Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φοίβος Δεληβοριάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φοίβος Δεληβοριάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Κατάφαση καρδιάς: Ο Φοίβος Δεληβοριάς στο Κύτταρο

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μακρής

Μπαίνοντας στον καθησυχαστικά απαράλλαχτο χώρο του Κυττάρου, βράδυ Σαββάτου, βρίσκεις αρκετό κόσμο να έχει ήδη γεμίσει τα περισσότερα τραπέζια. Στον χώρο των ορθίων, κάποιοι αναζητούν την καλύτερη γωνιά για να σταθούν, άλλοι περιμένουν να αφήσουν το παλτό τους στην υποδοχή, κι άλλοι κουβεντιάζουν ήδη με την παρέα που είχαν δώσει ραντεβού, με το πρώτο ποτό της βραδιάς στο χέρι.

Κοιτώντας προς τη μεριά της ακόμα άδειας από ανθρώπινη παρουσία σκηνής, έρχεσαι αντιμέτωπος με μία οπτική ρετροσπεκτίβα στη μέχρι τούδε δισκογραφική πορεία του Φοίβου Δεληβοριά: επί της μεγάλης τετράγωνης επιφάνειας στο πίσω μέρος παρελαύνουν τα εξώφυλλα των άλμπουμ, σελίδες από τα ένθετα, φωτογραφίες και στίχοι. Μέχρι και τη σχεδόν ξεχασμένη πια ταινία γνησιότητας πήρε κάπου το μάτι μου -ξέρετε, εκείνη που αν επιχειρούσες να την αφαιρέσεις από το CD, άφηνε διά παντός το αποτύπωμά της επάνω του.

Σε αντίστοιχα ανεξίτηλα αποτυπώματα επιχειρεί να αναφερθεί και με το περιεχόμενο των φετινών παραστάσεών του ο Δεληβοριάς, ανατρέχοντας, με χρονολογική σειρά, στα οχτώ προσωπικά άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Αν και οι στάμπες που τον ενδιαφέρουν δεν είναι χειροπιαστές: αφορούν στη δική του σχέση με τα τραγούδια όπως αυτά ηχογραφήθηκαν σε κάθε εποχή, αλλά και στη σύνδεση με τους ακροατές του μέσω αυτών.
Η έναρξη έρχεται λίγο μετά τις 22:30: τα φώτα χαμηλώνουν, οι μουσικοί ανεβαίνουν στη σκηνή, και οι πρώτοι ήχοι που ακούγονται συνθέτουν ένα κάπως χαοτικό κολάζ θραυσμάτων από τους δίσκους. Ο πρωταγωνιστής βγαίνει τελευταίος, κάθεται στο σκαμπό του, και πιάνει την κιθάρα, για να ξεπηδήσει μέσα από το χάος η τάξη: "Απόψε φεύγει απ’ την Αθήνα το κορίτσι που αγαπώ..." Είναι η μόνη παρασπονδία στη χρονολογική ροή της παράστασης, κι ένας συγκινητικός φόρος τιμής στον άνθρωπο -κάποιον Μάνο Χατζιδάκι...- που έδωσε στον Δεληβοριά το διαβατήριο για τη δισκογραφία, στην τρυφερή ηλικία των 16 ετών.

Το κοινό δεν αργεί να ζεσταθεί. Μπορεί τα τραγούδια από την Παρέλαση να τα ξέρουν καλά λίγοι, όμως το "να να να..." ρεφρέν του "Με Φλάουτα Και Κιθάρες" διευκολύνει ένα πρώτο, δειλό έστω, τραγούδισμα εν χορώ. Λίγο μετά, με το που ξεκινά "Η Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα", οι ευοίωνες προοπτικές της βραδιάς γίνονται πασιφανείς• και δεν διαψεύδονται ποτέ στη συνέχεια.

Ο Δεληβοριάς είναι σε μεγάλη φόρμα. Πότε καθισμένος, πότε όρθιος, με την κιθάρα ή χωρίς, ερμηνεύει άψογα και με καρδιά. Είναι προφανές ότι στη σκηνή του Κυττάρου νιώθει σαν στο σπίτι του, και γρήγορα μετατρέπεται σε κουλ οικοδεσπότη, που αποπνέει καλοσύνη και σιγουριά. Κάποιες φορές εντοπίζει ανάμεσα στο κοινό φίλους του, και τους απευθύνεται με το όνομά τους• άλλες πάλι εγκαταλείπει το κέντρο της σκηνής για να πλησιάσει στα άκρα, και να τραγουδήσει απευθυνόμενους στους «αδικημένους» που βρίσκονται εκεί.

Σε φόρμα, όμως, είναι και η ομάδα που χρόνια τώρα τον πλαισιώνει -και την οποία εκείνος δεν αμελεί ποτέ να εκθειάσει. Ο Κωστής Χριστοδούλου (πλήκτρα), ο Σωτήρης Ντούβας (τύμπανα), ο Yoel Soto Gonzalez (μπάσο), ο Κώστας Παντέλης (κιθάρα) και ο Χρήστος Λαϊνάς (πλήκτρα, λάπτοπ, κιθάρα, κρουστά, μπουζούκι, φωνή), αριστοτέχνες όλοι τους, στήνουν έναν ήχο ανάγλυφο, βοηθούμενοι και από τον επίσης παλιό συνεργάτη, έμπειρο ηχολήπτη και παραγωγό, Γιάννη Πετρόλια.
Η προσέγγιση σε ό,τι αφορά τις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών είναι η αληθινή έκπληξη της παράστασης. Κι αυτό γιατί έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη "γραμμή Dylan" που ακολουθούσε μέχρι πρότινος, και για πολύ παραπάνω από μία δεκαετία, ο Δεληβοριάς. Τότε προτεραιότητα είχαν η λαχτάρα για το άγνωστο, το πείραμα και το παιχνίδι, με τους μουσικούς να έχουν το πάνω χέρι, και τα τραγούδια να προσαρμόζονται στις εκάστοτε διαθέσεις τους, καταλήγοντας συχνά αγνώριστα. Είχε ομολογουμένως πολύ ενδιαφέρον εκείνη η αρτίστικη διάθεση, που υπέσκαπτε και την κάπως θρησκόληπτη αντίληψη ότι οι στουντιακές ηχογραφήσεις είναι κάτι σαν τις πλάκες που κατέβασε ο Μωυσής από το Όρος Σινά.

Όμως έρχεται κάποτε η στιγμή που λες "νισάφι"· που θες να ξαναφωνάξεις δυνατά τους στίχους από τα αγαπημένα σου τραγούδια, με τις μελωδίες και τους ρυθμούς που ήξερες. Ο Δεληβοριάς, λοιπόν, μάς κάνει φέτος αυτή τη χάρη: τα τραγούδια αποκτούν ξανά τη μορφή με την οποία τα πρωτογνωρίσαμε, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί εντελώς η συμβολή της φαντασίας των μουσικών· η λέξει-κλειδί τώρα είναι "ισορροπία". Η ατακαριστή γκρούβα του "Το ‘πα - Το ‘κανα", το ζωηρό παιχνίδισμα του "Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι", το παιδικό πιάνο στο "Καταφύγιο", κι ένα σωρό άλλες ηχητικές λεπτομέρειες από τους δίσκους, μετατρέπουν τη συναυλία σε πάρτι της μνήμης: μάς εκτοξεύουν πίσω, στις στιγμές εκείνες που σφυρηλάτησαν τη σχέση μας μαζί τους, και με τον δημιουργό τους.

Δεν πέφτουν, πάντως, όλοι αμαχητί στο δίχτυ που τόσο επιτήδεια έχουν υφάνει ο Δεληβοριάς και οι φίλοι του. Απέναντι ακριβώς από εκεί που κάθομαι στέκει ένα νεαρό κορίτσι, παρακολουθώντας με την παρέα της τη συναυλία, με μια απάθεια που μου κάνει εντύπωση. Μέχρι το διάλειμμα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, δεν έχει τραγουδήσει έστω δυο λέξεις, δεν έχει κουνηθεί με τον ρυθμό... Κοιτάζει απλώς προς τη σκηνή, με μια στωικότητα, με κάτι σαν υπομειδίαμα στην έκφραση του προσώπου της -σαν να απορεί προς τι όλος αυτός ο σαματάς. Είναι προφανέστατα η πιο δύσκολη ακροάτρια απόψε. Αλλά λίγο πριν το τέλος έχει κι εκείνη παραδοθεί στο ευφορικό κλίμα που τυλίγει ολόκληρη την αίθουσα.

Να έχει συμβάλει άραγε στην παράδοσή της το encore της βραδιάς, όπου ο Δεληβοριάς επιλέγει να πει, μόνος με την κιθάρα του, τις -κατά δήλωσή του- τρεις μεγαλύτερες επιτυχίες του; Ίσως... Πρόκειται, βέβαια, για "Το Ελεφαντάκι" του Γιώργου Χατζηπιερή ("γονείς με σταματάνε στον δρόμο και μου λένε "όχι άλλο "Ελεφαντάκι", ρε πούστη""), για το "Όταν Σου Χορεύω", που ο τραγουδοποιός έγραψε για τη Ρένα Μόρφη, και για το "Ο Κόσμος Σου", που πρωτοακούσαμε από τη Νεφέλη Φασούλη. Δεν ξέρω για τα άλλα δύο, πάντως το τελευταίο είναι ένα τραγούδι που θα άκουγα ευχαρίστως στο κλείσιμο κάθε συναυλίας -του Δεληβοριά, ή όποιου άλλου.

Όταν η μουσική σταματά, θέλεις κι άλλο. Ναι, παίχτηκαν 38 τραγούδια, αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα, από τα αγαπημένα, που δεν χώρεσαν. Κι ας ακούστηκαν τόσες ιστορίες, γνωστές ή άγνωστες, κι ας γέλασες τρανταχτά με τον τρόπο που τις αφηγήθηκε ο πρωταγωνιστής, κι ας κύλησαν τρεις ώρες και βάλε· δεν θα πείραζε αν ήταν άλλες τόσες.

Η φετινή σειρά εμφανίσεων του δημοφιλούς καλλιτέχνη μπορεί να ιδωθεί ως μία από καρδιάς κατάφαση στο δισκογραφημένο παρελθόν του. Στο παρελθόν του οποίου πολλές πλευρές ο ίδιος στηλίτευσε κατά καιρούς δημοσίως· και καλώς έκανε, αν έτσι ένιωσε τότε. Ίσως ο χρόνος, που όλα τα λειαίνει, να άφησε να κατασταλλάξουν αλλιώς τα πράγματα μέσα του. Στο κάτω κάτω, τα τραγούδια του Δεληβοριά δεν είναι πια ακριβώς δικά του· είμαστε κι εμείς εδώ, μίστερ. Κι αν τελικά οι βραδιές του Κυττάρου δεν μαρτυρούν απαραίτητα την πλήρη αποδοχή από μέρους του της όλης ιστορίας, σίγουρα αποτελούν ένα μεγάλο «ναι» στη δική μας θέληση να την ξαναδούμε να ξετυλίγεται εμπρός μας· είτε όντως τη ζήσαμε τότε μαζί του, είτε απλώς θα θέλαμε να ‘μασταν εκεί.
Setlist:
1. Ο Ταχυδρόμος
2. Με Φλάουτα Και Κιθάρες
3. Η Επέτειος
4. Ερωτικό Για Δυο Αγγέλους
5. Η Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα
6. Το ‘πα - Το ‘κανα
7. Πατήρ Φοίβος Ολομόναχος
8. Αφού Δε Μ’ Αγαπάς...
9. Η Κική Κάθε Βράδυ
10. Εκείνη
11. Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι
12. Χάλια
13. Φώτης (Ένα Τραγούδι Για Τον Πατέρα Μου)
14. Θέλω Να Σε Ξεπεράσω
15. Δεν Ξέρω Τι Είναι
16. Αυτή Που Περνάει
17. Ο Καθρέφτης
18. Η Υβρεοπομπή
19. Η Όμορφη Πόρτα
Διάλειμμα
20. Η Πέρα Χώρα
21. Αδιάκοπα
22. Το Καλοκαίρι Θα ‘ρθει
23. Bolero
24. Θα ‘θελα Να ‘μουνα Εκεί
25. Χωρίς
26. Το Καταφύγιο
27. Ερημιά Στην Καλλιθέα
28. Ο Μπάσταρδος Γιος
29. Ο Ξένος
30. Κουνελάκι
31. Μόνο Ψέματα
32. Κάποια Παιδάκια
33. Ο Λωτοφάγος
34. Άγρια Ορχιδέα
35. Μπαλάντα
Encore
36. Το Ελεφαντάκι
37. Όταν Σου Χορεύω
38. Ο Κόσμος Σου

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Άνθρωποι, όχι ίσκιοι: Ο Φοίβος Δεληβοριάς στο Θέατρο Βράχων

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μακρής

Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Φοίβο Δεληβοριά από κοντά -ο ίδιος αποκλείεται να το θυμάται- ήταν τον Ιούνιο του 2007, μετά τη μεγάλη –για τα τότε δεδομένα του- αθηναϊκή του συναυλία στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα. Με τον φίλο μου τον Γιάννη περιμέναμε υπομονετικά στην ουρά για να μπούμε στο καμαρίνι του, ανταλλάξαμε δυο-τρεις μάλλον τυπικές κουβέντες με τον καλλιτέχνη, και μάς υπόγραψε ό,τι κρατάγαμε.

Την περασμένη Δευτέρα, 16 (και κάτι) χρόνια μετά, βρέθηκα πάλι μπροστά του, στο ίδιο θέατρο, στο ίδιο καμαρίνι. Τούτη τη φορά δεν χρειαζόταν να βιαστώ (η συναυλία θα ξεκινούσε σε καμιά ώρα), κι έτσι είπα να του πιάσω κουβέντα, ρωτώντας τον αν έχει άγχος πριν από τα live. Μου απάντησε ότι ναι, έχει· κυρίως όταν έχει περάσει καιρός από τo προηγούμενo, αλλά και σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, όπου τα μεγέθη είναι μεγάλα, και τα βλέμματα επάνω του χιλιάδες. Τη νευρικότητά του ενέτεινε και το γεγονός ότι βρισκόταν εκεί και το κινηματογραφικό συνεργείο του Αριστοτέλη Παπακωνσταντίνου, με σκοπό να απαθανατίσει τη βραδιά -με 11 κάμερες, παρακαλώ.
Το άγχος αυτό, πάντως, έγινε εμφανές μόνο σε ένα λαχάνιασμά του, την ώρα που έλεγε το πρώτο τραγούδι, το “Γκόσπελ”. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι αμελητέο το ρίσκο να ανοίγεις τη μεγάλη σου εμφάνιση με ένα κομμάτι που δεν έχει κυκλοφορήσει επισήμως. Το πράγμα, μάλιστα, έγινε ακόμα πιο... risky, όταν ο Δεληβοριάς αποφάσισε να το ακολουθήσει με ένα πολιτικά φορτισμένο λογύδριο: «Να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ίσκιοι, ότι είμαστε άνθρωποι» ήταν μια από τις φράσεις που χρησιμοποίησε, καθώς αναφερόταν στο κάλεσμα που έκανε τις προηγούμενες ημέρες για συγκέντρωση ειδών πρώτης ανάγκης για τους πληγέντες από τις καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία. Η ανταπόκριση των προσερχομένων υπήρξε συγκινητική και δικαίωσε την επιλογή του να μην αναβάλει τη συναυλία.

Η βραδιά έμελλε να περιλάβει μερικές ακόμα ιδιαίτερα αιχμηρές επιθέσεις του Δεληβοριά: στους εξουσιαστές (μας), στους δημοσιογράφους, στους δημοσιολογούντες που επιλέγουν να επιτεθούν στον αδύναμο ή στον ξένο, και όχι στους ισχυρούς. Την ίδια ώρα, λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα, στην Τεχνόπολη, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης έκανε κάτι αντίστοιχο στη δική του εμφάνιση, συμβάλλοντας στην άτυπη ομοβροντία εναντίον των κακώς κειμένων. Φυσικά, τα λογύδρια του Δεληβοριά δεν περιορίστηκαν στην πολιτικοκοινωνική μαύρη επικαιρότητα, αλλά είχαν και ποικίλες άλλες υφές, από ιστορίες για τα τραγούδια του μέχρι σχόλια για τις ερωτικές σχέσεις και αυθόρμητα γκάλοπ διά βοής, όλα διανθισμένα με γενναίες δόσεις του απολαυστικού χιούμορ του.
Με αυτά και μ’ εκείνα, η ροή της βραδιάς εξελίχθηκε μέσα σε μια σχεδόν πηχτή ένταση, σε μια αδιάκοπη πάλη για την έκβαση της κάθε στιγμής. Ή έτσι, τέλος πάντων, το εισέπραξα εγώ. Γιατί οφείλω να ομολογήσω ότι το πλήθος γύρω μου έμοιαζε να το ζει εντελώς αλλιώς. Αλλά πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Ήμουν ένας σαρανταπεντάρης ανάμεσα σε (πολύ) νεότερά μου άτομα, και το βλέμμα μου, παρότι έψαχνε απεγνωσμένα όλο το βράδυ να συναντήσει εκείνο κάποιου συνομηλίκου, δεν τα κατάφερε τελικά: ζευγάρια στα είκοσι και στα τριάντα, παρέες φοιτητών, νέες μαμάδες με τις δωδεκάχρονες κόρες τους, ως εκεί που έφτανε το μάτι... Ακόμα και όταν επιχείρησα, προς το τέλος, να διασχίσω το πυκνό πλήθος, όλο νεαρόκοσμο διέκοπτα -από τον χορό, από τις αγκαλιές και τα φιλιά ή το λογής λογής πιώμα...

Είχα χρόνια να δω τον Δεληβοριά σε live, και η προηγούμενη φορά, το 2019, ήταν σε πολύ πιο ελεγχόμενες συνθήκες -για τη Σπάρτη μιλάμε άλλωστε... Έτσι ομολογώ ότι σοκαρίστηκα όταν, με το που ήχησε “Ο Μπάσταρδος Γιος”, το πλήθος εκστασιάστηκε κι άρχισε να τραγουδά δυνατά όλους τους στίχους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με άλλα τραγούδια: με το “Μόνο Ψέματα”, που στη ζωντανή εκδοχή του διατήρησε σχεδόν ανέπαφη τη σπαραξικάρδια αστική μελαγχολία του, με το “Χάλια”, που πια ανήκει στον Δεληβοριά τόσο όσο ανήκει και στον Waits, με τον “Καθρέφτη”, που παραμένει τραγουδάρα, παρά τα όσα θέλουν να πιστεύουν διάφοροι όψιμοι επικριτές χωρίς αιτία. Αυτό το πέρασμα του Δεληβοριά σε ανθρώπους είκοσι και τριάντα χρόνια νεότερούς του είναι κάτι που αξίζει να μελετηθεί, κι ας το έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες, αλίμονο.
Πάντως, αν είναι να δοθεί μια εξήγηση για το γεγονός, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ότι η δημοφιλία του Δεληβοριά έχει απογειωθεί, την ίδια στιγμή που εκείνος επιμένει εδώ και πάνω από μια δεκαετία πια να ασελγεί βάναυσα, να ξεγυμνώνει και να μαστιγώνει δημοσίως, τα παλιά -και πλέον αγαπημένα στο πυρηνικό κοινό του- τραγούδια του. Είναι κάτι που πια δεν εκπλήσσει, που το κοινό το έχει αποδεχτεί και το αναμένει -πράγμα που εκτός των άλλων αποδεικνύει ότι ο καλλιτέχνης μπορεί, αν το θέλει, να εκπαιδεύσει καταλλήλως το κοινό του. Τώρα, το ότι όλη αυτή η... βαναυσότητα περνάει από τα χέρια της ικανότατης μπάντας του (Κωστής Χριστοδούλου, Κώστας Παντέλης, Yoel Soto, Χρήστος Λαϊνάς, Σωτήρης Ντούβας) δεν είμαι σίγουρος αν την κάνει πιο ευκολοχώνευτη ή πιο συντριπτική...

Πολλές ακόμα στιγμές αξίζει να κρατήσει κανείς από εκείνη τη βραδιά. Κάμποσες από αυτές εμπλέκουν τη Νεφέλη Φασούλη, που βγήκε στη σκηνή κάπου στο μέσο, είπε τρία τραγούδια από το ντεμπούτο της (Ο Κόσμος Σου, 2021), κι έπειτα έμεινε για να προσθέσει τη φωνή της στο ηχητικό τείχος της μπάντας. Η Φασούλη είναι παρουσία εντυπωσιακή, από κάθε άποψη, και νομίζω ότι, παρά την κριτική που της έχει ασκηθεί (όχι πάντα αδίκως) και παρά το ότι η δυσυπόστατη φύση της δεν βοηθά τις εξελίξεις να τρέξουν με μεγάλη ταχύτητα υπέρ της, θα βρει τελικά έναν δικό της δρόμο στο ελληνικό τραγούδι των επόμενων χρόνων. Άλλη στιγμή με συγκίνηση ήταν όταν, στο “Και Του Χρόνου”, ο Δεληβοριάς κάλεσε επί σκηνής τους συνεργάτες του από τα τηλεοπτικά Νούμερα (αναμένονται ανακοινώσεις για την τύχη της σειράς), αλλά και όταν έδωσε βήμα στον ταλαντούχο Pablo Soto, γιο του Yoel, να βγει για πρώτη φορά σε μεγάλη σκηνή. Ο μικρός φάνηκε να το διαχειρίζεται μια χαρά, και μάλιστα τόλμησε να παίξει ένα δικό του τραγούδι που αφορούσε σε όλα εκείνα που τον ενοχλούν κατά τη μετακίνησή του με τα αστικά λεωφορεία.

Σε εκείνο το σημείο η συναυλία βρισκόταν προς το τέλος της, κι ο Δεληβοριάς αναφέρθηκε στο γεγονός ότι οσονούπω κλείνει τα 50 του χρόνια. Είναι αυτό ένα συνήθως δυσάρεστο ορόσημο στη ζωή του καθενός, μα ο τραγουδοποιός φαίνεται να το έχει πάρει ψύχραιμα: διέκρινα στο βλέμμα του μια ζεστασιά και μια αποδοχή, καθώς συνόδευε, αμέσως μετά, τη Φασούλη στο υπέροχο “Ο Κόσμος Σου”. Κι έπειτα έκλεισε με τη “Μπαλάντα”, κάνοντας μια αναφορά στους τροβαδούρους του παρελθόντος, αλλά και σε εκείνους που θα ακολουθήσουν. Όταν οι στίχοι τελείωσαν, αποχαιρέτισε τους φίλους του και άφησε τους μουσικούς του να επιδοθούν σε έναν τελευταίο γύρο ξεσαλώματος: η μπλε-άσπρη Fender Squire του Λαϊνά πέρασε τα πάνδεινα, τόσο στα χέρια του όσο και συγκρουόμενη με διάφορες σκληρές επιφάνειες. Τα ουρλιαχτά της ακόμα ηχούν στα αφτιά μου...

Πίσω στα καμαρίνια, και πάλι ο τραγουδοποιός υποδέχεται τους φίλους του, γνωστούς και αγνώστους, που κι αυτοί υπομονετικά περιμένουν· για μια φωτογραφία, ένα αυτόγραφο, μια αγκαλιά. Παρότι έχει πίσω του σχεδόν τρεις ώρες επί σκηνής (και ποιος ξέρει πόσες ακόμα για soundcheck και λοιπές ετοιμασίες), φοράει το καλύτερο χαμόγελό του, το πιο ζεστό βλέμμα του. Λίγο αργότερα, η Βάσω Καβαλιεράτου μού μιλάει για το πόσο εισπράττει και η ίδια το άγχος του συντρόφου της, καθώς οι μέρες για τη συναυλία λιγοστεύουν. «Το διαπιστώνω όταν τελειώνει, πόσο σφιγμένη είμαι στη διάρκειά της». Μου διηγείται και διάφορα ξεκαρδιστικά που λέει ο Φοίβος, που πότε φοβάται ότι θα τα κάνει θάλασσα, και πότε ότι θα βγει στη σκηνή και το θέατρο θα είναι άδειο.

Φορώντας ένα πάσο Access All Areas (μου το παραχώρησε η αξιαγάπητη Ιόλη Δεληβοριά, που όλοι την ξέρουν κι έτσι δεν της χρειαζόταν) είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω και να γυροφέρω, να βρεθώ καταμεσής του πλήθους αλλά και backstage. Πολλά είδα και άκουσα, πολλά έμαθα -μεταξύ αυτών και ότι αν έχεις το εν λόγω καρτελάκι περασμένο στον λαιμό όλοι θα νιώσουν ότι οπωσδήποτε ξέρεις κατά πού πέφτουν οι τουαλέτες...
Κάπου, κάποτε, αξίζει, θαρρώ, να καταγραφούν περισσότερα, από τη συγκεκριμένη βραδιά κι από άλλες. Ο Φοίβος Δεληβοριάς, άλλωστε, άσχετα αν μέσα από τα έργα του διαγράφεται ως κανονικός άνθρωπος κι όχι ως ακαθόριστος ίσκιος, είναι μια προσωπικότητα που αξίζει να «σκαλίσει» κανείς περαιτέρω. Ελπίζοντας ότι κάτι θα αποκαλύψει από την αύρα εκείνη που διαπνέει μερικά από τα πιο ξύπνια και περπατημένα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα.

Setlist:
1. Γκόσπελ
2. Απόψε Είμαι Κοντά Σου
3. Ο Μπάσταρδος Γιος
4. Μόνο Ψέματα
5. Κάποια Παιδάκια
7. Ελεφαντάκι/Κροκοδειλάκι
8. Ο Λωτοφάγος
9. Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι
10. Χάλια
11. Bolero
12. Ο Ξένος
13. Βόλτα
14. Για Ένα Καλοκαίρι
15. Στην Αχερουσία
16. Το Περίπτερο
17. Η Υβρεοπομπή
18. Άγρια Ορχιδέα
19. Ελένη Τοπαλούδη
20. Ο Καθρέφτης
21. Και Του Χρόνου
22. Αυτή Που Περνάει
23. Θέλω Να Σε Ξεπεράσω
24. Εκείνη
Encore
25. Λεωφορείο
26. Ο Κόσμος Σου
27. Η Κική Κάθε Βράδυ
28. Μπαλάντα

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

Μουσική ανασκόπηση του 2022

Η τελευταία μουσική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο παρόν μπλογκ είναι εκείνη για το έτος 2019. Το 2020 ήταν ούτως ή άλλως περίεργη χρονιά (βλ. COVID-19), και είχε το επιπλέον μείον της αποχώρησής μου, μαζί με άλλους, από το Avopolis Music Network, το site όπου κατέθεσα πολλή δουλειά επί πολλά χρόνια. Το 2021, πάλι, ενώ συμμετείχα στις ψηφοφορίες των ιστοσελίδων που με φιλοξενούσαν (Mix Grill, MiC Music Portal), κι ενώ σχεδίαζα να γράψω κάτι κι εδώ, τελικά δεν το έκανα. Βρισκόμουν, βλέπετε, ήδη από καιρό σε μια εσωτερική πάλη -που συνεχίζεται-, για το αν -και για λογαριασμό ποιων- αξίζει να συνεχίσω να γράφω για μουσική.

Εκείνο που οπωσδήποτε ισχύει για μένα τα τελευταία χρόνια είναι η απόφαση να ρίξω το βάρος της όποιας προσπάθειάς μου στην εγχώρια παραγωγή. Για τους καλλιτέχνες της αλλοδαπής υπάρχει ένα δυνητικό κοινό εκατοντάδων εκατομμυρίων ακροατών, και το ανάλογο δημοσιογραφικό δυναμικό, για να αποτιμήσει τα επιτεύγματά τους. Για τους Έλληνες δημιουργούς, αντίθετα, υπάρχει έλλειμμα δημοσιογραφικής και κριτικής κάλυψης. Αυτά, όμως, δεν σημαίνουν πως αγνοώ τις διεθνείς εξελίξεις, αφού εξακολουθώ να ξεφυλλίζω πολλά ξένα περιοδικά, σε μηνιαία βάση, και να ακούω ό,τι με ενδιαφέρει.

Η παρούσα ανασκόπηση, λοιπόν, αφορά μόνο στην ελληνική δισκογραφική παραγωγή -στην ευρύτερη έννοιά της, και στο μέτρο που κατάφερα να την παρακολουθήσω. Αλλά όχι μόνο, όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω.

Οι δίσκοι και τα τραγούδια -οι καλλιτέχνες

Το 2022 ήταν, νομίζω, μια χρονιά με πλούσια σοδειά, ποσοτικά και ποιοτικά. Μπορεί οι αριθμοί των χειροπιαστών εκδόσεων να λένε άλλα, όμως στο ψηφιακό πεδίο, όπου παίζεται πραγματικά πια το παιχνίδι, υπάρχει μια άγρια και αχαρτογράφητη δημιουργικότητα, η οποία είναι δύσκολο να τακτοποιηθεί προκειμένου να μελετηθεί. Όλο αυτό, σε συνδυασμό με την ουσιαστική δημοσιογραφική δουλειά, που ακολουθεί την αντίθετη, τη φθίνουσα καμπύλη, δημιουργεί ένα φαινομενικό χάος, μια θολή εικόνα. Σε τι αξίζει να σταθεί κανείς, και τι να προσπεράσει; Κάποτε ήταν κυρίως τα χρήματα που έπρεπε να λογαριάσεις, αν ήθελες να παρακολουθήσεις τη μουσική παραγωγή· τώρα ο κρίσιμος παράγοντας είναι ο χρόνος. Ο ρόλος των κριτικών φωνών παραμένει κρίσιμος.

Από τις συνολικά 104 κυκλοφορίες που είχα στη λίστα μου, ξεχωρίζω δύο ως δίσκους της χρονιάς: ANIME του Φοίβου Δεληβοριά, Pillow Shifter της Demetria. Για τον πρώτο γράφτηκαν πάρα πολλά, για τον δεύτερο όχι όσα θα έπρεπε. Βάζοντάς τους δίπλα δίπλα, πολλές ομοιότητες και πολλές διαφορές μπορεί να εντοπίσει κανείς. Ξεκινώντας από τα εξώφυλλα, που μοιάζουν σε ύποπτα μεγάλο βαθμό, και περνώντας στις παραδοσιακές αξίες του τραγουδιού, στις οποίες υπακούν και οι δύο, μπορούμε ακόμα να βρούμε αντιστίξεις, όχι μόνο στα φύλα και τις ηλικίες των δημιουργών (49/22), αλλά και στη γλώσσα που χρησιμοποιούν (ελληνικά/αγγλικά), στην ποσότητα δημιουργικής τρέλας που εντοπίζεται εντός των πονημάτων τους (λελογισμένη/μπόλικη), στον αριθμό συνεργατών (κάμποσοι/σχεδόν κανένας)...

Το ANIME είναι ένας δίσκος μπετόν-αρμέ: στιβαρή τραγουδοποιία, απλή, μελωδική, ρέουσα, χωρίς κανένα άγχος για εντυπωσιασμούς, χωρίς τουπέ, απολύτως προσγειωμένη στις ανάγκες του καλλιτέχνη και του κοινού. Είναι υποτιμημένη αυτή η ικανότητα για έναν δημιουργό: να μπορεί να αφουγκραστεί αυτό που συμβαίνει γύρω του, αυτό που συζητιέται, αλλά και αυτό που υφέρπει. Ο Δεληβοριάς εδώ βρίσκει το mojo του, που σε κάποιες στιγμές της Καλλιθέας φαινόταν, αν όχι ακριβώς να το έχει χάσει, πάντως να το έχει "αναθέσει" στον ήχο και στην παραγωγή. Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη-ποταμό που έκανα μαζί του, για λογαριασμό του mic.gr (εδώ η συνολική ανασκόπηση του σάιτ).

Το Pillow Shifter είναι μια επίσης πολύ προσεχτικά δουλεμένη εργασία. Η νεαρή Demetria κάνει εδώ τα πάντα: συνθέτει, ερμηνεύει, παίζει όλα τα όργανα. Τα κάνει όλα καλά, φτιάχνοντας κάτι που έχει κι έναν ξεχωριστό χαρακτήρα, καθώς στέκεται μακριά από τις καλογυαλισμένες επαγγελματικές παραγωγές, αλλά και εκτός της κακώς εννοούμενης ερασιτεχνίας. Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη που έκανα μαζί της, για λογαριασμό του Mix Grill.

Το Μετρό του ΛΕΞ ήταν μάλλον καταδικασμένο να μην συζητηθεί όσο το αριστουργηματικό του 2XXX (2018), παρότι είναι ένα έξοχο άλμπουμ. Όμως ο θεσσαλονικιός ράπερ δέσποσε στην επικαιρότητα και με τη συναυλιακή επίδειξη δύναμης που έκανε σε δύο περιπτώσεις (Νέα Σμύρνη, Θεσσαλονίκη). Σε επίπεδο άλμπουμ, πάντως, μάλλον μεγαλύτερου καλλιτεχνικού εκτοπίσματος ήταν το Amazons Of The Concrete της Sara ATH. Τολμώ εδώ να προτείνω, έχοντας φυσικά συναίσθηση ότι τα μεγέθη απέχουν πολύ, και την Αναντικατάσταση των Litho Valeto, περισσότερο ως κυκλοφορία που μοιάζει να κυοφορεί πράγματα για τους κρήτες χιπχοπάδες.

Από την "παραδοσιακή" κοίτη του ελληνικού τραγουδιού, ένας δίσκος που ξεχωρίζω είναι το Κολιμπρί του Γιάννη Χαρούλη. Πρόκειται για πολύ προσεγμένη παραγωγή, με δυνατά τραγούδια, που βρίσκει τον καλλιτέχνη σε ανοδική φάση, με τάσεις ανοίγματος. Ο Χαρούλης προφανώς σκάβει μέσα του, κι εμείς μόνο να κερδίσουμε έχουμε.

Βγήκαν κι άλλοι όμορφοι δίσκοι στον ευρύτερο αυτόν χώρο, όπως τα Δύο Λάθη των Φώτη Σιώτα και Θοδωρή Γκόνη, και η Πρώτη Βόλτα του Γιάννη Διονυσίου (στίχοι Κώστα Φασουλά, μουσικές διαφόρων, ενορχηστρώσεις Σιώτα). Οφείλω να σημειώσω ότι ο Φώτης Σιώτας έχει, αργά αλλά σταθερά, αναδειχθεί σε μουσικό πασπαρτού, που μπολιάζει με τον ήχο και τις ιδέες του διάφορες δουλειές, ενώ προσφέρει ολοένα και περισσότερο και συνθετικά. Ωραία και η Σπίθα, που έφτιαξε ο Θέμης Καραμουρατίδης για τη Μελίνα Κανά, όπως επίσης και ο Άσωτος Καιρός, του Νίκου Ξυδάκη, με τη Βερόνικα Δαβάκη. Τέλος, ο Πάνος Μαλαχιάς, με το Περαστικοί & Ευγνώμονες, κατέθεσε ένα ιδιαίτερα μεστό -και πολυτελές, στη χειροπιαστή του εκδοχή- άλμπουμ, με τη συμμετοχή πολλών στιχουργών και ερμηνευτών· χωρίς, όμως, αυτό το τελευταίο να οδηγεί το αποτέλεσμα σε πολυδιάσπαση.

Στους τραγουδοποιούς, στέκομαι ιδιαίτερα στο Η Άνοιξη Που Θα 'ρθει του Θέμου Σκανδάμη, το οποίο περιέχει μια ιδιαίτερα συνεπή, όσο και απολαυστική, σειρά τραγουδιών. Όμορφo άλμπουμ είναι επίσης το Primavera του Γιώργου Περού, ενώ και ο Αντώνης Λιβιεράτος, με το Οβολός Στο Στόμα, πρόσθεσε  τη δική του, ολίγον λοξή ματιά στο ηχητικό τοπίο της χρονιάς.

Στα συγκροτήματα ξεκινάω από το πιο fun ακρόαμα της χρονιάς, που δεν είναι άλλο από το Ανάστασις Νεκρών των Nurse Of War. Οι τύποι αυτοί βγάζουν ενέργεια, χιούμορ και τρέλα, και εγγυώνται διασκεδαστικές ακροάσεις. Το Νιαούρισμα Της Γάτας, των Καταχνιά, είναι οπωσδήποτε ο δίσκος που φέρει τα περισσότερα παράσημα στον τομέα της κριτικής αποδοχής -και δικαίως. Ωραίος δίσκος, με σαγηνευτικό, μυστηριακό κλίμα, είναι το Libation των Echo Train, ενώ και οι Bazooka κατάφεραν αρκετά πράγματα στο Κάπου Αλλού. Τέλος, αξίζουν οπωσδήποτε ακροάσεων το Arsenal Of Hope των Deaf Radio, και το Wanderlust των Sugar For The Pill.

Στον τζαζ/οργανικό χώρο είχαμε επίσης πολλά αξιόλογα πράγματα. Ξεχώρισα το Quintessence του Billy Pod, το It's About Spirituality (A Tribute To Charlie Haden) των B.Y.S. Trio, και το Live At St. Paul's Anglican Church - Athens του Stavros Lantsias Trio (κυκλοφορία του Δεκεμβρίου του '21 αυτή). Η Μαρία Πανοσιάν επέστρεψε στη δισκογραφία μετά από αρκετό καιρό, και το The Charm Of Darkness έχει όντως μια γοητεία. Το Flamenco Odyssey είναι ένα υπερφιλόδοξο εγχείρημα του Χρίστου Τζιφάκι, που κάθε άλλο παρά κατακρημνίζεται, και το Κρατήρων, των Δημήτρη Τσιρώνη και Βύρωνα Κατρίτση, είναι μια τολμηρή καταβύθιση σε φλέγοντα ηχοχρώματα. Κακώς παραλείπω τόσα χρόνια τους δίσκους του αδερφού μου, του Χρήστου Χριστοδούλου, για λόγους -και καλά- αντικειμενικότητας. Το Risk Of Rain 2: Survivors Of The Void μπορεί να μη βρει ποτέ στην Ελλάδα αντίστοιχο κοινό με εκείνο που απολαμβάνει εκτός συνόρων, όμως αποδεικνύει για πολλοστή φορά, όχι μόνο την ικανότητα, αλλά και την εργατικότητά του.

Για τον Μπάμπη Παπαδόπουλο, ότι και να πούμε πια είναι λίγο. Έδωσε και πάλι ισχυρό στίγμα, καταθέτοντας, μάλιστα, δύο κυκλοφορίες μέσα στη χρονιά: το EP IN[A]HABIT, που περιέχει μουσική για την ομώνυμη παράσταση χορού, και το άλμπουμ Electric Solo, που αποτυπώνει υλικό το οποίο παρουσίαζε για καιρό σε ζωντανές εμφανίσεις του. Αξίζουν και τα δύο, το δεύτερο όμως είναι απλά εξαιρετικό.

Κλείνοντας το κεφάλαιο ετούτο, αναφέρω μερικά τραγούδια που ξεχώρισα· αυτόνομες κυκλοφορίες ή κομμάτια δίσκων που δεν αναφέρθηκαν παραπάνω. Ξεκινώ με "Το Ρήγμα", των Σωκράτη Μάλαμα και Μάνου Τσιλιμίδη, με ερμηνεύτρια τη Μαριάννα Παπαμακάριου, που είναι ένα τεράστιο άσμα. Δημοσιοποιήθηκε στη σειρά "Τα Λαϊκά Παραλειπόμενα", που τρέχει στο YouTube κανάλι του λαοφιλή τραγουδοποιού, και η οποία παρουσιάζει τραγούδια παλαιότερα, που δεν βρήκαν θέση στους δίσκους του. Εύλογα γεννιέται η απορία για το πώς είναι δυνατόν το συγκεκριμένο να έμεινε στο συρτάρι ως σήμερα. Αλλά κάλλιο αργά, παρά ποτέ.

Σε εντελώς άλλο κλίμα, το "Κανείς Δε Θα Καταλάβει" του Pelion Rivers (aka Άγγελος Αϊβάζης) είναι ένα όμορφο φολκ διαμαντάκι, ενώ και η "Ανισόπεδη Ντίσκο" του Pan Pan χτυπάει ευαίσθητες χορδές που συνδέονται με τη νοσταλγία. Βρήκα πολλά υποσχόμενη και την Alkyone, κυρίως εξαιτίας του "Genesis". Το "Τακούνια Για Καρφιά", του Ορέστη Ντάντου, με την Ιουλία Καραπατάκη, είναι ένα ακόμα ωραίο κομμάτι, από τον ομώνυμο δίσκο -που ως σύνολο μού άφησε μια  κάπως στυφή γεύση. Κάπως περισσότερα περίμενα και από τη Yenna της Μαρίνας Σάττι, αλλά ξεχωρίζω κάποια τραγούδια από εκεί, κυρίως το "Πόνος Κρυφός". 

Στον κόσμο των μοναχικών τραγουδιών υπάρχουν, βεβαίως, και οι Σκιαδαρέσες. Τα δύο κορίτσια εκπέμπουν μέσω του YouTube τα αυτοσχέδια σήματά τους (πλέον υπάρχουν και στο Spotify), και έχουν πολύ ενδιαφέρον -και ως φαινόμενο της εποχής. Έχουν πολλά απολαυστικά τραγούδια, αλλά "Το Τραγούδι Του Μαλάκα" είναι ένα κομψοτέχνημα -τελεία και παύλα.

Εταιρείες, ανεξαρτησίες

Είναι συντριπτικό το ποσοστό των παραπάνω κυκλοφοριών που εκδόθηκαν είτε από τις λεγόμενες μικρές εταιρείες, είτε εντελώς αυτόνομα, από τους ίδιους τους δημιουργούς. Οι κάποτε κραταιές πολυεθνικές φαίνεται πως κινούνται πια μόνο από την όποια κεκτημένη ταχύτητα, έχοντας ολοένα και πιο σπάνια να προτείνουν κάτι ουσιαστικό. Δεν είναι λίγες, πάντως, και οι ανεξάρτητες που πηγαίνουν με μπούσουλα εκείνο το παλιό και φθαρμένο manual, που γράφτηκε τον περασμένο αιώνα.

Οφείλω εδώ να αναφέρω κάποια label, και ξεκινώ από την Puzzlemusik. Η οποία δείχνει αξιοθαύμαστη συνέπεια, για περισσότερα από 15 χρόνια πια, και στις επιλογές που κάνει ως προς το ρεπερτόριο, αλλά και επειδή συνεχίζει να στέλνει χειροπιαστά promo -κάτι που εμείς οι παραδοσιακοί μουσικόφιλοι εκτιμούμε ιδιαιτέρως. Πολύ καλά στη συνέπεια τα πηγαίνει και η Inner Ear, ενώ και το Όγδοο έχει μια φροντισμένη παρουσία.

Βρισκόμαστε, πάντως, στην εποχή του Spotify και του Bandcamp, και οι δημιουργοί έχουν εδώ και χρόνια στα χέρια τους όλα τα εργαλεία για να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση εύκολο κάτι τέτοιο, καθώς απαιτεί συγκέντρωση, αυτοπειθαρχία, μεγάλες δόσεις πίστης και μακρόχρονη δέσμευση, πριν προκύψουν τα όποια ορατά αποτελέσματα. Η πληθώρα προσφοράς δυσχεραίνει τη μετάδοση του σήματος του ανεξάρτητου δημιουργού -εξ ου και οι εταιρείες που έχουν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στο επίπεδο της επικοινωνίας μπορούν και επιβιώνουν.

Οι συναυλίες -ή η απουσία αυτών

Σε τούτη τη γωνιά της Ελλάδας, η συναυλιακή εμπειρία σπανίζει. Δεν ήταν, βέβαια, πάντοτε έτσι. Στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια είχα την ευκαιρία να δω συναυλίες αξιώσεων, κυρίως στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο, που βρίσκεται λίγο έξω από τη Σπάρτη. Μιλάω για καλλιτέχνες όπως ο Σαββόπουλος, ο Μαρκόπουλος, ο Ξαρχάκος, ο Χατζιδάκις, ο Κηλαηδόνης... Πλέον αυτά έχουν ατονήσει, καθώς έχει επέλθει μια παρακμή που καθρεφτίζεται ταιριαστά στην εικόνα της παρούσας Δημοτικής Αρχής. Αλλά αυτά είναι κομμάτια μιας άλλης συζήτησης...

Το '22 είχα την ευκαιρία να δω κάποιες λίγες συναυλίες από "μεγάλα ονόματα". Στις 3 Ιουλίου είδα τον Ορφέα Περίδη στη Μαγούλα, σε μια δωρεάν για το κοινό συναυλία που διοργάνωσε το ιδιαίτερα δραστήριο Πολιτιστικό και Φιλανθρωπικό Σωματείο "Άγιος Νίκανδρος". Ήταν καλός ο εξαίρετος τραγουδοποιός (για όσο τον είδα, καθότι έφτασα αργοπορημένος), όμως το ύφος και το ήθος της παρουσίας του και των τραγουδιών του δεν ταίριαζε καθόλου με την τσίκνα από τους παρακείμενους πωλητές γρήγορου φαγητού.

Το φθινόπωρο είχαμε την ευκαιρία να δούμε και ένα διάσημο πλέον τηλεοπτικό ζευγάρι, σε ξεχωριστές όμως εμφανίσεις. Την αρχή έκανε η Ρένα Μόρφη, που εμφανίστηκε με τη μπάντα της στην τελετή λήξης του 40ού διεθνή αγώνα υπερμαραθωνοδρόμων Σπάρταθλον, την 1η Οκτωβρίου, κλείνοντας τη βραδιά.
Παρότι δεν είναι απολύτως του γούστου μου το ρεπερτόριο της δημοφιλούς ερμηνεύτριας, οφείλω να καταγράψω ότι επί σκηνής στάθηκε όχι απλώς καλά, αλλά εξαιρετικά, συνεπικουρούμενη και από μια πολύ καλή μπάντα (Λάμπης Κουντουρόγιαννης στην ηλεκτρική κιθάρα, Δημήτρης Μπαλογιάννης στην ακουστική κιθάρα, Βαγγέλης Στεφανόπουλος στα πλήκτρα, Carlos Menendez στα κρουστά, Σπύρος Λιγκώνης στα τύμπανα). Έχοντας στη μνήμη μου την παρουσία της στο τηλεοπτικό Μουσικό Κουτί, όπου ο ρόλος του φωνητικού πασπαρτού (είναι επόμενο να) την αδικεί ενίοτε, ξαφνιάστηκα από την πυγμή και την επικυριαρχία της ερμηνεύτριας στον χώρο που έχει επιλέξει να κινείται. Πείστηκα, εν ολίγοις, από τις προθέσεις της -και από τις εξηγήσεις που έδωσε εκείνο το βράδυ, σχετικά με αυτό που προσπαθεί, το οποίο περιέγραψε ως μία συνέχεια εκείνου που επιχείρησε κάποτε ο Μανώλης Χιώτης. Ήταν επίσης χρήσιμο που είδα με τα μάτια μου τι συμβαίνει στα κοριτσόπουλα όποτε ηχεί το "Όταν Σου Χορεύω". Χάρηκα, τέλος, που είχα την ευκαιρία, έπειτα, να ανταλλάξω δυο κουβέντες, μετά από πολλά χρόνια, με τον υπερταλαντούχο Μπαλογιάννη.

Setlist: 1. Μέχρι Το Πρωί (Mis Sentimientos) 2. Μαχαιριά 3. Ανήμερη Καρδιά 4. Σε Έλεγα Αγάπη Μου 5. Σαν Χουάν 6. Αμάντο Μίο (Amado Mio) 7. Το Φορτίο 8. Θα Ανέβω Να Σε Βρω 9. Χάθηκες (Δεν Έχει Δρόμο Να Διαβώ) 10. Δε Με Ξέρεις 11. Πες Την Αλήθεια 12. Όταν Σου Χορεύω 13. Αργοσβήνεις Μόνη 14. Ξύπνα Αγάπη Μου/Baila Que Rico Mambo? 15. Mourmoura 16. Τα Πιο Ωραία Λαϊκά 17. Σ' Έβλεπα Στα Μάτια 18. Έτσι Είν' Η Ζωή 19. Ταινία 20. Όταν Σου Χορεύω

Τον έτερο πόλο του διδύμου, τον Νίκο Πορτοκάλογλου δηλαδή, τον είδα στη Βαμβακού, και κατέγραψα αναλυτικά τις εντυπώσεις μου από την εντυπωσιακή εμφάνισή του, εδώ.

Πέραν αυτών, είχα την ευκαιρία να χαρώ σε αρκετές περιπτώσεις τις μαθήτριες και τους μαθητές του Μουσικού Σχολείου Σπάρτης, και ήδη ξεχωρίζω κάποια ταλέντα. Πέρασα επίσης και από κάποιες μουσικές βραδιές της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης, που αποτελούν πολιτιστική όαση για την πόλη.

Ο μουσικός τύπος

Το γεγονός της χρονιάς στα της μουσικής δημοσιογραφίας ήταν το φιάσκο της ελληνικής έκδοσης του περιοδικού Rolling Stone. Η έκδοση ξεκίνησε με προοπτικές, αφού πέρα από τα εχέγγυα του τίτλου, το πρώτο τεύχος, που κυκλοφόρησε στα τέλη του '21, άφηνε υποσχέσεις: η ομάδα των συνεργατών συνδύαζε άξιους παλιούς (Μάρκος Φράγκος, Νίκος Πετρουλάκης, Σπήλιος Λαμπρόπουλος, Μαρία Μαρκουλή κ.ά.) με ικανούς νεότερους (ανάμεσά τους και ο παλιός συνεργάτης από την εποχή του Avopolis και του Sonik Άγγελος Κλειτσίκας), το εξώφυλλο έβαζε δίπλα δίπλα τον Παύλο Παυλίδη και τον ΛΕΞ, η έκδοση ήταν πολυτελής... Αρκετοί ελπίσαμε ότι θα είχαμε ξανά σοβαρό λόγο για να πηγαίνουμε στο περίπτερο.

Όμως, σταδιακά η ποιότητα και η σπιρτάδα υποχώρησαν, οι σελίδες άρχισαν να λιγοστεύουν, οι φήμες για παρασκηνιακές κόντρες φούντωναν, κάποια στιγμή έγινε και μια μεγάλη αλλαγή στο προσωπικό. Ώσπου, εντελώς απροειδοποίητα, δεν ακολούθησε άλλο τεύχος, έπειτα από εκείνο του Ιουλίου· ήταν μόλις το 8ο.

Για πολλούς μήνες οι αγοραστές/αναγνώστες μείναμε στο σκοτάδι σχετικά με το τι είχε συμβεί. Ούτε η People Media (η ιδιοκτήτρια εταιρεία), ούτε Η Εφημερίδα Των Συντακτών (με την οποία κυκλοφορούσε το περιοδικό), φρόντισαν να βγάλουν κάποια ανακοίνωση. Χρειάστηκε να φτάσουμε στον Μάρτιο του 2023, για να δούμε ένα άρθρο του Δημήτρη Κανελλόπουλου (εκ των συνεργατών του περιοδικού, αλλά και της εφημερίδας), το οποίο επιχείρησε να εξηγήσει κάποια πράγματα. Πάντως και πάλι πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα. Αληθεύει ότι μετά την κυκλοφορία του τεύχους 8 η People Media ήρθε σε ρήξη με την εφημερίδα, και αποφάσισε στο εξής να κυκλοφορεί το περιοδικό ανεξάρτητα; Έχει υπόσταση ο ισχυρισμός ότι τα "κεντρικά" του τίτλου, οι Αμερικανοί δηλαδή, τελικά πήραν πίσω τα δικαιώματα για την έκδοση, δίνοντας οι ίδιοι τέλος στην όλη ιστορία; Η εξήγηση ότι η κυκλοφορία σταμάτησε επειδή δεν υπήρχαν διαφημιστικά έσοδα μοιάζει να μη στέκει: πώς να πιστέψουμε ότι μια εταιρεία που αναλαμβάνει μεγάλες διεθνείς παραγωγές στον χώρο του θεάματος δεν είχε κάνει οικονομικό πλάνο για ένα σεβαστό βάθος χρόνου;

Εκείνο που ισχύει σίγουρα είναι ότι, ενώ κάποιοι συνεργάτες του περιοδικού εισέπραξαν κάποια στιγμή τα καθυστερούμενα, υπάρχουν άλλοι που παραμένουν απλήρωτοι, και συναντούν τοίχο στις προσπάθειές τους να διεκδικήσουν τα δεδουλευμένα τους. Η εταιρία βέβαια συνεχίζει ανενόχλητη τη δουλειά της, αναλαμβάνοντας υπερπαραγωγές όπως το The Phantom Of The Opera. Κι αν μια τέτοια συμπεριφορά δεν μάς εκπλήσσει ακριβώς, εκείνο που απογοητεύει είναι η στάση της Εφημερίδας Των Συντακτών· η οποία έχει, θεωρώ, την ηθική υποχρέωση, έστω και τώρα, να αναφέρει -και να στηλιτεύσει- το γεγονός. Εκτός αν η στάση της στα εργασιακά θέματα και η ανησυχία της για την ποιότητα της ενημέρωσης είναι α λα καρτ.

Σε άλλα νέα, μέσα στο 2022 είδαμε να συνεχίζεται η κατρακύλα στην ποιότητα, αλλά και στον αριθμό, των κειμένων που διαβάζουμε -μιλάω κυρίως για τον ηλεκτρονικό τύπο εδώ. Οι κριτικές έχουν αντικατασταθεί είτε από δελτία τύπου και υπερφίαλες παρουσιάσεις είτε -σπανιότερα- από συκοφαντικά και ψευδή κείμενα· οι συνεντεύξεις είναι γεμάτες χαϊδέματα· τα άρθρα και τα αφιερώματα βρίθουν λαθών και ανακριβειών. Η απουσία ουσιαστικής αρχισυνταξίας και επιμέλειας κειμένων, ακόμα και σε σάιτ που είναι -υποτίθεται- επαγγελματικά, βγάζει μάτι: κακά ελληνικά, τυπογραφικά, ορθογραφικά και εκφραστικά λάθη με τη σέσουλα. Σπανίζουν πια οι εμπνευστικές παρουσίες, και οι πένες που γνωρίζουν -ή υποψιάζονται έστω- τον ρόλο και την ευθύνης τους.

Ευτυχώς υπάρχουν και πλευρές του πράγματος που επιτρέπουν την αισιοδοξία. Οι γυναικείες υπογραφές, για παράδειγμα, είναι πλέον περισσότερες και καλύτερες από ποτέ. Θα αναφέρω κάποια ονόματα -κι ας κινδυνεύω να ξεχάσω κάποια: Χριστίνα Κουτρουλού, Μαρία Παππά, Τάνια Σκραπαλιώρη, Μαριάννα Βασιλείου, Ελένη Φουντή. Τις διαβάζω, και μαθαίνω, και χαίρομαι, γιατί έχουν ταλέντο, και συναίσθηση του τι είναι αυτό που κάνουν. Αλλά διαβάζω και τον Κώστα Σακκαλή, και τον Δημήτρη Όρλη, και τον Αντώνη Κωνσταντάρα... Υπάρχουν κι άλλες, κι άλλοι· αλλά χρειάζονται -όλοι χρειαζόμαστε- σωστά πλαίσια, συνθήκες, καθοδήγηση, για να μπορέσουν να ανθίσουν. Και βέβαια χρειάζονται -χρειαζόμαστε- τριβή: γράφοντας ένα κείμενο τον μήνα, δουλειά δεν γίνεται.

Πέρα από φερέλπιδες περιπτώσεις, υπάρχουν φυσικά και οι φάροι. Αν κανείς θέλει να γράψει μια μέρα καλά κριτικά κείμενα, θα πρέπει π.χ. να διαβάζει ανελλιπώς Χάρη Συμβουλίδη. Αν θέλει να μάθει ιστορικές λεπτομέρειες ή να ενημερωθεί για νέες κυκλοφορίες, ας παρακολουθεί τον Φώντα Τρούσα. Αν θέλει να κάνει καλές συνεντεύξεις, ας αναζητήσει εκείνες του Αντώνη Μποσκοΐτη. Θα ήταν ευτυχές αν διαβάζαμε πιο συχνά κείμενα του Στυλιανού Τζιρίτα και του Αντώνη Ξαγά· και αν μπορούσαμε να βρούμε νέα γραπτά του Βαγγέλη Πούλιου και του Διονύση Κοτταρίδη.

Όσο για την ξερολίαση, τη χαιρεκακία, τη διαστρέβλωση, τον εξυπνακισμό, την προσωπική οπτική που δεν αφήνει χώρο στην αμφιβολία, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που υπονομεύουν τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη μουσική και υποβιβάζουν ακόμα περισσότερο την υπόληψη των κριτικών, δεν πρόκειται να πάψουμε να τα συναντάμε, ακόμα και στα κείμενα εκείνων που ενίοτε επαινούμε. Το ερώτημα είναι αν προκρίνουμε τη συγκαταβατικότητα ή τη σύγκρουση. Σε κάθε περίπτωση, οι καιροί αλλάζουν, και καλό θα είναι οι κριτικοί να μη ζητούν μόνο την εξέλιξη των καλλιτεχνών, αλλά να φροντίζουν και για τη δική τους πρόοδο.

Επίλογος με ένα αντίο

Το δεύτερο μισό του '22 βίωσα πολύ δύσκολες καταστάσεις, που ευτυχώς είχαν ένα αίσιο τέλος. Λίγο πριν την εκπνοή της χρονιάς, όμως, ήρθε ο ξαφνικός χαμός ενός παλιού γνώριμου. Ο Δημήτρης Παναγιωταράκος, ο Μήτσος, με τον οποίο μοιράστηκα πολλές μουσικές στιγμές στα μαθητικά χρόνια, πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου. Έμαθα το νέο από τον τοίχο της Μαρίας Θανασούλια, και το αρχικό σοκ διαδέχτηκε η βουτιά στις εικόνες της μνήμης: το υπόγειο που μοιραζόμασταν για τις πρόβες μας, οι συναυλίες, οι έντονες συζητήσεις και διαφωνίες... Μετά οι δρόμοι μας χώρισαν, κι ο Μήτσος έκανε πολλά, πάντα γύρω από τη μουσική: έπαιξε σε συγκροτήματα (The Darkstar), δούλεψε ως DJ (Sin & Soul), έδρασε ως θιασώτης του αθηναϊκού σκληρού ήχου. Τον αποχαιρετίσαμε με μαυρισμένες καρδιές, σύσσωμη η μουσική οικογένεια της Σπάρτης, αλλά και οι σύντροφοί του από την πρωτεύουσα, στις 21 του Δεκέμβρη. Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί η ιστορία του...

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

Συνέντευξη με τον Φοίβο Δεληβοριά (II)

Πάντα απολαμβάνω τις συζητήσεις μου με τον Φοίβο Δεληβοριά. Το ήξερα ότι θα είναι έτσι, πριν ακόμα τον γνωρίσω από κοντά, τον Γενάρη του 2011. Εκείνη η πρώτη συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο e-orfeas.gr, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια στο διαδίκτυο. Ακολούθησαν κάμποσες ιδιωτικές συνομιλίες μας, κι ένα άρθρο που γράφτηκε με τη στενή συνεργασία του, ώσπου φτάσαμε στη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε σήμερα στο mic.gr.

Τον συνάντησα στο στούντιο Zero Gravity, έναν χώρο όπου, μια φορά κι έναν καιρό, έκανα κι εγώ πρόβα με τη μπάντα μου. Τον βομβάρδιζα με ερωτήσεις επί 1 ώρα και 22 λεπτά, και το αρχικό κείμενο της απομαγνητοφώνησης ξεπέρασε τις 10.000 λέξεις. Αυτό που θα διαβάσετε είναι μια πολύ συντομευμένη εκδοχή, μικρότερο απ' το μισό του αρχικού. Δεν ήθελα να κόψω τίποτα, αλλά δεν θα το διάβαζε και κανείς.

Χρειάστηκε παραπάνω από μία εβδομάδα για να γίνει η δημοσίευση, και αυτό το διάστημα έζησα απίστευτα όμορφες, αλλά και απίστευτα δύσκολες στιγμές. Ξεκίνησα να πληκτρολογώ ένα πρωί στα Άνω Ιλίσια, όλοι στο σπίτι να κοιμούνται, την ημέρα που βαφτίστηκε, μέσα σε οικογενειακή και φιλική συγκίνηση, ο ανιψιός μου. Τελείωσα ξημερώματα, στο ημίφως του θαλάμου 37 του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης, άυπνος για μέρες, με το λάπτοπ ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι.

Στον δικό μου ιδανικό κόσμο, θα έκανα συνέχεια παρέα με τον Φοίβο Δεληβοριά -και με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, και με τον Διονύση Σαββόπουλο... Όχι για να του λέω τι να κάνει και να τον ζαλίζω με τα δικά μου, αλλά για να μπορώ να κάνω βουτιές στο μυαλό και στη σκέψη του. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι και μόνο που έχω τα τραγούδια του, αρκεί για να πλουτίσει η ζωή και η συχνά βάναυση καθημερινότητα.

Όχι ότι θα πάψω ποτέ να ελπίζω και σε μια επόμενη φορά...

* Φωτογραφία: Δημήτρης Μακρής

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXV: Heinrich Böll (II)

Μπορεί να σου βγει σε καλό η βιαστική, και με μοναδικό κριτήριο τον μικρό όγκο, επιλογή ενός βιβλίου (όπως έγραφα σε προηγούμενη ανάρτηση), αλλά μπορεί να γίνει και το αντίθετο. Όπως μού συνέβη με το Η Χαμένη Τιμή Της Κατερίνας Μπλουμ. Αν δεν αναγραφόταν το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο, με τίποτα δεν θα μάντευα ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που υπέγραψε το Οι Απόψεις Ενός Κλόουν.

Εδώ ο Heinrich Böll στηλιτεύει τις πρακτικές του τύπου, και την τρομολαγνεία που επικρατούσε κατά τις δεκαετίες του '70 και του '80 στη Γερμανία, λόγω της δράσης της RAF. Το κάνει, όμως, με έναν τρόπο μάλλον στεγνό -φταίει και η ρεπορταζιακή τεχνική που έχει επιλέξει, φυσικά-, αφήνοντας τελικά το πόνημά του ορφανό από καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Παρότι καμιά από τις θέσεις που υποστηρίζει εδώ ο συγγραφέας δεν μου είναι αδιάφορη -κάθε άλλο-, το ίδιο το βιβλίο με άφησε αποστασιοποιημένο και κάπως απογοητευμένο. Όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, ελάχιστα κράτησα από το περιεχόμενό του...

Νομίζω πως ο καλλιτέχνης πρέπει να τα σκέφτεται όλα τα όπλα του, και να τα χρησιμοποιεί με κόπο και προσοχή. Οι Απόψεις Ενός Κλόουν είναι ένα έργο εξίσου -αν όχι περισσότερο- πολιτικοποιημένο -αλλά και πόσο πιο ολοκληρωμένο ως λογοτέχνημα! Και τα αντίστοιχα παραδείγματα από τον χώρο του τραγουδιού -που ξέρω καλύτερα- είναι πολλά. Πότε ήταν πιο πειστικός και μαγευτικός ο Lennon, στο Some Time In New York City, ή στα Plastic Ono Band και Imagine; Πόσα εξώφθαλμα πολιτικοποιημένα τραγούδια τα είπαν πιο βαθιά και αληθινά από το "Η Επίσκεψη Του Καίσαρα" του Φοίβου Δεληβοριά; Έγινε ο Dylan "η φωνή της γενιάς του" απλώς επειδή τραγούδησε για τον πυρηνικό αφοπλισμό, ή κυρίως επειδή είχε να προτείνει την ποίηση ενός "Blowin' In The Wind"; Σκέφτομαι καιρό τώρα κι εκείνο το "Πάρε Θέση" του Δημήτρη Μητσοτάκη και των φίλων του: οι προστακτικές του, το όλο ήθος και η γλώσσα του, θα μπορούσαν άνετα να εκφέρονται από κάποιον στρατόκαυλο καραβανά. Μιλάμε για την επιτομή της αστοχίας.

"Έτσι κι έσκαγε η μπόμπα αποκριάτικα, γλέντια και δουλειές θα πήγαιναν κατά διαόλου, γιατί αν κυκλοφορήσει παραέξω πως είναι και μερικοί που μασκαρεύονται για να κάνουν εγκλήματα, ο κοσμάκης θα τρομάξει κι εμείς θα βαράμε μύγες! Είναι ιεροσυλία, κύριοι! Πώς να γλεντήσεις και να ξεσκάσεις αν δεν εμπιστεύεσαι τον πλησίον σου; Η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα!"
-----
Κάπως παράξενα αντέδρασε Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, όταν βγήκε στο φως η δολοφονία των δύο δημοσιογράφων της. Ο σάλος που επακολούθησε ήταν εξωφρενικός. Πηχυαίοι τίτλοι. Πρωτοσέλιδα. Παραρτήματα. Αγγελτήρια θανάτου σε υπερμεγέθεις διαστάσεις. Λες κι απ' όλους τους φόνους του κόσμου, ο φόνος ενός δημοσιογράφου είναι κάτι ξεχωριστό, σπουδαιότερος κι από το φόνο ενός τραπεζικού διευθυντή, ενός τραπεζοϋπάλληλου, ή ενός ληστή τραπεζών.
-----
"Πάει πια! Έπειτ' από όσα γίνανε, δεν υπάρχει γιατρειά. Το καταστρέψανε το κορίτσι. Πρώτα η αστυνομία κι έπειτα Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ. Κι όταν χάσει το ενδιαφέρον της Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, θα την αποτελειώσει η κοινή γνώμη."
-----
[...] τής είχε τηλεφωνήσει αργά τη νύχτα, και μάλιστα από εκεί! Της μίλησε πολύ γλυκά, και δεν του είπε τίποτα για την περιπέτειά της, για να μη νομίζει πως αυτός την έβαλε σε τέτοιους μπελάδες. Ερωτόλογα δεν αντάλλαξαν -του τα είχε απαγορεύσει από τότε που την πήγαινε σπίτι της με το αυτοκίνητό του. Όχι, όχι, ήταν μια χαρά, και ασφαλώς προτιμούσε να βρίσκεται κοντά του, για πάντα, ή έστω για πολύ, α, ναι, αιώνια θα 'ταν το καλύτερο, και τώρα τις απόκριες θα φροντίσει να ξεκουραστεί, και ποτέ, ποτέ πια δε θα χορέψει μ' άλλον άντρα, μόνο μαζί του, και μόνο λατινοαμερικάνικα, και πώς τα περνάει εκεί που είναι; Είχε τακτοποιηθεί, όλα εντάξει, κι αφού του απαγόρευε να μιλήσει γι' αγάπη, ήθελε απλώς να της πει ότι τη συμπαθεί πάρα μα πάρα πολύ, και μια μέρα -ακόμα δεν ξέρει πότε, μπορεί σε μήνες, ή και σ' ένα δυο χρόνια, θα την πάρει να φύγουν, αλλά δεν ξέρει για πού. Και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως ψιλοκουβεντιάζουν στο τηλέφωνο δυο άνθρωποι που αισθάνονται μεγάλη τρυφερότητα ο ένας για τον άλλο, χωρίς το παραμικρό υπονοούμενο που να παραπέμπει σε στενότερες επαφές [...].
Δεν πρέπει ωστόσο ν' αποκρύψουμε πως την Μπλουμ την περίμεναν και άλλοι τρόμοι, και πρώτα πρώτα το γραμματοκιβώτιό της, που ως τώρα είχε παίξει ασήμαντο ρόλο στη ζωή της, αλλά το κοιτούσε κάθε μέρα, καλού κακού, "αφού έτσι κάνει όλος ο κόσμος". Εκείνη την Παρασκευή το πρωί το γραμματοκιβώτιο ήταν ξέχειλο, αλλά δεν της επιφύλασσε ούτε μία ωραία έκπληξη.
-----
Ναι, ναι, και βέβαια: η αντρική του καρδιά είχε σκιρτήσει, τ' ομολογούσε, το παραδεχόταν, για την Κατερίνα ένιωθε κάτι παραπάνω από απλή συμπάθεια, αλλά κι η Τρούντε πρέπει να ξέρει πως για τον καθένα, κι όχι μόνο για τους άντρες, έρχεται μια στιγμή που θέλουν να πάρουν κάποιον στην αγκαλιά τους, έτσι, απλά, ίσως και κάτι παραπάνω -αλλά την Κατερίνα, ποτέ, η Κατερίνα έχει κάτι που δε θα του επέτρεπε να γίνει σαν τους κυρίους επισκέπτες, ποτέ μα ποτέ, κι αν κάτι τον εμπόδιζε, και μάλιστα του απαγόρευε να γίνει επισκέπτης, που του απαγόρευε ακόμα και να το διανοηθεί, δεν ήταν -και ελπίζει να τον καταλάβει- ο σεβασμός κι η στοργή του γι' αυτήν, για την Τρούντε, αλλά ο σεβασμός για την Κατερίνα, ή πιο καλά: το δέος του, και κάτι παραπάνω, ένα δέος γεμάτο αγάπη, το δέος για την αθωότητά της που -να πάρει η οργή!- είναι κάτι παραπάνω από αθωότητα, αλλά δε βρίσκει λόγια να το εκφράσει. Είναι η υπέροχη ψυχρότητα της Κατερίνας, υπέροχη κι εγκάρδια, και παρόλο που την περνάει δεκαπέντε χρόνια, κι ένας Θεός ξέρει πώς τα κατάφερε κι αυτός να πετύχει κάτι στη ζωή του, μα έτσι όπως τη βλέπει να σχεδιάζει, να οργανώνει και να ξαναφτιάχνει τη διαλυμένη της ζωή, δεν του επιτρέπεται, και ποτέ δεν του πέρασε απ' το νου τέτοια σκέψη, γιατί φοβόταν μην καταστρέψει την Κατερίνα και τη ζωή της, γιατί ήταν τόσο εύθραυστη, τόσο εύθραυστη, να πάρει η οργή, κι αν αποδειχτεί πως πράγματι ο επισκέπτης ήταν ο Άλοϊς, τότε το δηλώνει ορθά κοφτά, "θα του σπάσει τα μούτρα".
-----
Κατ' αρχήν, ο πάστορας του επιβεβαίωσε όσα είπε, διευκρινίζοντας πως Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ είχε παραθέσει αυτούσια τα λόγια του, με το νι και με το σίγμα -αλλά δεν μπόρεσε ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του, μήτε και το θέλησε εξάλλου, και είπε πως ήταν περιττό, γιατί ο ίδιος βασιζόταν πάντα στην όσφρησή του, κι απλώς το 'χε μυριστεί ότι ο Μπλουμ ήταν κομμουνιστής. Δε θέλησε όμως να πει περισσότερα για την όσφρησή του, κι όταν ο Μπλόρνα του ζήτησε εξηγήσεις, και τον ρώτησε συγκεκριμένα πώς μυρίζει ο κομμουνιστής, σα να λέμε, τι λογής μυρωδιά βγάζει, ο πάστορας -δυστυχώς, πρέπει να το αναφέρουμε- του φέρθηκε πολύ απότομα, και τον ρώτησε με τη σειρά του αν είναι καθολικός, κι όταν ο Μπλόρνα του απάντησε ναι, ο πάστορας του υπενθύμισε το Χρέος της Υπακοής, κι ο Μπλόρνα δεν κατάλαβε τίποτα. Φυσικά, και όλες οι επόμενες έρευνές του σκόνταψαν σε δυσκολίες, γιατί οι Μπλουμ δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί: άκουσε πολλά κακά για τη νεκρή μητέρα της Κατερίνας, που είχε πράγματι αδειάσει ένα μπουκάλι κρασί της Θείας Ευχαριστίας μέσα στο ιεροφυλάκιο, παρέα με τον νεωκόρο, που εντωμεταξύ είχε απολυθεί, άκουσε και για τον αδερφό της Κατερίνας, που ήταν πληγή για όλη την περιοχή, αλλά η μόνη φράση που πρόδιδε τον κομμουνισμό του πατέρα Μπλουμ ήταν μια κουβέντα που είχε πει το 1949 στο συχωριανό του τον Σόυμελ, καθώς τα 'πιναν σε μια απ' τις εφτά ταβέρνες του χωριού, και συγκεκριμένα η εξής: "Υπάρχουν και χειρότερα απ' τον σοσιαλισμό!" Ο Μπλόρνα δεν κατάφερε ν' αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες, και το μόνο κέρδος του, όταν τέλειωσαν οι άκαρπες έρευνές του στο χωριό, ήταν να χαρακτηριστεί κομμουνιστής -ευτυχώς, χωρίς προπηλακισμούς- πράγμα που τον πόνεσε πολύ, γιατί ο χαρακτηρισμός προερχόταν από ένα πρόσωπο που ως εκείνη τη στιγμή τον είχε βοηθήσει αρκετά, και μάλιστα του είχε δείξει κάποια συμπάθεια: την Έλμα Τσουμπρίνγκερ, συνταξιούχο δημοδιδασκάλισσα, που καθώς τον αποχαιρετούσε, γέλασε πειραχτικά, του 'κλεισε το μάτι, και είπε: "Γιατί δεν το λέτε καθαρά πως είσαστε κι εσείς δικός τους -και πρώτη απ' όλους η γυναίκας σας;"
-----
[...] η ακεραιότητα, συνδυασμένη μάλιστα με την οργανωτική ευφυΐα, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτη -ούτε στις φυλακές, ούτε καν από τη διοίκηση των φυλακών.

Heinrich Böll, Η Χαμένη Τιμή Της Κατερίνας Μπλουμ, μετάφραση Χάρη Γιαννόπουλου, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007 (πρώτη έκδοση 1974)

* Φωτογραφία από εδώ.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Για τον Φοίβο Δεληβοριά, που τραγούδησε στη Σπάρτη

Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τριάντα χρόνια από την πρώτη εμφάνισή του στα μουσικά μας πράγματα (Η Παρέλαση κυκλοφόρησε στα τέλη του 1989) πριν ο Φοίβος Δεληβοριάς πραγματοποιήσει την πρώτη του συναυλιακή εμφάνιση στη Σπάρτη. Η αλήθεια είναι ότι πριν μερικά χρόνια είχε ανακοινωθεί μια βραδιά στην καφετέρια Εναλλάξ, αλλά μάλλον το σχέδιο δεν περπάτησε. Κι έτσι η πρώτη γεύση της λακωνικής φιλοξενίας για εκείνον έλαχε να έρθει στον υπέροχο χώρο του Μουσείου Ελιάς Και Ελληνικού Λαδιού, που ανήκει στο Δίκτυο Μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς.

Η αργοπορία αυτή δεν είναι ακριβώς αναπάντεχη, βέβαια. Πέραν του ότι ο Δεληβοριάς είναι ένας μάλλον αθηνοκεντρικός τραγουδοποιός -οι ιστορίες των τραγουδιών του στην πρωτεύουσα κυρίως διαδραματίζονται, και η μεγάλη μάζα των ακροατών του εκεί εντοπίζεται-, η Σπάρτη και η Λακωνία ευρύτερα δεν είναι τόποι που ανέχονται εύκολα την (κεκαλυμμένη έστω) επίθεση στα χρηστά ήθη και τις παραδόσεις που συχνά κρύβει η ματιά του. Η παρατήρηση των προσώπων κάποιων μεσόκοπων κυρίων και κυριών, κατά την εκτέλεση της "Υβρεοπομπής", θα έπειθε τον καθένα για το αληθές της παρατήρησης αυτής.

Πάντως, βοηθούσης και της ελεύθερης εισόδου, κόσμος μαζεύτηκε αρκετός ενώπιόν του το βράδυ της 25ης Αυγούστου: οι 150 θέσεις καθήμενων γέμισαν και υπήρξαν πολύ περισσότεροι όρθιοι -έστω κι αν η προσέλευση θα έμοιαζε ισχνή για οποιαδήποτε άλλη πρωτεύουσα νομού. Κι ο Δεληβοριάς το χάρηκε, δίνοντας μια πολύ ορεξάτη περφόρμανς. Είχε και καιρό να παίξει μπροστά σε κοινό, όπως μας δήλωσε...

Πάνω στη σκηνή ο Δεληβοριάς είναι αληθινά ευφυής -ένας από τους ελάχιστους τέτοιας κλάσης περφόρμερ που διαθέτει -που διέθετε ποτέ- το ελληνικό τραγούδι. Όσες φορές κι αν έχεις ακούσει τις ιστορίες του, το χαμόγελο είναι αδύνατον να φύγει απ' το πρόσωπό σου καθώς τον παρακολουθείς. Όπως είναι αδύνατον να μη νιώσεις τη συγκίνηση και την ανατριχίλα που κουβαλούν τραγούδια όπως το "Ερημιά Στην Καλλιθέα" και το "Δεν Ξέρω Τι Είναι". Αλλά δεν μπορείς και να μην παραδεχτείς την πληρότητα των δύο μουσικών που τον συνόδευσαν εκείνο το βράδυ: του πληκτρά (και Σπαρτιάτη) Κωστή Χριστοδούλου και του ντράμερ Σωτήρη Ντούβα. Δεν υπάρχει διάθεση ή κλίμα που να μην μπορούν οι δυο τους να αποτυπώσουν με ακρίβεια και απαράμιλλη μουσικότητα.

Για κάτι παραπάνω από δύο ώρες ο Φοίβος Δεληβοριάς αιχμαλώτισε το ακροατήριό του -τα αφτιά, τα βλέμματα, τη φαντασία του. Με τα πολλά αγαπημένα τραγούδια του από το παρελθόν, με κάποια από εκείνα που ετοιμάζει προς έκδοση (τέλη 2019/αρχές 2020 θα τα βγάλει, είπε, αλλά συνήθως πέφτει έξω σε αυτά...), με το χιούμορ και τη διαπεραστική ματιά του στα πράγματα.

Συνάντησα, με χαρά, πολλούς φίλους και παλιούς γνωστούς στο κοινό μετά το τέλος της συναυλίας. Αλλά κι ο Φοίβος Δεληβοριάς ένας παλιόφιλος είναι τελικά. Ο οποίος, ως διά μαγείας, είναι πάντα φρέσκος, σαν καινούριος, κάθε που τον συναντάς. Και πάντα έτοιμος, όσος καιρός κι αν έχει περάσει από την προηγούμενη φορά, να μοιραστεί μαζί σου τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά, με έναν τρόπο εντελώς φυσικό και απροσποίητο.

Πώς να μην θες κάθε φορά να έρθει γρήγορα η επόμενη συνάντηση;

Setlist:
1. Θα 'θελα Να 'μουνα Εκεί
2. Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι
3. Ο Μπάσταρδος Γιος
4. Η Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα
5. Χάλια
6. Η Γυναίκα Του Πατώκου
7. Je Suis Bossu
8. Ένα Γουρούνι Λιγότερο
9. Μόνο Ψέματα
10. Bolero
11. Χωρίς
12. Φώτης (Ένα Τραγούδι Για Τον Πατέρα Μου)
13. Το Ελεφαντάκι
14. Όταν Σου Χορεύω
15. Το Βαλσάκι Της Δάφνης ή Super Ferry
16. Δεν Ξέρω Τι Είναι
17. Και Του Χρόνου
18. Η Υβρεοπομπή
19. Ο Καθρέφτης
20. Αυτή Που Περνάει
21. Θέλω Να Σε Ξεπεράσω
22. Εκείνη
23. Ερημιά Στην Καλλιθέα
24. Η Κική Κάθε Βράδυ
Encore
25. Το Καλοκαίρι Θα 'ρθει

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες