Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νατάσσα Μποφίλιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νατάσσα Μποφίλιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

Νοείται αφιέρωμα στον Lennon, με τραγούδια του McCartney; Μη βιαστείτε να απαντήσετε...

Στις 8 Δεκεμβρίου συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τη δολοφονία του John Lennon. Νωρίτερα, στις 9 Οκτωβρίου, είχαν συμπληρωθεί τα 80χρονα από τη γέννησή του. Με αυτές τις αφορμές έγιναν -και πάλι- δεκάδες αναφορές και αφιερώματα, σε όλη την υφήλιο, στον σπουδαίο καλλιτέχνη και ακτιβιστή. Έχει πάντα αξία η επιστροφή στο έργο του Lennon, κι ετούτο το μπλογκ έχει πολλάκις υποσχεθεί κάτι μεγάλο και ουσιώδες για το θέμα. Επιφυλάσσομαι...

Εδώ όμως θα μας απασχολήσει ένα πολύ συγκεκριμένο αφιέρωμα, ελληνικής εμπνεύσεως και υλοποίησης, το οποίο υπέπεσε, δυστυχώς, σε κάποια ουσιώδη σφάλματα. Πρόκειται για το αφιέρωμα με τον ωραίο τίτλο "All you need is Lennon!", που διοργάνωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός Kosmos 93,6 (δείτε εδώ τη σχετική ανάρτηση). Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: "Δέκα αγαπημένοι Έλληνες καλλιτέχνες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Kosmos να προτείνουν στους ακροατές τον δικό τους John Lennon διασκευάζοντας ένα τραγούδι του. Με έμπνευση από την απλότητα και τη δύναμη των τραγουδιών του έδωσαν την προσωπική τους, σύγχρονη ερμηνεία."

Δεν είναι στόχος μου να συζητήσω εδώ το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του εν λόγω εγχειρήματος. Κι αυτό γιατί του καλλιτεχνικού αποτελέσματος προηγούνται οι επιλογές -εν προκειμένω, των τραγουδιών που διασκεύασαν οι προσκεκλημένοι καλλιτέχνες- οι οποίες, σε τρεις περιπτώσεις, υπήρξαν εντελώς άκυρες. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στις επιλογές της Νατάσσας Μποφίλιου ("Eleanor Rigby"), της Ανδριάνας Μπάμπαλη ("For No One"), και της Μαρίας Παπαγεωργίου ("Blackbird").

"Πού είναι το πρόβλημα;", θα αναρωτηθεί κάποιος που δεν γνωρίζει πολλά από την ιστορία του Lennon και των Beatles. Πράγματι, όλα τα προαναφερθέντα τραγούδια φέρουν φαρδιά-πλατιά την υπογραφή "John Lennon - Paul McCartney". Έλα όμως που στην πραγματικότητα και τα τρία είναι συνθέσεις του McCartney...

Πιο αναλυτικά, τα "For No One" και "Blackbird" είναι συνθέσεις στις οποίες ο Lennon δεν είχε καμιά απολύτως συνεισφορά: δεν συμμετείχε ως συνθέτης/στιχουργός, δεν συμμετείχε ούτε καν στην ηχογράφησή τους. Στο πρώτο (από το άλμπουμ Revolver του 1966) παίζουν μόνο ο McCartney και ο Ringo Starr (συν ο εξωσυγκροτηματικός (sic) Alan Civil), ενώ το δεύτερο (από το The Beatles του 1968) αποτελεί ουσιαστικά μια σόλο εκτέλεση από τον McCartney.

Σχετικά με το "Eleanor Rigby" (επίσης από το Revolver), τα πράγματα δεν είναι το ίδιο ξεκάθαρα, ομολογουμένως. Ο Lennon, σε συνέντευξή του, είχε διεκδικήσει την πατρότητα μεγάλου μέρους των στίχων. Όμως άλλες μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι στίχοι, πέραν του πρώτου κουπλέ που είχε αρχικά ο McCartney, δουλεύτηκαν ομαδικά, με τη συμβολή του Lennon, αλλά και των Starr, George Harrison και Pete Shotton (παιδικός φίλος του Lennon). Πλέον, και αυτό το τραγούδι αποδίδεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στον Paul McCartney, ο οποίος βεβαίως το ερμηνεύει στην ηχογράφηση, με τους Lennon και Harrison να περιορίζονται στα δεύτερα φωνητικά.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ο μεγαλύτερος φαν του Lennon και των Beatles, ούτε και να έχει πιστοποιητικό γνώσης λεπτομερειών της ιστορίας τους, προκειμένου να συμμετάσχει σε ένα σχετικό αφιέρωμα. Χρειάζεται όμως να το ψάξει λίγο -κάτι που στην εποχή μας γίνεται γρήγορα και σχετικά εύκολα- έτσι ώστε ο επιθυμούμενος φόρος τιμής όντως να αποτιθεί. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο για τις τρεις καλλιτέχνιδες, αλλά και για τους διοργανωτές: δεν επιτρέπεται άνθρωποι του ραδιοφώνου, που υποτίθεται ότι έχουν γνώση και αγάπη για το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνονται, να πέφτουν σε τέτοιες ευδιάκριτες λούμπες. Υπήρχαν εκατοντάδες άλλα τραγούδια, που όντως γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν από τον John Lennon, που θα μπορούσαν να προταθούν ως εναλλακτικές.

Εκτός αν όντως για κάποιους, ο "δικός τους John Lennon" είναι ο Paul McCartney.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Η Νατάσσα Μποφίλιου στον Πύργο της Βαβέλ

Το έχω ξαναγράψει σε ανύποπτο χρόνο, σε κάποιο ποστ μου στο Facebook: πολύ δύσκολα θα βρεθεί αντίπαλος για την παρέα της Νατάσσας Μποφίλιου, του Θέμη Καραμουρατίδη και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου στο mainstream ελληνικό τραγούδι. Κι αυτό γιατί οι τρεις τους είναι συνομήλικοι και μοιράζονται κοινούς κώδικες, τη στιγμή που τα αντίπαλα δέη τους αναλώνονται σε συνεργασίες-ευρήματα, οι οποίες μαγειρεύονται συνήθως στα γραφεία των δισκογραφικών εταιρειών και των διοργανωτών συναυλιών. Τα αποτελέσματα τα είδαμε στην τελευταία δουλειά της Ελεωνόρας Ζουγανέλη - και δεν μας άρεσαν. Αντίθετα, η Βαβέλ της Μποφίλιου είναι ένας δίσκος που, αν μη τι άλλο, σε απασχολεί όχι μόνο όσο τον ακούς, αλλά και μετά.

Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει, βέβαια, ότι επαληθεύονται με κάποιο τρόπο όσα υπέροχα υποσχόταν το άλμπουμ Εισιτήρια Διπλά του 2010. Οι ελπίδες για μια ανανέωση (ή φρεσκάρισμα, έστω) του ελληνικού τραγουδιού που δημιούργησε εκείνη η δουλειά αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες, καθώς η τριπλέτα, είτε μαζί είτε χώρια, αποφάσισε στο μεταξύ ότι θα έκανε συντηρητική στροφή. Φυσικά υπάρχει και η άλλη άποψη, που λέει ότι, αφού η Βαβέλ δεν είναι ένα ακόμα μνημείο αρτηριοσκλήρωσης τύπου Πρώτες Λέξεις, πρέπει να είμαστε κι ευχαριστημένοι.

Βαβέλ λοιπόν: ένας τόσο σύντομος μα συνάμα μεγαλόσχημος τίτλος, που υποτίθεται αφορά την εποχή και το πώς αυτή αποτυπώνεται στην πόλη (λέγε με Αθήνα) και στους ανθρώπους της. Υπερφιλόδοξη ήταν και η ομώνυμη παράσταση που προηγήθηκε της κυκλοφορίας του δίσκου, στην διάρκεια της οποίας η Μποφίλιου άλλαζε τρία φορέματα κάθε βράδυ. Όχι και πολύ ταιριαστό με την "βομβαρδισμένη" πρωτεύουσα αυτό το τελευταίο, έτσι;

Σε κάτι τέτοιες επιλογές εντοπίζω μια εσωτερική συγκρουσιακή κατάσταση στο στρατόπεδο της δημοφιλούς ερμηνεύτριας. Και θα μπορούσε ο τίτλος του δίσκου να αναφέρεται σε ακριβώς αυτό το πράγμα - αλλά θα έπρεπε τότε να πιστέψουμε ότι υπάρχει και το χιούμορ ή ο αυτοσαρκασμός στη σκέψη της τριάδας και κάτι τέτοιο δύσκολα συνάγεται από κάπου αλλού. Κι όμως, είναι τέτοιες οι προφανείς αντιφάσεις που διέπουν την περσόνα της Νατάσσας Μποφίλιου, που ένας τέτοιος συνειρμός προκύπτει εύκολα.

Ας πιάσουμε το νήμα από την ερμηνευτική ρουτίνα (πια) της αοιδού. Η οποία ρουτίνα χαρακτηρίζεται πλέον από πολλούς ως υπερβολική. Στην Βαβέλ η παρουσία της είναι τόσο έντονη που πραγματικά σοκάρεσαι όποτε αυτή μετριάζεται. Στο εναρκτήριο "Τα Δικά Μου Τραγούδια", ας πούμε, αρχίζεις να ανησυχείς, καθότι οι μπάσες νότες της μελωδίας δεν επιτρέπουν στην αυταρέσκεια της Μποφίλιου να εκδηλωθεί. Σύντομα όμως αποκαθίσταται η τάξη και οι κορώνες με φουλ βιμπράτο και ο στόμφος παίρνουν αμπάριζα. Κάπως έτσι καταστρέφονται τα νοήματα πολλών τραγουδιών, αφού άλλο κλίμα μεταφέρουν οι στίχοι κι άλλο οι φωνητικοί θούριοι. "Αυτή είμαι" απαντά η ερμηνεύτρια όποτε ερωτηθεί για την υπερβολή της. Κι εγώ που νόμιζα ότι ο καλός ερμηνευτής μπορεί να είναι άλλος σε κάθε τραγούδι...

Είναι... βαβελικός και μουσικά, πάντως, ο εν λόγω δίσκος. Ο Θέμης Καραμουρατίδης μπαίνει σε διάφορα χωράφια, δίνοντας μεγάλη ποικιλία στη ροή του δίσκου: άλλοτε γράφει σαν τον Κραουνάκη, άλλοτε σαν τον Πλέσσα, τον Χατζιδάκι ή τον Θεοδωράκη, κάποτε σαν τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Το "Η Ομορφιά Στην Αθήνα", ας πούμε, θα μπορούσε να έχει γραφτεί για την Ρένα Βλαχοπούλου με αφορμή κάποια ταινία του Δαλιανίδη, ενώ το "Ανταλλάγματα" μοιάζει να έχει σαν οδηγό του το άλμπουμ Της Αγάπης Γερακάρης. Ο Καραμουρατίδης έχει δείξει και στους δίσκους που έκανε με την Γιώτα Νέγκα ότι αγαπά το χρυσό παρελθόν του ελληνικού τραγουδιού, αν και δεν καταφέρνει πάντα να βγει από τη σκιά του. Εδώ το καταφέρνει αρκετές φορές, και κυρίως όποτε οι στίχοι του Γεράσιμου Ευαγγελάτου τού δίνουν γερό πάτημα.

Και μιας και ο λόγος για τους στίχους, νομίζω ότι η δουλειά του Ευαγγελάτου για μια ακόμα φορά αποτελεί το δυνατό όπλο της εργασίας. Παρότι ούτε αυτός καταφέρνει να αποφύγει πάντα τα κλισέ του έντεχνου (στο "Αητέ Της Αγάπης" π.χ.), συνήθως περνάει στα λόγια του νοήματα και σήματα που ξεχωρίζουν την Βαβέλ από τον σωρό με τις παλιατζούρες. Από την άλλη, κι αυτός έχει τα θεματάκια του με τη συνοχή: όταν μιλάει για επιζώντες, λ.χ., στο τελευταίο τραγούδι, θα έπρεπε να καταλαβαίνει ότι μια τέτοια λέξη, σήμερα, δεν μπορεί να συνδέεται με κάποιον που "κατάφερε" να πάει σινεμά, να διαβάσει βιβλία, να βγει με φίλους κ.λπ. - και σίγουρα όχι με τον ηρωικό τρόπο που το κάνει. Κι εκείνο το "Hotel Vienna" του, δεν ξέρω, μου φάνηκε πολύ μελό αλά-Ευρώπη.

Στο εξώφυλλο της Βαβέλ, η Νατάσσα Μποφίλιου υπερίπταται της Αθήνας ως Παναγιά Δέσποινα (έτσι έγραψε ο Χάρης Συμβουλίδης στο καλύτερο κείμενο που γράφτηκε για τον δίσκο). Κι είναι αυτό το εξώφυλλο, με τον τυπωμένο σε γραφή μπράιγ τίτλο, το στοιχείο που αποτυπώνει την απόσταση που χάσκει ανάμεσα στους προγραμματικούς στόχους και το αποτέλεσμα της δουλειάς. Απόσταση που οφείλεται κυρίως στην υπερπληθωρική περσόνα της Μποφίλιου. Της ερμηνεύτριας που ενσαρκώνει τον ορισμό της φράσης "αστέρι του πενταγράμμου" αλλά θέλει και να δηλώνει ότι δεν προσαρμόστηκε στο σύστημα (εδώ), της φωνής που μάς τάισαν με τη σέσουλα τα ραδιόφωνα αλλά εκείνη τολμάει να λέει ότι "χώρο έχουμε σε λίγα μόνο ραδιόφωνα" (εννοώντας, ίσως, ότι θέλει να την παίζει και ο Rock FM), της αοιδού που κάποτε έλεγε "ο στόχος μου είναι να συγκινώ και να συγκινούμαι, τίποτε άλλο" (Δίφωνο #171, 5/2010) αλλά πλέον θέλει να είναι και ντίβα στο εξώφυλλο του Γυναίκα, του Psychologies και του Elle διαφημίζοντας ρούχα και αξεσουάρ - κι όλα αυτά με γερές δόσεις "αριστερού" λόγου. Παρεμπιπτόντως, έχει ενδιαφέρον να προσέξει κανείς πώς εξελίχθηκαν τα εξώφυλλα των δίσκων της, από αρτίστικους ζωγραφικούς πίνακες προς μια προσήλωση στο λαμπερό της πρόσωπο, με μια ταυτόχρονη σύγκλιση με την αισθητική των φωτογραφιών των περιοδικών μόδας και την μεσσιανική εικονογραφία.

Κι όμως, παρά ταύτα, η Βαβέλ είναι ένας δίσκος που απασχολεί. Επειδή, έστω κι αν δεν πετυχαίνει να πιάσει το κλίμα της σημερινής Αθήνας (πώς θα μπορούσε, άλλωστε, όταν φτιάχνεται από ανθρώπους που δεν περπατούν πια στα σκοτεινά σοκάκια της;), έστω και με τον συχνά κωμικά αταίριαστο τρόπο εκφοράς της πρωταγωνίστριας, έχει κάποια ουσιαστικά πράγματα να πει.

Το ερώτημα, τώρα, αν πρέπει να χαιρόμαστε που αυτός είναι (μέχρι στιγμής) ο ελληνικός δίσκος που κουβεντιάζουμε φέτος, έχει, νομίζω, προφανή αρνητική απάντηση.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες