Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Για τη Λαμπρινή Καρακώστα (με αφορμή την εμφάνισή της στη Σαντορίνη)

Το περασμένο Σάββατο (11 Οκτωβρίου), η Λαμπρινή Καρακώστα επισκέφτηκε τη Σαντορίνη, για μια εμφάνιση στο εντευκτήριο της Εστίας του Πύργου Καλλίστης. Μαζί της είχε την ικανότατη Δέσποινα Σπανού, η οποία τη συνόδευσε με το τσέλο και τα φωνητικά της, ενώ η ίδια, πέραν της φωνής, χειρίστηκε κλασική κιθάρα, μεταλλόφωνο και κρουστά.

Την Καρακώστα την είχα πρωτοδεί το 2012, σε ένα live στη μουσική σκηνή Πυρήνας, στην Αθήνα, την εποχή που εμφανιζόταν δίπλα στον τραγουδοποιό Νίκο Ζουρνή. Με εντυπωσίασε τότε (εδώ όσα είχα γράψει στο Mix Grill), όπως και την επόμενο χρονιά, που την είδα στο πλευρό του Σωκράτη Μάλαμα, στο Θέατρο Βράχων (περισσότερα εδώ). Όμως, τούτη ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ένα δικό της πρόγραμμα και να βγάλω κάποια πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα.

Είναι, λοιπόν, η Λαμπρινή Καρακώστα μια ιδιαίτερα αξιόλογη περίπτωση καλλιτέχνιδας: αυτάρκης περφόρμερ, σίγουρη, επικοινωνιακή, όσο χρειάζεται θεατρική -μια παρουσία λαμπερή, με ουσιαστικό τρόπο. Νιώθω, μάλιστα, ότι έχει πολλά περισσότερα να δώσει από άλλες συναδέλφους της, των οποίων, όμως, το όνομα και η δράση ακούγονται πολύ περισσότερο. Εκτός των άλλων, το εύρος των ακουσμάτων της, και ο τρόπος που τα ενσωματώνει στη σκηνική της παρουσία και στο ρεπερτόριο που επιλέγει, λέει πολλά για την αληθινά ενδιαφέρουσα ιδιοσυγκρασία της. Για την αναμενόμενη δισκογραφική της εργασία, όπου θα συστήνεται επισήμως και ως τραγουδοποιός, δεν μπορώ να πω ακόμα πολλά: το "Η Αγάπη Μένει", που υπάρχει ήδη στο YouTube (ακούστε το παρακάτω), είναι καλοστεκούμενο, και τα υπόλοιπα που μας παρουσίασε εκείνο το βράδυ το ίδιο, όμως θα χρειαστεί να περιμένουμε για το ολοκληρωμένο προϊόν. Σε κάθε περίπτωση, μόνο συν μπορεί να αποτελέσει για την ίδια η αποκάλυψη αυτού του νέου προσώπου της.

Ήμασταν-δεν ήμασταν 30 άτομα στο κοινό το περασμένο Σάββατο, σε μια συναυλία που είχε δωρεάν είσοδο. Δεν ξέρω αν η Καρακώστα παίζει συχνά σε τόσο μικρά ακροατήρια, πάντως η εν λόγω προσέλευση με έκανε να σκεφτώ ξανά τα εμπόδια που συναντούν οι άνθρωποι που επιλέγουν να ακολουθήσουν μια -λιγότερο ή περισσότερο- συνεπή μουσική "καριέρα". Το απαίδευτο κοινό, η αδιαφορία των μέσων ενημέρωσης (να με συγχωρείτε, αλλά η αναδημοσίευση δελτίων Τύπου δεν αποτελεί ένδειξη ουσιαστικού ενδιαφέροντος), το γενικότερο modus vivendi που έχει επικρατήσει στην επαρχία -οι ενάντιοι παράγοντες είναι πολλοί.

Όμως καλό είναι να αισιοδοξούμε, κινητοποιούμενοι παράλληλα προς την κατεύθυνση της στήριξης εκείνων των προσώπων που θέλουμε να έχουν ενεργό ρόλο στο τραγούδι μας.

Για μένα, η Λαμπρινή Καρακώστα είναι σίγουρα ένα από αυτά τα πρόσωπα.

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από τη Facebook σελίδα της Λαμπρινής Καρακώστα.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Συνέντευξη με τους And Also The Trees

Μπάντα με δυσανάλογο μικρό, σε σχέση με την αξία της, αντίκτυπο, οι And Also The Trees μετράνε πλέον κοντά 40 χρόνια δράσης. Συχνοί επισκέπτες της χώρας μας, επανέρχονται για μια βραδιά στη Death Disco, το Σάββατο 20 Οκτωβρίου. Ο μπροστάρης Simon Huw Jones απάντησε διεξοδικά στις ερωτήσεις που του έθεσα για λογαριασμό του Avopolis. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Μνήμη Γιώργου Μαυρομανωλάκη

Ήταν Τρίτη 17 Ιουλίου, που ο παλιός μου φίλος, ο Γιώργος Μαυρομανωλάκης, πέταξε από τα τείχη στο Κομμένο Μπεντένι Ηρακλείου για κάπου αλλού. Πάνε σχεδόν τρεις μήνες από τότε, αλλά είναι σαν να συνέβη μόλις. Είναι σαν να μη συνέβη ποτέ.

Πώς να δεχτώ ότι ο Μαύρος δεν υπάρχει πια, όταν υπήρχε πάντα στο μυαλό μου, κι ας μην ήταν κοντά; Όταν ερχόταν απρόσκλητος στη σκέψη μου, για να πει τη γνώμη του για ένα τραγούδι μου ή για να απαντήσει σε μια φράση μου, σε έναν διάλογο που δεν τελείωσε ποτέ;

Τον θυμάμαι να λέει συγκλονιστικά το "Αχ, στην αρχή των τραγουδιών..." εκείνο το βράδυ που έκανα πρεμιέρα με την κομπανία σε μια ταβέρνα στο Κουμ Καπί. Τον θυμάμαι να ενθουσιάζεται με μια μέτρια μουσική ιδέα μου. Ήταν πάντα ενθουσιώδης για τη μουσική, αλλά απογοητευόταν εύκολα από την κακία και τη μικρότητα των ανθρώπων.

Δούλευε πολύ από νέος: είχε το πάθος και την υπομονή. Στις μουσικές σκηνές των Χανίων έγινε από νωρίς περιζήτητος. Ξενυχτούσε στο πάλκο για το μεροκάματο, κι έπειτα σκάλιζε τα τραγούδια του και τα ηχογραφούσε στον υπολογιστή με τα πρωτόλεια προγράμματα της εποχής. Από εκείνον, κι από τον φίλο μας τον Ιωάννη Νούσια, έμαθα το n-Track, και μπήκα κι εγώ στον κόσμο των σπιτικών ηχογραφήσεων.

Είχε του κόσμου τα όργανα στο σπίτι του, κρεμασμένα στους τοίχους -και ήξερε να τα χειριστεί. Μου δάνεισε κάποτε, θυμάμαι, ένα μαντολίνο κι ένα ντέφι για μια ηχογράφηση. Τις κιθάρες του τις ονόμαζε: Μαρία, Ειρήνη κλπ. Και είχε δυνατό αφτί: άκουγε τα πάντα, τις αρμονίες και τις λεπτομέρειες στις μελωδικές κινήσεις.

Διαφωνούσαμε συχνά, για διάφορα θέματα. Μια μεγάλη μας κόντρα ήταν για το ποιος ήταν καλύτερος, ο Φοίβος Δεληβοριάς ή ο Αλκίννοος Ιωαννίδης: ήμουν με τον πρώτο, ήταν με τον δεύτερο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο που νοίκιαζε, μια μέρα, μου είπε "άκου αυτό" και έβαλε να παίξει το "Με Τόσα Ψέματα". Δεν με έπεισε ακριβώς, αλλά όποτε ακούω το τραγούδι, τον θυμάμαι. Μια άλλη φορά, που προσπαθούσε να βγάλει τα ακόρντα για τις "Κακές Συνήθειες", με ρώτησε τη γνώμη μου, αν στο ρεφρέν ήταν G/F# ή D/F#. Όταν του είπα, συμφώνησε. Κι εγώ ένιωσα καλά για τον εαυτό μου: αν ταυτιζόταν αυτό που ακούγαμε, δεν άκουγα και τόσο χάλια τελικά.

Δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ με τον χαμό του Μαύρου. Προσπαθώ να απεικονίσω, να αναμετρηθώ με τις τελευταίες στιγμές του. Προσπαθώ να μπω στη θέση του, να περπατήσω κι εγώ στους δρόμους της σκέψης που τον έφεραν εκεί. Αδύνατον.

Απομένει μόνο η μουσική.

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XIV: Μάνος Ελευθερίου

Το είχα χωμένο σε κάποιο παράμερο ράφι της βιβλιοθήκης μου από τότε που μου το δώρισε η ξαδέρφη μου η Ντίνα (το καλοκαίρι του 2008), και χρειάστηκε ο πρόσφατος θάνατος του συγγραφέα του για να το θυμηθώ και να το ξεθάψω.

Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ. Μα τι τίτλος είναι αυτός; Για κακή γυναικεία λογοτεχνία μου κάνει... Ξεκίνησα να διαβάζω ανόρεχτα, σαν να έκανα αγγαρεία. Σκέφτηκα: ας μην διαβάσω για ένα καλοκαίρι κάτι του Stephen King, θα νομίζουν ότι είμαι μονομανής -καλά, εδώ που τα λέμε είμαι.

Δεν περίμενα να διαβάσω αυτά που διάβασα, δεν περίμενα να είναι τόσο κοντά στον Stephen King η συλλογή αυτή διηγημάτων του Μάνου Ελευθερίου. Οι ιστορίες του μοιάζουν να έρχονται από τον κόσμο του ονείρου -του εφιάλτη, καλύτερα-, μοιάζουν προϊόντα παραίσθησης ή βγαλμένες από εκείνο το σκοτεινό μέρος του μυαλού όπου κατοικεί το μεταφυσικό. Μοιάζουν ταιριαστές, βέβαια, αν σκεφτείς ότι γράφτηκαν από έναν άνθρωπο που ταλαιπωρούνταν από λογής φοβίες: υπάρχει παντού ένα στρίμωγμα, μια αγωνία ασφυκτική, μια αίσθηση ότι οι τοίχοι κλείνουν να σε πλακώσουν.

Υπάρχει ψωμί εδώ, υπάρχουν ιδέες εμπνευστικές, υπάρχει ένα σκοτάδι ανθηρό.

[...] οι αναμνήσεις, όπως λένε και πολλοί συγγραφείς, πληγώνουν περισσότερο από τα πιο φριχτά γεγονότα.
-----
Κάθισε στο βράχο και τακτοποίησε το φουστάνι της με την ίδια φροντίδα που θα καθάριζε μια γοργόνα την ουρά της από τα φύκια. Τη φαντάστηκα γοργόνα και ολόγυρά της άγριες και πεινασμένες γάτες να της τρώνε μπουκιά μπουκιά την ουρά, να κόβουν ένα κομμάτι και να πηγαίνουν στην άκρη να το απολαύσουν με την ησυχία τους.
-----
Αν ό,τι είχε συμβεί το 'βλεπαν στο χωριό οι πονηροί και καχύποπτοι γείτονες, ασφαλώς θα 'τρεχαν στον αστυνόμο, στο δάσκαλο και οπωσδήποτε στον ιερέα για να τους εξηγήσουν αυτό το σπάνιο φαινόμενο. Είναι σίγουρο ότι ο καθένας θα ‘δινε τη δική του ερμηνεία και ίσως οι γονείς ν’ άκουγαν λόγια που θα τους πίκραιναν βαθιά. Ότι αυτό που συνέβαινε στο παιδί τους δεν ήταν μήνυμα του Θεού αλλά έργο του Σατανά, ότι ουσιαστικά ήταν δικό τους έργο - ποιος ξέρει τι παλιές αμαρτίες τους πλήρωνε το αθώο παιδί, ποιος ξέρει σε τι ανομίες είχαν κάποτε μπλεχτεί, με ποιους ύποπτους και αμαρτωλούς είχαν συναλλαγές. Πώς, επιπλέον, τα κατάφερναν να ζουν τόσο καλά αφού δεν φημίζονταν για τα πλούτη τους. Θα ζητούσαν επιτακτικά να εξεταστούν σήμερα κιόλας, αυτήν ακριβώς την ώρα, όλα τα κακά σημάδια και περιστατικά που είχαν χτυπήσει το χωριό τους τα τελευταία χρόνια και βρέθηκαν και οι γονείς μπλεγμένοι.
-----
Όσο για τους προπετείς γείτονες, αν το μάθαιναν, θα συμβούλευαν τους γονείς να πάρουν πρώτα τη γνώμη του ιερέα τους, που φημιζόταν για φρόνιμος άνθρωπος, πριν το τρέξουν στους γιατρούς, όπως το μεγαλύτερο παιδί τους, και ιδού τα αποτελέσματα, που κατάντησε δηλαδή κοτζάμ άντρας με τα φάρμακα.
-----
Κάποια στιγμή, χωρίς να το θέλει, η μητέρα φαντάστηκε να της δίνουν ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για κάποιες εμφανίσεις του παιδιού της σ’ ένα θίασο ποικιλιών. Η καρδιά της σκίρτησε καθώς έπιασε να ιεραρχεί τις ανάγκες του σπιτιού της. Συνήλθε όμως γρήγορα. Ντράπηκε. Μετάνιωσε. Πώς ήταν δυνατόν να εκμεταλλευτεί το ίδιο της το παιδί, και μάλιστα την ιδιαιτερότητά του. Τα χρήματα θα γίνονταν θηλιά στο λαιμό της και στο λαιμό ολόκληρης της οικογένειας. Τα χρήματα, σκέφτηκε, θα κερδίζονταν δίχως κόπο. Επομένως θα ήταν καταραμένα. Και θα έπρεπε να περιμένουν την τιμωρία τους από στιγμή σε στιγμή.
-----
Στο κεφάλι του ξανάρχεται ο μεγάλος συγγραφέας τον οποίο θαυμάζει και φοβάται, και είναι αυτός που του υπαγορεύει τι θα γράψει και πώς θα το γράψει, ενώ, πολλές φορές, νιώθει πως το χέρι του είναι δεμένο με το σιδερένιο χέρι εκείνου και γράφει γρήγορα, χωρίς να σκέφτεται, για εικόνες και περιστάσεις που ποτέ δεν φαντάστηκε και δεν υπολόγισε.
-----
Μια φυσική άνεση που είχα να ξεφεύγω από τις παγίδες με δίδαξε πως η κακή μου πείρα είναι ο καλός μου σύμβουλος.
-----
Φαίνεται πως τα μάτια της φιλίας θολώνουν όταν πρόκειται να σε κρίνουν ή να σε προστατέψουν.
-----
Γιατί πάντα υπάρχει ένας εχθρός. Και τα χρόνια που έρχονται τον θρέφουν μυστικά και τον δυναμώνουν με το αίμα μου και μένει στη σκοτεινή γωνιά του αμίλητος. Αν βήξει, θα τον ακούσω. Μα ποιος μου λέει ότι δεν είναι κάποιος πιστός και ειλικρινής φίλος που αγρυπνάει από αγάπη για μένα!
-----
Σ’ αυτό το λευκό νεκρό δωμάτιο κανείς δεν έστεκε σκεφτικός, ούτε ξέχασε ή έχασε κάτι. Εδώ έρχονταν σιωπηλοί, με την ψυχή στο στόμα, κοίταζαν αλαφιασμένοι από τα φινιστρίνια της πόρτας, σαν να παρακολουθούσαν μια μυστική τελετή, κάτι το απαγορευμένο ή κάτι που έπρεπε να το δουν λίγοι, να το κρατήσουν στην καρδιά τους και να το ‘χουν εικόνα μέσα τους και για πάντα. Προσεύχονταν κι έφευγαν γρήγορα.
-----
Τώρα όλα πάλι είναι μπερδεμένα μέσα του. Κάτι γίνεται σε αφάνταστη μοναξιά και ησυχία. Ένας συνεχής οξύς θόρυβος που έρχεται κατευθείαν απ' τον ουρανό, σαν να σκίζει κάποιος με μανία εφημερίδες και σκληρά χαρτιά. Κι οι άγνωστοι περαστικοί μιλάνε αλαφιασμένα και κλαίγοντας, λες και μασάνε γυαλιά και φτύνουν συνεχώς αίμα και δόντια.
-----
Αλλά αυτός που είχε σε τέτοια υπόληψη το στιλ της γραφής δεν μπορεί τώρα στα ξαφνικά να τα ποδοπατήσει όλα. Δεν είναι μόνο η καλλιέπεια, είναι το ότι πρέπει να είσαι σαφής και σύντομος. Οι λέξεις να λειτουργούν χωρίς σχόλια και ερμηνευτικές παραπομπές. Να 'χουν σειρά και συνέχεια και να 'ναι απαραίτητες όπως όλα τα χαρτιά της τράπουλας.
-----
Φοβόταν κιόλας μην γίνει περίγελος στις συγκεντρώσεις του κόμματος, που ξύνανε τα νύχια τους να βρουν στον καθένα συνήθειες και χειρονομίες μιας τάξης ανθρώπων οριστικά χαμένων, παρακμιακών, όπως τους έλεγαν, αποτυχημένων και ίσως ηττοπαθών.
-----
Από το μαύρο κουτί της τηλεόρασης βγαίνουν αίματα και χύνονται στο πάτωμα του δωματίου του. Εντόσθια, σακατεμένα σώματα από τροχαία, ξεριζωμένοι μετανάστες, αδικημένοι που ζητάνε έλεος, ομαδικοί τάφοι σ' άλλες χώρες, υπουργοί που υπόσχονται καλύτερες ημέρες. Για κείνον το καλύτερο θα ήταν ν' αλλάξει σπίτι. Ν' ανέβαινε ίσως στο ρετιρέ που πουλιέται σε λογική τιμή. Πού να τρέχει σ' άλλη γειτονιά! Τουλάχιστον στα ψηλά θα 'ναι κάπως ανεξάρτητος. Θα 'χει περισσότερο φως και περισσότερο αέρα.
-----
[...] έβλεπε την προκλητική νωθρότητα και την προσβλητική αδιαφορία των κατοίκων και, κυρίως, την απαράδεκτη επιμονή τους -που εξαπλώθηκε σαν επιδημία- να τους δοθεί η δυνατότητα να χτίσουν ακόμα και πολυκατοικίες, γκρεμίζοντας ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της πόλης.
-----
Ο θρίαμβος του μίσους στην επαρχία, που φαρμακώνει τους ανθρώπους μέχρι του σημείου να εύχονται να βγάλει ο αντίπαλος το κακό σπυρί.
-----
"Όταν ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, τότε ακούω από πολύ μακριά κάτι σαν καλπασμούς αλόγων και κάτι σαν θρόισμα από μεταξωτά φορέματα. Κάνω λάθος; Εσύ είσαι; Και με πόσες γυναίκες; Και τι ρούχα φορούν, τέλος πάντων; Και γιατί όλα αυτά να γίνονται μόνο νύχτα; Όταν το πρωί με πηγαίνουν σηκωτό σ' εκείνα τα μέρη απ' όπου νόμισα ότι ερχόταν ο καλπασμός, νιώθω να με κοιτάζουν τα δέντρα με μια συμπόνοια που δεν είδα ποτέ σε άνθρωπο".
-----
Έρχονται οι γιατροί και εξετάζουν, υπολογίζουν, υποθέτουν χωρίς να ελπίζουν, μιλούν ψιθυριστά, κάπου κάπου χαμογελούν για να δίνουν θάρρος στους συγγενείς που τους κοιτούν με αγωνία. Κανείς δεν ακούει τι λένε και κανείς δεν καταλαβαίνει τα συνθηματικά αγγλικά όπως τα μιλούν, άγνωστες λέξεις, ορολογίες της ιατρικής με σπάνια ονόματα. Ποιος τα σκέφτηκε και ποιος τα κατοχύρωσε να κυλούν έτσι όμορφα στο στόμα;
-----
Η τύχη το 'φερε να κατοικώ στον Παράδεισο περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ζω εντελώς φανταστικά (αυτή τη λέξη δεν μπορώ να σας την εξηγήσω), και φυσικά μου δημιουργεί προβλήματα. Ένα απ' αυτά είναι πως δεν έχω κανέναν γνωστό μου για παρέα. Είναι περίεργο μέσα σε τόσες χιλιάδες να  μην μπορώ να διακρίνω έναν άνθρωπο της γειτονιάς μου. Όσο για κείνους που γνώριζα απ' τις εφημερίδες (επιστήμονες, αθλητές, καλλιτέχνες), αυτοί ζουν όπως τα ξέρετε και στη γη. Κήποι, μέγαρα, αυτοκίνητα, και βέβαια μαζί μας καμιά επαφή.
-----
Και κάποτε στη ζωή μου, λοιπόν, ήρθαν τα πιο θλιβερά. Έβλεπα να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο και το σπίτι μια εποχή μού φαινόταν άλλοτε πολύ μικρό κι άλλοτε απέραντο. Το επάνω πάτωμα είχε αχρηστευτεί σχεδόν, δεν ανέβαινα πια, παρόλο που άκουγα θορύβους και κάτι σαν λαχανιασμένα τρεχαλητά. Ήξερα, βέβαια, πως θα ήταν ανόητο να πιστέψω ότι υπάρχουν φαντάσματα, αλλά όσο οι θόρυβοι μεγάλωναν κάθε νύχτα, τόσο περισσότερο πίστευα πραγματικά στη μοναξιά μου. Έτσι και κάπως έτσι έμαθα να ζω στην απομόνωσή μου.
-----
Το κακό, όπως όλα τα κακά, άρχισε νύχτα. Σαν να 'γινε σεισμός ή να βομβαρδίστηκαν σπίτια και άνθρωποι, κι ο καθένας θα ήταν πια μόνος του με τη ζωή του. Όπως τις πρώτες μέρες της Δημιουργίας.
-----
Πολλοί τρώνε το ανθρώπινο κρέας και λένε πως είναι νόστιμο, και είναι αναρχικός και προδότης όποιος δεν φάει. Μερικοί κάνουν εμετό από την αηδία και την ταπείνωση. Τα έντερα τα φουσκώνουν και τα κάνουν μπαλόνια. Γλιστρούν τα χέρια τους από τα αίματα και τα πράσινα γλοιώδη υγρά.
-----
Φαίνεται ότι τα παιδιά (και όχι πάντα στον ύπνο τους) μιλούν την άγνωστη γλώσσα των δέντρων και των υδάτων.
-----
Τώρα όλα μοιάζουν μ' έναν δαιμόνιο συγγραφέα που γράφει και ξαναγράφει την ίδια πρόταση και δεν μένει ποτέ ευχαριστημένος και συνεχώς την αλλάζει και μετατοπίζει τις λέξεις, και η πρώτη γίνεται δεύτερη και η τρίτη πέμπτη· και ξανά απ' την αρχή, η πρώτη να γίνει πέμπτη, γιατί η πρόταση "ανασαίνει". Και δεν υπάρχει ξαφνικά τίποτα μέσα του για να φέγγει σ' αυτό τον κόσμο. Και γιατί τα χαρτιά που γράφει σκοτεινιάζουν περισσότερο τον κόσμο παρά τη ζωή του. Να μην φανεί, να φανεί η στέρησή του. Αμηχανία.
-----
Με την ανάγκη του κόσμου περπατάω στη μεγάλη νύχτα του. Ξαφνικά νιώθω τις ξεχασμένες μου επιθυμίες για νερό, τροφή και ξεκούραση. Είμαι τέλεια αποχαυνωμένος και παραιτημένος στα σεντόνια μου. Προσπαθώ να σκεφτώ τις ξαφνικές επιθυμίες των αρρώστων. Μοιάζουν με τις χώρες που δεν θα γνωρίσουμε. Ουράνιοι κήποι με ποτάμια που σέρνουν πουλιά, δέντρα, χρυσούς καρπούς. Λιοντάρια διασχίζουν τον αέρα κι η πεινασμένη φωνή τους ζωγραφίζει τα αμφιθέατρα μες στο μυαλό μου με αίμα και ταπείνωση. Σαν να κλαίω.
-----
"Τα δέντρα μπορεί να μην μιλούσαν, αλλά τον άφηναν να τους μιλάει εκείνος. Έμοιαζαν με κάποιες βασανισμένες γυναίκες που καταπίνουν τα φαρμάκια του βίου τους και δεν λένε λέξη. Τις σκέφτεσαι κάποτε και τις αγαπάς ξαφνικά και αφάνταστα. Αν δεν "υπάρχουν" πάντα τέτοιες γυναίκες είναι γιατί σιγά σιγά εξαφανίζονται τα δέντρα για να τις θυμίζουν, και όσα μένουν είναι τόσο γέρικα και τραυματισμένα, που δεν μένει τίποτ' άλλο παρά να τα κόψεις".

Μάνος Ελευθερίου, Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ, εκδόσεις Μεταίχμιο

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Ένα αντίο στον Geoff Emerick (1945-2018)

Μπορεί ο Geoff Emerick να μην κατάφερε ποτέ να κερδίσει τον τίτλο του "πέμπτου Beatle" (ελέω George Martin), όμως η συμβολή του στις ηχογραφήσεις των Σκαθαριών, ειδικά σε άλμπουμ όπως τα Revolver (1966) και Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band (1967), υπήρξε θεμελιώδης, ενώ αποδείχθηκε και εξαιρετικά επιδραστική (διαβάστε εδώ ένα σχετικό και πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Στυλιανού Τζιρίτα, στο οποίο συμμετέχω ως guest).

Ο Emmerick έζησε μια συναρπαστική ζωή, μπαίνοντας από τα 15 του χρόνια στον κόσμο του ήχου και των ηχογραφήσεων, ως δόκιμος υπάλληλος στα EMI Studios στο Λονδίνο. Στα 18 του ήταν ήδη κανονικός μηχανικός ήχου, ενώ η καριέρα του τον έφερε στην υπηρεσία και άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ο Elvis Costello, ο Jeff Beck, οι Nazareth, οι Ultravox κ.ά. Η ιστορία του αποτυπώνεται στην απολαυστική αυτοβιογραφία του, Here, There And Everywhere: My Life Recording The Music Of The Beatles, που εκδόθηκε το 2006.

Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Emerick υπήρξε συχνά ο μεγαλύτερος εχθρός του εαυτού του: εμφανιζόταν πάντα ιδιαίτερα αυτοαναφορικός στις αφηγήσεις του, και σφόδρα μεροληπτικός υπέρ του Paul McCartney σε ό,τι αφορά την ιστορία των Beatles, ενώ συχνά βρέθηκε εκτεθειμένος από εσφαλμένες παραθέσεις γεγονότων. Όμως το θάρρος του και οι πατέντες που έστησε για λογαριασμό του πιο επιδραστικού γκρουπ στην ιστορία της λαϊκής μουσικής άλλαξαν αναντίρρητα τις πρακτικές της καταγραφής και του χειρισμού του ήχου.

Υποκλίνομαι, παραθέτοντας μια απόλυτα φουτουριστική ηχογράφηση, η οποία, πολύ απλά, θα ακουγόταν εντελώς αλλιώς αν δεν υπήρχε η παρέμβασή του.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες