παπαγεωργίου ("Blackbird").

"Πού είναι το πρόβλημα;", θα αναρωτηθεί κάποιος που δεν γνωρίζει πολλά από την ιστορία του Lennon και των Beatles. Πράγματι, όλα τα προαναφερθέντα τραγούδια φέρουν φαρδιά-πλατιά την υπογραφή "John Lennon - Paul McCartney". Έλα όμως που στην πραγματικότητα και τα τρία είναι συνθέσεις του McCartney...

Πιο αναλυτικά, τα "For No One" και "Blackbird" είναι συνθέσεις στις οποίες ο Lennon δεν είχε καμιά απολύτως συνεισφορά: δεν συμμετείχε ως συνθέτης/στιχουργός, δεν συμμετείχε ούτε καν στην ηχογράφησή τους. Στο πρώτο (από το άλμπουμ Revolver του 1966) παίζουν μόνο ο McCartney και ο Ringo Starr (συν ο εξωσυγκροτηματικός (sic) Alan Civil), ενώ το δεύτερο (από το The Beatles του 1968) αποτελεί ουσιαστικά μια σόλο εκτέλεση από τον McCartney.

Σχετικά με το Eleanor Rigby (επίσης από το Revolver), τα πράγματα δεν είναι το ίδιο ξεκάθαρα, ομολογουμένως. Ο Lennon, σε συνέντευξή του, είχε διεκδικήσει την πατρότητα μεγάλου μέρους των στίχων. Όμως άλλες μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι στίχοι, πέραν του πρώτου κουπλέ που είχε αρχικά ο McCartney, δουλεύτηκαν ομαδικά, με τη συμβολή του Lennon, αλλά και των Starr, George Harrison και Pete Shotton (παιδικός φίλος του Lennon). Πλέον, και αυτό το τραγούδι αποδίδεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στον Paul McCartney, ο οποίος βεβαίως το ερμηνεύει στην ηχογράφηση, με τους Lennon και Harrison να περιορίζονται στα δεύτερα φωνητικά.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ο μεγαλύτερος φαν του Lennon και των Beatles, ούτε και να έχει πιστοποιητικό γνώσης λεπτομερειών της ιστορίας τους, προκειμένου να συμμετάσχει σε ένα σχετικό αφιέρωμα. Χρειάζεται όμως να το ψάξει λίγο -κάτι που στην εποχή μας γίνεται γρήγορα και σχετικά εύκολα- έτσι ώστε ο επιθυμούμενος φόρος τιμής όντως να αποτιθεί. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο για τις τρεις καλλιτέχνιδες, αλλά και για τους διοργανωτές: δεν επιτρέπεται άνθρωποι του ραδιοφώνου, που υποτίθεται ότι έχουν γνώση και αγάπη για το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνονται, να πέφτουν σε τέτοιες ευδιάκριτες λούμπες. Υπήρχαν εκατοντάδες άλλα τραγούδια, που όντως γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν από τον John Lennon, που θα μπορούσαν να προταθούν ως εναλλακτικές.

Εκτός αν όντως για κάποιους, ο "δικός τους John Lennon" είναι ο Paul McCartney.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες