Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποχαιρετισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποχαιρετισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα αντίο στον Μίκη Θεοδωράκη (1925-2021)

Τα τραγούδια του υπήρχαν γύρω μου από πάντα. Μου τα τραγουδούσε ο πατέρας μου στο Αμβούργο, ηχούσαν σε κάποιο πολιτιστικό κέντρο όπου συγκεντρώνονταν οι Έλληνες της πόλης, τα τραγουδούσαμε έπειτα, στην Ελλάδα, στο σχολείο, στις επετείους του Πολυτεχνείου, έπαιζαν από δίσκους και από το ραδιόφωνο. Η αρχέγονη ανατριχίλα όποτε ηχεί το "Ένα Το Χελιδόνι" δεν υποχωρεί, όσα χρόνια κι αν περάσουν από την πρώτη φορά.

Σταδιακά ανακάλυψα ότι οι μελωδίες του αφορούσαν τους Beatles και τους Κατσιμιχαίους, ότι το όνομά του έμπαινε σε τραγούδια του Σαββόπουλου και του Χάρρυ Κλυνν, ότι το έργο του τρύπωνε σε όσα σκάρωναν ο Δεληβοριάς και ο The Boy. Τη νύχτα που τελείωνε ο κόσμος, δυο φίλοι με παρηγόρησαν με το οργανικό "Χαρταετοί" -είχα τις αντοχές να ρωτήσω.

Πέρα από τα τραγούδια, ο Θεοδωράκης είναι για μένα εκείνος ο σταρ, η επιβλητική φιγούρα που στέκει επί σκηνής και ξεσηκώνει την ορχήστρα και το πλήθος, σε κάτι ασπρόμαυρα βίντεα από τις συναυλίες που έδωσε μετά την πτώση της Χούντας. Σε κάποια από αυτές, στο στάδιο Καραϊσκάκη, ήταν, λέει, εκεί -άγνωστοι ακόμα μεταξύ τους- και η μάνα μου και ο πατέρας μου.

Εγώ δεν είχα την τύχη να τον δω ζωντανά. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '90, τότε που μοιράστηκε με τον έτερο "πυλώνα" μια συναυλιακή πρωτοβουλία ενάντια στα ναρκωτικά, ανηφόρισα μαζί με τους δικούς μου για το Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο ελπίζοντας ότι θα τους δω μαζί στη σκηνή. Τελικά, ήταν μόνο ο Χατζιδάκις παρών, με την Ορχήστρα Των Χρωμάτων. Χρόνια αργότερα, φτάνοντας καθυστερημένος στη συνέντευξη τύπου για τη Σούμα του Σαββόπουλου, κάπου στη Στοά Του Βιβλίου, τον είδα να περνάει από δίπλα μου υποβασταζόμενος, και σοκαρίστηκα από το μέγεθος του κορμιού του.

Συνεκτικές προσωπικότητες δεν υπάρχουν. Κι αν θες, κι αν ψάξεις αρκετά, θα βρεις πολλά που να μη σου αρέσουν στον Μίκη -όπως θα βρεις και στον Γκάντι ή στον Χριστό. Διάβασα και άκουσα πολλές ιστορίες για κείνον· πολλές κολακευτικές, κάμποσες όχι και τόσο. Όλες έχουν το ενδιαφέρον τους, όλες χρειάζονται για να φτιάξεις μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για τον άνθρωπο. Αλλά και για την εικόνα του συνθέτη, χρειάζεται να λάβεις υπόψη σου όλους του δίσκους, όλα τα έργα. Όχι μόνο εκείνα που όλοι βάζουν να παίξουν αυτές τις μέρες, αλλά και τα άλλα, αυτά που ελάχιστοι ακούν εδώ και δεκαετίες, και που πιθανότατα κανείς στο μέλλον δεν θα μνημονεύει.

Δεν τους έχω ακούσει όλους τους δίσκους, δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία και τα άρθρα, δεν έχω δει όλες τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Το μεγαλείο, όμως, δεν το αμφισβητώ -πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Είναι πολλές δεκάδες τα τραγούδια του Θεοδωράκη που παίζουν μέσα στο κεφάλι μου χωρίς τη θέλησή μου, που μου μαθαίνουν τη ζωή, που μου εξηγούν την αγάπη και τον θάνατο.

Αλλά δεν θα τα μάθουν όλοι αυτά από τον Θεοδωράκη. Θα ήταν ανώμαλο ο μέσος σημερινός έφηβος να ενδιαφερόταν το ίδιο με εμένα για αυτά τα τραγούδια. Η κάθε εποχή δημιουργεί τους εκφραστές της, και κάθε επόμενη έρχεται για να τους αντικαταστήσει με τους δικούς της. Δεν είναι καλό ή κακό αυτό· είναι πραγματικό. Κάθε ύπαρξη είναι καταδικασμένη, προορισμένη για τον αφανισμό της.

Το τέλος της ύπαρξης του ανθρώπου Μίκη Θεοδωράκη δεν με βρήκε απροετοίμαστο, ούτε με ταρακούνησε. Δεν τον έκλαψα· όχι τώρα. Όπως και πολλούς από τους ήρωές μου, τον πένθησα σταδιακά. Έζησα τον θάνατό του μέσα στα χρόνια· τον αποχαιρέτησα σιωπηλά, προσωπικά.

Αλλά η ύπαρξη έχει αμέτρητα επίπεδα. Κι ο Μίκης, εκτός απ' το δικό του σώμα, κατοίκησε -και θα κατοικήσει- τα σώματα εκατομμυρίων άλλων. Μακάρι να το κατάλαβε, να το ένιωσε αυτό, σε κάποια στιγμή της ζωής του.

Μακάρι κάποτε να χόρτασε από το πόσοι πολλοί του χρωστάμε· κι από το πόσα πολλά.

* Φωτογραφία από εδώ.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Ένα αντίο στον Αντώνη Καλογιάννη (1935-2021)

 
Ο Αντώνης Καλογιάννης έμοιαζε, θα 'λεγες, πάντα μεγάλος. Ίσως έφταιγε που βγήκε στο τραγούδι μετά τα 30 του, ίσως φταίγανε και τα γένια, αλλά περισσότερο ήταν τα ζόρια που πέρασε από παιδί.

Υπήρχανε μάλλον δύο Καλογιάννηδες -αυτό τουλάχιστον θα συμπεράνεις αν κοιτάξεις πώς τον αποχαιρέτησε ο κόσμος στα κοινωνικά δίκτυα. Ο ένας ήταν ο πολιτικός, που στάθηκε επιβλητικός απέναντι από τον Μίκη Θεοδωράκη, καταμεσής του σταδίου Καραϊσκάκη, κηρύσσοντας τη Μεταπολίτευση. Ο άλλος, ο ερωτικός, ήρθε αργότερα, για να πει τραγούδια γεμάτα ονόματα κοριτσιών.

Η μάνα μου, τη μέρα που ο Καλογιάννης πέθανε, μού διηγούνταν ότι ήταν κι εκείνη στο στάδιο, σε μια από τις δύο εκείνες βραδιές του 1974. Εγώ έχω μια πολύ πιο φτωχή ανάμνηση της παρουσίας του: τον χειμώνα του 2007-'08, βρέθηκα με μια μεγάλη παρέα φίλων και συγγενών στην Καισαριανή, στο Περιβόλι Τ' Ουρανού πρέπει να ήτανε. Ο Καλογιάννης με την ορχήστρα του να τραγουδά, εμείς να τρωγοπίνουμε. Μου άφησε μια αίσθηση παρακμής, που δεν έμοιαζε να έχει να κάνει με την ηλικία του, αλλά με κάτι βαθύτερο.

Έκανε σπουδαία πράγματα και με τις δύο "ταυτότητές" του ο Καλογιάννης, Αλλά σε εμένα ρίζωσε περισσότερο με την αγωνιστική, κι ας εκτέθηκα περισσότερο, μεγαλώνοντας στα '80s, στην πιο γλυκερή. Πάντα, ας πούμε, θέλω να επιστρέφω στο "Σφαγείο". Εκεί κατέφυγα και στις επετείους του Πολυτεχνείου, στη Σαντορίνη, μαθαίνοντάς το στα παιδιά για να το τραγουδήσουν. Στο "τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ" χαχάνιζαν, ώσπου τους εξηγούσα τι σήμαιναν οι στίχοι. Κι έπειτα, πώς το έλεγαν!

* Φωτογραφία από εδώ

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

Ένα αντίο στον Phil Spector (1939-2021)

Το γεγονός ότι ο Phil Spector καταδικάστηκε για τη δολοφονία της ηθοποιού Lana Clarkson το 2003 δεν μπορεί να αποτελεί μια υποσημείωση σε μια αναδρομή της ζωής και του έργου του. Πόσο μάλλον όταν η σχέση του με τα όπλα είχε εκδηλωθεί πολλάκις δημοσίως και μάλλον από καθαρή τύχη άργησε να συμβεί η τραγωδία... Πλήρωσε για εκείνο το έγκλημα ο Spector, περνώντας τα 12 τελευταία χρόνια της ζωής του στη φυλακή. Κι αυτό (θα έπρεπε να) αρκεί ως παραδειγματισμός.

Ένας άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, δεν χαρακτηρίζεται, φυσικά, μόνο από τις αμαρτίες του -που στην περίπτωση του Spector ήταν πολλές ακόμα-, αλλά και από τις καλές πράξεις του. Η μουσική δημιουργία ήταν η καλή του πράξη, μια πράξη που έγινε κατ' εξακολούθηση στη ζωή του και θα αρκούσε από μόνη της. Βέβαια, ο Spector δεν δημιούργησε απλώς, αλλά διέπρεψε, ως παραγωγός δίσκων πρωτίστως, αλλά και ως συνθέτης πολλές φορές.

Και μόνο το "Be My Baby" να έμενε από τη δράση του, κερδισμένοι θα ήμασταν. Αλλά ο Spector ανακατεύτηκε σε πολλά περισσότερα: έκανε πολλά μεγάλα τραγούδια με τις Ronettes, τους Righteous Brothers, τον Ike και την Tina Turner κ.ά., διέσωσε το Let It Be των Beatles, συμμετείχε στους καλύτερους σόλο δίσκους του John Lennon και του George Harrison, έκανε άλμπουμ με τον Leonard Cohen -για να αναφέρουμε μόνο κάποια σημεία της πορείας του. Ακόμα κι αυτή, βέβαια, υπόκειται σε κριτική: το περίφημο Ηχητικό Τείχος που λάνσαρε δεν έχει μόνο φίλους, αλλά και φανατικούς εχθρούς. Κι εδώ που τα λέμε, ο χρόνος δεν φέρθηκε καλά σε κάποιες από τις παραγωγές του... 

Οι άνθρωποι είναι αντιφατικά όντα. Κάποιοι αυτές τις αντιφάσεις τις φτάνουν στα άκρα. Τα τραγούδια, από την άλλη, είναι ιδέες, συμπυκνώσεις ενέργειας και μόχθου. Έτερον εκάτερον. Σε μια ώριμη κοινωνία, τα πρόσωπα θα τιμούνταν ή θα καταδικάζονταν, αναλόγως με τη συμπεριφορά τους απέναντι στους άλλους, και ό,τι άξιζε από τη διανοητική τους παραγωγή θα συνέχιζε να χρησιμοποιείται, εφόσον θα εξακολουθούσε να είναι χρήσιμο. Δεν θα χρειαζόταν, δηλαδή, καν μια συζήτηση για "διαχωρισμό έργου και δημιουργού", ούτε "διόρθωση" ή εξαφάνιση έργων τέχνης.

Είμαστε μακριά ακόμα από κάτι τέτοιο. Όχι ως χώρα· ως πλανήτης.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Ένα αντίο στον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (1956-2019)

Νομίζω άκουσα πρώτη φορά το "Διδυμότειχο Blues" από την τηλεόραση: πρέπει να ήταν στις αρχές των '90s, όταν το MEGA πρόβαλε σε μαγνητοσκόπηση μια συναυλία του Γιώργου Νταλάρα με τους αδερφούς Κατσιμίχα. Δεν ήμουν σε θέση τότε να καταλάβω για τι ακριβώς μιλούσε το τραγούδι, όμως το όλο πράγμα οπωσδήποτε με συγκλόνισε. Η εκτέλεση του δίσκου, που άκουσα αργότερα, πάντα μου φαινόταν υποδεέστερη.

Κάποιον καιρό μετά, ο Μαχαιρίτσας ήρθε στη Σπάρτη, κι έπαιξε, μαζί με τον Διόσκουρό του Διονύση Τσακνή, στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο. Για εμένα και την παρέα μου ήταν μεγάλη υπόθεση εκείνη η συναυλία και τη συζητούσαμε για μέρες μετά. Με τους ΛΕΧΡΗΜΙ δοκιμάσαμε σε κάποιες πρόβες το "Ημίφως", αν και δεν θυμάμαι αν το παίξαμε ποτέ ζωντανά.

Μετά, στα φοιτητικά χρόνια, ήρθαν τραγούδια που έπαιξα πολλές φορές στις παρέες: "Ένας Τούρκος Στο Παρίσι", "Νότος"... Με το σούπερ-γκρουπ της μιας βραδιάς που φτιάξαμε με τον απελθόντα φίλο Γιώργο Μαυρομανωλάκη λέγαμε το "Και Τι Ζητάω".

Στα '00s ο Μαχαιρίτσας συνέχισε να γράφει τραγούδια που μου αρέσουν. Μπορεί να μην ήταν από αυτούς που θα έβαζα συχνά να "παίξουν" στο σπίτι, όμως αραιά και πού επέστρεφα. Το έκανα και φέτος το καλοκαίρι, έπειτα από τη συναυλία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου που παρακολούθησα στον Βλαχιώτη. Και ένιωσα και πάλι ότι είχε έναν απαράμιλλο τρόπο να σε αρπάζει απ' το λαιμό με τις επιλογές του. Υπήρχε κάτι το "χύμα", το πηγαίο, όχι μόνο στη μοναδική φωνή και ερμηνεία του, αλλά και στον τρόπο που πορεύονταν οι μελωδίες του. Κι είχε πάντα ένα οξυδερκέστατο αισθητήριο ως προς τους στίχους που επέλεγε να μελοποιήσει.

Είχα την τύχη να τον συναντήσω τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, το 2010, κάπου στο Κολωνάκι. Ήμασταν μαζί με τον Τάσο Καραντή και του πήραμε δύο "παράλληλες" συνεντεύξεις. Θυμάμαι ότι με "τρόμαξε" ο όγκος του, ενώ με εντυπωσίασε η φιλική προσέγγισή του, και το ότι όπως ακριβώς έβγαινε στην τηλεόραση, έτσι ευθύς (κι ας του κόστισε) και κάπως μπλαζέ, έτσι ήταν και μπροστά μας. Εκείνη η κουβέντα μας δημοσιεύθηκε στον Ορφέα (εδώ). Σε αυτήν αναφέρεται και ένα χθεσινό άρθρο του Πρώτου Θέματος (εδώ).

Συνηθίζουμε να λέμε ότι "φτωχαίνουμε" έπειτα από τον θάνατο κάθε δημιουργικού ανθρώπου, ασχέτως αν εκείνος παρέμενε ενεργός ή όχι. Στην περίπτωση του Μαχαιρίτσα κάτι τέτοιο είναι ακόμα περισσότερο αλήθεια: έφυγε πολύ νέος, τη στιγμή που είχε ακόμα να δώσει πράγματα (όπως παρατηρούσα κάποτε εδώ). Φυσικά ο πλούτος που ήδη μας έχει προσφέρει δεν μας αφαιρείται, ίσα ίσα τώρα είναι που θα πρέπει να τον επαναπροσεγγίσουμε και να τον επανεκτιμήσουμε. Κι εδώ κολλάει και μια προσωπική μου ματαίωση: ήθελα να τον ξαναβρώ και να μιλήσουμε διεξοδικά για ένα από τα άλμπουμ του.

Βιάστηκες να φύγεις Λαυρέντη. Αλλά μην ανησυχείς, τα τραγούδια σου θα τα προσέχουμε εμείς.

* Φωτογραφία από εδώ

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Ένα αντίο στον Geoff Emerick (1945-2018)

Μπορεί ο Geoff Emerick να μην κατάφερε ποτέ να κερδίσει τον τίτλο του "πέμπτου Beatle" (ελέω George Martin), όμως η συμβολή του στις ηχογραφήσεις των Σκαθαριών, ειδικά σε άλμπουμ όπως τα Revolver (1966) και Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band (1967), υπήρξε θεμελιώδης, ενώ αποδείχθηκε και εξαιρετικά επιδραστική (διαβάστε εδώ ένα σχετικό και πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Στυλιανού Τζιρίτα, στο οποίο συμμετέχω ως guest).

Ο Emmerick έζησε μια συναρπαστική ζωή, μπαίνοντας από τα 15 του χρόνια στον κόσμο του ήχου και των ηχογραφήσεων, ως δόκιμος υπάλληλος στα EMI Studios στο Λονδίνο. Στα 18 του ήταν ήδη κανονικός μηχανικός ήχου, ενώ η καριέρα του τον έφερε στην υπηρεσία και άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ο Elvis Costello, ο Jeff Beck, οι Nazareth, οι Ultravox κ.ά. Η ιστορία του αποτυπώνεται στην απολαυστική αυτοβιογραφία του, Here, There And Everywhere: My Life Recording The Music Of The Beatles, που εκδόθηκε το 2006.

Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Emerick υπήρξε συχνά ο μεγαλύτερος εχθρός του εαυτού του: εμφανιζόταν πάντα ιδιαίτερα αυτοαναφορικός στις αφηγήσεις του, και σφόδρα μεροληπτικός υπέρ του Paul McCartney σε ό,τι αφορά την ιστορία των Beatles, ενώ συχνά βρέθηκε εκτεθειμένος από εσφαλμένες παραθέσεις γεγονότων. Όμως το θάρρος του και οι πατέντες που έστησε για λογαριασμό του πιο επιδραστικού γκρουπ στην ιστορία της λαϊκής μουσικής άλλαξαν αναντίρρητα τις πρακτικές της καταγραφής και του χειρισμού του ήχου.

Υποκλίνομαι, παραθέτοντας μια απόλυτα φουτουριστική ηχογράφηση, η οποία, πολύ απλά, θα ακουγόταν εντελώς αλλιώς αν δεν υπήρχε η παρέμβασή του.

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Ένα αντίο στον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (1978-2018)

Τον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (πρέπει να) τον γνώρισα από το πρώτο κιόλας εξάμηνο των σπουδών μας στο τμήμα Ηλεκτρονικής του παραρτήματος του Τ.Ε.Ι. Κρήτης, στη Χαλέπα Χανίων -μιλάμε για το πρώτο εξάμηνο του 1997. Είχε έρθει η κοινή μας φίλη και συμφοιτήτρια Μαρία Βλασοπούλου και μου είχε μιλήσει για εκείνον, ότι ήταν μουσικός κι έπαιζε κιθάρα. "Να του πω να μιλήσετε, να βρεθείτε;" "Να τους πεις".

Πήγα και του μίλησα εγώ τελικά -το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα. Μου φάνηκε περίεργος τύπος, φευγάτος. Κουβεντιάσαμε λίγο, ήρθε μετά κι από το σπίτι μου -μέναμε κοντά. Ανακάλυψα ότι έπαιζε πολύ καλή κιθάρα, ήταν πάντα πολύ καλύτερος μουσικός από μένα. Βασικά, ήταν όντως μουσικός -εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Μου έδειξε εκείνο το απόγευμα και το μπαρέ που βασιζόταν στο ανοιχτό ντο.

Έπειτα ξαναβρεθήκαμε, μαζί με τον Βασίλη Κατσαούνο, που έπαιζε μπουζούκι, τούτη τη φορά. Στα χρόνια που ακολούθησαν κάναμε πολλές κουβέντες, διαφωνούσαμε συνέχεια, κοντραριζόμασταν: εγώ γούσταρα Δεληβοριά, εκείνος Ιωαννίδη, εκείνος λαϊκά και "έντεχνα", εγώ ποπ και ροκ, λάτρευε τα ακουστικά όργανα, ήθελα και τα ηλεκτρονικά από δίπλα. Μου έπαιζε τα τραγούδια του, του έπαιζα τα δικά μου. Ένα βράδυ, στο γιορτή του Αντώνη Γιαννακού, τον άκουσα να παίζει τον "Αποσπερίτη". "Δικό σου;", τον ρώτησα. "Όχι, είναι του Θανάση Παπακωνσταντίνου". Πρώτη φορά άκουγα το όνομα.

Τον έβλεπα συχνά στα μαγαζιά που έπαιζε, με τον Βασίλη, με τον Θοδωρή Γαρδίκο, με άλλους φίλους του μουσικούς. Το βράδυ που έφαγα "χυλόπιτα" κι ήμουνα χάλια, στο "Ανατολικό", στο Κουμ Καπί, ήρθαν με τον Βασίλη στο τραπέζι που καθόμουνα και μου έπαιξαν τους "Χαρταετούς" του Θεοδωράκη. Βούρκωσα.

Εκείνο που πίστευα ότι δεν θα γινόταν ποτέ, να παίξουμε μαζί δημοσίως δηλαδή, συνέβη τελικά όταν φτιάξαμε μια μπάντα με πολλούς μουσικούς από τη Σχολή μας: Κατσαούνος, Γαρδίκος, Χρήστος Χουτουρίδης. Γιώργος Μακρής, ένα παιδί που έπαιζε ντραμς (ξεχνάω το όνομά του), μια Αγγελική που τραγουδούσε, εκείνος κι εγώ. Προβάραμε διάφορα, από "Dust In The Wind" μέχρι Μάλαμα, και τα παρουσιάσαμε ένα ωραίο βράδυ, στο θεατράκι του Τ.Ε.Ι. Κάπου έχω φωτογραφίες τυπωμένες, ακόμα περισσότερες στη μνήμη μου.

Φεύγοντας από τα Χανιά οριστικά, χαθήκαμε και με τον Μαύρο. Μάθαινα τα νέα του από φίλους και συμφοιτητές. Βρισκόμασταν κάποιες φορές, αραιά, όποτε ανέβαινε Αθήνα: στο εργαστήριο ηλεκτρονικών κατασκευών των φίλων μας, για κανέναν καφέ, σε μια εμφάνισή του στο Zp87, ένα βράδυ του Γενάρη του '17 στον Κεραμεικό που κανόνισε εκείνος μάζωξη παλιών συμφοιτητών.

Κατάλαβα ότι σταδιακά ο Γιώργος είχε φύγει από εκείνα που ήξερα τότε ότι αγαπούσε: είχε ανοιχτεί στις μουσικές θάλασσες, ήταν πια βιρτουόζος ουτίστας που έπαιζε στο πλάι του Ross Daly και άλλων σπουδαίων μουσικών, δίδασκε, ταξίδευε, μάθαινε συνεχώς. Το 2014 μου χάρισε και το πρώτο του άλμπουμ, το Καρπός.

Δεν μιλούσαμε ποτέ στο τηλέφωνο με τον Γιώργο. Όμως τον σκεφτόμουνα. Τον σκέφτηκα ξανά μόλις πριν δυο-τρεις μέρες, όταν επανήλθε στη μνήμη μου, δεν ξέρω πώς ούτε γιατί, ένα τραγούδι του με τίτλο "Ο Γλάρος". Τον θυμάμαι να διορθώνει τους στίχους του στο εστιατόριο της Σχολής, τον θυμάμαι να μου το παίζει μετά. Πάντα έλεγα ότι εκείνο το τραγούδι δεν μου άρεσε, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε τη μνήμη μου: "Κι ο γλάρος που πλησίασε στου λιμανιού την άκρη, ούτε στιγμή δεν στάθηκε και μου 'φυγε ένα δάκρυ".

Ώσπου σήμερα το πρωί έμαθα, από ποσταρίσματα συμφοιτητών στο Facebook, ότι ο Γιώργος πέθανε. Ο ευαίσθητος, ο διαφορετικός, ο ποιητής φίλος μας, δεν υπάρχει πια. Μουδιασμένος και με την ψυχή μου μαυρισμένη, τον αποχαιρετώ με τους δικούς του στίχους, από ένα τραγούδι ακυκλοφόρητο, που είχε γράψει μαζί με τον Βασίλη εκείνα τα παλιά χρόνια. Τον ακούω καθαρά τώρα να το τραγουδά:

"Μια ζωή στο σώμα αυτό κρατώ
και θα στη δώσω να την έχεις στον λαιμό σου φυλαχτό
να μπορώ ένα κομμάτι να κρατώ κι εγώ
ένα κομμάτι τόσο δα απ' τον δικό σου τον καημό".

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Ένα αντίο στην Dolores O'Riordan (1971-2018)

Φαντάζομαι δεν είναι κουλ να σου αρέσει η Dolores O'Riordan -η φωνή της, τα τραγούδια της. Θυμάμαι ότι δεν ήταν κουλ ούτε τότε που μεσουρανούσε με τους Cranberries. Όμως, εμένα μου άρεσε -κι εξακολουθεί τώρα να μου αρέσει ό,τι μου άρεσε τότε.

Το "Zombie" ήταν "σκληρή μουσική" για τα τότε ακούσματά μου, αλλά το γούσταρα. Αλλά πιο πολύ γούσταρα τον δίσκο To The Faithful Departed, που αγόρασα από το Blow Up του Κώστα Τσέγκου, στη Σπάρτη. Δεν είχα ακούσει τίποτα πλην του "Zombie" όταν τον ακούμπησα στο ταμείο για να πληρώσω, απλώς είχα διαβάσει στο ΠΟΠ+ΡΟΚ ότι περιείχε ένα τραγούδι για τη δολοφονία του John Lennon. Τον άκουσα πολύ εκείνο τον δίσκο και μπήκα κανονικά στον κόσμο των Cranberries. Κι έπειτα πήγα και στον προηγούμενο, τον οποίο επίσης "έλιωσα".

Θυμάμαι παίζαμε το "Zombie" με τους ΛΕΧΡΗΜΙ στο υπόγειο στούντιο κοντά στον Τάφο του Λεωνίδα -το τραγουδούσε η Νάντια πολύ ωραία. Το είχαμε παίξει και μπροστά σε κόσμο, στο φεστιβάλ Νότες Στα Πάρκα το '97, στο κλαμπ Όζον, σε ένα άλλο μίνι φεστιβάλ στην έκθεση λυομένων του Μπαλαμπάνη, στην εθνική οδό Σπάρτης-Γυθείου. Θυμάμαι λίγο μετά να τσιτώνω τον ενισχυτή και να παίζω δυνατά το ριφ από ένα μπαλκόνι στη Χαλέπα Χανίων, για να με ακούσει μια Μαρία σε ένα άλλο μπαλκόνι -και μια Δήμητρα, που τη γούσταρε ένας Γιάννης.

Αλλά μετά την έχασα την Dolores, προχώρησαν και πλήθυναν τα ακούσματα, και η μουσική της κάπου πια δεν με αφορούσε. Την έβλεπα πού και πού στο MAD και στο MTV, καλοκαίρια στη Σαλαμίνα, σε κάτι live εμφανίσεις, να παίζει το συμπαθητικό "Animal Instinct". Την υπερασπιζόμουν κιόλας, όταν ο αδερφός μου και ο ξάδερφος έλεγαν ότι αποκλείεται να ήξερε κιθάρα, ότι απλώς την κράταγε και προσποιούνταν.

Αλλά εκείνα τα τραγούδια που γούσταρα δεν τα άφησα -υπάρχουν ακόμα στο iPod, και έπαιζαν -σπάνια, αλλά έπαιζαν.

Εκεί επιστρέφω τώρα για να κλάψω την Dolores που έφυγε τόσο νέα...

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

Ένα αντίο στον Τζίμη Πανούση (1954-2018)

Όταν πρωτοάκουσα τραγούδι του, δεν ήξερα καν ποιος είναι ο Τζίμης Πανούσης. Τραγουδούσε για μυαλά στα κάγγελα και για τα μπούτια κάποιας Μαρίας, αλλά πολλά από τα υπόλοιπα λόγια δεν καταλάβαινα καν τι λέγανε. Θυμάμαι να ακούμε το "Κάγκελα Παντού" από το ραδιόφωνο στο σπίτι των ξαδερφιών μου, του Λεωνίδα και της Αγγελικής, και να το εντάσσουμε σε μια από τις αυτοσχέδιες "εκπομπές" μας, του Ράδιο Χέσε Μέσα.

Έπειτα τον θυμάμαι να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές εκπομπές, κάνοντας τον Νίκο Χατζηνικολάου να πέφτει κάτω από τα γέλια και τον Μανώλη Καψή να κοκκινίζει από αμηχανία και ντροπή. Τον θυμάμαι, επίσης, να διαιρεί το πανελλήνιο, στην κόντρα του με τον Γιώργο Νταλάρα.

Θυμάμαι να ακούω λογιών λογιών ιστορίες και αφηγήσεις από όσα έκανε στις ζωντανές εμφανίσεις του, και να κοπανάω το κεφάλι μου στον τοίχο από τα γέλια, στη μοναδική φορά που τον είδα κι εγώ εν δράσει.

Θυμάμαι το CD του ΠΟΠ+ΡΟΚ με τα καλύτερά του, από το οποίο τον έμαθα, τον αντιλήφθηκα ως μεγάλο και τον αγάπησα.

Θυμάμαι, τέλος, να παίζω το "Είμαι Γυφτάκι" στα πρώτα μου live το 2013, με τον τρόπο που το έμαθα από τον Φοίβο Δεληβοριά. Και την κόρη μου να με ρωτάει "τι είναι καριόλα;", όταν το πρόβαρα στο σπίτι.

Τζιμάκο, σε ευχαριστώ για το παρακάτω. Και για όλα.

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

Ένα αντίο στην Αρλέτα (1945-2017)

Η Αρλέτα μπορεί να υπήρξε, μεταξύ άλλων, η σπουδαιότερη Ελληνίδα τραγουδοποιός, όμως δύσκολα μπορεί να πιαστεί κανείς από κάτι τέτοια... εντυπωσιακά για να θρηνήσει για την απώλειά της. Αντίθετα, είναι εκείνα τα εντελώς προσωπικά βιώματα που έρχονται στην επιφάνεια κάθε που μαθαίνουμε μια τέτοια είδηση και που έχει νόημα να αναφέρουμε στα πλαίσια του Facebook ή όποιας άλλης ανάλογης πλατφόρμας (καλή ώρα). Κι ας αφήσουμε την "αστυνομία του πένθους" να λέει τα δικά της.

Η Αρλέτα, λοιπόν, υπήρξε για μένα πρόσωπο μυθικό αλλά και αμφιλεγόμενο. Από τη μία υπήρχαν κάποιες διηγήσεις του πατέρα μου, που την είχε γνωρίσει σε κάποιο σπίτι, στα ξεκινήματά της, οι οποίες την ήθελαν προσωπικότητα μυστήρια. Από την άλλη υπήρχαν σκόρπιες ηχογραφήσεις της, σε τραγούδια δικά της ή άλλων, οι οποίες έμοιαζαν πανταχού παρούσες κατά τα παιδικά μου χρόνια ("Μια Φορά Θυμάμαι", "Τα Ήσυχα Βράδια", "Ο Λύκος", "Σερενάτα", "Batida De Coco"...)

Δεν θυμάμαι να παρακολούθησα ποτέ κάποια συναυλία της, την είδα μόνο για λίγο σε μια από τις "πρεμιέρες" του Φοίβου Δεληβοριά στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, το 2009. Τότε σιχτίριζα, τώρα φυσικά μπορώ να το δω κι αλλώς...

Την αποχαιρετώ παίζοντας τα αγαπημένα μου από τα τραγούδια της, και κυρίως το παρακάτω, το οποίο μοιάζει βγαλμένο από μια άλλη διάσταση αλλά συνάμα εντελώς αβίαστο...

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Ένα αντίο στον Λουκιανό Κηλαηδόνη (1943-2017)

Τα τραγούδια του Λουκιανού Κηλαηδόνη ήταν μέρος του soundtrack των παιδικών μου χρόνων - διόλου πρωτότυπο για οποιονδήποτε μεγάλωνε στα '80s. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μας βάζει να ακούσουμε το βινύλιο με τα Μικροαστικά (ή μήπως ήταν τα Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας;) ως εναλλακτική στα "χιτάκια" του της εποχής εκείνης ("Θα Κάτσω Σπίτι", "Ματς", "Τζιν - Τζιν - Τζιν", "Ο Ύμνος Των Μαύρων Σκυλιών" κλπ.). Θυμάμαι τις "κόντρες" της δασκάλας μου του πιάνου με τις κόρες της σχετικά με την αξία του καλλιτέχνη, και κάποιον συμμαθητή εκεί να λέει ότι "η μούρη του είναι σαν τρακαρισμένο φορτηγό". Ακόμα πιο έντονα θυμάμαι τη συναυλία του, μαζί με την Μελίνα Τανάγρη, στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο, στη Σπάρτη, κάπου στις αρχές των '90s.

Συνέχισα να τον ανακαλύπτω τον Κηλαηδόνη και αργότερα, ως φοιτητής, ακούγοντας το Ψυχραιμία Παιδιά!, το Πάμε Μαέστρο και το Πάρτυ Στη Βουλιαγμένη. Κι ακόμα τον ανακαλύπτω, δηλαδή, υπνωτιζόμενος από το ακαταμάχητο "στραβό" στόμα του που αμολάει τεμπέλικα τις λέξεις στο μικρόφωνο, στα παλιά τηλεοπτικά κλιπάκια. Οι κατά καιρούς δηλώσεις του που έμοιαζαν να μαρτυρούν μια υπερβολικά "κλειστή" προσωπικότητα δεν με πτόησαν, ευτυχώς.

Θα ήθελα να τον έχω συναντήσει τον άνθρωπο με το πιο μελωδικό ονοματεπώνυμο στο ελληνικό τραγούδι, να είχα μιλήσει έστω για λίγο μαζί του. Του χρωστάω πολλά, άλλωστε. Όχι μόνο τα τόσα τραγούδια, όχι μόνο πολλούς αγαπημένους μου καλλιτέχνες (που δεν θα ήταν οι ίδιοι αν δεν τον είχαν ακούσει), αλλά και την ίδια την συνθήκη που επέτρεψε και τη δική μου μουσική ύπαρξη, κατά κάποιον τρόπο.

Αντίο ρε Λούκι, κι ευχαριστώ. Δώσε χαιρετίσματα στην εκλεκτή παρέα του αποψινού πάρτυ,

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Ένα αντίο στον Leonard Cohen (1934-2016)

Το όνομά του σίγουρα θα το πρωτοσυνάντησα στις σελίδες του Ποπ+Ροκ, και αργότερα διαβάζοντας Mojo και Uncut. Και η πρώτη φορά που άκουσα συνειδητά τραγούδι του ήταν γύρω στα 2001-'02, όταν ο αδερφός μου έπαιζε συνέχεια, στο σπίτι που μοιραζόμασταν στο Αιγάλεω, εκείνο το άλμπουμ του Jeff Buckley που περιείχε την συγκλονιστική επανεκτέλεση του "Hallelujah" - του το είχε δανείσει ο ξαδερφός μας ο Αλέξανδρος.

Το πρώτο του άλμπουμ που αγόρασα, σε τιμή ευκαιρίας στο μεγάλο Metropolis, ήταν το Dear Heather. Στη συνέχεια τον ανακάλυπτα σιγά-σιγά, ενώ είχα και την ευτυχία να τον δω ζωντανά, στην απίστευτη συναυλία που είχε δώσει στη Μαλακάσα, το 2008.

Στο δικό μου μυαλό, ο Cohen ήταν ο τραγουδοποιός της επίπονης προσπάθειας, ένας εργάτης που αφιέρωνε χρόνια ολόκληρα στην τελειοποίηση του κάθε τραγουδιού του. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο Καναδός έμοιαζε να γίνεται πιο ικανός στην δισκογραφική αποτύπωση των δημιουργιών του, ενώ η φωνή του, όσο περιοριζόταν, τόσο πιο όμορφη και ταιριαστή ακουγόταν.

Όπως και ο David Bowie στις αρχές της χρονιάς, έτσι και ο Cohen μάς αποχαιρέτησε με καλλιτεχνικό τρόπο, κυκλοφορώντας πρόσφατα το σπουδαίο You Want It Darker (εδώ λίγα λόγια, δικά μου και συναδέλφων). Τώρα, όπως και τότε, θα βρεθούν κάποιοι να μας πουν ότι δεν τονίζουμε σωστά το όνομά του ή να μας ρωτήσουν γιατί θρηνούμε. Έτσι είναι ο θάνατος, έτσι είναι η ζωή.

Εκείνο τον πρώτο δίσκο του που αγόρασα, τον έχω συνδέσει με το ταξίδι στη Νέα Υόρκη αλλά και με τον στρατό. Κι είναι ένα τραγούδι από εκεί μέσα που θα βάλω να παίξει για να τον αποχαιρετήσω. Ένα τραγούδι του οποίου κάθε επόμενο παίξιμο μοιάζει σαν να είναι το πρώτο.

"You sent me here, you sent me there
breaking things I can't repair
making objects out of thoughts
making more by thinking not."

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Ένα αντίο στον Θάνο Ανεστόπουλο (1967-2016)

Τα Διάφανα Κρίνα δεν με "έπιασαν" την εποχή που ξεκινούσαν, εκεί στα μέσα των '90s. Όπως και στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, έτσι και ως έφηβος ήμουν εκτός φάσης με τις κοινές εμπειρίες των συνομηλίκων μου. Διάβαζα, όμως, τα νέα τους στο ΠΟΠ+ΡΟΚ, κι είχα και τον ξάδερφό μου, τον Λεωνίδα, ο οποίος τους είχε ανακαλύψει και μου έβαζε να ακούω δίσκους τους.

Έπειτα ήρθαν τα φοιτητικά χρόνια και η ανακάλυψη ότι το συγκρότημα αυτό το γούσταρε κόσμος και κοσμάκης. Τα τραγούδια τους έπαιζαν στα καφέ και τα μπαρ που σύχναζα, στoν Μύθο και στο Σαντέ. Όταν προς το τέλος των σπουδών, το 2001, φτιάξαμε ένα συγκρότημα με τους συμφοιτητές Γιώργο Μακρή, Δημήτρη Ουζούνη και Μερκούρη Κατσαρά, ανάμεσα στα τραγούδια από Metallica και Placebo που παίζαμε, είχαμε και τις "Μέρες Αργίας". Το παίξαμε και σε μια συναυλία, μάς έδειξε και το τοπικό κανάλι.

Τα χρόνια κύλησαν χωρίς άλλες διασταυρώσεις μου με τον Θάνο Ανεστόπουλο, μέχρι το 2012. Εκείνη τη χρονιά κυκλοφορήσαμε και οι δυο δίσκους, κοντά-κοντά, εκείνος τον πρώτο σόλο του, κι εγώ τον πρώτο μου ever. Κι είχαμε και οι δυο από μια μελοποίηση ποιήματος του Νίκου Καββαδία μέσα. Κι ήταν και τα δυο τραγούδια στο ίδιο ακουστικό κλίμα. Και μίλαγαν και τα δυο για κάποιον που πεθαίνει μόνος. Το δικό του, βέβαια, ήταν καλύτερο, ομορφότερο, βαθύτερο. Το ζήλεψα και το αγάπησα πολύ.

Εκείνη η στιγμιαία σύμπλευσή μας με έκανε να νιώθω τον Θάνο Ανεστόπουλο συγγενή μου.

Μ' εκείνο το τραγούδι τον αποχαιρετώ απόψε, αφήνοντας για μια ακόμα φορά την αθάνατη, βαριά φωνή του να φτάσει μέχρι το πιο βαθύ σκοτάδι μου και να το διαλύσει.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Ένα αντίο στον Prince (1958-2016)

Πρέπει να ήταν Χριστούγεννα του 1989 που βγήκε στα ελληνικά σινεμά η ταινία Batman του Tim Burton - κι εγώ ήμουν στην έκτη δημοτικού, νομίζω. Την είδα στην Αθήνα με τον πατέρα μου, και μετά δεν μπορούσα να περιμένω για να επιστρέψω στη Σπάρτη και να εξιστορήσω σε συγγενείς και φίλους αυτό που είχα δει - και να αναπαραστήσω όλες τις γαμάτες κινήσεις του Michael Keaton. Εκείνη η ταινία με σημάδεψε όσο λίγες, εκτός των άλλων επειδή είχε και ένα απίστευτο soundtrack: ένα score-ποίημα του Danny Elfman και μια funky συλλογή τραγουδιών του Prince.

Από εκεί ξεκίνησε η γνωριμία μου με τη μουσική του Πρίγκιπα. Η οποία, παρότι δεν εξελίχθηκε ποτέ σε στενή σχέση, εντούτοις είχε να μου προσφέρει πολλά. Και μόνο το απίστευτο "Nothing Compares 2 U", δηλαδή, μου έχει προσφέρει τόνους παρηγοριάς, τι να λέμε τώρα...

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Ένα αντίο στον George Martin (1926-2016)

Ήρθα σε επαφή με τη μουσική των Beatles σε μια ηλικία που ήταν επόμενο η εμπειρία να με σημαδέψει ανεξίτηλα. Ήταν, φυσικά, αναπόφευκτο να ανακαλύψω αρκετά γρήγορα την ιστορία του συγκροτήματος και τον ρόλο που έπαιξε σε αυτή ο παραγωγός George Martin.

Η συμβολή του στην καριέρα τους έχει ταυτόχρονα υποτιμηθεί (δεν έχει μάλλον εξηγηθεί επαρκώς το πόσο καθοριστικός υπήρξε στα πρώτα τους χρόνια) και υπερτιμηθεί (ήδη από το Revolver οι μηχανικοί ήχου, με προεξάρχοντα τον Geoff Emerick, και τα μέλη του γκρουπ, είχαν πολλές φορές μεγαλύτερο ρόλο στον τομέα της παραγωγής από τον ίδιο) μέσα στα χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι ο Martin είναι ο μόνος που δικαιούται τον χαρακτηρισμό "πέμπτος Beatle", καθώς ήταν παρών, πίσω από την κονσόλα ή ακόμα και στα πλήκτρα, στο μεγαλύτερο ποσοστό των ηχογραφήσεών τους.

Ο George Martin υπήρξε τεράστιος, ακριβώς επειδή όρισε έναν ήχο, ο οποίος επηρέασε όχι μόνο το πώς έφευγε η μουσική από τα ηχεία αλλά και πώς την εισέπρατταν τα αφτιά εκατομμυρίων ανθρώπων. Έναν ήχο που παραμένει επίκαιρος.

Τον αποχαιρετώ με ένα τραγούδι στο οποίο παίζει ένα σόλο στο πιάνο. Επειδή δεν μπορούσε να το παίξει με την ταχύτητα του κομματιού, επιβράδυνε την ταινία στο playback και το ηχογράφησε στη μισή ταχύτητα, κάνοντάς το έτσι να ακούγεται σαν τσέμπαλο, δηλαδή να έχει ένα άρωμα Bach, όπως του είχε ζητηθεί από τον Lennon. Αυτό ονομάζεται ιδιοφυία.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Ένα αντίο στον Alan Rickman (1946-2016)

Με κάποιους καλλιτέχνες δεν χρειάζεσαι πολλές "συναντήσεις" για να τους συμπαθήσεις. Τον Alan Rickman τον πετύχαινα σε διάφορες ταινίες (Die Hard, Alice In Wonderland, στη σειρά των Harry Potter κ.λπ.) και πάντα τον γούσταρα για τη φωνή του, το "πικρό" χαμόγελο, το λοξό βλέμμα. Η ταινία, όμως, στην οποία τον ένιωσα συγγενή μου ήταν το Love, Actually. Εκεί επιστρέφω για να τον αποχαιρετήσω.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Ένα αντίο στον David Bowie (1947-2016)

Τον Bowie τον έμαθα από τις συλλογές με τα καλύτερά του που κυκλοφόρησαν στα '90s. Θυμάμαι ότι διάβαζα διάφορα διθυραμβικά για εκείνον στο ΠΟΠ+ΡΟΚ, όμως δεν ήμουν, φαίνεται, ακόμα έτοιμος τότε να τον καταλάβω. Ο μικρότερος αδερφός μου, ο Σταν, πάντως, τον γούσταρε κι όλο μου έλεγε να τον προσέξω. Αργότερα, αγόρασα το Young Americans (συμμετείχε ο Lennon ντε!), μου άρεσε πολύ κι από εκεί πήγα προς τα πίσω, ανακάλυψα τα κλασικά άλμπουμ του από τα '70s και άρχισα να καταλαβαίνω περισσότερα.

Τα περί της αξίας του έργου του και της συνεισφοράς του στην λαϊκή κουλτούρα είναι από καιρό ξεκαθαρισμένα και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Ο Bowie ήταν ένας από τους μεγάλους του 20ού αιώνα, ο οποίος μια χαρά τα κατάφερνε και στον 21ο. Τώρα αναδεικνύεται και το νέο του άλμπουμ, Blackstar, όχι μόνο ως αριστούργημα αλλά και ως προσχεδιασμένο κύκνειο άσμα του, γεμάτο από αναφορές στον θάνατο.

Αντίο, λοιπόν, Λεπτέ Λευκέ Δούκα, εγώ θα σε θυμάμαι πάντα ως αστροναύτη.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Ένα αντίο στον Γιάννη Κακουλίδη (1946-2015)

Ο Γιάννης Κακουλίδης υπήρξε συγγραφέας, σεναριογράφος, στιχουργός, διαφημιστής. Εγώ, πάντως, τον έμαθα και θα τον θυμάμαι πάντα ως τον συνδημιουργό των δίσκων του Χάρρυ Κλυνν, που ο πατέρας μου μάς έβαζε να ακούμε όταν ήμασταν παιδιά. Αναφέρομαι κυρίως στα άλμπουμ Πατάτες (που είχαμε σε βινύλιο) και Έθνος Ανάδελφον (που είχαμε σε κασέτα και ακούγαμε στο αυτοκίνητο). Δεν καταλάβαινα πάντα τι έλεγαν οι πρόζες του, αλλά σίγουρα γελούσα. Και με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι αν δεν είχα ακούσει αυτούς τους δίσκους, θα ήμουν σήμερα κάποιος άλλος.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Ένα αντίο στον Allen Toussaint (1938-2015)

Το όνομα του Allen Toussaint το είχα συναντήσει συχνά στα μουσικά διαβάσματά μου, αλλά δεν είχα ασχοληθεί μαζί του πριν το The River In Reverse (2006), καρπό της ορμώμενης από την καταστροφή της Νέας Ορλεάνης συνεργασία του με τον Elvis Costello. Την επόμενη χρονιά, φρέσκος από την απόλυσή μου από το στρατό, είχα την τύχη να τον δω και στη σκηνή του Ηρωδείου, μαζί με τον Costello, την ημέρα που έκανα πρόταση γάμου στη Σάντυ. Και μόνο γι' αυτό, τον νιώθω δικό μου άνθρωπο. Και τον αποχαιρετώ με το αγαπημένο μου τραγούδι από τον προαναφερθέντα δίσκο.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Ένα αντίο στον Roy Tarpley (1964-2015)

Όταν ήμουνα μικρός, ήθελα να γίνω μπασκετμπολίστας. Διάβαζα Τρίποντο και έβλεπα όλες τις ζωντανές μεταδόσεις αγώνων στην τηλεόραση. Κι ένας από τους παίχτες που γούσταρα να βλέπω να καρφώνουν ήταν ο μέγας Roy...

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Ένα αντίο στον Joe Cocker (1944-2014)

Αν ακούς μουσική, αποκλείεται να μην ήρθες κάποια στιγμή "αντιμέτωπος" με τη μοναδική φωνή του Joe Cocker. Κι ακόμα κι αν δεν ανήκες στους φαν του, δεν γινόταν να μη βρεις πράγματα να αγαπήσεις στη δισκογραφία του. Για κάποιο λόγο ο Cocker ήταν για μένα κάτι σαν "παγκόσμια μουσική σταθερά", ένας καλλιτέχνης που μπορεί να μην παρακολουθούσα προσεχτικά αλλά που ένιωθα ότι θα είναι πάντα "εκεί". Τον αποχαιρετώ με το τελευταίο τραγούδι του που γούσταρα: "...love is a gold mine, yeah!"

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες