Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Διάλογος με την κόρη μου XLVI

Μόλις τελειώσαμε μια παρτίδα Trivial Pursuit, με ερωτήσεις από ένα άλλο παιχνίδι όμως, ώστε να μπορεί να παίξει και η Ελένη. Κάποια στιγμή που ήρθε η σειρά μου να ερωτηθώ:

Σάντη: "Τι είναι τα σπιτάκια όπου ζουν τα Στρουμφάκια";
Εγώ: Μανιτάρια.
Σάντη: Α, το ήξερες;
Ελένη: Ολόκληρος δάσκαλος είναι, δεν θα το ήξερε;!


Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Συνέντευξη με τους Viagra Boys

Οι Σουηδοί Viagra Boys θα έπαιζαν αύριο στο Peraeus 117 Academy και το ελληνικό κοινό θα είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει από κοντά όσα τους έχουν κάνει θέμα συζήτησης τα τελευταία χρόνια. Όμως ο περιβόητος κορωνοϊός είχε άλλη γνώμη, ως γνωστόν, και η συγκεκριμένη εμφάνιση είναι μία από τις πολλές που ακυρώθηκαν λόγω των προληπτικών μέτρων που εφαρμόζονται στη χώρα. Η συνέντευξη που πήρα από τον κιθαρίστα Benjamin Vallé έχει, παρ' όλα αυτά, το ενδιαφέρον της -οπότε ρίξτε μια ματιά εδώ.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Συνέντευξη με τους Neon

Ο Βύρωνας Κατρίτσης, ο Chris Setel και ο Νίκος Γιούσεφ διέγραψαν, ως Neon, μια τροχιά που πρόσφερε πάντα αξιόλογες οπτικές του κοινού τους μουσικού οράματος. Με το Riverbank, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αποφάσισαν να... επιστρέψουν αποχωρώντας: θα είναι το τελευταίο τους άλμπουμ, καθώς στο εξής θα ακολουθήσουν διακριτές πορείες. Στην κουβέντα που έκανα μαζί τους, για λογαριασμό του Avopolis, εξηγούν τα πώς και τα γιατί των εξελίξεων. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Υπογραμμίσεις XXVII: Δημήτρης Πετσετίδης (IV)

Το Μακριά Από Το Ποτάμι είναι το βιβλίο που έγραφε ο Δημήτρης Πετσετίδης όταν έφυγε από τη ζωή, τόσο απροσδόκητα, τη Μεγάλη Παρασκευή του 2017. Νομίζω άκουσα πρώτη φορά για την ύπαρξή του από τον Θανάση Βαλτινό -στον επικήδειό του ανέφερε ότι σε μια συνάντησή τους μιλούσαν για αυτά τα διηγήματα. Κι έκτοτε καρτερούσα την έκδοσή του. Η κόρη του, η Μαρία Πετσετίδη, είχε την καλοσύνη να μου το στείλει ταχυδρομικώς, κι έτσι έγινε το πρώτο βιβλίο που διάβασα μέσα στο 2020.

Το βιβλίο τούτο, όπως και τα περισσότερα του Πετσετίδη, "είναι η μυθοπλασία της μνήμης", όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο. Νιώθω πάντα ότι διαβάζω Ιστορία, όποτε βουτάω στα διηγήματα του παλιού δασκάλου μου. Ή, καλύτερα, νομίζω πως τον βλέπω, σε ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο, να διαβάζει μεγαλοφώνως, με την τραχιά και ουδέτερη φωνή του, ιστορίες χαμένες στον χρόνο, αλλά όχι ξεχασμένες. Χαραγμένες, από τον πόνο και το αίμα εκείνων που χάθηκαν μέσα στον παραλογισμό, στο συλλογικό ασυνείδητο όσων τις έζησαν, και των παιδιών τους (εδώ ένα σχετικό αξιόλογο κείμενο).

Ο Δημήτρης Πετσετίδης είχε πολλούς εαυτούς: μαθηματικός, σκιτσογράφος, σκακιστής... Θα ήταν το ίδιο αγαπητός στους μαθητές και στους φίλους του, πιστεύω, ακόμα κι αν δεν είχε την επιπλέον ταυτότητα του συγγραφέα. Δεν ξέρω κιόλας πόσοι από τους συμπατριώτες του ασχολήθηκαν ποτέ, σοβαρά ή όχι, με όσα έγραψε. Είναι περίεργοι οι άνθρωποι εκεί κάτω -κι αν δεν είναι, γίνονται-, άσε που "ουδείς προφήτης στον τόπο του". Όπως και να 'χει, στα γραπτά του υπάρχει ένας κόσμος μυστικός, που κανείς έχει πολλά να κερδίσει εξερευνώντας τον.

Συνέλαβαν και δυο γυναίκες, την Ιουλία και την Ισμήνη. Την Ιουλία την κούρεψαν πρώτη και τη διαπόμπευσαν. Στην Κατοχή τραβιότανε μ' έναν Ιταλό λοχαγό· δεν φρόντιζε να κρύβει τις σχέσεις της και αυτό δεν της το συγχώρησαν διάφοροι, οι οποίοι πριν από τον πόλεμο τη λιγουρεύονταν και εκείνη δεν τους έδινε σημασία.
-----
Την άλλη γυναίκα -λίγοι σήμερα θυμούνται το όνομά της- την κούρεψαν και αυτήν. Ήταν τόσο όμορφη που όλοι, νέοι και γέροι της εποχής, ήταν ερωτευμένοι μαζί της. Έμενε σ' ένα διώροφο σπίτι, στη γωνία απέναντι από το ξενοδοχείο "Ταΰγετος".

Μια νύχτα λοιπόν, το καλοκαίρι του 1940, ο Νίκος Νταραμάκος πήρε μια σκάλα, την έφερε κάτω από το παράθυρό της, ανέβηκε μέχρι το περβάζι και εκεί, αφού κάρφωσε μια λαμπάδα, την άναψε και έφυγε. Τι ομορφιά θα ήταν αυτή ώστε ο Νταραμάκος, κοτζάμ άντρας κι ένας τόσο σοβαρός άνθρωπος, να φτάσει στο σημείο να κάνει μια τέτοια πράξη! Ήταν, το λένε όσοι τη θυμούνται, η ωραιότερη γυναίκα της πόλης.
-----
Καθώς λοιπόν εμφανίστηκε από ψηλά να κατηφορίζει η φιλαρμονική παιανίζοντας, η Ισμήνη είδε τον εαυτό της να προχωράει μπροστά, κουρεμένη με την ψιλή μηχανή. Θόλωσε η ματιά της, κοίταξε κατόπιν τα απέναντι σπίτια σημαιοστολισμένα, τρεμόπαιξαν στο βλέμμα της οι τεράστιες επιγραφές με τα συνθήματα "ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΖΗΤΩ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ, ΖΗΤΩ ΤΟ 1821" και, αφού άνοιξε το στόμα της λες κι ήθελε κάτι να φωνάξει, της ξέφυγε σαν ψίθυρος βαθύς μια φράση: "Ζήτω ο έρωτας".

Ύστερα παραπάτησε και λιποθύμησε στην αγκαλιά της νύφης της.
-----
Και τι λέγεται ακόμη και σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια! Αν περάσεις νύχτα από εκείνο το δρόμο που οδηγεί στο παλιό νεκροταφείο, ακούγονται σαν να έρχονται από το βάθος μακρινές φωνές να τραγουδάνε "Έχε γεια, καημένε κόσμε..." και ξεχωρίζει καθαρά η φωνή μιας μάνας, της μοναδικής γυναίκας που σκότωσαν μαζί με το παιδί της.
-----
Λέγεται και μια ιστορία για το σπίτι όπου πέθανε ο Γρηγόρης, την οποία διηγούνται ακόμη οι παλαιότεροι. Εκείνη τη νύχτα, όταν αυτοκτόνησε, το αίμα του πέρασε από μια σχισμή της καμάρας του σπιτιού και έγινε μια μικρή λούμπα στο καλντερίμι που περνάει κάτω από αυτή. Ένας παρωρίτης, καθώς περνούσε από κει, πάτησε στο αίμα. Νύχτα αυγουστιάτικη κι εκείνος σκνίπα στο μεθύσι, έπεσε στο λιακωτό του δικού του σπιτιού να κοιμηθεί χωρίς να ξεντυθεί. Δεν πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του και ξαφνικά βλέπει έναν αράπη μπροστά στα πόδια του να προσπαθεί να του βγάλει με το ζόρι τα παπούτσια. Τινάχτηκε επάνω αλαφιασμένος, πουθενά ο αράπης. Κάνει πάλι να ξαπλώσει, να τος ο αράπης να του τα τραβάει. Τρόμαξε ο άνθρωπος, έβγαλε τα παπούτσια του, τα πέταξε στο λιακωτό, μπήκε μέσα στο σπίτι και κοιμήθηκε. Το πρωί που ξύπνησε, έψαξε για τα παπούτσια και δεν τα βρήκε.
-----
Η μητέρα μου και οι θειάδες μου έχουν απέλθει από τον μάταιο κόσμο. Σήμερα δεν γνωρίζω πια ούτε ένα από όσους έχουν απομείνει, απόγονοι του Δικαίου και του Θωμά. Δυο εξαδέρφια μου ζουν μακριά, στην Αμερική, ας όψεται η μετανάστευση που ερήμωσε τα χωριά. Έχουν παιδιά, αλλά ούτε πώς τα λένε δεν μπορώ να θυμηθώ. Παντρεύτηκα και έκτοτε έμπλεξα με άλλα σόγια.

Όλα τα μέλη της παρέας ήμασταν από γειτονικά χωριά και κατοικούσαμε σε νοικιασμένα δωμάτια, οπότε δεν αντιμετωπίζαμε τον κίνδυνο να μας φωνάζουν οι δικοί μας για τα νυχτοπερπατήματά μας. Ο κίνδυνος ήταν να μας πιάσει κανένας καθηγητής. Αλλά αυτοί συνήθως την έστηναν έξω από τους κινηματογράφους, ή έμπαιναν και μέσα, για να πιάσουν κάποιο μαθητή, άσε που πολλοί ξεχνιούνταν και παρέμεναν στην αίθουσα για να χαζέψουν την ταινία.
-----
"Υπάρχει ψυχή; Τι λες, ρε Σταύρο;"

"Όταν ήμουνα μικρός φοβόμουν τη Δευτέρα Παρουσία. Η μάνα μου μου διάβαζε την Αγία Επιστολή και τρόμαζα. Μεγάλος άκουσα ένα μπάρμπα μου να λέει πως κάποιος σοφός είπε: "Θεέ μου, αν υπάρχεις, σώσε την ψυχή μου, αν υπάρχει". Μου άρεσε αυτό. Κοιμήσου τώρα".
-----
"[...] Παίρνει μια ανιψιά μου, καθηγήτρια στο λύκειο, έναν δικό μου στο τηλέφωνο και του λέει ότι ο γιος του έχει δέκα μέρες να πατήσει στο σχολείο. Κατεβαίνει ο άλλος από το χωριό και βρίσκει το γιο του αραγμένο σε μια καφετέρια. "Ρε παιδί μου, γιατί είσαι εδώ; Γιατί δεν πας στο σχολείο; Αλήτης θα μου γίνεις;" Δεν απόσωσε τα λόγια του και τον αρπάζει ο γιος του από το λαιμό. Έτσι καταντήσαμε, κύριε".

"Εσύ θα παίρνεις σύνταξη από την Αμερική".

"Ναι, δούλεψα είκοσι πέντε χρόνια κει 'σα πέρα. Όλη μέρα και κάμποσες φορές όλη νύχτα. Ο άλλος είχε γραφτεί στην ΕΠΟΝ -μόνο που γράφτηκε- και πήρε σύνταξη πως έκανε αντίσταση. Εμένα ο πατέρας μου είχε έξι παιδιά, τέσσερα αγόρια και δυο κορίτσια. Του είπαν να γραφτεί, είπε "Δεν γράφουμαι".
"Όλοι φταίνε, όλοι μαζί τα κάνανε αυτά που γίνηκαν τότε. Και οι μεν και οι δε. Στο χωριό μου βγάλανε τα μάτια του μαστρο-Θανάση κι ύστερα τον σκοτώσανε. Και ποιος ήτανε ο λόγος; Είπε στο καφενείο πως δεν άντεχε να βλέπει το κακό που γίνηκε στην εκκλησία. Κι ο άλλος σκότωσε και κρέμασε το παιδάκι, δώδεκα χρονών. Γιατί είχε πατέρα αντάρτη".
-----
Έχω την εντύπωση ότι ο καθένας μας γίνεται από μικρό παιδί, με τον καιρό, δέσμιος του ονόματός του. Δεν γνωρίζω τι έχουν αποφανθεί οι ψυχολόγοι, αλλά νομίζω ότι το όνομα ασκεί πολύ μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Ξέρω ανθρώπους που καμαρώνουν για το μικρό τους όνομα ή για το επώνυμό τους και άλλους που ντρέπονται να το προφέρουν. Το χειρότερο όμως που μπορεί να πάθει κανείς είναι να του κολλήσουν κάποιο υβριστικό παρατσούκλι.
-----
Όταν ξημέρωσε, αντίκρισα την πρώτη εικόνα της πρωτεύουσας από τη θέση του συνοδηγού εκείνου του φορτηγού. Η ματιά μου έψαχνε την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα, αλλά μόνο μαυρισμένες πολυκατοικίες έβλεπα.
-----
Μετά έφυγα για την επαρχία κι όταν μου δινόταν η ευκαιρία έλεγα με καμάρι ότι είχα φίλο τον Αλέξανδρο. Κάμποσοι νέοι δεν γνώριζαν ποιος είναι, άλλοι δεν θεωρούσαν το γεγονός και τόσο σημαντικό. Βλέπεις η περιοχή απ' όπου κατάγομαι και στην οποία επέστρεψα ήταν ανέκαθεν άκρως συντηρητική. Τόσο που πολλοί να θεωρούν ήρωα το δικτάτορα και δολοφόνο τον Αλέξανδρο!
-----
Τώρα που στην πόλη αυτή τις νύχτες, αν και έχει ξαστεριά, δεν φαίνεται ούτε ένα αστέρι, νοσταλγώ τα βράδια του καλοκαιριού, όταν, ξαπλωμένοι στην κορυφή του γεφυριού, πάνω στη μεγάλη καμάρα, λέγαμε ιστορίες και ακούγαμε πότε τον μπαρμπα-Τηλέμαχο, πότε τον Λούη να τραγουδάνε, ενώ έλαμπε ψηλά ο ουρανός γεμάτος άστρα. Και φαινόταν πεντακάθαρος ο Ιορδάνης ποταμός, έτσι ονόμαζε η γιαγιά Μαριγώ το πλήθος εκείνο των αστεριών που έμοιαζε με τεράστιο ποτάμι από τη μια άκρη του ουράνιου θόλου μέχρι την άλλη. Κι ήταν ο ουρανός σαν μια τεράστια στέγη που σκέπαζε τα σπίτια μας και τους αλευρόμυλους, χτισμένα στο βάθος της χαράδρας που στη μέση της κυλούσε τα γάργαρα νερά του το ποτάμι.
-----
Την τελευταία φορά μού τηλεφώνησες από το νοσοκομείο για να μου πεις ότι αρνήθηκες να σου κάνουν εγχείρηση. "Είδα τ' αγγόνια μου που μεγαλώσαν και τα χάρηκα. Θέλω να πάω στη μάνα μου", είπες. Και ότι λυπόσουν μόνο επειδή θα σε έθαβαν μακριά από τους μύλους και από το ποτάμι, μακριά από κει π' ανθίζουν τα κλαδιά κι οι στράτες λουλουδίζουν.

Δημήτρης Πετσετίδης, Μακριά Από Το Ποτάμι, εκδόσεις Καστανιώτη, 2019

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Μουσική ανασκόπηση του 2019

Ήταν Απρίλης του 2013, εν αναμονή μιας εμφάνισης του Martyn Bates στο Drugstore, τότε που ο Διονύσης Κοτταρίδης (γραφιάς του οποίου η γραφή μού λείπει πολύ) μού εξηγούσε (κι εγώ συμφωνούσα) τους λόγους για τους οποίους εμείς, που έχουμε μεγαλώσει σε μικρές (ή λίγο μεγαλύτερες) επαρχιακές πόλεις, ήμασταν (είμαστε) πιο ανοιχτοί σε ετερόκλητα ακούσματα: υπήρχαν κοντά τα πανηγύρια των χωριών, υπήρχε η διάχυτη λαϊκότητα, υπήρχε η Άννα Βίσση που θα τραγουδούσε, όποτε ερχόταν, στο ίδιο στάδιο που θα τραγουδούσε κι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου... Υπήρχε ένα ανακάτεμα, τέλος πάντων, των προσλαμβανουσών παραστάσεων, το οποίο το παιδί της Αθήνας των '80s και '90s είχε ενδεχομένως πολύ σπανιότερα την ευκαιρία να βιώσει σε σταθερή βάση.

Παρ' όλα αυτά, ως νεανίας είχα πολλά μουσικά κολλήματα και κόμπλεξ. Τα γκρέμισα, όμως, ασυνείδητα στην αρχή, κι έπειτα απολύτως συνειδητά -και συνεχίζω. Αν είσαι ευαίσθητος δέκτης, άλλωστε, την ανατριχίλα σου θα την πάρεις, είτε ακούς τη Φιλαρμονική να παιανίζει, είτε τον Μαζωνάκη που θέλει να γυρίσει στα παλιά, είτε τους Beatles, τον Σαββόπουλο, τους Κατσιμίχα, τον Κορκολή ή τη Βανδή... Κι άμα συναντήσεις στον δρόμο σου και κάποιους ανθρώπους που νιώθουν παρομοίως, τόσο το καλύτερο, αφού παίρνεις κουράγιο για να αψηφάς τους μονόχνωτους και τους κομπογιανίτες, που ειρωνεύονται την ανοιχτότητα, ομνύοντας στη σπουδαιότητα και αυτοτέλεια της μικρής τους γωνίτσας -είτε αυτή έχει την ταμπέλα "indie", είτε "punk", "έντεχνο" και ό,τι άλλο. Αστοί που κατά τα άλλα προσκυνούν ευλαβικά το "κάλλιο πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη"...

Δεν παινεύομαι ότι ακούω ισόποσα τα πάντα -ούτε ότι αντιλαμβάνομαι τον κώδικα κάθε στυλ στον ίδιο βαθμό. Όμως, ειλικρινά, αδυνατώ να στερηθώ την απόλαυση, απ' όπου κι αν αυτή προέρχεται. Η μουσική είναι ουράνιο τόξο, κι ας προτιμούν οι περισσότεροι να την κοιτούν μέσα από μονοχρωματικά φίλτρα. Είναι αχανής ζούγκλα, με υπερβολικά πλούσια ομορφιά, για να την αράξεις στο πρώτο ξέφωτο που θα συναντήσεις.

Πολυσυλλεκτικότητα, λοιπόν: αυτός είναι ο στόχος (και) όταν κάθομαι να προτείνω (και να ψηφίσω) τα άλμπουμ που αξίζει να ακούσει κανείς από τη σοδειά της εκάστοτε χρονιάς. Και -ποιος θα το 'λεγε!- υπήρξε πολλή και καλή μουσική να ακούσει κανείς, ακόμα και το 2019.

Στα της εγχώριας παραγωγής, θα βρείτε στην παρακάτω λίστα προτάσεις με χαρακτήρα pop, rock, πειραματικό, παραδοσιακό, hip hop, metal, jazz... -ακόμα καλύτερα, κάποιες από αυτές ενσωματώνουν περισσότερους τους ενός. Το ελληνικό τραγούδι συνεχίζει και εξελίσσεται, με πολλά πράγματα να συμβαίνουν εντός του. Απουσιάζει, όμως, μια συστηματική ματιά πάνω του, κι αυτό κοστίζει. Ζητείται δραστηριοποίηση εδώ...

Η παρακάτω λίστα συνδιαμόρφωσε τις συνολικές προτάσεις του Avopolis (εδώ), αλλά και του Mix Grill (εδώ):

1. Amazing Grey - Βασιλικός
2. Ο Μύθος Του Πενθέα - Κώστας Παντόπουλος & Κωστής Δρυγιανάκης
3. Παραλογές Του Άχρηστου - Μπάμπης Παπαδόπουλος
4. Θάλασσα - Στίχοιμα
5. In/Out - Dine Doneff
6. Σίσυφος - Babo Koro
7. 1 Ευρώ - Bloody Hawk
8. The Heretics - Rotting Christ
9. Metamodal - Sokratis Sinopoulos Quartet
10. Yet - Paul Goodman
11. Κακό Ποίημα - ΓΙΑΝ ΒΑΝ & Παύλος Παυλίδης
12. Άγρυπνο Φεγγάρι: Μελοποιημένοι Έλληνες Ποιητές Από Τον 19ο Και Τον 20ό Αιώνα - Νότης Μαυρουδής
13. Melanie - Cayetano
14. Beaming Light - Freedom Candlemaker
15. Drums To Heal Society - Billy Pod

Στη διεθνή σκηνή, σε αντίθεση με την ελληνική, μου ήταν πολύ εύκολο να αποφασίσω την πρωτιά: η Billie Eilish είναι με διαφορά ό,τι πιο φρέσκο, συναρπαστικό και ζωντανό άκουσα. Μπορεί ο δίσκος της να μην είναι άψογος, όμως το φίλτρο που εφαρμόζει καθώς διυλίζει τις ποικίλες επιρροές της την κάνει αυτομάτως ξεχωριστή.

Η παρακάτω 30άδα συνδιαμόρφωσε τη λίστα του Avopolis (εδώ), και του Mix Grill (εδώ). Μεγάλη η χαρά που το #1 και των δύο συνέπεσε με το δικό μου.

1. When We All Fall Asleep, Where Do We Go? - Billie Eilish
2. White Night - Stephan Micus
3. Ancestral Recall - Christian Scott aTunde Adjuah
4. Ghosteen - Nick Cave & The Bad Seeds
5. The Transitory Poems: Live At Liszt Academy 2018 - Vijay Iyer & Craig Taborn
6. Inside The Rose - These New Puritans
7. The Course Of Empire - Atlantean Kodex
8. Legacy! Legacy! - Jamila Woods
9. Dogrel - Fontaines D.C.
10. Thank U, Next - Ariana Grande
11. On Time Out Of Time - William Basinski
12. Two Hands - Big Thief
13. The Flood And The Fate Of The Fish - Rabih Abou-Khalil
14. Leaving Meaning - Swans
15. A Dawn To Fear - Cult Of Luna
16. Oneness - Matthew Halsall
17. Free - Iggy Pop
18. Thanks For The Dance - Leonard Cohen
19. Purple Mountains - Purple Mountains
20. ONDA - Jambinai
21. Eton Alive - Sleaford Mods
22. Father Of The Bride - Vampire Weekend
23. No Home Record - Kim Gordon
24. Distance Over Time - Dream Theater
25. Magdalene - FKA Twigs
26. The Center Won't Hold - Sleater-Kinney
27. Utopia - Bremer/McCoy
28. Western Stars - Bruce Springsteen
29. Empath - Devin Townsend
30. Remind Me Tomorrow - Sharon Van Etten

Άντε, και του χρόνου!

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Υπογραμμίσεις XXVI: William Golding

Ήταν (και πάλι) ο Stephen King που "μου σύστησε" να διαβάσω το Ο Άρχοντας Των Μυγών, το ντεμπούτο του νομπελίστα Βρετανού William Golding: είναι ένα βιβλίο που κάνει περάσματα από κάποια βιβλία του (λογικά, θα το πρωτοσυνάντησα στο Περί Συγγραφής του), αλλά αναφέρει συχνά και στις μυριάδες συνεντεύξεις και ομιλίες του. Το είχα στη βιβλιοθήκη μου χρόνια, κρυμμένο πίσω από άλλα βιβλία, κι είπα να το πιάσω επιτέλους αυτό το φθινόπωρο.

Πρόκειται για έργο συγκλονιστικό, που με "έπιασε" κι ας είμαι "μεγάλος" -υποτίθεται ότι αποτελεί κατεξοχήν ανάγνωσμα εφήβων, υπήρξε άλλωστε εργαλείο εκπαίδευσης στη Βρετανία και αλλού. Ο αλληγορικός τρόπος που επιλέγει ο Golding για να μιλήσει για το "καλό" και το "κακό", για τους αρχέγονους φόβους και για την κοινωνία (για την ανθρώπινη φύση γενικότερα), δεν καταλήγει διδακτικός ούτε εμποδίζει την πλοκή και την εκτόνωση της αγωνίας και της συμπάθειας για (κάποιους από) τους ήρωες. Οπωσδήποτε προτείνω να αποφύγετε την έκδοση για την οποία κάνω λόγο εδώ, καθότι πάσχει αισθητά, όχι τόσο στο επίπεδο της μετάφρασης, όσο σε εκείνο της γενικότερης επιμέλειας.

Αυτό το παιχνίδι με το ψήφισμα ήταν σχεδόν τόσο ευχάριστο όσο και το κοχύλι. Ο Τζακ έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά η οχλαγωγία άλλαξε από τη γενική επιθυμία για κάποιο αρχηγό στην εκλογή διά βοής του ίδιου του Ραλφ. Κανένα από τα αγόρια δε θα μπορούσε να δώσει μια καλή δικαιολογία γι' αυτό· ο μοναδικός που είχε παρουσιάσει ενδείξεις εξυπνάδας ήταν ο Πίγκυ, ενώ το μεγαλύτερο κύρος το είχε δείξει ο Τζακ. Αλλά έτσι όπως καθόταν ο Ραλφ, ανέδινε μια αίσθηση ηρεμίας, που τον έκανε να ξεχωρίζει: ήταν το μπόι του και το ελκυστικό παρουσιαστικό του· κι ένας σκοτεινός λόγος που ωστόσο είχε παίξει αποφασιστικό ρόλο ήταν το βούκινο. Το πλάσμα που είχε φυσήξει αυτό το πράγμα, που είχε καθίσει στην πλατφόρμα να τους περιμένει με το λεπτεπίλεπτο πράγμα ακουμπισμένο στα γόνατά του, ξεχώριζε.
-----
Με μάτια που έλαμπαν, στόματα μισάνοιχτα, θριαμβευτές, γεύονταν το δικαίωμα της κυριαρχίας. Το ίδιο συναίσθημα τους μεθούσε, τους ένωνε: ήταν φίλοι.
-----
- Του κόβεις το λαιμό για να φύγει το αίμα, είπε ο Τζακ. Αλλιώς δεν μπορείς να φας το κρέας.

- Γιατί δεν...

Ήξεραν πολύ καλά γιατί: επειδή θα ήταν τερατώδες να κατέβει το μαχαίρι και να σκίσει τη ζωντανή σάρκα· επειδή θα ήταν ανυπόφορο το αίμα.

- Μα θα το 'κανα, είπε ο Τζακ.

Προχώρησε μπροστά τους και δεν έβλεπαν το πρόσωπό του.

- Διάλεγε σημείο. Την άλλη φορά...

Άρπαξε το μαχαίρι από τη θήκη και το έμπηξε σ' έναν κορμό. Την άλλη φορά δε θα υπήρχε έλεος. Έριξε ένα άγριο βλέμμα γύρω του, προκαλώντας τους να του φέρουν αντίρρηση. Έπειτα βγήκαν ξαφνικά στη λιακάδα και για ένα διάστημα έψαχναν να βρουν και να καταβροχθίσουν τροφή, καθώς προχωρούσαν κατά μήκος της χαραματιάς προς την πλατφόρμα και το συμβούλιο.
-----
Στην επιστροφή ο Ραλφ βρέθηκε μόνος με τον Τζακ να σέρνουν ένα κούτσουρο κι αντάλλαξαν ένα χαμόγελο καθώς μοιράζονταν το φορτίο. Άλλη μια φορά, μες στον άνεμο, τις κραυγές, στο φως του ήλιου που έπεφτε λοξά στο ψηλό βουνό, αισθάνθηκαν να τους λούζει εκείνη η λάμψη, εκείνο το αλλόκοτο, αόρατο φως της φιλίας, της περιπέτειας και της ικανοποίησης.

- Σχεδόν ασήκωτο.

Ο Τζακ ανταπέδωσε το χαμόγελο.

- Όχι για τους δυο μας.
-----
Τα ίχνη εδώ ήταν πολύ αμυδρά· ένα σπασμένο κλαδάκι και κάτι που θα μπορούσε να είναι το αποτύπωμα μας οπλής από το πλάι. Χαμήλωσε το σαγόνι και κοίταξε επίμονα τα ίχνη σαν να 'θελε να τ' αναγκάσει να του μιλήσουν.
-----
- Πάντως... στο δάσος. Δηλαδή, όταν πας κυνήγι... όχι όταν κόβεις φρούτα, βέβαια, αλλά όταν είσαι μόνος...

Σταμάτησε για μια στιγμή, καθώς δεν ήταν σίγουρος αν ο Ραλφ θα τον έπαιρνε στα σοβαρά.

- Για λέγε.

- Όταν πας για κυνήγι καμιά φορά, νιώθεις σαν να...

Ξαφνικά κοκκίνισε.

- Όχι ότι είναι τίποτα, φυσικά. Ένα συναίσθημα μόνο. Αλλά νιώθεις σαν να μην κυνηγάς εσύ, αλλά... σαν να σε κυνηγάνε· σαν να 'ναι κάτι πίσω σου συνεχώς στη ζούγκλα.
-----
Εδώ, αόρατο κι ωστόσο πανίσχυρο, κυριαρχούσε το ταμπού της παλιάς ζωής. Γύρω από το παιδί πλανιόταν η προστασία των γονιών και του σχολειού και της αστυνομίας και του νόμου. Το χέρι του Ρότζερ υπάκουε σ' έναν πολιτισμό που δεν ήξερε τίποτα γι' αυτόν και γκρεμιζόταν.
-----
Ο Ραλφ διάλεξε τη στερεή λουρίδα για να περπατήσει γιατί ήθελε να σκεφτεί· και μόνο εδώ μπορούσε ν' αφήσει τα πόδια του να κινούνται δίχως να χρειάζεται να τα παρακολουθεί. Ξαφνικά, ενώ περπατούσε δίπλα στο νερό, τον κυρίευσε η έκπληξη. Είχε καταλάβει πόσο κουραστική ήταν τούτη η ζωή, όπου κάθε μονοπάτι ήταν κι ένας αυτοσχεδιασμός κι όπου ένα μεγάλο μέρος της ζωής το περνούσες προσέχοντας πού πατούσαν τα πόδια σου. Σταμάτησε και βάλθηκε να κοιτάζει τη λουρίδα κι αναλογίστηκε εκείνη την πρώτη γεμάτη ενθουσιασμό εξερεύνηση σαν να 'ταν μέρος μιας πιο ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας και χαμογέλασε ειρωνικά.

Και πάλι αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζει εκείνη η παράξενη και τόσο ασυνήθιστη γι' αυτόν διάθεση διαλογισμού. Αν τα πρόσωπα άλλαζαν ανάλογα με τον τρόπο που φωτίζονταν - τι ήταν σε τελική ανάλυση το πρόσωπο; Τι ήταν οτιδήποτε;
-----
- Τον φοβάμαι, είπε ο Πίγκυ, και γι' αυτό τον ξέρω. Αν φοβάσαι κάποιον τον μισείς, αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις να τον σκέφτεσαι. Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι κατά βάθος είναι καλό παιδί, και μετά όταν τον ξαναβλέπεις, είναι σαν το άσθμα και σου κόβεται η ανάσα.
-----
Έμειναν ν' ακούνε, στην αρχή με αμφιβολία, έπειτα όμως με τρόμο, την περιγραφή που έκαναν οι δίδυμοι, με κομμένη την ανάσα ανάμεσα σε διακοπές απόλυτης σιωπής. Σε λίγο το σκοτάδι γέμισε νύχια, γέμισε με το φρικτό άγνωστο και την απειλή. Αφόρητα αργά, τ' αστέρια έσβησαν ένα ένα, κι επιτέλους το φως, θλιμμένο και γκρίζο, πέρασε μέσα στο καταφύγιο. Άρχισαν ν' ανασαλεύουν, μόλο που ο κόσμος έξω από το καταφύγιο ήταν απίθανα επικίνδυνος. Ο λαβύρινθος της νύχτας διαιρέθηκε σε μακρινό και κοντινό σκοτάδι και, πολύ ψηλά στον ουρανό, τα συννεφάκια ρόδισαν. Ένα μοναχικό θαλασσοπούλι όρμησε προς τα πάνω μ' ένα βραχνό κρώξιμο, και σε λίγο μια κραυγή του απάντησε από το δάσος. Τώρα σειρές από σύννεφα κοντά στον ορίζοντα άρχισαν να λάμπουν και οι κορφές των φοινίκων έγιναν καταπράσινες.
-----
Ο Ραλφ κατέβηκε στα βράχια. Εδώ, σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τη θάλασσα, μπορούσες ν' ακολουθήσεις με το βλέμμα το αδιάκοπο φούσκωμα και πέρασμα των κυμάτων. Ήταν ολόκληρα μίλια πλατιά, διαφορετικά από κείνα που έσκαγαν στα βράχια, στα ρηχά, στην άλλη πλευρά του νησιού. Ταξίδευαν κατά μήκος του νησιού σαν να το περιφρουρούσαν, γιατί είχαν να κάνουν κάτι πιο σημαντικό· δεν έμοιαζαν να προχωράνε· ήταν περισσότερο ένα μυθικό λαχάνιασμα ολόκληρου του ωκεανού.
-----
Οι πιο μεγάλες ιδέες είναι οι πιο απλές.
-----
- Δώστε μου να πιω.

Ο Χένρυ του έφερε μια καρύδα και βάλθηκε να πίνει, παρατηρώντας τον Πίγκυ και τον Ραλφ πάνω από το χείλος. Η δύναμη αναπαυόταν στους μυς που φούσκωναν στα λιοκαμμένα μπράτσα του· η εξουσία καθόταν στον ώμο του και του ψιθύριζε στ' αυτί σαν πίθηκος.
-----
- Θα κάνουμε το χορό μας! Εμπρός! Χορέψτε!

Διέσχισε τρέχοντας και σκοντάφτοντας την άμμο κι έφτασε στο βράχο πέρα από τη φωτιά. Ανάμεσα στις αστραπές ο αέρας ήταν σκοτεινός και τρομερός και τ' αγόρια τον ακολούθησαν, κραυγάζοντας. Ο Ρότζερ έγινε το γουρούνι, γρύλιζε, ορμούσε στον Τζακ που έκανε στο πλάι. Οι κυνηγοί πήραν τα κοντάρια τους, οι μάγειροι πήραν τις σούβλες, κι οι υπόλοιποι κούτσουρα από τα ξύλα που είχαν για τη φωτιά. Ενώ ο Ρότζερ μιμούνταν τον τρόμο του γουρουνιού, οι πιτσιρίκοι έτρεχαν και χοροπηδούσαν έξω από τον κύκλο. Ο Πίγκυ κι ο Ραλφ, κάτω από την απειλή του ουρανού, ανακάλυψαν ότι λαχταρούσαν να πάρουν μέρος σε τούτη την ανισόρροπη κοινωνία που με κάποιον τρόπο όμως ήταν ασφαλής. Ήταν ανακούφιση ν' αγγίζουν τις μαυρισμένες ράχες του φράκτη που μάντρωνε τον τρόμο βοηθώντας τους έτσι να τον ελέγξουν ως ένα σημείο.

- Το θεριό σκοτώστε το! Κόψτε το λαιμό του! Χύστε του το αίμα!

Η κίνηση έγινε ρυθμική, ενώ η ψαλμωδία έχασε τον πρώτο επιφανειακό ενθουσιασμό της κι άρχισε να πάλλεται σαν σταθερός σφυγμός. Ο Ρότζερ έπαψε να είναι γουρούνι κι έγινε κυνηγός, αφήνοντας το κέντρο του κύκλου να χάσκει κενό. Μερικά από τα πιτσιρίκια έφτιαξαν δικό τους κύκλο· κι οι δύο κύκλοι γύριζαν γύρω γύρω, σάμπως η επανάληψη να μπορούσε να φέρει μόνη της την ασφάλεια.

Ήταν ο ρυθμικός παλμός του ζωντανού οργανισμού.
-----
- Μα θα είναι βαμμένοι! Ξέρεις πώς είναι...

Οι άλλοι έγνεψαν καταφατικά. Καταλάβαιναν πολύ καλά την ανωνυμία που χάριζε η μάσκα της μπογιάς, επιτρέποντάς τους έτσι ν' αφήνουν ελεύθερα τα ένστικτά τους.

- Ε, εμείς δε θα 'μαστε, είπε ο Ραλφ, γιατί εμείς δεν είμαστε άγριοι.
-----
Το κρανίο κοίταζε τον Ραλφ σαν κάποιος που ξέρει όλες τις απαντήσεις αλλά αρνιέται να τις αποκαλύψει· το αγόρι αισθάνθηκε έναν αρρωστημένο φόβο και μια οργή να το πλημμυρίζουν. Άγρια, χτύπησε το βρομερό πράγμα μπροστά του, που τινάχτηκε προς τα πίσω σαν παιχνίδι και ξαναγύρισε, εξακολουθώντας να του χαμογελάει κατάμουτρα.
-----
Γονάτισε ανάμεσα στις σκιές κι υπέφερε πικρά για την απομόνωσή του. Ήταν άγριοι, ναι· αλλά ήταν άνθρωποι, και οι φόβοι που καραδοκούσαν στο πυκνό σκοτάδι πλησίαζαν ακάθεκτοι.

William Golding, Ο Άρχοντας Των Μυγών, μετάφραση Ρένας Χάτχουτ, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007 (πρώτη έκδοση 1954)

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες