Αν το όνομα του Ηρακλή Δαΐτση σάς φαίνεται γνωστό, δεν κάνετε λάθος: τον γνωρίζουμε εδώ και κάποια χρόνια, ως μπροστάρη του θεσσαλονικιώτικου ροκ συγκροτήματος Ψύλλοι Στ' Άχυρα. Λίγο πριν την εκπνοή του 2025, όμως, ο Δαΐτσης θέλησε να μας συστηθεί ξανά, ως σόλο τραγουδοποιός αυτή τη φορά, μέσα από το άλμπουμ Όταν Κοιμήθηκε Η Ζωή Μες Στο Σαλόνι. Μέσα από τα εννέα νέα τραγούδια του (συν μία ορχηστρική σύνθεση) αποκαλύπτεται μια διαφορετική, πιο ατμοσφαιρική και εσωστρεφής πλευρά του, η οποία μάς έβαλε στην πρίζα για να τον... "ανακρίνουμε".
Έχουν περάσει κάποιοι μήνες από την κυκλοφορία του Όταν Κοιμήθηκε Η Ζωή Μες Στο Σαλόνι. Πώς νιώθεις σε ό,τι αφορά την υποδοχή που έλαβε μέχρι στιγμής η δουλειά σου; Και πώς σου ακούγεται σήμερα ο δίσκος;
Χαίρομαι πολύ που αυτός ο δίσκος ολοκληρώθηκε και βγήκε προς τα έξω. Κουβαλάει σκέψεις και ονειροπολήσεις πέντε και πλέον χρόνων, οπότε το να τον βλέπω πια ως ένα ενιαίο σώμα με γεμίζει ικανοποίηση. Καλλιτεχνικά έλαβε πολύ θετικές κριτικές -κάτι που με εξέπληξε ευχάριστα. Από την άλλη, εμπορικά ακολουθεί μια πιο δύσκολη διαδρομή, όπως συμβαίνει συχνά με τέτοιου τύπου δουλειές. Ακόμα ψάχνει τον δρόμο του, και ίσως αυτό να είναι μέρος της φύσης του.
Στα credits του άλμπουμ συναντάμε το όνομα του Χρήστου Αλεξόπουλου, ο οποίος υπογράφει την παραγωγή και συνυπογράφει μαζί σου τη ενορχήστρωση. Πώς λειτούργησε η συνεργασία σας;
Με τον Χρήστο γνωριζόμαστε πάνω από δέκα χρόνια, οπότε υπάρχει μια βαθιά κατανόηση και εμπιστοσύνη. Αυτό έκανε τη συνεργασία ουσιαστική. Μπήκε σε μια νέα αισθητική που του πρότεινα -διαφορετική από ό,τι είχαμε κάνει στους Ψύλλους- και είχε την υπομονή να αντέξει τις εμμονές και τις αμφιβολίες μου. Και φυσικά το ίδιο ίσχυσε και από την πλευρά μου. Ήταν μια διαδικασία αμφίδρομη, με τριβή αλλά και κοινό στόχο.
Στα περισσότερα τραγούδια του δίσκου μοιάζει να κυριαρχούν δυσοίωνες εικόνες, και μια μάλλον απαισιόδοξη διάθεση. Όλο αυτό πηγάζει από τη γύρω πραγματικότητα ή παίζει ρόλο και η φαντασία;
Δεν τις αντιλαμβάνομαι δυσοίωνες ή αισιόδοξες αυτές τις εικόνες. Εκτός βέβαια από το τραγούδι "Τρενάκια", που εκ των πραγμάτων πετάει πάνω από το έγκλημα των Τεμπών. Όπως είπα και πιο πάνω, ο δίσκος είναι ένα ημερολόγιο ονειροπολήσεων. Με απασχόλησε η έννοια του χρόνου -όχι μόνο ως πέρασμα, αλλά ως οντότητα, ως κάτι που αφήνει αποτυπώματα και δημιουργεί αντανακλάσεις. Ωστόσο, είναι σκοτεινός ο δίσκος, το αισθάνομαι και εγώ, φυσικά. Όχι όμως σαν μήνυμα απαισιοδοξίας ή κάτι τέτοιο, αλλά επειδή μιλάει για το ανικανοποίητο, τη ματαιοδοξία, τα φαντασμένα μεγαλεία του ανθρώπου, και επειδή εικονογραφεί ίσως δρόμους και κόσμους που δεν επιλέχθηκαν.
Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείς συνήθως, όταν γράφεις; Ξεκινάς από τη μουσική ή από τον στίχο;
Δεν έχω σταθερή αφετηρία ή συγκεκριμένη στρατηγική. Άλλοτε ξεκινάω από μια φράση - στίχο που προκύπτει από κουβέντες που κάνω μόνος ή μια εικόνα και ψάχνω τον ήχο της, κι άλλοτε από ένα μουσικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται μέχρι να αρχίσει να "ζητάει" λόγια. Αν ζητάει! Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ατμόσφαιρα. Αν βρεθεί ο χώρος μέσα στον οποίο θα κινηθεί το τραγούδι, τότε τα υπόλοιπα έρχονται σταδιακά. Δεν γράφω με πρόγραμμα -περισσότερο παρατηρώ.
Εκτός από τραγουδοποιός/μουσικός είσαι και κοινωνικός λειτουργός. Αυτοί οι δύο ρόλοι είναι στεγανοί, ή θα έλεγες ότι ο ένας επηρεάζει τον άλλο; Και με ποιους τρόπους;
Καθόλου στεγανοί. Η δουλειά μου με φέρνει κοντά σε ιστορίες και εμπειρίες που δύσκολα αφήνουν κάποιον ανεπηρέαστο. Δεν τις μεταφέρω αυτούσιες στα τραγούδια -θα ήταν και άδικο. Ωστόσο, επηρέασαν τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο: την ευθραυστότητα, την αντοχή, τη σιωπή. Από την άλλη, οι τέχνες λειτουργούν σαν γλώσσα που λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να βιώσεις τα παραπάνω. Αυτός είναι και ο ρόλος της τέχνης, νομίζω: να βιώνεις, όχι να κατανοείς. Κάπου εκεί δημιουργείται μια ισορροπία. Κάθε φορά που εκνευρίζομαι με τη δουλειά μου, σκέφτομαι τα παραπάνω ώστε να ηρεμώ!
Στο κανάλι σου στο YouTube υπάρχουν ξεχωριστά βιντεοκλίπ για καθένα από τα τραγούδια του δίσκου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Αρχοντή. Ποιοι οι λόγοι αυτής της επιλογής;
Ήθελα κάθε τραγούδι να έχει τον δικό του χώρο, όχι μόνο ηχητικά, αλλά και οπτικά. Ο δίσκος είναι εσωτερικός, οπότε τα βίντεο λειτούργησαν σαν προεκτάσεις αυτών των μικρών κόσμων. Τη δουλειά του Αλέξη τη γνώριζα γιατί είχαμε κάνει δουλειές με τους Ψύλλους παλαιότερα. Αυτήν τη φορά, ωστόσο, ανακάλυψα πως υπήρχε μεταξύ μας κοινή αντίληψη και φιλοσοφία στον τρόπο σκέψης, και φυσικά μού άρεσε πολύ η αισθητική του. Προσεγγίσαμε κάθε κομμάτι σαν μια αυτόνομη ιστορία, χωρίς να προσπαθήσουμε να το εξηγήσουμε. Θέλαμε περισσότερο να το αφήσουμε να υπάρξει ελεύθερο σε κάποιο κόσμο.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται έντονη συζήτηση για τον ρόλο της Τεχνητής Νοημοσύνης, και τους κινδύνους που ενέχει η χρήση της. Πώς νιώθεις για το συγκεκριμένο ζήτημα; Έχεις πειραματιστεί με τέτοια εργαλεία στη μουσική σου;
Ίσως κάπου να το χρειαστώ σαν εργαλείο, αλλά με επιφυλάξεις. Στον χώρο της παραγωγής ήχου (μίξεις κ.τ.λ.) μπορεί να βοηθήσει πολύ. Ποιος ξέρει, μπορεί να ανοίξει δρόμους, κυρίως σε επίπεδο πειραματισμού, όμως υπάρχει και ο κίνδυνος της ομογενοποίησης. Αν βοηθήσει τον άνθρωπο να ψάξει περισσότερο τον εαυτό του τότε είμαι οκ, αν τον κάνει απλώς εντολέα επιτυχιών δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που με συγκινεί στη μουσική και γενικά στις τέχνες είναι το "λάθος", η ατέλεια. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε ανθρώπινο στοιχείο. Μου αρέσουν τα λάθη, διότι δημιουργούν και νέους δρόμους. Θυμάμαι τον Περίδη που έλεγε πως είχε γράψει ένα τραγούδι επειδή πάτησε λάθος νότα και έπειτα τον οδήγησε κάπου αλλού και το κράτησε. Το έχω πάθει και εγώ πολλές φορές. Θέλω να παθαίνω τέτοια πράγματα! Είτε με αυτόν τον τρόπο είτε με οποιονδήποτε, και να ξεφεύγω από τις φόρμουλες που έχει εκπαιδευτεί το μυαλό μου! Έτσι έχει πλάκα η δημιουργία, η ζωή δηλαδή στο κάτω κάτω. Δεν την έχω χρησιμοποιήσει μέχρι στιγμής την τεχνητή νοημοσύνη στη δημιουργία των κομματιών μου. Αν το κάνω, θα είναι περισσότερο ως μέσο διερεύνησης και όχι ως υποκατάστατο της διαδικασίας.
Κυκλοφορήσατε πολύ πρόσφατα με τους Ψύλλους Στ’ Άχυρα το EP Θερμαϊκός, ενώ έχετε ήδη προγραμματίσει live εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Πες μας για αυτό το νέο υλικό. Είναι προάγγελος ενός νέου άλμπουμ;
Ο Θερμαϊκός είναι συνέχεια, αλλά και μια μικρή μετατόπιση για τους Ψύλλους. Κρατάει τον πυρήνα της μπάντας, αλλά δοκιμάζει και νέα πράγματα, τόσο ηχητικά όσο και αισθητικά. Δεν ξέρω αν είναι ξεκάθαρα προάγγελος ενός άλμπουμ, αλλά σίγουρα ανοίγει έναν δρόμο προς αυτήν την αισθητική.
Κλείνοντας, τι σχεδιάζεις σε σχέση με τη σόλο πορεία σου; Θα παρουσιάσεις τα τραγούδια αυτά ζωντανά; Υπάρχουν άλλα τραγούδια που προτίθεσαι να ηχογραφήσεις προσεχώς;
Υπάρχει η σκέψη να παρουσιαστεί ο δίσκος ζωντανά μέσα στο επόμενο διάστημα. Ψάχνω για μουσικούς, ώστε να φτιαχτεί μια μπάντα, και με μερικούς έχουμε ήδη ξεκινήσει τις πρόβες. Λογικά, το βλέπω να υλοποιείται το φθινόπωρο. Παράλληλα δουλεύω πάνω σε μια συλλογή κειμένων που θέλω κάποια στιγμή να βρω χρόνο να τα ολοκληρώσω, όπως και νέα τραγούδια, χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Όλα στην ώρα τους!
Ο Δημήτρης Μεσημέρης μπήκε στο ραντάρ μου σχετικά πρόσφατα, όταν τον φιλοξένησα στο Gimme 10. Κι όμως η ιστορία του στη δισκογραφία μετράει ήδη περισσότερα από 10 χρόνια. Νομίζω, πάντως, ότι είναι με το πρόσφατο άλμπουμ του, με τίτλο ΤΙΚ ΤΑΚ, που ο Μεσημέρης αλλάζει πίστα: στα 8 νέα τραγούδια που παρουσίασε σε αυτό, με τη συνδρομή του Λευτέρη Μουμτζή στις ενορχηστρώσεις, αποδεικνύει ότι είναι ένα πρόσωπο που αξίζει να παρακολουθούμε στο εξής.
Με αφορμή αυτή την κυκλοφορία, είχα τη χαρά να κάνω μια κουβέντα μαζί του, για λογαριασμό του Υπογείου. Διαβάστε όσα είχε να μου πει πατώντας εδώ.
Τον τραγουδοποιό Τρύφωνα Λάζο τον παρακολουθώ από το σόλο ντεμπούτο του (Αναφορά, Puzzlemusik, 2019) -είχα μάλιστα υπογράψει και μια δισκοκριτική τότε. Φέτος κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ του, με τίτλο Κάρμα Κομεντί, και πάλι υπό την αιγίδα της δισκογραφικής εταιρείας του Χρήστου Αλεξόπουλου. Με αφορμή αυτό, κάναμε μια συνέντευξη μέσω Zoom (οι αποστάσεις βλέπετε...), ένα κυριακάτικο απόγευμα του περασμένου Ιουνίου, για λογαριασμό του Υπογείου. Την αποτύπωση αυτής της κουβέντας μας μπορείτε να τη διαβάσετε πατώντας εδώ.
Θα μπορούσα να μην έχω περιμένει μέχρι να βγάλει το βιβλίο του για τους Scorpions, για να ζητήσω από τον Χάρη Συμβουλίδη μια συνέντευξη. Είναι εδώ και χρόνια, άλλωστε, που έχω καταλήξει ότι είναι ο σημαντικότερος Έλληνας μουσικοκριτικός για τον 21ο αιώνα. Φυσικά, η συγκυρία της έκδοσης του 60 Χρόνια Scorpions: Το Γερμανικό Ροκ Φαινόμενο Που Λάτρεψε Η Ελλάδα, από τις εκδόσεις Λογότυπο, δεν είναι διόλου αμελητέα αφορμή, αφού πρόκειται για μια εξαιρετική κριτική βιογραφία, από εκείνες που σπάνια κυκλοφορούν στα μέρη μας. Το γεγονός ότι επί 10 έτη ο Συμβουλίδης δεν έβρισκε εκδότη θεωρώ ότι εξηγείται εύκολα, αν δει κανείς τι ευδοκιμεί στον χώρο του ελληνικού μουσικού βιβλίου όλα αυτά τα χρόνια.
Τον συνάντησα στα μέσα Ιουνίου, στην Πλατεία Βαρνάβα του Παγκρατίου -εκεί που ούτως ή άλλως συναντιόμαστε όποτε είναι να τα πούμε. Φυσικά τον ρώτησα για το βιβλίο, αλλά ήθελα να επεκταθώ και σε άλλα ζητήματα. Κάποια από τα πολλά που κουβεντιάσαμε δημοσιεύτηκαν στο πάντα φιλόξενο Υπόγειο του Μιχάλη Νικολίτση, και τα διαβάζετε πατώντας εδώ.
Τα εκάστοτε σχέδια του Διαμαντή Διαμαντίδη έχω τη χαρά και την τιμή, εδώ και χρόνια, να τα μαθαίνω από πρώτο χέρι, στις κατά καιρούς ιδιωτικές συζητήσεις μας. Έτσι, είχα μάθει από καιρό και για την επιστροφή του στη δισκογραφία, χωρίς τη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή πια, ως σόλο καλλιτέχνης.
Με την κυκλοφορία του 44, ενός ιδιαίτερα καλαίσθητου άλμπουμ σε μορφή βιβλίου/κόμιξ, το οποίο περιέχει 8 μελωδικότατα τραγούδια, είπαμε να κάνουμε και μια δημόσια συζήτηση. Και είχαμε για αυτό την άψογη φιλοξενία του Μιχάλη Νικολίτση, στο Υπόγειό του. Παρεμπιπτόντως, είναι η πρώτη δημοσιευμένη συνέντευξή μου (και 175η συνολικά), έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια.
Διαβάστε όσα (πολλά) είχαμε να πούμε πατώντας εδώ.
Βρήκα έξοχο το Ways To End A Letter, το ντεμπούτο άλμπουμ των Listen It Speaks, κι έτσι ανέλαβα με χαρά μια συνέντευξη μαζί τους. Τελικά, βέβαια, ήταν κυρίως ο φίλος και συνεργάτης Δημήτρης Όρλης που κάθισε να βγάλει ερωτήσεις, κι εγώ απλώς συμπλήρωσα κάποιες. Σε κάθε περίπτωση, πατώντας εδώ θα κάνετε μια πρώτη γνωριμία με τρία νέα παιδιά (Άλκης Νίλεντ, Αναστασία Κωνσταντινίδου, Demetria) που έχουν και παρόν και μέλλον στην εγχώρια μουσική σκηνή.
Όντας παιδί της ποπ και ροκ κουλτούρας, και παρά την κλασική μουσική παιδεία που έλαβα ως παιδί, έχω συχνά μια υποσυνείδητη προκατάληψη απέναντι σε ορχηστρικά έργα. Κάπως έτσι στάθηκα και απέναντι στο Tangos Of The Magic Reality του Γιάννου Αιόλου -λόγω και του επιπλέον εμποδίου ότι το τάνγκο δεν ανήκει στις μουσικές παραδόσεις που έχω εξερευνήσει επαρκώς.
Κι όμως, ο δίσκος του Αιόλου τα γκρέμισε όλα αυτά, με τον μελωδικό και αρμονικό πλούτο του, και με την άρτια μουσικότητά του, που έχει αποτυπωθεί άψογα στην ηχογράφηση. Είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς, μέχρι στιγμής. Κάπως έτσι προέκυψε και η συνέντευξη που κάναμε με τον συνθέτη, από κοινού με τον Δημήτρη Όρλη, για το Mix Grill. Πρόκειται για μια κουβέντα που αποκαλύπτει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με έναν ικανότατο συνθέτη, αλλά και με έναν σκεπτόμενο και εύγλωττο συνομιλητή.
Το Pillow Shifter, το τέταρτο άλμπουμ της Demetria, είναι από εκείνα που απόλαυσα πραγματικά φέτος. Ο κόσμος της νεαρής δημιουργού εκπέμπει φως αλλά και μυστήριο, και τα τραγούδια είναι γεμάτα μελωδικούς γάντζους και γοητευτικά αμαλγάματα αναφορών. Τη συνέντευξη μαζί της τη συζήταγα καιρό με τον Χρήστο Αλεξόπουλο, τον ιθύνοντα νου της Puzzlemusik, αλλά οι διάφορες ατυχίες μάς καθυστέρησαν. Σήμερα, επιτέλους, η κουβέντα μας δημοσιεύεται στο Mix Grill.
Πάντα απολαμβάνω τις συζητήσεις μου με τον Φοίβο Δεληβοριά. Το ήξερα ότι θα είναι έτσι, πριν ακόμα τον γνωρίσω από κοντά, τον Γενάρη του 2011. Εκείνη η πρώτη συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο e-orfeas.gr, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια στο διαδίκτυο. Ακολούθησαν κάμποσες ιδιωτικές συνομιλίες μας, κι ένα άρθρο που γράφτηκε με τη στενή συνεργασία του, ώσπου φτάσαμε στη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε σήμερα στο mic.gr.
Τον συνάντησα στο στούντιο Zero Gravity, έναν χώρο όπου, μια φορά κι έναν καιρό, έκανα κι εγώ πρόβα με τη μπάντα μου. Τον βομβάρδιζα με ερωτήσεις επί 1 ώρα και 22 λεπτά, και το αρχικό κείμενο της απομαγνητοφώνησης ξεπέρασε τις 10.000 λέξεις. Αυτό που θα διαβάσετε είναι μια πολύ συντομευμένη εκδοχή, μικρότερο απ' το μισό του αρχικού. Δεν ήθελα να κόψω τίποτα, αλλά δεν θα το διάβαζε και κανείς.
Χρειάστηκε παραπάνω από μία εβδομάδα για να γίνει η δημοσίευση, και αυτό το διάστημα έζησα απίστευτα όμορφες, αλλά και απίστευτα δύσκολες στιγμές. Ξεκίνησα να πληκτρολογώ ένα πρωί στα Άνω Ιλίσια, όλοι στο σπίτι να κοιμούνται, την ημέρα που βαφτίστηκε, μέσα σε οικογενειακή και φιλική συγκίνηση, ο ανιψιός μου. Τελείωσα ξημερώματα, στο ημίφως του θαλάμου 37 του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης, άυπνος για μέρες, με το λάπτοπ ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι.
Στον δικό μου ιδανικό κόσμο, θα έκανα συνέχεια παρέα με τον Φοίβο Δεληβοριά -και με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, και με τον Διονύση Σαββόπουλο... Όχι για να του λέω τι να κάνει και να τον ζαλίζω με τα δικά μου, αλλά για να μπορώ να κάνω βουτιές στο μυαλό και στη σκέψη του. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι και μόνο που έχω τα τραγούδια του, αρκεί για να πλουτίσει η ζωή και η συχνά βάναυση καθημερινότητα.
Όχι ότι θα πάψω ποτέ να ελπίζω και σε μια επόμενη φορά...
Την τελευταία διετία (και κάτι) δεν δημοσιεύθηκε από πλευράς μου ούτε μία συνέντευξη, όταν τα προηγούμενα 12 χρόνια (2008-2020) είδαν το φως 170 (τουλάχιστον). Η αλήθεια είναι πως δεν απείχα από τον εν λόγω στίβο: στο διάστημα αυτό πραγματοποίησα γύρω στις 10-15 συνδιαλέξεις, στα πλαίσια της έρευνάς μου για το ελληνικό δισκογραφημένο τραγούδι. Όμως αυτές θα τις διαβάσετε αν και όποτε καταφέρω να τις οργανώσω σε κάτι που θα έχει νόημα να εκδοθεί.
Τέλος πάντων, ήταν ο Αντώνης Ξαγάς που με επανέφερε στην επαφή με τα τρέχοντα των συνεντεύξεων, προτείνοντάς μου μια κουβέντα με τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Είπα αμέσως ναι, και πώς θα μπορούσα αλλιώς; Η συγκεκριμένη καλλιτεχνική ομάδα είναι, άλλωστε, μία από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις στο ελληνικό τραγούδι -και έχει εξαίσιο όνομα. Σήμερα ήρθε η στιγμή να διαβάσετε όσα είχε να μου πει ο Χάρης Γ. Καβαλλιεράτος, για το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον. Παρακαλώ, πατήστε εδώ.
Οι Σουηδοί Viagra Boys θα έπαιζαν αύριο στο Peraeus 117 Academy και το ελληνικό κοινό θα είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει από κοντά όσα τους έχουν κάνει θέμα συζήτησης τα τελευταία χρόνια. Όμως ο περιβόητος κορωνοϊός είχε άλλη γνώμη, ως γνωστόν, και η συγκεκριμένη εμφάνιση είναι μία από τις πολλές που ακυρώθηκαν λόγω των προληπτικών μέτρων που εφαρμόζονται στη χώρα. Η συνέντευξη που πήρα από τον κιθαρίστα Benjamin Vallé έχει, παρ' όλα αυτά, το ενδιαφέρον της -οπότε ρίξτε μια ματιά εδώ.
Ο Βύρωνας Κατρίτσης, ο Chris Setel και ο Νίκος Γιούσεφ διέγραψαν, ως Neon, μια τροχιά που πρόσφερε πάντα αξιόλογες οπτικές του κοινού τους μουσικού οράματος. Με το Riverbank, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αποφάσισαν να... επιστρέψουν αποχωρώντας: θα είναι το τελευταίο τους άλμπουμ, καθώς στο εξής θα ακολουθήσουν διακριτές πορείες. Στην κουβέντα που έκανα μαζί τους, για λογαριασμό του Avopolis, εξηγούν τα πώς και τα γιατί των εξελίξεων. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.
Οι Potergeist έχουν ήδη διαγράψει μια πορεία 15 χρόνων στον χώρο του σκληρού ήχου, υπηρετώντας το αγαπημένο τους southern metal/stoner rock χαρμάνι. Φέτος κυκλοφόρησαν το 5ο στούντιο άλμπουμ τους, που έχει τον τίτλο Rain Over Hell. Ενόψει της ζωντανής παρουσίασής του, την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου, στο AN Club, είχα την ευκαιρία να απευθύνω μερικές ερωτήσεις στον μπροστάρη τους, Άλεξ Σπανίδη. Πατήστε εδώ για να διαβάσετε όσα είχε να μου πει.
Τον Δημήτρη Μυστακίδη τον πρωτοπήρα είδηση τότε που ήταν "απλώς" ο κιθαρίστας των Λαϊκεδέλικα του Θανάση Παπακωσνταντίνου. Τον παρακολούθησα, όμως, και στα δικά του πειράματα, και απόλαυσα ιδιαιτέρως το Εσπεράντο, καθώς και τα υπόλοιπα άλμπουμ με τα οποία μάς παρουσίασε τη δική του εκδοχή για το ρεμπέτικο.
Το φετινό Εδώ & Εκεί είναι το τέταρτο πόρισμα της έρευνας του Μυστακίδη, και σηματοδοτεί διάφορες μεταβάσεις για τον ίδιο και την πορεία του. Μου τα εξήγησε όλα σε μια κουβέντα που έκανα μαζί του για λογαριασμό του Avopolis. Διαβάστε πατώντας εδώ.
Το άλμπουμ Paradise του 2016 (το οποίο αργότερα επανακυκλοφόρησε ως Paradise Plus) έδειξε ότι ο Ορφέας Περίδης, παρά τα 30 χρόνια παρουσίας του στη δισκογραφία, παραμένει ένας έξοχος τραγουδοποιός. Ο οποίος, επίσης σταθερά, μιλάει καλύτερα μέσα από τα τραγούδια του, παρά μέσα από τις συνεντεύξεις του. Όπως και να 'χει, μια απόπειρα συνομιλίας μαζί του, έστω και μακρόθεν, έχει πάντα το ενδιαφέρον της, θέλω να πιστεύω. Πατήστε εδώ, λοιπόν, για να διαβάσετε όσα είχε να μου πει.
Επέστρεψε δυναμικά φέτος έπειτα από χρόνια αποχής, με πολύ καλό δίσκο (εδώ η άποψή μου), αλλά και ζωντανές εμφανίσεις. Ο λόγος για τον Βασιλικό Σακκά, τον ηγέτη των Raining Pleasure που την τελευταία δεκαετία ακολουθεί σόλο διαδρομή. Είχα πράγματα να τον ρωτήσω, ακόμα περισσότερα είχε εκείνος να μου πει. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.
Πρόσωπα που κουβαλούν το καθένα τη δική του μυθολογία, ο Alexander Hacke και η Danielle de Picciotto έχουν για χρόνια μια κοινή διαδρομή, ως ζευγάρι στη ζωή και στην τέχνη. Ως hackedepicciotto ηχογραφούν και παρουσιάζουν τη μουσική τους ανά τον κόσμο, έχοντας εγκαταλείψει πολλές από τις συμβάσεις και συνθήκες που συνήθως αναζητούν οι άνθρωποι προκειμένου να νιώθουν ασφαλείς. Τους κουβέντιασα για αυτά και για διάφορα άλλα, με αφορμή την επερχόμενη εμφάνισή τους στην Αθήνα (30 Μαρτίου, Death Disco). Πατήστε εδώ για τα περαιτέρω.
Πίσω από το ποιητικό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο βρίσκεται στην ουσία ένα πρόσωπο: ο μουσικός και επιστήμονας Κωστής Γαρδίκης. Το φετινό του άλμπουμ, που φέρει τον τίτλο Honey, απέδειξε ότι είναι ικανότατος στο στήσιμο στιβαρών τραγουδιών σκοτεινής ποπ χροιάς. Η συνέντευξη που του πήρα, με αφορμή την επερχόμενη πρώτη επίσημη παρουσίαση του Honey (Κυριακή 9 Δεκεμβρίου, Six d.o.g.s.), αποσαφηνίζει διάφορα θέματα γύρω από τη ζωή και την τέχνη του. Διαβάστε την εδώ.
Η Angelika Dusk είναι μία από τις νέες και υποσχόμενες γυναικείες φωνές της εγχώριας σκηνής. Με το Beautiful Mess, το δεύτερο άλμπουμ της, να είναι ακόμα ζεστό, η τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια πατάει απόψε το σανίδι του Faust, στην πρώτη της ζωντανή εμφάνιση για τη φετινή σεζόν. Με αυτή την αφορμή έκανα μια κουβέντα μαζί της, για λογαριασμό του Avopolis.
Μπάντα με δυσανάλογο μικρό, σε σχέση με την αξία της, αντίκτυπο, οι And Also The Trees μετράνε πλέον κοντά 40 χρόνια δράσης. Συχνοί επισκέπτες της χώρας μας, επανέρχονται για μια βραδιά στη Death Disco, το Σάββατο 20 Οκτωβρίου. Ο μπροστάρης Simon Huw Jones απάντησε διεξοδικά στις ερωτήσεις που του έθεσα για λογαριασμό του Avopolis. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.