Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

Υπογραμμίσεις XXI: José Ángel Mañas

Κάποια βιβλία έρχονται στα χέρια σου από σπόντα -σε διαφορετική περίπτωση πιθανότατα δεν θα τα είχες πάρει είδηση ποτέ. Το Συγγραφέας Σε Απόγνωση, του Αργεντίνου νεορεαλιστή συγγραφέα José Ángel Mañas, δόθηκε ως δώρο με το 10ο τεύχος του περιοδικού SONIK, το 2005, και πια είναι εξαντλημένο. Τόσα χρόνια βρισκόταν στη βιβλιοθήκη μου, ξεχασμένο. Η Σάντη το διάβασε κάποτε, κι όταν το έπιασα κι εγώ τον Αύγουστο, βιαστικά, αγωνιώντας να διαβάσω έστω κάτι πριν φύγει το καλοκαίρι, μου είπε ότι η επιλογή μου ήταν πολύ καλή.

Και όντως, ο Mañas πραγματεύεται μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα εδώ, και το κάνει αριστοτεχνικά. Βεβαίως η ιστορία του είναι σοκαριστική, έστω κι αν όχι πρωτάκουστη, κι εξελίσσεται με ολοένα και πιο ακραίο τρόπο. Τι σημαίνει η επιτυχία για έναν καλλιτέχνη, και μέχρι πού μπορεί να φτάσει για να την επιτύχει; Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι μονοσήμαντη, όμως ο ήρωας του βιβλίου σίγουρα ήταν διατεθειμένος για μεγάλες υπερβάσεις...

Ο Μότσαρτ είχε εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα και είχε τα πάντα. Τουλάχιστον τα δύο πράγματα που έλειπαν από τη Μάρτα και μένα ξεχωριστά: φυσικό μαγνητισμό και ταλέντο. Επιπλέον, με ενοχλούσε, συνέχεια, με ερωτήσεις: "Και συ, που είσαι τόσο καλός κριτικός, πώς και δε γράφεις;" Εγώ ανασήκωνα τους ώμους με απορία και μουρμούριζα πως δε γινόταν όλος ο κόσμος να 'χει το δικό του ταλέντο. Ο Μότσαρτ έδειχνε σχεδόν προσβεβλημένος και οπλιζόταν με ανειλικρινή μετριοφροσύνη: "Ναι, φίλε μου, ναι, όλος ο κόσμος μπορεί να γράψει: μόνον που πρέπει να χαραμίσει ώρες για το θέμα".
-----
Τι φοβερά κακά παιχνίδια, αυτά της μνήμης, που εκ των υστέρων, μας χαλκεύουν την πραγματικότητα!
-----
[...] ο χρόνος μου ήταν υπερβολικά πολύτιμος για να τον χαραμίσω σε κάτι άλλο πέρα από θρήνους για τη δυστυχισμένη μου ύπαρξη.
-----
Ήμουν διατεθειμένος για το οτιδήποτε προκειμένου να εισέλθω στον Όλυμπο της Τέχνης. Η Τέχνη ήταν για μένα η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: ο σεβασμός στην ανθρώπινη ύπαρξη δεν ήταν παρά μια ωχρή, αφηρημένη έννοια δίπλα της. Τα ανθρώπινα όντα δεν ήμασταν ίσοι σε σχέση με μια αμφίβολη γνωστική ικανότητα. Όχι, τίποτα τέτοιο. Μόνον οι καλλιτέχνες είχαν μια ζωή πλήρη σε σχέση με τη μυθοπλαστική τους ικανότητα: αυτοί ήταν τα μοναδικά πραγματικά υποκείμενα, οι μόνοι ικανοί να αναδημιουργήσουν την πνευματική πραγματικότητα της κάθε εποχής. Οι υπόλοιποι δεν ήταν παρά η επουσιώδης μάζα, τα αντικείμενα της Τέχνης, ασθενικές αντανακλάσεις μιας αληθινής ζωής.
-----
Εγώ ήξερα πώς όφειλε να είναι ο αληθινός καλλιτέχνης και σ' αυτό έγκειτο η αποστολή μου σ' αυτόν τον κόσμο: να αναγνωριστώ σαν καλλιτέχνης για να μεταβληθώ σε καθοδηγητή του και να δείξω στους ανθρώπους το δρόμο. Το έργο ήταν βαρύ. Εγώ ήμουν ο απεσταλμένος μιας υπεράνθρωπης θέλησης, ο Μεγάλος Δημιουργός, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του οποίου ήμασταν φτιαγμένοι οι καλλιτέχνες, μου είχε υποδείξει την αποστολή μου κάνοντας να έρθει στα χέρια μου το μυθιστόρημα. Τίποτε απ' όσα μου είχαν συμβεί έκτοτε δεν ήταν τυχαίο. Τα πάντα ήταν μέρος ενός σχεδίου, γιατί όλοι είμαστε ήρωες του μυθιστορήματος κάτω από την μπαγκέτα του Μεγάλου Συγγραφέα...
-----
Οι μακάβριες εκείνες σκέψεις είχαν βυθιστεί στο λασπερό βούρκο, όπου η μνήμη καταπνίγει όλους τους συλλογισμούς που δεν εκφράζονται ποτέ σε πράξεις.
-----
Από τη στιγμή που είχα την απρόσμενη διαίσθηση αυτής της ανώτερης θέλησης, δε γινόταν να αποφύγω την ανησυχητική εντύπωση να αισθάνομαι ως αντικείμενο παρατήρησης.

Όλα τα ανθρώπινα όντα είμαστε εν δυνάμει εγκληματίες, όλοι έχουμε κάποια στιγμή σκεφτεί να σκοτώσουμε. Υπάρχει, πράγματι, κάποια διαφορά ανάμεσα στο να σκεφτείς κάτι και στο να το κάνεις; Τα νοερά εγκλήματα με τα οποία ικανοποιούμε τη νοσηρή μας περιέργεια καθισμένοι μπροστά στην τηλεόραση, ή μήπως δεν είμαστε και 'μεις ένα μέρος της ύπαρξης του εγκλήματος; Μέρος της συγκίνησης του εγκλήματος έγκειται στο ότι περνάμε το όριο ανάμεσα στο νόμιμο και στο παράνομο, περνώντας από την πλευρά του σκέτου παρατηρητή που είμαστε, στην πλευρά του πρωταγωνιστή.
-----
[...] γνώριζα πως η εσωτερική διαμάχη ήταν ανώφελη. Οι αντιφάσεις της σκέψης ήταν καταδικασμένες να εξασθενίσουν μπροστά στην χωρίς αντίλογο ενότητα της πράξης. Όλες οι συναισθηματικού τύπου κρίσεις, που είχαν γεννηθεί από μια παιδεία ιδεολογικά εξαρτημένη από απροσδιόριστες ηθικές αξίες που με έκαναν αλληλέγγυο με την αφηρημένη έννοια που ονομάζουμε Ανθρωπότητα, έδειχναν αδύναμες μπροστά στην ακόρεστη "δίψα της ύπαρξης" που έλεγχε την εύθραυστη θέλησή μου.
-----
Τώρα που αποδεικνύονταν τα όρια της αστυνομικής δύναμης, ο συγκεκριμένος νόμος δε μου φαινόταν μια ανώτερη αξία, αλλά μια σκέτη διοικητική σταθερά, όπου μερικοί άνθρωποι, σκλάβοι της αφηρημένης ιδέας του Κράτους, προσπαθούσαν να πετύχουν την εκτέλεση του καθήκοντος.
-----
Η διαπίστωση της ανικανότητας της κρατικής δύναμης είχε λειτουργήσει ως μια αποκαλυπτική εμπειρία η οποία με είχε εμποτίσει με μια ανασφάλεια που είχε γειτονέψει με το ζωτικό μου πανικό. Τι ήταν αυτό που παρεμπόδιζε τον οποιονδήποτε απ' αυτούς τους απατεώνες που βάδιζαν ελεύθεροι στο δρόμο να μου επιτεθεί για να με ληστέψει; Μόνον ο φόβος της τιμωρίας συγκρατεί τον εγκληματία που κατοικεί σε καθένα από μας. Εγώ είχα νικήσει αυτό το φόβο, αλλά κάνοντάς το, εμφανιζόταν ένας καινούργιος: ο φόβος του Ανθρώπου. Με κατεστραμμένο τον ηθικό μου δεσμό με τη νομιμότητα, βρισκόμουν τώρα μπλεγμένος σ' έναν κόσμο χομπσιανής βίας. Έβλεπα σε κάθε κατάσταση, τη δυνητικότητα προσωπικού κινδύνου.
-----
Οι ωραίες γυναίκες είναι φαντάσματα, πλάσματα της φαντασίας που προσεγγίζουν με ελλείψεις μια ιδέα. Η Μάρτα είναι το αντίθετο. Κάθε δικό της ελάττωμα, για μένα είναι μια αρετή. Αντιλαμβάνεσαι τι θέλω να πω; Έχω περάσει την πουτάνα τη ζωή μου γράφοντας ψέματα, ξεγλιστρώντας. Τώρα θέλω να ζήσω. [...] Έχω αφομοιώσει τη φαντασία της ύπαρξής μου. Αυτό την έχει κάνει, όλως παραδόξως, πιο αληθινή.
-----
Του συγχωρούσε τις εφήμερες απιστίες του γιατί ήξερε πως δεν ήταν τίποτε παραπάνω από αντικείμενα που πάνω τους ξεσπούσε το εγώ του. Και 'κείνη, ήταν η γυναίκα που έλεγχε τον άντρα που εξουσίαζε τις γυναίκες, παρά η απατημένη σύζυγος.

José Ángel Mañas, Συγγραφέας Σε Απόγνωση, μετάφραση Μαρίας Καλφούντζου, εκδόσεις Ακτή - Οξύ, 2000 (πρώτη έκδοση 1996)

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2019

Ένα αντίο στον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (1956-2019)

Νομίζω άκουσα πρώτη φορά το "Διδυμότειχο Blues" από την τηλεόραση: πρέπει να ήταν στις αρχές των '90s, όταν το MEGA πρόβαλε σε μαγνητοσκόπηση μια συναυλία του Γιώργου Νταλάρα με τους αδερφούς Κατσιμίχα. Δεν ήμουν σε θέση τότε να καταλάβω για τι ακριβώς μιλούσε το τραγούδι, όμως το όλο πράγμα οπωσδήποτε με συγκλόνισε. Η εκτέλεση του δίσκου, που άκουσα αργότερα, πάντα μου φαινόταν υποδεέστερη.

Κάποιον καιρό μετά, ο Μαχαιρίτσας ήρθε στη Σπάρτη, κι έπαιξε, μαζί με τον Διόσκουρό του Διονύση Τσακνή, στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο. Για εμένα και την παρέα μου ήταν μεγάλη υπόθεση εκείνη η συναυλία και τη συζητούσαμε για μέρες μετά. Με τους ΛΕΧΡΗΜΙ δοκιμάσαμε σε κάποιες πρόβες το "Ημίφως", αν και δεν θυμάμαι αν το παίξαμε ποτέ ζωντανά.

Μετά, στα φοιτητικά χρόνια, ήρθαν τραγούδια που έπαιξα πολλές φορές στις παρέες: "Ένας Τούρκος Στο Παρίσι", "Νότος"... Με το σούπερ-γκρουπ της μιας βραδιάς που φτιάξαμε με τον απελθόντα φίλο Γιώργο Μαυρομανωλάκη λέγαμε το "Και Τι Ζητάω".

Στα '00s ο Μαχαιρίτσας συνέχισε να γράφει τραγούδια που μου αρέσουν. Μπορεί να μην ήταν από αυτούς που θα έβαζα συχνά να "παίξουν" στο σπίτι, όμως αραιά και πού επέστρεφα. Το έκανα και φέτος το καλοκαίρι, έπειτα από τη συναυλία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου που παρακολούθησα στον Βλαχιώτη. Και ένιωσα και πάλι ότι είχε έναν απαράμιλλο τρόπο να σε αρπάζει απ' το λαιμό με τις επιλογές του. Υπήρχε κάτι το "χύμα", το πηγαίο, όχι μόνο στη μοναδική φωνή και ερμηνεία του, αλλά και στον τρόπο που πορεύονταν οι μελωδίες του. Κι είχε πάντα ένα οξυδερκέστατο αισθητήριο ως προς τους στίχους που επέλεγε να μελοποιήσει.

Είχα την τύχη να τον συναντήσω τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, το 2010, κάπου στο Κολωνάκι. Ήμασταν μαζί με τον Τάσο Καραντή και του πήραμε δύο "παράλληλες" συνεντεύξεις. Θυμάμαι ότι με "τρόμαξε" ο όγκος του, ενώ με εντυπωσίασε η φιλική προσέγγισή του, και το ότι όπως ακριβώς έβγαινε στην τηλεόραση, έτσι ευθύς (κι ας του κόστισε) και κάπως μπλαζέ, έτσι ήταν και μπροστά μας. Εκείνη η κουβέντα μας δημοσιεύθηκε στον Ορφέα (εδώ). Σε αυτήν αναφέρεται και ένα χθεσινό άρθρο του Πρώτου Θέματος (εδώ).

Συνηθίζουμε να λέμε ότι "φτωχαίνουμε" έπειτα από τον θάνατο κάθε δημιουργικού ανθρώπου, ασχέτως αν εκείνος παρέμενε ενεργός ή όχι. Στην περίπτωση του Μαχαιρίτσα κάτι τέτοιο είναι ακόμα περισσότερο αλήθεια: έφυγε πολύ νέος, τη στιγμή που είχε ακόμα να δώσει πράγματα (όπως παρατηρούσα κάποτε εδώ). Φυσικά ο πλούτος που ήδη μας έχει ήδη προσφέρει δεν μας αφαιρείται, ίσα ίσα τώρα είναι που θα πρέπει να τον επαναπροσεγγίσουμε και να τον επανεκτιμήσουμε. Κι εδώ κολλάει και μια προσωπική μου ματαίωση: ήθελα να τον ξαναβρώ και να μιλήσουμε διεξοδικά για ένα από τα άλμπουμ του.

Βιάστηκες να φύγεις Λαυρέντη. Αλλά μην ανησυχείς, τα τραγούδια σου θα τα προσέχουμε εμείς.

* Φωτογραφία από εδώ

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Για τον Φοίβο Δεληβοριά, που τραγούδησε στη Σπάρτη

Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τριάντα χρόνια από την πρώτη εμφάνισή του στα μουσικά μας πράγματα (Η Παρέλαση κυκλοφόρησε στα τέλη του 1989) πριν ο Φοίβος Δεληβοριάς πραγματοποιήσει την πρώτη του συναυλιακή εμφάνιση στη Σπάρτη. Η αλήθεια είναι ότι πριν μερικά χρόνια είχε ανακοινωθεί μια βραδιά στην καφετέρια Εναλλάξ, αλλά μάλλον το σχέδιο δεν περπάτησε. Κι έτσι η πρώτη γεύση της λακωνικής φιλοξενίας για εκείνον έλαχε να έρθει στον υπέροχο χώρο του Μουσείου Ελιάς Και Ελληνικού Λαδιού, που ανήκει στο Δίκτυο Μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς.

Η αργοπορία αυτή δεν είναι ακριβώς αναπάντεχη, βέβαια. Πέραν του ότι ο Δεληβοριάς είναι ένας μάλλον αθηνοκεντρικός τραγουδοποιός -οι ιστορίες των τραγουδιών του στην πρωτεύουσα κυρίως διαδραματίζονται, και η μεγάλη μάζα των ακροατών του εκεί εντοπίζεται-, η Σπάρτη και η Λακωνία ευρύτερα δεν είναι τόποι που ανέχονται εύκολα την (κεκαλυμμένη έστω) επίθεση στα χρηστά ήθη και τις παραδόσεις που συχνά κρύβει η ματιά του. Η παρατήρηση των προσώπων κάποιων μεσόκοπων κυρίων και κυριών, κατά την εκτέλεση της "Υβρεοπομπής", θα έπειθε τον καθένα για το αληθές της παρατήρησης αυτής.

Πάντως, βοηθούσης και της ελεύθερης εισόδου, κόσμος μαζεύτηκε αρκετός ενώπιόν του το βράδυ της 25ης Αυγούστου: οι 150 θέσεις καθήμενων γέμισαν και υπήρξαν πολύ περισσότεροι όρθιοι -έστω κι αν η προσέλευση θα έμοιαζε ισχνή για οποιαδήποτε άλλη πρωτεύουσα νομού. Κι ο Δεληβοριάς το χάρηκε, δίνοντας μια πολύ ορεξάτη περφόρμανς. Είχε και καιρό να παίξει μπροστά σε κοινό, όπως μας δήλωσε...

Πάνω στη σκηνή ο Δεληβοριάς είναι αληθινά ευφυής -ένας από τους ελάχιστους τέτοιας κλάσης περφόρμερ που διαθέτει -που διέθετε ποτέ- το ελληνικό τραγούδι. Όσες φορές κι αν έχεις ακούσει τις ιστορίες του, το χαμόγελο είναι αδύνατον να φύγει απ' το πρόσωπό σου καθώς τον παρακολουθείς. Όπως είναι αδύνατον να μη νιώσεις τη συγκίνηση και την ανατριχίλα που κουβαλούν τραγούδια όπως το "Ερημιά Στην Καλλιθέα" και το "Δεν Ξέρω Τι Είναι". Αλλά δεν μπορείς και να μην παραδεχτείς την πληρότητα των δύο μουσικών που τον συνόδευσαν εκείνο το βράδυ: του πληκτρά (και Σπαρτιάτη) Κωστή Χριστοδούλου και του ντράμερ Σωτήρη Ντούβα. Δεν υπάρχει διάθεση ή κλίμα που να μην μπορούν οι δυο τους να αποτυπώσουν με ακρίβεια και απαράμιλλη μουσικότητα.

Για κάτι παραπάνω από δύο ώρες ο Φοίβος Δεληβοριάς αιχμαλώτισε το ακροατήριό του -τα αφτιά, τα βλέμματα, τη φαντασία του. Με τα πολλά αγαπημένα τραγούδια του από το παρελθόν, με κάποια από εκείνα που ετοιμάζει προς έκδοση (τέλη 2019/αρχές 2020 θα τα βγάλει, είπε, αλλά συνήθως πέφτει έξω σε αυτά...), με το χιούμορ και τη διαπεραστική ματιά του στα πράγματα.

Συνάντησα, με χαρά, πολλούς φίλους και παλιούς γνωστούς στο κοινό μετά το τέλος της συναυλίας. Αλλά κι ο Φοίβος Δεληβοριάς ένας παλιόφιλος είναι τελικά. Ο οποίος, ως διά μαγείας, είναι πάντα φρέσκος, σαν καινούριος, κάθε που τον συναντάς. Και πάντα έτοιμος, όσος καιρός κι αν έχει περάσει από την προηγούμενη φορά, να μοιραστεί μαζί σου τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά, με έναν τρόπο εντελώς φυσικό και απροσποίητο.

Πώς να μην θες κάθε φορά να έρθει γρήγορα η επόμενη συνάντηση;

Setlist:
1. Θα 'θελα Να 'μουνα Εκεί
2. Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι
3. Ο Μπάσταρδος Γιος
4. Η Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα
5. Χάλια
6. Η Γυναίκα Του Πατώκου
7. Je Suis Bossu
8. Ένα Γουρούνι Λιγότερο
9. Μόνο Ψέματα
10. Bolero
11. Χωρίς
12. Φώτης (Ένα Τραγούδι Για Τον Πατέρα Μου)
13. Το Ελεφαντάκι
14. Όταν Σου Χορεύω
15. Το Βαλσάκι Της Δάφνης ή Super Ferry
16. Δεν Ξέρω Τι Είναι
17. Και Του Χρόνου
18. Η Υβρεοπομπή
19. Ο Καθρέφτης
20. Αυτή Που Περνάει
21. Θέλω Να Σε Ξεπεράσω
22. Εκείνη
23. Ερημιά Στην Καλλιθέα
24. Η Κική Κάθε Βράδυ
Encore
25. Το Καλοκαίρι Θα 'ρθει

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που τραγούδησε στον Βλαχιώτη

Ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές που έβγαλε η χώρα, κι ένα υπέροχο αμφιθέατρο, με θέα στον λακωνικό κόλπο: να ένας συνδυασμός που, αν τον βρεις μπροστά σου, δεν θες με τίποτα να τον χάσεις.

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τραγούδησε για πρώτη φορά στο Επιδαύριο Θέατρο του Βλαχιώτη, λοιπόν. Το οποίο θέατρο γέμισε. Όχι ασφυκτικά ίσως, αλλά με δεδομένο ότι οι γύρω περιοχές βρίσκονται σαφέστατα υπό τη σφαίρα επιρροής άλλων ακουσμάτων, ο αριθμός των 1200+ θεατών αποτελεί μια σαφή επιτυχία της διοργάνωσης (από την Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Ευρώτα).

Ο αγαπημένος ερμηνευτής δεν ήταν μόνος όμως: τη συναυλία άνοιξε το εκ Σπάρτης ορμώμενο κουαρτέτο One Against Three. "One" είναι η ερμηνεύτρια Ελένη Βαχαβιόλου και "three" οι Δημήτρης Λιόλιος (κιθάρα, φωνή), Δημήτρης Ράλλης (μπάσο, φωνή) και Στράτος Καλογερόπουλος (τύμπανα). Έπαιξαν καλά, όμως οι επιλογές τους μαρτύρησαν την προαναφερθείσα "σφαίρα επιρροής". Καταλαβαίνω ότι τα τέσσερα νεαρά παιδιά είδαν την ευκαιρία αυτή ως έναν τρόπο να αρέσουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του παρευρισκόμενου ακροατηρίου, αλλά αργά ή γρήγορα θα μάθουν ότι το να αρέσεις σε όλους είναι ανέφικτο και ότι το πιθανότερο είναι μια τέτοια απόπειρα να σε καταστήσει τελικά αδιάφορο.

Τι νόημα έχει, δηλαδή, να αραδιάζεις ένα τουρλού που περιλαμβάνει από Oasis μέχρι Red Hot Chili Peppers, κι από Τρύπες μέχρι Δυτικές Συνοικίες και Μέλισσες; Είναι καλό να είσαι ακομπλεξάριστος (και τα παιδιά της επαρχίας συνήθως είναι), όμως πρέπει τουλάχιστον να ξέρεις ότι το να παίξεις ως medley την "Ταξιδιάρα Ψυχή" παρέα με τα "Καλοκαιρινά Ραντεβού" δείχνει ότι μάλλον δεν έχεις καταλάβει τη διαφορά τους. Εκτός κι αν απλώς θες να βάλεις δίπλα δίπλα ένα ζενίθ κι ένα ναδίρ του "ελληνικού ροκ", για να αποδείξεις ότι όντως τα χωρίζει χάος... Έχουν ταλέντο οι One Against Three, ας το επενδύσουν στο δικό τους υλικό (που δεν μας παρουσίασαν εκείνο το βράδυ) κι ας γίνουν πιο επιλεκτικοί με το δανεικό κομμάτι του ρεπερτορίου τους.

Ας παραδειγματιστούν κι από τον πρωταγωνιστή της βραδιάς και το πώς εκείνος διαχειρίζεται το αχανές των επιλογών του: πέρα από μερικά τραγούδια από τον νέο του δίσκο (Μπλέξαμε ο τίτλος του), ο Παπακωνσταντίνου επικεντρώθηκε, όπως κάνει πάντα δηλαδή, στα μεγάλα τραγούδια του ρεπερτορίου του. Κι όσο για τις λίγες μέτριες στιγμές, αυτές τις άφησε στους συνεργάτες του, όσο ο ίδιος έκανε διάλειμμα. Όχι ότι δεν υπάρχουν και κάμποσα αξιόλογα τραγούδια του που μένουν συνέχεια στην απέξω -είναι κι αυτό ένα ζήτημα...

Στα 69 του χρόνια, πάντως, ο Παπακωνσταντίνου παραμένει δυνατός φωνητικά, και ορεξάτος. Και επιμένει  να καταθέτει νέο δίσκο κάθε ένα-δυο χρόνια, ασχέτως αν αυτό είναι πια ένα "σπορ" που δεν αποδίδει -εμπορικά αλλά και καλλιτεχνικά. Είναι και αυτό ενός είδους "φυλακή", αλλά είναι της δικής του επιλογής τουλάχιστον... Για τα νέα τραγούδια, χωρίς να έχω επιχειρήσει να τα ξανακούσω, έχω να πω ότι κουβαλάνε αρώματα από την κλασική εποχή της δισκογραφίας του, και είναι σαν να διαθέτουν μια ενότητα που συχνά λείπει από τις δουλειές του ερμηνευτή -τις πιο πρόσφατες τουλάχιστον. Διόλου τυχαία (ίσως), έχουν στίχους κυρίως ενός στιχουργού (Λίνα Δημοπούλου), και τα περισσότερα έχουν μελοποιηθεί από τον ίδιο.

Κατά τα άλλα, η συναυλία του στον Βλαχιώτη ήταν σε αναμενόμενα πλαίσια: ροκ διαθέσεις επί σκηνής, γηπεδικές αντιδράσεις στην πλατεία (καπνογόνα και τα ρέστα). Η σταθερή εδώ και καιρό μπάντα του ήταν καλή, αν και νιώθω ότι κρύβει εντός της μια "σχιζοφρένεια": οι "μπροστάρηδες" Μαίρη Μπρόζη (βιολί, φωνή) και Γιάννης Αυγέρης (κιθάρα, φωνή) κερδίζουν πόντους περισσότερο εμφανισιακά, αλλά η ουσία και η αρτιότητα παρέχεται από την "οπισθοφυλακή" των Ανδρέα Αποστόλου (πλήκτρα), Βαγγέλη Πατεράκη (μπάσο) και Στέφανου Δημητρίου (τύμπανα). Η ροή της setlist ήταν καλά μελετημένη, και η αλληλουχία των τραγουδιών διανθίστηκε από εξιστορήσεις και σχόλια, που προσέδωσαν μια συνοχή, μιαν αφήγηση στην όλη βραδιά. Κι έτσι ο αρχιδάτος πολιτικοκοινωνικός σχολιαστής Παπακωνσταντίνου στάθηκε με άνεση δίπλα στον ευαίσθητο μπαλανταδόρο εαυτό του.

Στα σχολικά χρόνια, τότε που ο Βασίλης ήταν στα ντουζένια του και "έπρεπε" να τον ακούς, εγώ ήμουν στην "αντιπολίτευση". Με τα χρόνια όμως εκτίμησα και τα πολλά σπουδαία τραγούδια που είπε, και τη στάση του. Ασχέτως αν νιώθω ότι κι αυτός πάσχει από το σύνδρομο που κατατρέχει πολλούς μεγάλους ερμηνευτές (την αδυναμία τους, π.χ., να αποφεύγουν τις "πατάτες" όταν μιλούν δημοσίως), πιστεύω ότι σε γενικές γραμμές ο Παπακωνσταντίνου προστάτευσε τον εαυτό του πολύ αποτελεσματικά, μένοντας πιστός σε κάποιες βασικές αρχές του και κρατώντας όσο το δυνατόν την εικόνα του μακριά από τον ευτελισμό που επιφέρει η υπερπροβολή στην τηλεόραση και αλλού. Υπήρξε γνησίως ροκ, και επιμένει σε αυτό, όσο του το επιτρέπουν οι συνθήκες και οι συγκυρίες.

"Βασίλη ζούμε για να σ' ακούμε" ήταν για πολλοστή φορά το σύνθημα, ακολουθούμενο από το "Και όσοι δεν σ' ακούνε, να πα' να γαμηθούνε". Στο οποίο ο πρωταγωνιστής, αφού ανασήκωσε με κάποια απορία τους ώμους, απάντησε: "Ε, ας πάνε, άμα τους κάνει καλό".

Setlist:
1. Εισαγωγή
2. Μπλέξαμε
3. Οδός Ελλήνων
4. Μπουμ
5. Γιουσουρούμ
6. Φοβάμαι
7. Μικρές Νοθείες
8. Ο Κουρσάρος
9. Βικτώρια
10. Ένα Παιδί Ζητάει Ένα Ποδήλατο
11. Κάποτε Θα 'ρθουν
12. Μαμά (La Mamma)
13. Αυτό Που Περιμένουμε
14. Οι Ψυχές Και Οι Αγάπες
15. Πόρτο Ρίκο
16. Ο Στρατιώτης/Ελλάς
17. Αλκοόλ Η Βροχή
18. Τα Χάλια Μου
19. Τα Πουλιά Της Αγάπης
20. Σε Θέλω
21. Χαμένες Αγάπες
22. Σφεντόνα
23. Άσε Με Να Κάνω Λάθος
24. Ο Μαύρος Γάτος
25. Βράδυ Σαββάτου
26. Κυριακή
27. Να Κοιμηθούμε Αγκαλιά
28. Θα Σωπαίνω Και Θα Ξέρεις
29. Πριν Το Τέλος
30. Δεν Υπάρχω
31. Ένας Νέγρος Θερμαστής Από Το Τζιμπουτί
32. Ένα Καράβι
33. Έφηβα Γεράκια/Χαιρετίσματα
34. Το Παιχνίδι Παίζεται Ακόμα

 

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Συνέντευξη με τον Βασιλικό

Επέστρεψε δυναμικά φέτος έπειτα από χρόνια αποχής, με πολύ καλό δίσκο (εδώ η άποψή μου), αλλά και ζωντανές εμφανίσεις. Ο λόγος για τον Βασιλικό Σακκά, τον ηγέτη των Raining Pleasure που την τελευταία δεκαετία ακολουθεί σόλο διαδρομή. Είχα πράγματα να τον ρωτήσω, ακόμα περισσότερα είχε εκείνος να μου πει. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.

* Φωτογραφία: Ευτυχία Βλάχου

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

Το Φεστιβάλ Θέρος στην Κοζάνη (26, 27 και 28 Ιουλίου)


Μία μικρή πόλη.
Ένα κτήμα.
Άνθρωποι.
Εκφράζονται, καλλιεργούν, δημιουργούν.

Το φεστιβάλ Θέρος ετοιμάζεται μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού.
Η πόλη βγαίνει εκτός, στο φιλόξενο κτήμα Νειός (3ο χλμ Κοζάνης-Καρυδίτσας), από τις 26
έως και τις 28 Ιουλίου, σε μια τριήμερη γιορτή για μεγάλους και μικρούς.

Οι Νίκος Χαλβατζής, Στέλιος Χλιαράς, Νικολέτα Σιώμου και Αθηνά Δρακοπούλου, σε
συνεργασία με τον σύλλογο ΑΜΕΑ Ηλιαχτίδα, σας καλωσορίζουμε στο Θέρος, μια
χειροποίητη γιορτή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Θέατρο, μουσική και παράλληλες δράσεις από νωρίς το απόγευμα μέχρι και μετά τα
μεσάνυχτα.

Με σκηνικό φόντο ένα παλιό λεωφορείο που υπάρχει χρόνια στο κτήμα, οι Ηλέκτρα
Φραγκιαδάκη και Σάκης Μπιρμπίλης παρουσιάζουν την θεατρική παράσταση “Ωκεανός” του
Αλεσάντρο Μπάρικο, ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο ενώ για τους
μικρούς μας θεατές η ομάδα Κοπέρνικος παρουσιάζει την παράσταση «Ο κύριος Κιχ και το
μυστικό κουτί των ήχων».

Με τη δύση του ήλιου αφήνουμε τη μουσική να μιλήσει. Σύγχρονο ελληνόφωνο τραγούδι
με αναφορές στην παράδοση από τους Usurum, αστικά ηχητικά τοπία με ηλεκτρικό ήχο από
τους Λάμδα και τον Νίκο Χαλβατζή, αλλά και μια νέα προσέγγιση στο ρεμπέτικο και λαϊκό
τραγούδι από τους Τέτρις.

Και για όσους μείνουν στο κτήμα μετά τις παραστάσεις, κάθε νύχτα κάτι διαφορετικό. Yoga,
DJ sets, αφηγήσεις με ιστορίες τρόμου κάτω από τα δέντρα, παρατήρηση άστρων με
τηλεσκόπια, και δρώμενα με χιουμοριστικό και μυστικιστικό χαρακτήρα.

Φιλοδοξούμε να φιλοξενήσουμε τον κόσμο της Κοζάνης αλλά και ανθρώπους από άλλες
περιοχές της Ελλάδας που έχουν δηλώσει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουν το φεστιβάλ.
Στόχος μας είναι το φεστιβάλ να καθιερωθεί και να συνεχίσει την πορεία του.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ:
Παρασκευή 26/7/2019:
19:00: «Ο κύριος Κιχ και το μυστικό κουτί των ήχων», παιδική παράσταση από την Ομάδα Κοπέρνικος
21:00: Tέτρις, συναυλία
22:30: Νίκος Χαλβατζής, συναυλία
00:00: Παρατήρηση άστρων, αστρονομικός σύλλογος Δυτ. Μακεδονίας

Σάββατο 27/7/2019:
19:00: Μάθημα γιόγκα, Μαριλίζα Ταρνανίδου (δωρεάν συμμετοχή)
20:00: Μάθημα zumba, σχολή χορού Έκφραση, παρέα με τα παιδιά του συλλόγου Ηλιαχτίδα (δωρεάν
συμμετοχή)
22:30: Λάμδα, συναυλία
00:00: «Ιστορίες του κάτω κόσμου», παραμύθια ενηλίκων, Αδημονία (αφήγηση), Στέλιος Χλιαράς
(επιμέλεια-σύλληψη)

Κυριακή 28/7/2019:
19:00: Κυνήγι θησαυρού, παρέα με τα παιδιά του συλλόγου Ηλιαχτίδα (δωρεάν συμμετοχή)
21:00: «Ωκεανός», θεατρική παράσταση, Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη (ερμηνεία), Σάκης Μπιρμπίλης
(σκηνοθεσία)
22:30: Usurum, συναυλία
00:00: DJ Romantique

Είσοδος: 7€- Ημερήσιο / 15€-Τριήμερο / 3€- Παιδικό / Δωρεάν-ΑΜΕΑ

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΟΜΑΔΑ:

Υπεύθυνος συναυλιών: Νίκος Χαλβατζής, τραγουδοποιός (τηλ.6970499535)
Υπεύθυνος θεατρικών παραστάσεων: Στέλιος Χλιαράς, ηθοποιός/σκηνοθέτης (τηλ.6948605826)
Υπεύθυνη παράλληλων δράσεων: Νικολέτα Σιώμου, παιδαγωγός (τηλ.6973612611)
Επιμέλεια δημιουργικού: Αθηνά Δρακοπούλου, διακοσμήτρια/σκηνογράφος (τηλ.6932381298)

e-mail: ahranis@gmail.com

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2019

Η ζωή θα νικήσει

Το απόγευμα στο κέντρο, χωρίς καθόλου μετρητά πάνω μου. Κατεβαίνω στον σταθμό μετρό Πανεπιστημίου, για να αγοράσω εισιτήριο για το λεωφορείο από τα αυτόματα μηχανήματα.

Δίπλα στον αυτόματο πωλητή πιτσιρίκος Ρομά, μουτράκι, 5-6 χρονών, με το πλαστικό ποτηράκι του για ψιλά στο χέρι. Ξεκινώ τη διαδικασία, και βάζω τη χρεωστική κάρτα μου στη σχισμή.

- Τι θέλετε να κάνετε;
- Να αγοράσω εισιτήριο.
- Πρέπει να βάλετε χρήματα εδώ.
- Το ξέρω, αλλά θέλω να πληρώσω με κάρτα.

Αλλά η κάρτα έχει ξεμείνει κι αυτή, δεν φτάνει το υπόλοιπο για τα δύο εισιτήρια που ζήτησα, μου την απορρίπτει το σύστημα. Ξεκινώ ξανά τη διαδικασία.

- Να, πατάς αυτό για να βάλεις χρήματα.

Πατάει στην οθόνη το κατάλληλο κουμπί.

- Το ξέρω, αλλά δεν έχω λεφτά πάνω μου. Θα ξαναδοκιμάσω.

Επιλέγω "επιστροφή", ζητάω ένα εισιτήριο, αυτή τη φορά το υπόλοιπο της κάρτας επαρκεί, η διαδικασία προχωρά. Βγαίνει το εισιτήριο, γυρνάω και του σκάω χαμόγελο, με κοιτάει με θαυμασμό. Μάλλον δεν έχει ξαναδεί την εφαρμογή της συγκεκριμένης επιλογής. Γυρνάω να φύγω.

- Γεια σου φίλε.
- Περιμένετε! Η απόδειξή σας!

Επιστρέφω και την παίρνω από τη θυρίδα. Τον ευχαριστώ και προχωράω.

- Έχει κι άλλη!

Αυτή τη φορά τη βγάζει εκείνος και μου τη δίνει. Τον ευχαριστώ και πάλι και τον χαιρετώ με ένα ακόμα χαμόγελο.

Φεύγοντας, χαμογελώντας ακόμα, σκέφτομαι ότι θα ήθελα να είναι γιος μου. Ή έστω να τον έχω μαθητή σε μερικά χρόνια.

Και ότι η ζωή, ό,τι και να γίνει, θα νικήσει.

* Φωτογραφία από εδώ.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

Γιατί με τον ΣΥΡΙΖΑ; Ένα οδοιπορικό πολιτικής συνειδητοποίησης

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου το σταθερό μότο ήταν: "μείνετε μακριά από τα κόμματα". Δεν ξέρω αν ήταν απόλυτα συνειδητή η επιλογή αυτή των γονιών μου ή αν ήταν περισσότερο μια ασπίδα επιβίωσης σε μια επαρχιακή πόλη με συγκεκριμένες τάσεις, πάντως την τήρησα αυτήν την προτροπή: ποτέ δεν γράφτηκα μέλος, δεν μπλέχτηκα σε οργανώσεις, δεν έπαιξα (παρότι είχα τις ευκαιρίες) σε φεστιβάλ νεολαιών. Και τα δύο τελευταία χρόνια, που υπηρετώ τη Δημόσια Εκπαίδευση, παρότι είχα πάντοτε προτάσεις, απέφυγα να εμπλακώ στα συνδικαλιστικά. Μερικά πράγματα είναι δύσκολο να τα αλλάξεις.

Οι γονείς, βέβαια, είχαν πάντα πολιτική προτίμηση, η οποία γινόταν σαφής από τις συζητήσεις, μαζί μας αλλά κυρίως με άλλους "μεγάλους". Ποτέ όμως δεν μας είπαν "ψήφισε εκείνο ή το άλλο" -ίσα ίσα, μας παρότρυναν να ψηφίζουμε το δικό μας και να ψάχνουμε και τα "μικρά" κόμματα.

Ως παιδί της δεκαετίας του '80, θυμάμαι τον Ανδρέα και τις τεράστιες λαοσυνάξεις του, τα πρωτοσέλιδα των Νέων, του Έθνους του Βήματος, της Καθημερινής, τη Δίκη του Αιώνα, τις αιώνιες πολιτικές κόντρες στα τραπέζια και στα καφενεία. Θυμάμαι τη γιαγιά μου την Κωνσταντίνα, αρχές των '90s, να μου εξηγεί ότι δεν είχε πια να μου δίνει χαρτζιλίκι, αφού ο Μητσοτάκης της είχε μειώσει πολύ τη σύνταξη.

Στα φοιτητικά χρόνια. τέλη '90s/αρχές '00s στο Τ.Ε.Ι. Χανίων, το κλίμα δεν με βοήθησε να είμαι ενεργός στους αγώνες του κινήματος. Οι εκάστοτε "ηγέτες" συνήθως έμοιαζαν στα μάτια μου είτε γραφικοί είτε μπαγαπόντηδες. Από τις καταλήψεις ήμουν πάντα περαστικός, από τις πορείες πάντα απών. Όχι χωρίς κόστος, αφού και εγώ και άλλοι δεχτήκαμε πολλές φορές πυρά από τους ταγούς των οργανωμένων. Αλλά πώς να μπλέξεις όταν βλέπεις ότι εκείνος που μπαίνει μπροστάρης στον αγώνα, μόλις δει την ευκαιρία περνάει με άνεση στο αντίπαλο στρατόπεδο;

Η δεκαετία του 2000 πέρασε και πάλι στις πανεπιστημιακές αίθουσες, στο Πολυτεχνείο τούτη τη φορά, σε κτίρια με τοίχους γεμάτους συνθήματα και ονόματα σχηματισμών όπως ΑΝ.Α.Φ.Η. και ΑΝ.ΑΡ.ΠΑ. Δεν με ενόχλησαν ποτέ οι γραμμένοι τοίχοι, ίσα ίσα, όμως και εκεί οι συνελεύσεις ήταν κάτι χάβρες μέσα σε τεκέδες. Η άνοδος του Καραμανλή στην εξουσία το '04 είχε μια μελαγχολική νομοτέλεια μέσα της, το ίδιο και η τραγική κατάληξη εκείνης της Κυβέρνησης. Εκείνα τα χρόνια συχνά απείχα από τις εκλογές (δεν ψήφισα το 2000, νομίζω ούτε το 1999) ή ψήφιζα με λογική αντίρροπη: δεν στήριξα το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου (παρά μόνο στις Ευρωεκλογές του 2004 που προδιαγραφόταν ότι θα φάει κατραπακιά), έριχνα την ψήφο μου υπέρ του ΔΗΚΚΙ του Τσοβόλα. Κάποια άλλη φορά ψήφισα Οικολόγους Πράσινους ενδεχομένως.

Δεν θυμάμαι αν ψήφισα για πρώτη φορά τον ΣΥΡΙΖΑ στις δεύτερες εκλογές του 2012 (παίζει να το έριξα στην ΔΗΜΑΡ), και πάλι θέλοντας να στηρίξω μια μικρότερη πολιτική δύναμη. Παρότι έριξα Ελιά - Δημοκρατική Συμμαχία στις Ευρωεκλογές του 2014 (μόνο και μόνο για να στηρίξω κάποιον πρώην φίλο που αποδείχθηκε συν τω χρόνω ότι δεν διέθετε πολιτική σκέψη όπως νόμιζα), έκτοτε στήριξα το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα στον δρόμο του προς την εξουσία.

Ορόσημο για την προσωπική μου "αφύπνιση" -κινητοποίηση, καλύτερα, αφού η σκέψη γύρω από την πολιτική υπήρχε από πολύ νωρίς- ήταν το κλείσιμο της ΕΡΤ από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, τον Ιούνιο του 2013. Δύο μέρες μετά, έπειτα από πρόσκληση του Αντώνη Μποσκοΐτη, ήμουν στο προαύλιο, στην Αγία Παρασκευή, και τραγουδούσα μαζί με άλλους, στηρίζοντας τους απολυμένους καταληψίες. Μέσα στο καλοκαίρι ξαναπήγα σε εκπομπή της κατειλημμένης ΕΡΤ, προσκεκλημένος της Βίκυς Τσιανίκα.



Εκείνα τα χρόνια, μέσα στην Κρίση, πέρασα μια περίοδο κατάθλιψης, παρακολουθώντας τα βραδινά δελτία ειδήσεων να παιανίζουν κάθε επόμενο κύμα της λαίλαπας που ερχόταν να συνθλίψει το μέλλον και τα όνειρα των συνανθρώπων μου. Κι αν εγώ είχα τη στήριξη των ανθρώπων μου και επιβίωνα, το να είμαι μάρτυρας μιας αδίστακτης εξουσίας που μπορούσε μέσα σε μια στιγμή να αποφασίζει για το μαύρο μέλλον χιλιάδων ανθρώπων με εξόργιζε. Έπαψα να ανοίγω την τηλεόραση. Έγινα πιο αποφασισμένος και καταστάλαξα περισσότερο στο τι ήθελα ως πολίτης.

Παραμονές των εκλογών του Ιανουαρίου του '15, δεν θα το ξεχάσω εύκολα, βρέθηκα σε ένα καφέ-μπαρ των Εξαρχείων με φίλους και συγγενείς. Συζητούσαν ήδη για τα πολιτικά όταν έφτασα, κι όταν τους είπα τι θα ψήφιζα με αντιμετώπισαν με ένα μείγμα οργής και ειρωνείας. Πώς ήταν δυνατόν να ψηφίσω τον Τσίπρα, από τη στιγμή που δήλωνα ότι είχα διακρίνει τη στροφή στη ρητορική του και τις σαφείς ενδείξεις ότι θα ακολουθούσε τον δρόμο του συμβιβασμού με τους Ευρωπαίους;

Η απάντησή μου τότε ήταν ότι ήθελα, για μια φορά ως ψηφοφόρος, να πω "ναι" με την ψήφο μου. Να ψηφίσω θετικά, δηλαδή, και να συνταχθώ με τους πολλούς. Ότι περισσότερο από μια θολή ως προς το πώς θα ερχόταν κοινωνική επανάσταση, που θα ανέτρεπε τον καπιταλισμό, ήθελα μια διακυβέρνηση που να ενδιαφέρεται εμπράκτως για τον αδύναμο. Δεν ξέρω τι νόμιζα τότε, τώρα όμως ξέρω ότι η πλειοψηφία που στήριξε το '15 τον Τσίπρα δεν το έκανε επειδή κατάλαβε ξαφνικά τις αρετές της Αριστεράς, αλλά γιατί είπε "ως εδώ" στο διπολικό σύστημα που μοιραζόταν την εξουσία αδιαλείπτως για 40 χρόνια. Σαφώς και δεν υιοθέτησα ποτέ τον διαχωρισμό "παλιό" και "νέο πολιτικό σύστημα", ούτε ενθουσιάζομαι με τη ρητορική περί "ηθικού πλεονεκτήματος". Όχι γιατί δεν βρίσκω όντως πιο ουμανιστικές τις αριστερές ιδέες, αλλά γιατί δεν μπορώ να αποδώσω απόλυτα ηθικά κίνητρα σε ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων, απλώς με βάση το τι δηλώνουν.

Στα 10 χρόνια που κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της χώρας, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε τους πάντες να χορεύουν στον ρυθμό του -άρα τους έκανε εχθρούς του. Από το δίλημμα "Μνημόνιο/αντι-Μνημόνιο" περάσαμε στο "ΣΥΡΙΖΑ/αντι-ΣΥΡΙΖΑ". Με το "όλοι σας και μόνος μου" όμως ποιος μπορεί να βγει νικητής; Κάπως έτσι, κι αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε κι αυτός το δικό του Μνημόνιο (ελαφρύτερο μεν, αλλά με επιπλέον λιτότητα να προστίθεται σε εκείνη των προηγούμενων), ήρθε η μεγάλη ήττα στις πρόσφατες Ευρωεκλογές. Αλίμονο αν μπορούσε να βγει αλώβητος ένας σχηματισμός που για δέκα χρόνια είχε μονίμως ανοδική πορεία και είχε κερδίσει τέσσερις σερί κάλπες.

Αν ψάξει κανείς την ετικέτα "Πολιτική" σε τούτο το μπλογκ, αλλά και το προφίλ μου στα social media, θα βρει πολλά και πολύ αυστηρά σχόλιά μου για τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξακολουθώ να βλέπω κριτικά το κόμμα, τα στελέχη και τον αρχηγό του, όπως και όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Η στήριξή μου δεν είναι, δηλαδή, απροϋπόθετη, ούτε θα συνεχιστεί αν το κόμμα αποκλίνει από όσα θεωρώ κρίσιμα.

Η κριτική αποτίμησή μου, πάντως, των πεπραγμένων της απερχόμενης Κυβέρνησης σε κάθε περίπτωση προκύπτει θετική. Υπερέβη, θα έλεγα, το έργο της κάθε προσωπική μου προσδοκία. Δικαιωματικά νομοσχέδια, στήριξη των αδυνάμων, ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, Συμφωνία των Πρεσπών, εκσυγχρονισμός του συστήματος αναδοχής και υιοθεσίας παιδιών, επίλυση του θέματος με την ΑΕΠΙ -η λίστα είναι ιδιαίτερα μακρά. Μπήκε μια τάξη σε πολλά μέτωπα κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.

Αν έγιναν λάθη; Πολλά. Υπήρξαν παλινωδίες, απροσεξίες, αστοχίες. Έγιναν κακές εκτιμήσεις, προβλήθηκαν λάθος πρόσωπα, σε κάποια σημεία υπερίσχυσε μια ρητορική του όποιου έργου. Έχει στις τάξεις του και αυτό το κόμμα, όπως όλα, ανθρώπους που δεν βρίσκονται εκεί με πρώτη έγνοια τους την προσφορά ή την άσκηση πολιτικής. Έχει μέλη και στελέχη που επιχειρούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη με προβληματικές (έως εντελώς γλοιώδεις) τακτικές, που υιοθέτησαν αλαζονικές και υπεροπτικές στάσεις.

Όμως. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και με τα χέρια δεμένα λόγω έξωθεν δεσμεύσεων, άκουσε την κοινωνία και ακολούθησε όποτε το μπορούσε. Είχε τα αντανακλαστικά να παίρνει πίσω τις λάθος διατυπώσεις στα νομοσχέδια, να ζητάει παραιτήσεις, να θυμάται όσα υποσχέθηκε, ακόμα κι αν δεν μπόρεσε να τα υλοποιήσει όποτε και όπως ήθελε. Πήγε σε εκλογές όταν αναγκάστηκε να υποχωρήσει, πήγε και όταν οι πολίτες τον άφησαν πολύ πίσω στις Ευρωεκλογές.

Και τώρα; Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πια η μακροβιότερη και πιο συνεπής κυβέρνηση της μνημονιακής εποχής, αλλά ταυτόχρονα εκείνη που έφερε την Ελλάδα εκτός προγραμμάτων λιτότητας. Κι απέναντί του έχει ποιους; Τα δύο κάποτε κραταιά κόμματα, με δύο ανθρώπους στα τιμόνια τους που από πολλές απόψεις συμβολίζουν τις παθογένειες της χώρας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι μια κλασική περίπτωση ανθρώπου που δεν θα βρισκόταν σε αυτό το πόστο εάν δεν είχε το συγκεκριμένο επώνυμο και τις δυνατότητες που αυτό του έδωσε από το ξεκίνημα της ζωής του. Επικοινωνιακά ελλιπής, υπέρ της αριστείας στα λόγια αλλά όχι στις πράξεις, δειλός, κυνικά αδίστακτος (όπως έδειξε η θητεία του στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης Και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης). Ο δήθεν πολέμιος της ακροδεξιάς, που δεν δίστασε να βάλει αντιπρόεδρό του κάποιον σαν τον Άδωνη Γεωργιάδη και που εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την άγνοια και τον πατριωτισμό του μέσου Έλληνα για να αντλήσει ψήφους με αφορμή την επίλυση του Μακεδονικού. Η Φώφη Γεννηματά, από την άλλη, μπορεί να είναι συμπαθέστερη από τον Ευάγγελο Βενιζέλο (κάτι όχι ιδιαίτερα δύσκολο, εδώ που τα λέμε), αλλά είναι μια επίσης αδιάφορη πολιτικός, χωρίς πειθώ όχι μόνο ως προς τους πολίτες, αλλά ούτε ως προς το κόμμα που διοικεί. Κοινό τους σημείο; Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μένος τους, το οποίο αποτέλεσε το μοναδικό ουσιαστικό κριτήριο με βάση το οποίο κινήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια.

Απέναντί τους υπάρχει ο Αλέξης Τσίπρας. Ένας άνθρωπος νέος, αποφασιστικός, με πολιτικό ένστικτο, και συμπαθής -παίζει κι αυτό τον ρόλο του. Κάποιοι θα έλεγαν ότι είναι ο μονόφθαλμος που βασιλεύει στους τυφλούς. Ναι, αλλά όχι απλώς μονόφθαλμος: Κύκλωπας. Πέρα από το έργο της Κυβέρνησής του, ένα μεγάλο του επίτευγμα είναι ότι, κυρίως με την απόφασή του να πάει σε Δημοψήφισμα τον Ιούλιο του 2015 αλλά όχι μόνο, ανάγκασε το σύστημα της μηντιακής διαπλοκής να αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια όλων. Μόλις χτες το βράδυ, στον ΣΚΑΪ, είχαν όλοι την ευκαιρία να δουν την απόλυτα μονομερή απόπειρα της Σίας Κοσιώνη και του Αλέξη Παπαχελά να του πάρουν συνέντευξη.

Σε κάθε περίπτωση, ο Τσίπρας και ο κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ υπήρξαν ένα θαύμα για τα δεδομένα της χώρας, ένα θαύμα που όμοιό του είχαμε να δούμε καιρό: μια πολιτική δύναμη που ανέβηκε στην εξουσία κόντρα στο προϋπάρχον σύστημα, κόντρα σε όσα κανονίζονταν και θεωρούνταν αποδεκτά. Είναι βέβαιο ότι η Ιστορία θα τα καταγράψει όλα αυτά.

Με τον Αλέξη Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, είτε κερδίσουν είτε χάσουν στις επερχόμενες εκλογές. Με την Αριστερά που μπαίνει δυναμικά στα πράγματα και δεν αρκείται σε κριτική καθαρολογικής και δογματικής λογικής. Μαζί με τον Τσακαλώτο, την Αχτσιόγλου, τον Χαρίτση και όποια άλλα άξια στελέχη. Μαζί με εκείνους που δεν κοιτούν μόνο το βόλεμά τους. Δίπλα σε όσους σέβονται τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου. Για τη σύνθεση του νέου με το παλιό. Απέναντι στην πολιτική σκέψη που εξαντλείται σε λέξεις όπως "ψεύτης" και "προδότης". Απέναντι στον ρεβανσισμό της βαθέως Δεξιάς που θέλει να καταστήσει παράνομες τις "ελαττωματικές" (έτσι τις αποκάλεσε ο Μάκης Βορίδης) ιδέες της Αριστεράς. Απέναντι σε εκείνους που θέλουν να σώσουν τη χώρα αφού πρώτα την εξαθλίωσαν. Απέναντι στην αμνημοσύνη, απέναντι στην ιδέα του περιχαρακωμένου Έθνους - Κράτους, απέναντι στη νεοφιλελεύθερη θέαση της κοινωνίας. Απέναντι σε ένα ακόμα κύμα σκοταδισμού που απλώνεται στον πλανήτη.

* Οι ζωγραφικοί πίνακες είναι του Vincent Van Gaugh και του Mark Rothko

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Υπογραμμίσεις XX: Sebastian Fitzek

Η ανατροπή, της ανατροπής, ω! ανατροπές.

Ο Sebastian Fitzek είναι ένας Γερμανός συγγραφέας, ο οποίος κινείται στον χώρο του ψυχολογικού/αστυνομικού θρίλερ. Στη μία δεκαετία και κάτι δράσης του έχει καταφέρει να πουλήσει αρκετά εκατομμύρια αντιτύπων των βιβλίων του διεθνώς, και να βρεθεί πολλές φορές στην κορυφή της λίστας με τα best sellers στην πατρίδα του.

Το Δέμα έφτασε στα χέρια μου ως δώρο για την Πρωτοχρονιά, από τη Σοφία και τον Νάσο, που ξέρουν την αγάπη μου για τις ιστορίες τέτοιου είδους. Αλλά το είχα ήδη στα υπόψιν, καθώς το είχα περιεργαστεί σε κάποιο βιβλιοπωλείο. Κατέληξε να είναι ένα από τα ελάχιστα βιβλία που διάβασα σε τόσο σύντομο διάστημα: το ξεκίνησα Κυριακή απόγευμα και το τελείωσα Παρασκευή βράδυ. Ανήκει σαφέστατα στην κατηγορία των page-turners, μου θύμισε μάλιστα ως προς αυτό τα βιβλία του Dan Brown. Κάθε ένα από τα κεφάλαιά του είναι σύντομο και τελειώνει με cliffhanger, έτσι ώστε να σε κάνει να συνεχίσεις την ανάγνωση.

Δεν πέρασα καθόλου άσχημα διαβάζοντας. Φοβάμαι, όμως, ότι δεν ένιωσα κάποιου είδους σύνδεση με την ηρωίδα Έμα Στάιν κι ότι δεν θα θυμάμαι και πολλά από την ιστορία της έπειτα από λίγο καιρό. Δεν υιοθετώ την απόλυτη απαξία που απευθύνεται προς τον Fitzek από πολλούς, αλλά προσωπικά ζητάω κάτι πέρα από στιγμιαία kicks από ένα βιβλίο.

Πόσο ευγενικό ήταν που αυτή η γυναίκα ήθελε να τη βοηθήσει. Πόσο τρομακτικό ήταν που φαινόταν να ξέρει από πελάτες που δέρνουν. Και από δαρμένες πόρνες που κλαίνε κουλουριασμένες στα πλακάκια του μπάνιου ενός ξενοδοχείου.
-----
Ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, σκέφτηκε η Έμα. Αισθάνθηκε στο πρόσωπό της τη ζέστη του τζακιού, αλλά η ευχάριστη αίσθηση που πάντα την πλημμύριζε όταν επισκεπτόταν τον Κόνραντ δεν ήρθε.

Λογικό - εξάλλου αυτή εδώ δεν ήταν επίσκεψη.

Ήταν μάλλον μια συνάντηση από την οποία κρινόταν η ζωή της.
-----
Η Έμα είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Μια γυναίκα με πληγωμένο κόλπο, μια γυναίκα που είχε μάθει τι γεύση έχει το λάτεξ και τι αίσθηση σου αφήνει μια μεταλλική λεπίδα όταν σου ξυρίζει το κρανίο. Μια γυναίκα που ήξερε καλά πως ένα μοναδικό μοιραίο συμβάν μπορεί να αλλάξει, ακόμα και να σκοτώσει, κάθε σου συναίσθημα.
-----
Οι πιο πολλοί νομίζουν πως ο ύπνος είναι ο μικρός αδελφός του θανάτου· αλλά στην πραγματικότητα είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του. Ο προάγγελος του αιώνιου σκότους δεν είναι ο ύπνος, αλλά η κόπωση. Είναι το βέλος που σαϊτεύει πάνω μας ο μαύρος θεριστής, ένα βέλος που κάθε βράδυ βρίσκει τον στόχο του· και κάθε βράδυ ο ύπνος προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να το ξεριζώσει από μέσα μας. Αλλά, δυστυχώς, το βέλος είναι δηλητηριασμένο, κι όσο κι αν τα όνειρα προσπαθούν να έρθουν σαν νερό να ξεπλύνουν το δηλητήριο, πάντα απομένει μέσα μας ένα υπόλειμμα. Όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο σπάνια σηκωνόμαστε το πρωί νιώθοντας αναζωογονημένοι και ξεκούραστοι. Τα τριχοειδή αγγεία της ύπαρξής μας, σαν λευκό σφουγγάρι, διαποτίζονται λίγο λίγο με μαύρο μελάνι, και το σφουγγάρι σκουραίνει και βαραίνει διαρκώς. Τα όνειρά μας -που κάποτε ήταν γεμάτα χρώματα και χαρούμενες εικόνες- μετατρέπονται σε εφιαλτικούς παραμορφωτικούς καθρέφτες, ώσπου κάποια στιγμή ο ύπνος βγαίνει οριστικά χαμένος στον αγώνα του ενάντια στην κόπωση, και κάποια μέρα γλιστράμε εξουθενωμένοι σ' ένα Τίποτα χωρίς όνειρα.
-----
Οι άνθρωποι χωρίς ψυχικά προβλήματα είναι συχνά καχύποπτοι απέναντι στους ψυχικά ασθενείς. Αναρωτιούνται, φερειπείν, πώς είναι δυνατόν να αυτοκτονεί ένας διάσημος ηθοποιός ή καλλιτέχνης -ο οποίος "τα έχει όλα", δόξα, χρήματα, ένα σωρό "φίλους"- επειδή δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τους δαίμονες που βασανίζουν κυρίως τις πιο ευαίσθητες ψυχές, διαλέγοντας τις πιο ευτυχισμένες στιγμές τους για να τους ψιθυρίσουν στο αφτί πόσο ανεπαρκείς είναι. Οι ψυχικά υγιείς συμβουλεύουν τους καταθλιπτικούς να μην είναι τόσο θλιμμένοι και τους παρανοϊκούς να μη συμπεριφέρονται σαν μωρά και να μην ελέγχουν με το παραμικρό τρίξιμο αν είναι κλειδωμένη η εξώπορτα. Αλλά αυτό είναι σαν να ζητάς από έναν άνθρωπο με σπασμένη κνήμη να τρέξει μαραθώνιο.
-----
Ο φόβος ροκανίζει την ψυχή και κατατρώει τον άνθρωπο από μέσα. Τρέφεται από τον ζωτικό χρόνο των θυμάτων του.
-----
Αχ, μακάρι ο φόβος να ήταν πουκάμισα, να το πετάξω από πάνω μου, σκέφτηκε η Έμα, έκπληκτη που εκεί στον κήπο δεν μπορούσε να μυρίσει τίποτα. Ούτε το χιόνι ούτε το χώμα ούτε τον ίδιο της τον ιδρώτα.


Αυτολύπηση. Αυτοενοχοποίηση. Αυτοκτονία.

Η Έμα γνώριζε καλά αυτό το τραγικό τρίπτυχο και θα έλεγε ψέμματα αν ισχυριζόταν ότι δεν είχε σκεφτεί ποτέ την τρίτη πτυχή του.

Πόσο γελοίο, είπε η λογική της.

Πόσο αναπόφευκτο, είπε εκείνο το ανθρώπινο κομμάτι που ουσιαστικά ορίζει όλες τις αποφάσεις και δεν μπορεί ούτε να ελεγχθεί ούτε να γιατρευτεί, παρά μόνο να πληγωθεί: η ψυχή.

Το πρόβλημα με τις ψυχικές νόσους είναι η αδυναμία αυτοδιάγνωσης. Η προσπάθεια να κατανοήσουμε το μυαλό μας με τον δικό μας εγκέφαλο έχει τις ίδιες προοπτικές επιτυχίας με την προσπάθεια ενός μονόχειρα χειρουργού να ράψει το δικό του χέρι πίσω στη θέση του. Είναι απλώς αδύνατο.
-----
Έπειτα από είκοσι και πλέον συνεδρίες, ο πατέρας της ήταν ευτυχής που η κόρη του είχε απαλλαγεί από τα φαντάσματα του μυαλού της. Η ίδια, όμως, ένιωθε πως είχε χάσει έναν φίλο. Της έλειπε η φωνή του, που της έλεγε αστείες ιστορίες σαν κι αυτή με τον διακόπτη του καιρού, με τον οποίο μπορούσε κανείς να αλλάζει τις εποχές, έτσι ώστε οι πατεράδες που δεν είχαν όρεξη να πάνε την κόρη τους βόλτα στην παιδική χαρά να γυρίζουν τον διακόπτη, και ο ήλιος να γίνεται χιονόνερο.
-----
Τις τελευταίες εβδομάδες είχε μάθει με τον πιο επώδυνο τρόπο πόσο υποφέρουν οι καταθλιπτικοί από την ασθένειά τους, η οποία, στα μάτια των αδαών, φαίνεται απλώς σαν έντονη θλίψη. Στην πραγματικότητα, όμως, οι καταθλιπτικοί είναι χωμένοι σε μια ψυχική τρύπα τόσο βαθιά, που τους είναι αδύνατο να σηκώσουν κεφάλι, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Αυτή είναι και μια από τις εξηγήσεις για τα υψηλά ποσοστά αυτοκτονιών που σημειώνονται όταν οι καταθλιπτικοί παίρνουν για πρώτη φορά φάρμακα που μειώνουν τα συμπτώματα της σωματικής κόπωσης. Τα φάρμακα δεν μπορούν να τους δώσουν ξανά τη θέληση για ζωή, αλλά τους χαρίζουν τη δύναμη να δώσουν επιτέλους ένα τέλος.
-----
Έριξε άλλη μία φευγαλέα ματιά στη λίμνη κι έκλεισε τα μάτια της.

Της ήταν ευκολότερο να μιλάει για τις πιο σκοτεινές ώρες της όταν έκλεινε έξω το φως και τον κόσμο.
-----
Εκδίκηση.

Τίποτα δεν φαντάζει πιο επιτακτικό όταν αισθάνεσαι πως αδικείσαι. Και τίποτα δεν αφήνει πίσω του τέτοιο αίσθημα ενοχής αφότου έχεις ενδώσει σ' αυτό.

Sebastian Fitzek, Το Δέμα, μετάφραση Δέσποινας Κανελλοπούλου, εκδόσεις Διόπτρα, 2018 (πρώτη έκδοση 2016)

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

Υπογραμμίσεις XIX: Δημήτρης Πετσετίδης (III)

Συμπληρώθηκαν πρόσφατα δύο χρόνια από τον θάνατο του Δημήτρη Πετσετίδη, στις 14 Απριλίου 2017.

Το Επί Τέσσερα παραμένει η τελευταία δημοσιευμένη συλλογή διηγημάτων του. Το αγόρασα το βράδυ μετά την κηδεία του, στη Σπάρτη. Είχα βγει μόνος να περπατήσω στην πόλη, ακόμα φορτισμένος από το βαθιά συγκινησιακό κλίμα της τελετής και της ταφής. Ήθελα να πιαστώ από κάτι δικό του, κι έτσι μπήκα στο βιβλιοπωλείο του Σαμπατάκου, όπου είχα πρωτοαγοράσει βιβλία του. Ήταν εξαντλημένο εκεί, αλλά το βρήκα λίγο παρακάτω, στο Δωρικόν, ένα από τα πιο καινούρια βιβλιοπωλεία. Ξεκίνησα να το διαβάζω τότε αλλά δεν κατάφερα να το τελειώσω -το ξανάπιασα πρόσφατα, από την αρχή.

Στην εν λόγω συλλογή κυριαρχεί ο θάνατος και η ενατένισή του. Πάντα υπήρχε το πέρασμα στο επέκεινα στις ιστορίες του Πετσετίδη, όμως έχοντας πλέον την τωρινή προοπτική δεν μπόρεσα να αποφύγω κάποιες σκέψεις περί τραγικής ειρωνείας ή διαίσθησης του συγγραφέα και δασκάλου μου. Κατά τα άλλα, και πάλι στα κείμενά του θα βρει κανείς το κάπως κυνικό χιούμορ, τις λιτές περιγραφές και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ενός σύμπαντος τόσο μακρινού αλλά και τόσο οικείου.

* Διαβάστε κι ένα παλιότερο κείμενο-φόρο τιμής του Δημήτρη Ραυτόπουλου που εντόπισα μόλις.


Στα δικά μας, είδα πώς καταντάει ο άνθρωπος και στους μεν και στους δε. Άμα πιάσει στα χέρια του ένα όπλο γίνεται αγνώριστος, άλλο πράμα.

Φαντάσου, ο Γιάννης ο Χατζηπάκος ήταν παπαδάκι στην εκκλησία. Νήστευε τη Σαρακοστή και μεταλάβαινε. Κι ύστερα, όταν ζώστηκε τα φισεκλίκια και πήρε το όπλο, έγινε εκείνο το θηρίο που σκότωσε τον δάσκαλό του γιατί, λέει, τους είχε κάποτε πει ότι όχι οι βασιλιάδες, αλλά ο Βενιζέλος έκανε μεγάλη την Ελλάδα. Κι όσοι τριγύριζαν έκτοτε στα χωριά της περιοχής μαζί με τον Γιάννη, είχαν μετά να λένε ότι χαιρόταν να βασανίζει και να σκοτώνει. Μια φορά, λένε, έβραζε από τόση μανία να δει αίμα, που άφριζε από το κακό του και ήταν έτοιμος να σκοτώσει τον υπασπιστή του. Είδε εκείνος ένα σκυλί που περνούσε μπροστά τους, "να! Γιάννη, σκότω το σκυλί", του είπε. Το σκότωσε, είδε αίμα να τρέχει και ησύχασε.

Φταίνε κι οι Εγγλέζοι για το κακό που έγινε τότε. Για τα περισσότερα δεινά της χώρας φταίνε και οι ξένοι. Από το Εικοσιένα και δώθε οι ξένοι μάς διαφεντεύουν και μας εκμεταλλεύονται. Εμένα μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. Μέσα στα βιβλία είναι καταγραμμένα όλα τα βάσανά μας. Να μην έρχονται τέτοιες εποχές, δεν αντέχει ο νους του ανθρώπου να θυμάται τέτοιες καταστάσεις.
-----
Έφτασα τα ενενήντα και δεν θυμάμαι να ησυχάσαμε ποτέ σε αυτή τη χώρα. Και τώρα, σε αλλιώτικο πόλεμο μας έβαλαν.
-----
Έκτοτε, ο νέος στρατιώτης, κατά τη διάρκεια της θητείας του, αλλά και αργότερα, εκφραζόταν πάντοτε με συμπάθεια για τους στρατιωτικούς γιατρούς. Ίσως επειδή έκανε τη σύγκριση του στρατιωτικού γιατρού με τους άλλους αξιωματικούς τους οποίους γνώρισε όταν υπηρετούσε, ίσως επειδή καμιά φορά περνούσε από τον νου του η σκέψη ότι ο συνταγματάρχης εκείνος είχε αντιληφθεί το κόλπο με το τρίψιμο του χεριού, αλλά έκανε το κορόιδο. Ίσως ακόμη επειδή, εν αντιθέσει με τους άλλους γαλονάδες που ωρύονταν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της πατρίδος είναι ο ξενοκίνητος κομμουνισμός και οι παραφυάδες αυτού, στο ατομικό του βιβλιάριο μεταβολών και υγείας είχε διαβάσει μια φράση, τυπωμένη με παχιά γράμματα, την οποία, προφανώς, είχε εισηγηθεί κάποιος στρατιωτικός γιατρός:

"Η Ελονοσία είναι ο υπ' αριθμ. 1 εχθρός της Φυλής μας".
-----
Σήμερα ο Σπύρος νοσηλεύεται πάσχων από κακοήθη όγκο στους πνεύμονες και θα ήθελε να έχει ένα μήνυμα από τη μητέρα του, αν αυτή υπάρχει εν ζωή, άλλως, αν έχει πεθάνει, ελπίζει να συναντηθούν στον άλλο κόσμο.
-----
Σε μια εφημερίδα διάβασε την αγγελία του θανάτου του συνταγματάρχη Παύλου Ξυλοκαφτίτη, και αυτό τον έκανε να θυμηθεί το περιστατικό του τραυματισμού της κοπέλας, την προσπάθεια μερικών κρατικών υπαλλήλων να τον αποτρέψουν από το να καταθέσει την αλήθεια, τον φόβο που έκτοτε τον διακατείχε, όταν στον διάδρομο του δικαστηρίου ο απερχόμενος συνταγματάρχης τού έτριξε τα δόντια. Θα ήθελε να μάθει εάν ο τραυματισμός εκείνος κόστισε στη νέα στην υπόλοιπη ζωή της ή μήπως ήταν τυχερή, χωρίς να της αφήσει κανένα κατάλοιπο, και είναι μόνο αυτός που νιώθει εκείνο το φοβερό ρίγος κάθε φορά που έρχεται στον νου του η σκηνή: Ένα νεαρό κορίτσι κατεβαίνει αμέριμνο στο οδόστρωμα της Πατησίων και, ξαφνικά, ένα μαύρο αυτοκίνητο τη χτυπάει και την τινάζει στον αέρα για να πέσει και να χτυπήσει μετά στην άσφαλτο.
-----
Η Χριστίνα, πλέον, δεν αναζητεί κανέναν και δεν περιμένει τίποτε. Κάθε πρωί ξεκινάει για το γραφείο, τώρα γράφει στον υπολογιστή, και τα μεσημέρια κάθεται μαζί με τη θεια-Δήμητρα στο τραπέζι και τρώνε συζητώντας πολλά και διάφορα, από αυτά που συμβαίνουν καθημερινώς, από τη μικρή τους πόλη μέχρι την άλλη άκρη της Γης.
-----
Όταν γεννήθηκα, η μητέρα Φύση δεν στάθηκε ευνοϊκή απέναντί μου, έμεινα ένα αχαμνό και αδύνατο παιδί, και δεν άλλαξα μέχρι που μεγάλωσα. Συνέβη ουκ ολίγες φορές, όταν τύχαινε να λογομαχήσω με κάποιον, να ακούσω την όχι και τόσο τιμητική προσφώνηση μισοριξιά. Αυτό με έκανε να αντιπαθήσω σφόδρα τα μισά και ημίση. Όταν μάλιστα οι γονείς απέκτησαν δεύτερο παιδί, τότε που εγώ ήμουν περίπου πενταετής, και μοιραστήκαμε το δωμάτιο όπου περνούσα τις ώρες μου παίζοντας, και αργότερα μοιραστήκαμε και το κρεβάτι μου, η έννοια αυτής της διχοτόμησης μού προξένησε, όπως σήμερα διαπιστώνω, μεγάλη ψυχική αναστάτωση. Γενικώς, αποστρεφόμουν κάθε τι μισό: τα μισόλογα, τα μεσοβέζικα πράγματα, τα μεσοδιαστήματα, τους εκάστοτε μεσολαβητές, ιδίως όταν επενέβαιναν κάθε φορά που υπήρχε κάποια οικογενειακή διένεξη, και ίσως μόνο τα μισοφόρια, κι αυτά μεταφορικώς, κέρδιζαν τη συμπάθειά μου. Αλλά στα τελευταία δεν στάθηκα τόσο τυχερός, όταν η γυναίκα που ερωτεύτηκα με απέρριψε χαρακτηρίζοντάς με μισή μερίδα.


Δεν είμαι βέβαια η μοναδική περίπτωση που έχανε το προνόμιο να ονομάζεται φοιτητής του πανεπιστημίου, υποθέτω ότι και άλλοι πολλοί θα είχαν κατά καιρούς βρεθεί στην ίδια δυσάρεστη θέση. Εγώ όμως έπρεπε να εγκαταλείψω την Αθήνα, το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας, την παρέα του καφενείου, και να δουλεύω επιστάτης δημοσίων έργων στις δουλειές του πατέρα μου. Είχα πικρή πείρα από αυτήν τη δουλειά, όταν τα καλοκαίρια, μαθητής του γυμνασίου, αντί για διακοπές, είχα υποστεί αυτήν την ταλαιπωρία, να περνάω την ημέρα μου μέσα στην κάψα, σε μακρινούς επαρχιακούς δρόμους, χωρίς ένα κλαράκι να σε προστατεύει από τον ήλιο. Να ανακατεύεσαι με τη σκόνη, με τις πέτρες και τα χώματα, ενώ ο θόρυβος των κομπρεσέρ και οι εκρήξεις των φουρνέλων να σου παίρνουν τ' αφτιά. Βέβαια, ο συγχρωτισμός με τους εργάτες, με τους οποίους συνέτρωγα τα μεσημέρια -ψωμοτύρι, ελιές, και κανένα βραστό αβγό-, δεν ήταν άμοιρος από ενδιαφέρον. Εκεί ακούγονταν ιστορίες για ξωτικά και φαντάσματα, ανέκδοτα με καλόγερους και παπαδιές, σκληρούς φόνους και σφαγές. Και όταν κάποιος άρχιζε να μιλάει περί τα σεξουαλικά, οι κουβέντες έφταναν ακόμη μέχρι κτηνοβασίας περιγραφές.
-----
Ο Ριρής τολμούσε και διάβαζε κάθε μέρα την Αυγή, μια εποχή κατά την οποία, ακόμη και αν κάποιος συγγενής σου ήταν αναγνώστης της, σου έφτιαχναν φάκελο και σένα.
-----
Πέρασαν τα χρόνια και έμεινα να παιδεύομαι στην αφιλόξενη επαρχία και να δέχομαι τις κατραπακιές του κατεστημένου, απόκληρος και μοναχικός. Βλέπεις, η αντιπάθεια που έχω για τις οποιεσδήποτε συνδιαλλαγές με τους φορείς της εξουσίας, με κατέστησαν ένα άτομο χωρίς κανένα μέσον και με πόνους στη μέση. Το πρόβλημα με τη μέση μου ήταν αναμενόμενο χτύπημα, αν αναλογιστεί κανείς την κακή μου σχέση με τα ημίση.
-----
Έμεινα μόνος, μέσα στην υποφωτισμένη εκκλησία. Οι φωνές του παπά και των ψαλτάδων, τώρα, αντιβούιζαν στον άδειο χώρο του κυρίως ναού, και ένιωθα ένα ρίγος να με διαπερνά, κάτι σαν φόβος και ταραχή, καθώς αντίκριζα τις σκυθρωπές εικόνες του τέμπλου, που λες και είχαν αντιληφθεί ότι περίμενα πώς και πώς να τελειώσει η λειτουργία. Είχα την κρυφή ελπίδα μήπως με αναζητήσουν κι εμένα οι δικοί μου της θείας Αγγελικής, και αισθανόμουν ενοχές, γιατί πίστευα ότι ο αυστηρός Παντοκράτωρ που εικονιζόταν στον τρούλο της εκκλησίας διάβαζε τις σκέψεις μου.
-----
Και αν υπάρχουν διάφοροι οι οποίοι με κακολογούν για την, κατά τη γνώμη τους, αδιαφορία μου, άσ' τους αυτούς να λένε. Πού να καταλάβει ο άλλος ότι εγώ ολημερίς κι ολονυχτίς βρίσκομαι μέσα στον μεγάλο μπαξέ μας, με το πηγάδι του, εκεί που δίπλα του φυτρώνει η πασχαλιά, και είναι άνοιξη και ευωδιάζει ο τόπος από τα λουλούδια, και έρχονται η Τούλα με την Άννα, η Βάσω και η Ελένη να κόψουν τα άνθη για τον Επιτάφιο. Και κάτω από τη μεγάλη πορτοκαλιά του αίματος αγκαλιάζω πάλι την Ελένη και της χαϊδεύω το στήθος.
-----
Ο Γιώργης, παλιόφιλος από το δημοτικό, μένουμε στην ίδια πόλη, αλλά όπως έχει καταντήσει η ζωή μας βλεπόμαστε πια μόνο, αν τύχει, σε τελετές, γάμους, βαφτίσια και κηδείες, σκύβει στο αφτί μου και μου λέει ότι ο χάρος κάλεσε τη σειρά μας, ενώ δυο παπάδες διαβάζουν πότε ο ένας και πότε ο άλλος, πίσω από δυο μικρόφωνα, ψαλμούς και τροπάρια που αντιβουίζουν μέσα στον ναό.

"Φίλε, ο χάρος κάλεσε τη σειρά μας!"

Άλλοτε, και μόνο τη λέξη "χάρος" αν άκουγα, μια άγρια ανατριχίλα διέτρεχε τη ραχοκοκαλιά μου, τώρα πια το έχω πάρει απόφαση· κάλεσε τη σειρά μας. Είδαν τα μάτια μας τον Κόσμο, κάτι ήταν και αυτό, μια παρένθεση από το τίποτε στο τίποτε είμαστε.
-----
 Βλέπω το κεφάλι του Αντώνη μέσα στο φέρετρο, μοιάζει αλλιώτικος. Προσπαθώ να βρω κάτι επάνω του που να μου θυμίζει τον φίλο μας. Τίποτε. Τον κατάφαγε η κακιά αρρώστια, φεύγει σαν άλλος.
-----
Κάτι άγριες χειμωνιάτικες ώρες, όταν τύχει ο αέρας να λυσσομανάει, τα δέντρα να λυγίζουν και τα κλαδιά τους να ξεμασχαλίζονται, τότε που ο ουρανός ανοίγει τους καταρράχτες του και οι δρόμοι γίνονται ποτάμια μαύρα και ορμητικά, όταν κατεβάζουν τα λαγκάδια, και άνθρωποι και ζώα κρύβονται στους κοιτώνες τους, ξέρω πού θα βρω την Πολυτίμη, κορίτσι είκοσι χρόνων. Κάθεται μαζεμένη κάτω από την καμάρα του γεφυριού, επάνω σε ένα μεγάλο κοτρόνι που δεν το φτάνει το νερό της βουερής κατεβασιάς, και με καλεί κάνοντας νόημα με το χέρι της να σταθώ στην απέναντι όχθη. Ανάμεσά μας κυλάει ορμητικό τα λασπωμένα νερά του το ποτάμι και δεν ξεχωρίζω καθαρά όσα μου λέει φωναχτά, η βουή του αγριεμένου νερού είναι μεγάλη, μου βουλώνει τα αφτιά.
-----
Θυμάμαι τους απόντες. Δεν τους κλαίω, αλλά ούτε πιστεύω ότι όταν τους φέρνω στη μνήμη μου με αυτόν τον τρόπο ξαναζούν, αστείες υποθέσεις. Η θύμησή τους είναι συντροφιά παρηγορητική, που με φέρνει μακριά σε εκείνα τα χρόνια. Όσο θα ζήσω ακόμη. Ύστερα θα χαθούμε μαζί για πάντα, όταν το "για πάντα" δεν θα έχει νόημα πλέον, στην αντίπερα όχθη.
-----
Ύστερα βρέθηκα να σε ψάχνω σε κάτι στενά σοκάκια, σαν να βρισκόμουν στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης. Ήταν κάτι χαμοκέλες και δρόμοι λασπωμένοι, σκοτεινά σπίτια κι ούτε μια χαραμάδα από φως, μόνο κάτι λυγμοί σαν του έρωτα και αναστενάγματα και ήθελα να φωνάξω δυνατά το όνομά σου, Τούλα, πού είσαι, αλλά ντρεπόμουν και περπατούσα γύρω γύρω σε μια λασπωμένη πλατεία, τα μάτια μου είχαν βουρκώσει, και μέσα μου βούρκος απέραντος, όλοι απερχόμαστε, ερχόμαστε κι απερχόμαστε, το ξέρω ότι είμαι μικρός, αλλά είναι κανείς όσο νιώθει.
-----
Άσε με να θυμάμαι ότι μ' αυτά και μ' αυτά κύλησε το ποτάμι. Τώρα, που γνωρίζω καλώς ότι η ψυχή γράφεται στις πράξεις.

Δημήτρης Πετσετίδης, Επί Τέσσερα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον Της Εστίας, 2014

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Πράγματα που μαθαίνω στο σχολείο II

Αν έχεις ξεχάσει τα πράγματα που σε έκαναν να σιχαίνεσαι το σχολείο τότε που ήσουν μαθητής, πιθανότατα είσαι ένα από αυτά που το κάνουν σιχαμερό τώρα που είσαι εκπαιδευτικός.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Διάλογος με την κόρη μου XLIV

Πριν λίγο, καθώς επιστρέφαμε με τη Φάτσα από την πρωινή βόλτα στο δάσος:
- Δεν μπορείς να πάρεις μετάθεση στην Αθήνα;
- Προσπαθώ αλλά δεν είναι εύκολο...
- Θα πάρω τηλέφωνο στο σχολείο σου και θα τους πω ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους.
- Δεν εξαρτάται από αυτούς, δυστυχώς.
- Από ποιους εξαρτάται;
- Από το Υπουργείο Παιδείας.
- Θα πάρω ένα βιβλίο και θα τους το πετάξω στα μούτρα! Ή ένα αβγό, ή μια ντομάτα. Και θα τους πω: "Ο μπαμπάς μου είναι ο καλύτερος και δικαιούται να πάρει μετάθεση όπου θέλει".

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες