Η εικόνα που έχω, οπότε, ήταν από μακριά -αυτή που έχουν οι περισσότεροι. Και είναι μια εικόνα που έκανε την πλειοψηφία των άλλων πολιτικών, σύγχρονών της ή νεότερων, να μοιάζουν με καρτούν. Η σοβαρότητα και η ψυχραιμία, στις κινήσεις και στις τοποθετήσεις, είναι κάτι που σπανίζει ολοένα και περισσότερο στον εν λόγω χώρο, άλλωστε. Ιδιαίτερα εκτίμησα τη Γιαννάκου για τη στάση της στο θέμα με το βιβλίο της Ιστορίας το 2007, και για το γεγονός ότι δεν υπερψήφισε το πρόσφατο νομοσχέδιο του κόμματός της για τη συνεπιμέλεια. Αλλά και οι ευρύτερες αλλαγές που επιχείρησε στην Παιδεία, παρότι πυροδότησαν τότε έντονες αντιδράσεις, είχαν πολλά θετικά σημεία.
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022
Ένα αντίο στη Μαριέττα Γιαννάκου (1951-2022)
Η εικόνα που έχω, οπότε, ήταν από μακριά -αυτή που έχουν οι περισσότεροι. Και είναι μια εικόνα που έκανε την πλειοψηφία των άλλων πολιτικών, σύγχρονών της ή νεότερων, να μοιάζουν με καρτούν. Η σοβαρότητα και η ψυχραιμία, στις κινήσεις και στις τοποθετήσεις, είναι κάτι που σπανίζει ολοένα και περισσότερο στον εν λόγω χώρο, άλλωστε. Ιδιαίτερα εκτίμησα τη Γιαννάκου για τη στάση της στο θέμα με το βιβλίο της Ιστορίας το 2007, και για το γεγονός ότι δεν υπερψήφισε το πρόσφατο νομοσχέδιο του κόμματός της για τη συνεπιμέλεια. Αλλά και οι ευρύτερες αλλαγές που επιχείρησε στην Παιδεία, παρότι πυροδότησαν τότε έντονες αντιδράσεις, είχαν πολλά θετικά σημεία.
Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2022
Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXVII
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022
Ένα αντίο στον Νίκο Αντύπα (1953-2022)
Μεταίχμιο '80s/'90s, μέσα στο Opel Ascona, απόγευμα -ή βράδυ;-, ταξίδι από Αθήνα για Σπάρτη. "Τα βράδια μου τα εργένικα, τραγούδια λέω αρμένικα...". "Ποια είναι αυτή;" Η απάντηση είχε έναν ειρωνικό τόνο. Ο ήχος μού έγινε στάμπα.
Αρχές 1997, Χανιά, έξω από το δισκάδικο του Σταθόπουλου. "Μη με πας απ' το σπίτι, τ' ακούς; Στον Θεό να με πας." Ανατριχίλα.
Πιο πριν, "Προσωπικές Οπτασίες", "Δι' Ευχών". Πιο μετά, "Η Ρίζα Του Ιεσσαί", "Εγώ Ήμουν Εσύ"...
Είναι αμέτρητες οι στιγμές της δισκογραφίας του Νίκου Αντύπα που αγάπησα, και που συνέδεσα με στιγμές της ζωής μου. Διάβασα πολλά για εκείνον, άκουσα άλλα τόσα, συμπλήρωσα το παζλ με τα χρόνια. Σπουδαίος μουσικός, ενορχηστρωτής, παραγωγός, συνθέτης -σε όλα διέπρεψε. Με ήχο που "πρόδιδε" την προέλευσή του με τη μία. Πρόσωπο που αγαπήθηκε όσο δημιουργούσε, αλλά και που αντιπαθήθηκε έντονα, όταν ανέλαβε πρόεδρος της Αυτοδιαχείρισης.
Έχοντας όλα αυτά στον νου, του έστειλα, 17 Μαρτίου του '21, ένα μήνυμα στο Messenger. Θα είχε, άραγε, τη διάθεση να μου μιλήσει για τους δίσκους του, και για τις συμμετοχές του σε δίσκους άλλων, προκειμένου να γράψω ένα βιβλίο για το ελληνικό τραγούδι; Δεν περίμενα πολλά. Αλλά τα πήρα όλα.
Μου αφιέρωσε ένα κυριακάτικο μεσημέρι του, και μου αφηγήθηκε ιστορίες, και μου περιέγραψε συναισθήματα. Λες και δεν υπήρχε η απόσταση, η έλλειψη οποιασδήποτε προηγούμενης γνωριμίας. Λες και το Zoom ήταν κάποιο απόμερο καφέ, που το έλουζε ο ζεστός ήλιος.
Κι όχι μόνο αυτό: θα μού έδινε κι άλλον χρόνο, αν μου προέκυπταν κι άλλες απορίες. Δεν πρόλαβα· προδόθηκα· αμέλησα. Κρατάω αυτή του την προσιτότητα, που κάθε άλλο παρά μπλαζέ ή "εύκολη" ήταν.
Πλέον το χρωστάω στη μνήμη του να γράψω κάτι -να βγει κάτι από εκείνη την κουβέντα. Ελπίζω ότι, παρά τις ανεπάρκειες και τους τρόμους μου, κάποτε θα το καταφέρω.
* Φωτογραφία από εδώ
Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022
Για τον John Lennon του James Patterson
Το βιβλίο The Last Days Of John Lennon κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2020, προκειμένου να συμπέσει με την 40ή επέτειο της δολοφονίας του διάσημου μουσικού από τον Mark David Chapman. Γραμμένο από τον James Patterson, αμερικανό συγγραφέα με ειδίκευση στο αστυνομικό μυθιστόρημα, αποτελεί μια μίξη βιογραφίας και μυθοπλασίας, που το φθινόπωρο του 2021 κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Δίχτυ, σε μετάφραση Μάνου Βιτεντζάκη.
Θα ξεκινήσω από το βασικό ατού του βιβλίου, που είναι ότι αποτελεί, αυτή τη στιγμή, τη μοναδική, απ' όσο γνωρίζω, έκδοση στην ελληνική βιβλιογραφία που να περιλαμβάνει μια πλήρη εξιστόρηση της ζωής και της καλλιτεχνικής διαδρομής του Lennon -από την εποχή των Quarrymen, διατρέχοντας τη λαμπρή καριέρα του με τους Beatles, και τη σόλο πορεία του. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει διάφορες ανάλογες προσπάθειες -συνήθως γεμάτες λάθη και παραλείψεις-, αλλά οι περισσότερες πια βρίσκονται εκτός κυκλοφορίας. Το γεγονός δεν είναι διόλου θετικό, βεβαίως, αλλά θα μου πείτε εδώ δεν έχουμε βιβλία για δικούς μας σπουδαίους καλλιτέχνες, θα είχαμε για... γιεγιέδες της αλλοδαπής;
Η ελληνική έκδοση είναι καλή, προσεγμένη. Θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί κάποια λάθη μεταφραστικά και επιμέλειας, βέβαια. Π.χ. Howlin' Wolf δεν ήταν συγκρότημα αλλά μπλουζ καλλιτέχνης (σελ. 142), δεν ήταν μία πρώην αλλά ένας πρώην του Brian Epstein που έκλεψε τον χαρτοφύλακά του (σελ. 195), και είναι μια συμμαθήτρια και όχι ένας συμμαθητής του Julian Lennon, που απεικονίζεται στη ζωγραφιά που ενέπνευσε το "Lucy In The Sky With Diamonds" (σελ. 206). Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πώς κατέληξαν αυτά τα σημεία να μεταφραστούν λάθος, γι' αυτό και σε τέτοιες προσπάθειες χρειάζεται να υπάρχει ένας σύμβουλος έκδοσης με γνώσεις επί του αντικειμένου.
Ο ίδιος ο Patterson, ας πούμε, έγραψε το βιβλίο του με τη συμβολή των Casey Sherman και Dave Wedge, ακριβώς επειδή ο ίδιος δεν είναι ειδικός στα περί μουσικής ιστορίας. Ομολογουμένως, ο τίτλος που επέλεξε -με λογική κράχτη, προφανώς- δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο του βιβλίου του. Όπως προανέφερα, εδώ διαβάζουμε ολόκληρη τη ζωή του Lennon (αν και παραλείπεται ανεξήγητα το κομβικό άλμπουμ Plastic Ono Band του 1970), με ένα μικρό ποσοστό των σελίδων να αφορούν τις τελευταίες του μέρες. Για την ακρίβεια, περισσότερα διαβάζουμε για τις τελευταίες μέρες ελευθερίας του Chapman, πριν αυτός καταλήξει στη φυλακή -γεγονός που είναι φάουλ του συγγραφέα, έστω κι αν η δικαιολογία του θα μπορούσε να είναι ότι τον ιντρίγκαρε η "ντετεκτίβικη" πλευρά του ζητήματος.Σε κάθε περίπτωση, ο Patterson και οι συνεργάτες του έφτιαξαν ένα ανάγνωσμα που έχει ρυθμό, και που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Στην εποχή της αέναης απόσπασης της προσοχής, ο χωρισμός σε μικρά κεφάλαια είναι ένα ατού που δεν πρέπει πια να αγνοείται από κανέναν. Όσο μάλιστα πλησιάζει κανείς προς το τέλος, η αδρεναλίνη ανεβαίνει -το ίδιο και η ναυτία. Παρότι ξέρεις τι θα συμβεί, παρότι ξέρεις τον δολοφόνο και το όργανο του εγκλήματος, ο Patterson καταφέρνει να σε βάλει μέσα στο τραγικό συμβάν, και στον πνιγηρό αντίκτυπό του. Το ότι σε βάζει και στο μυαλό του μισητού δολοφόνου είναι ένα τρικ αμφιλεγόμενο μεν, ισχυρά μαγνητικό δε.
Κλείνοντας, θέλω να συγχαρώ τις εκδόσεις Δίχτυ για την επιλογή τους να επενδύσουν σε ένα μουσικό θέμα. Λείπουν τα μουσικά βιβλία, όσο κι αν εκδίδονται συνεχώς περισσότερα. Ελπίζω ο νέος αυτός εκδοτικός οίκος να συνεχίσει με ανάλογες, και ακόμα καλύτερες, προσπάθειες.
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021
Υπογραμμίσεις XXXI: Thomas Mann
Παραμονές της αναχώρησης, ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου για κάτι σύντομο που θα μπορούσα να διαβάζω στις διακοπές στη Νάξο, έπιασα ένα από τα βιβλία της Σάντης, χωρίς να ξέρω απολύτως τίποτα για το περιεχόμενό του. Τελικά, πιο ταιριαστή επιλογή δεν θα μπορούσα να είχα κάνει.
Πόσο πιο επίκαιρο ανάγνωσμα να έβρισκα, δηλαδή, από την αφήγηση της ιστορίας του Γκούσταφ Άσενμπαχ, ενός συγγραφέα αφιερωμένου στο έργο του, που κάποια στιγμή, με τους καταπιεσμένους πόθους του να ξυπνούν, ακολουθεί μια παρόρμησή του για ταξίδι, αποβιβάζεται στη μυθική πόλη του τίτλου, κι ερωτεύεται παράφορα ένα νεαρό αγόρι, τη στιγμή που στην περιοχή ξεσπά επιδημία ινδικής χολέρας; Σε κάποια σημεία, ευρισκόμενος κι εγώ σε διακοπές εν μέσω πανδημίας κορωνοϊού, ένιωσα ότι διάβαζα τη δική μου ιστορία.
Φυσικά, η ταύτισή μου είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με τα θέματα που απασχολούν τον ήρωα κατά τη διαμονή του στη Βενετία: η αγωνία του καλλιτέχνη για το έργο του· η διελκυστίνδα ανάμεσα στην αφοσίωση και τον εκτροχιασμό, στη λογική και το συναίσθημα, στη Δύση και την Ανατολή· η αξία της λογοτεχνίας και των τεχνών, αλλά και η επικινδυνότητά τους· η φθορά που φέρνει ο χρόνος... Είναι αγαπημένα μου θέματα όλα τα παραπάνω, αλλά και τα υπόλοιπα με τα οποία καταπιάνεται ο Mann στο βιβλίο, καταθέτοντας συγκλονιστικά διεισδυτικές σκέψεις και παρατηρήσεις.
Οπωσδήποτε, η νουβέλα ετούτη, όπως και κάθε σπουδαίο έργο, διαβάζεται σε πολλά επιπλέον επίπεδα. Κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ανακαλύψει κανείς όλους τους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Ξεκινώντας από το όνομα του πρωταγωνιστή του (ένα κράμα εμπνευσμένο από τον συνθέτη Gustav Mahler, που πέθανε τον καιρό που ο ίδιος ο Mann παραθέριζε στη Βενετία -είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό το βιβλίο-, κι από τον Andreas Aschenbach, πρωτοπόρο ζωγράφο της εποχής), περνώντας στις εικόνες και τα οράματα που περιγράφονται εντός, και φτάνοντας ως τις μυριάδες αναφορές στην αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία. Αν θέλει κανείς να είναι απαισιόδοξος ως προς την εξέλιξη της ανθρωπότητας, οι ομοιότητες ανάμεσα στο 1912 (χρονιά έκδοσης του βιβλίου) και στο 2021, σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά των ανθρώπων ενόψει της απειλής από μια φονική αρρώστια, θα είναι σύμμαχοι: οι μαγαζάτορες, αλλά και οι αρχές στη Βενετία, προκειμένου να μην τρομάξουν οι τουρίστες, ψεύδονται για τη σοβαρότητα της κατάστασης, ενώ ο πρωταγωνιστής, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι "αμαρτωλές" επιθυμίες του, εύχεται -και υποδαυλίζει- την καταστροφή των άλλων.
Η έκδοση του Μεταίχμιου είναι πολύ προσεγμένη, το ίδιο και η μετάφραση από τον Βασίλη Τσαλή. Όσο για τον πρόλογο του Δημήτρη Στεφανάκη, στην πρώτη ανάγνωση τον βρήκα γενικά... λίγο. Ξαναδιαβάζοντάς τον, μήνες αφού τελείωσα το βιβλίο και με αφορμή τούτη την ανάρτηση, η άποψή μου άλλαξε, έστω κι αν εξακολουθώ να τον βρίσκω υπερβολικά σύντομο. Αυτός είναι, βέβαια, ο ρόλος των προλόγων: να λένε λίγα, ώστε να μην προδώσουν πολλά.
Με συγκλόνισε, εν ολίγοις, τούτο το έργο του Thomas Mann, και χαίρομαι που ανακάλυψα έναν σπουδαίο συγγραφέα που μόνο κατ' όνομα γνώριζα. Το κατά πολλούς αριστούργημά του, με τίτλο Το Μαγικό Βουνό, μπαίνει με φόρα στα υπόψη μελλοντικά αναγνώσματα.
Thomas Mann, Θάνατος Στη Βενετία, μετάφραση Βασίλη Τσαλή, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2017 (πρώτη έκδοση 1912)
* Φωτογραφία από εδώ.
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021
Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXVI
Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021
Ένα αντίο στη Φάτσα (2007-2021)
Ευτυχώς και για τα δυο, μια κυρία τα μάζεψε από εκεί και τα πήρε στο σπίτι της. Η γυναίκα ήταν καθηγήτρια, και την άλλη μέρα ρώτησε τα παιδιά της τάξης της αν ήθελαν να υιοθετήσουν κάποιο σκυλάκι. Η Ειρήνη, μαθήτρια Γυμνασίου τότε, δήλωσε ενδιαφέρον, κι ας ήξερε ότι η μητέρα της δεν ήθελε σκύλο μες στο σπίτι. Διάλεξε το μαυριδερό, θεωρώντας ότι το άλλο, λευκό, όμορφο και γλυκούτσικο με πιο προφανή τρόπο, θα έβρισκε πιο εύκολα μια καλή τύχη.
Η φροντίδα ενός σκύλου, μωρού κιόλας, δεν είναι βέβαια εύκολη υπόθεση, κι έτσι το μικρό, ονοματισμένο πλέον, κατέληξε σ' εμάς, την περίοδο των Χριστουγέννων του 2007. Νιόπαντροι, στο νέο μας σπίτι στα Άνω Ιλίσια, αποκτήσαμε τσάκα τσάκα και παιδί.
Εγώ βέβαια δεν το ήξερα: "Για λίγο" μου έλεγε η Σάντη, "θα το πάρουνε πίσω μετά". Βλέπετε, έχοντας μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου το "τροπάριο" ήτανε ότι τα ζώα είναι για να μένουν αλλού και όχι μαζί με τους ανθρώπους, κι όντας μαθημένος, στα πολύ παιδικά μου χρόνια στο χωριό, να φοβάμαι τα σκυλιά και να τα φοβερίζω, δεν ήθελα ούτε να ακούσω για μόνιμη συγκατοίκηση με τη Φάτσα. Άσε που θα έπρεπε να ξοδεύω μέρος του πολύτιμου χρόνου μου για να τη βγάζω βόλτα.
Αλλά, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού -σου το μαθαίνει σιγά σιγά η ζωή αυτό. Κατέληξα, εν ολίγοις, αγκαζέ με τη Φάτσα, αφού ήμουν εκείνος που δεν δούλευε με ωράριο. Ακόμα θυμάμαι την εφιαλτική πρώτη φορά που την πήγα μόνος βόλτα, και δεν ήξερα τι να κάνω. Έμαθα με τον καιρό -με έμαθε εκείνη, δηλαδή. Με τον καιρό εξαφανίστηκε και η "σιχασιά", σταμάτησα και το εμμονικό πλύσιμο των χεριών έπειτα από κάθε επαφή μαζί της, συνήθισα τη μυρωδιά της.
Η Φάτσα το έκανε πολύ εύκολο για μένα: δεν ζητούσε τίποτα, δεν λέρωνε αν αργούσα να την πάω βόλτα, ή αν -σπάνια- δεν την πήγαινα καθόλου. Ούτε τα αμόλαγε στο πεζοδρόμιο: μόνο στο χώμα. Στο δάσος της Πανεπιστημιούπολης, όπου την έβγαζα, μου έφερε και νέους φίλους. Υπήρχε μια παρέα ανθρώπων με τα σκυλιά τους, που βλεπόμασταν κάθε πρωί. Με τον Χρήστο, που είχε τη Λούση, ταιριάξαμε πολύ: κάναμε ατέλειωτες βόλτες, και ατέλειωτες συζητήσεις. Δέσαμε μεταξύ μας, όπως έδεσαν και τα σκυλιά μας.
Λίγα χρόνια μετά ήρθε στη ζωή μας και η Ελένη. Τη συστήσαμε στη Φάτσα την πρώτη στιγμή που μπήκε στο σπίτι, κι έκτοτε η "κουραδομηχανή" που ξέραμε έγινε κέρβερος: δεν τολμούσε κανείς άγνωστος να πλησιάσει το μωρό, μέσα ή έξω από το σπίτι, όποτε η Φάτσα ήταν παρούσα. Αργότερα ο σκύλος έγινε παρέα και παιχνίδι για τη μικρή, τράβηξε διάφορα απ' τα αδέξια χεράκια της, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ.
Όταν μετακομίσαμε στη Σπάρτη, έλεγα αστειευόμενος ότι η Φάτσα ήρθε στην εξοχή για να χαρεί τη σύνταξή της. Ο χρόνος έδειχνε τα σημάδια του πάνω της, κι εγώ τα έβλεπα πιο καθαρά, έχοντας ζήσει σε απόσταση τις τρεις χρονιές της Σαντορίνης. Αλλά το τέλος που είχε -και το πόσο ραγδαία προχώρησε- δεν το φανταζόταν κανείς μας. Μόλις το προηγούμενο βράδυ, πριν αρχίσει το μακελειό, βγάζοντάς τη βόλτα το βράδυ, συνάντησα έναν παλιό μου συμμαθητή. Όταν του είπα την ηλικία της ένιωσε έκπληξη. "Καθόλου δεν της φαίνεται".
Μπορεί να μη μάθαμε ποτέ την ακριβή ημερομηνία της γέννησής της, αλλά τη μέρα που πέθανε θα τη θυμόμαστε: 17 Σεπτεμβρίου. Την παραμονή, σε μια τελευταία έκλαμψή της, μου έδωσε όσα φιλάκια μου χρώσταγε, και μερικά ακόμα για τον δρόμο.
Όταν ξεψύχησε, την τυλίξαμε σε μια κουβέρτα, κι αρχίσαμε να ψάχνουμε μέρος να τη θάψουμε. Καταλήξαμε σε ένα χέρσο χωράφι, κοντά στο σπίτι, δίπλα στο ποτάμι. Γεμάτο πέτρες ήταν το μέρος, η τσάπα δεν έσκαβε, χρειάστηκε ώρα για να ανοίξω έναν λάκκο, ρηχό. Την έβαλα μέσα, κι ήταν σαν να κοιμόταν.
Είναι λυτρωτικό να θάβεις τους νεκρούς σου, αυτό κατάλαβα. Το σκάψιμο είναι σαν μάχη, σαν πόλεμος. Η ένταση και ο ιδρώτας ξεπλένουν τον πόνο. Το σώμα σου νιώθει κάθε χτύπημα, έρχεσαι σε επαφή μαζί του με τρόπο που είχες ξεχάσει ότι υπάρχει. Νιώθεις, και διώχνεις.
Οι συμβουλές λένε να πάρεις γρήγορα άλλον σκύλο. Εμείς μάλλον δεν θα τις ακολουθήσουμε. Η Φάτσα μάς πρόσφερε τόσα, έπαιξε τέτοιον ρόλο στη ζωή μας, έγινε τόσο πολύ μία από εμάς, που θέλουμε να αφήσουμε προς το παρόν κενή τη θέση της. Θα ήταν, άλλωστε, άδικο και για τον όποιο "αντικαταστάτη" της, αν ποτέ υπάρξει, να έρθει σύντομα στο σπίτι μας.
Το "ουδείς αναντικατάστατος" είναι σοφό. Αλλά δεν ισχύει πραγματικά.











