Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Ο Steve Turner συνέγραψε το κατά Beatles Ευαγγέλιο

Βιβλία για τους Beatles έχω διαβάσει κάμποσα· ακόμα περισσότερα έχω αγορασμένα και στοιβαγμένα, για ώρα ανάγκης. Για χρόνια διάβαζα αχόρταγα, προσπαθώντας να ανακαλύψω το μυστικό πίσω από τη Θεία μουσική τους. Από κάποιο σημείο και μετά, όμως, ένιωθα ολοένα και πιο έντονα ότι διάβαζα τα ίδια και τα ίδια πράγματα, απλώς με διαφορετικές διατυπώσεις· και έπαψα.

Εξ αυτού ατόνησε και ο στόχος να γράψω εγώ κάτι για τους αγαπημένους μου μουσικούς: όλα έμοιαζαν να έχουν γραφτεί· τι θα μπορούσε να προσθέσει στη συζήτηση ένας Έλληνας που γεννήθηκε 8 χρόνια μετά τη διάλυσή τους και δεν ήρθε ποτέ σε επαφή με τα μέρη και τις συνθήκες που τους διαμόρφωσαν; Από την άλλη, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ένα αληθινά καλό βιβλίο για τους Beatles, στα ελληνικά. Οπότε ο δρόμος αυτός παραμένει ανοιχτός για κάθε ενδιαφερόμενο.

Φυσικά, για να γράψεις οτιδήποτε αξιόλογο, πρέπει πρώτα να διαβάσεις πολύ -πρόκειται για... λεπτομέρεια που διαφεύγει κάποιων. Κι έτσι το ενδιαφέρον μου για νέες οπτικές επί του λιβερπουλιανού φαινομένου παραμένει ασίγαστο. Το βιβλίο του Βρετανού δημοσιογράφου, συγγραφέα και ποιητή Steve Turner, The Gospel According To The Beatles, είναι ένα από εκείνα τα πονήματα που όντως συμβάλλει στην όποια απόπειρα κατανόησης των Σκαθαριών και του έργου τους.

Το βιβλίο είναι παλιό: κυκλοφόρησε το 2006 από την Westminster John Knox Press. Εγώ το αγόρασα το '08, από την πάλαι ποτέ Fnac, αλλά για χρόνια μάζευε σκόνη στη βιβλιοθήκη μου. Το έπιασα μόλις στα τέλη του 2020, διάβασα με δυσκολία -πάντα κρατώντας σημειώσεις- τα τρία πρώτα κεφάλαια, μετά το άφησα για χάρη της βιβλιογραφίας για το ελληνικό τραγούδι, για να επιστρέψω τον περασμένο Φεβρουάριο και να το τελειώσω μόλις χτες. Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την... οδύσσεια εξηγούνται παρακάτω.
Ο Turner, που είναι περισσότερο γνωστός για τον έτερο σκαθαρικό τόμο του, το A Hard Day's Wright: The Stories Behind Every Beatles Song, έχει έναν τρόπο γραφής στεγνό, άχαρο, καθόλου εντυπωσιακό. Αποφεύγει, επίσης, να χωρίσει σε επί μέρους ενότητες τα έντεκα συνολικά κεφάλαια του βιβλίου του, με αποτέλεσμα να δυσκολεύει πολύ τον αναγνώστη. Έχει, όμως, να προσφέρει πολλά στους τομείς των παρατηρήσεων, και του συνδυασμού των διαθέσιμων πηγών γνώσης. Ομολογουμένως, στο πόνημά του ετούτο ανακάλυψα -ή έστω πρόσεξα περισσότερο- πράγματα που μου διέφευγαν προηγουμένως.

Εδώ ουσιαστικά ο συγγραφέας αποπειράται να χαρτογραφήσει την πνευματική διαδρομή που ακολούθησαν οι τέσσερις θρυλικοί Βρετανοί. Καταγράφει τις (αναγκαστικά) χριστιανικές ρίζες τους, το βάπτισμά τους στον υπαρξισμό, το φλερτ τους με τις διάφορες ναρκωτικές ουσίες, και το πώς αυτές τους οδήγησαν στις ανατολικές θρησκείες και στα αντίστοιχα φιλοσοφικά ρεύματα. Εστιάζει στα χρόνια μέχρι τα τέλη των '60s, χωρίς να αφήνει, όμως, απέξω τις μετά τη διάλυση του γκρουπ αναζητήσεις, και τις αποκλίνουσες πορείες των τεσσάρων προσωπικοτήτων. Στο κλείσιμο μπαίνει και σε πιο προσωπικά του βιώματα και συμπεράσματα, ενώ δεν αμελεί να συμπεριλάβει ένα αναλυτικό who-is-who των βασικών του μαρτύρων, συν εκτενή -και χρησιμότατη- βιβλιογραφία.

Ο Turner βλέπει σαφώς την όλη υπόθεση μέσα από το δικό του, καθαρά χριστιανικό πρίσμα -κάτι που ομολογεί μόνο προς το τέλος του βιβλίου. Όμως καταφέρνει να φαίνεται ουδέτερος, και να στέκεται ισότιμα απέναντι σε όλα τα δόγματα -και όλες τις... μούρλες- που συνεπήραν κατά καιρούς τα Σκαθάρια. Μπορεί να μην καταλήγει σε κάποιο συνταρακτικό συμπέρασμα ως προς το ποιο ήταν τελικά το μήνυμα που ευαγγελίστηκαν οι Beatles -δεν κάνω σπόιλερ- όμως καταθέτει ένα από τα αξιόλογα πονήματα στην ολοένα και αυξανόμενη, αλλά όχι ανάλογα εμπλουτιζόμενη, σχετική βιβλιογραφία.

*Φωτογραφία από εδώ.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Πολύ Μεγάλες Αλήθειες XLII

Χωρίς πολλά λόγια, χτυπώντας στο ψαχνό, λέγοντας τα πράγματα όπως τα νιώθω...

Όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι, γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια._

                                                                                   François Fénelon (1651-1715)

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Ένα αντίο στη Μαριέττα Γιαννάκου (1951-2022)

Τη Μαριέττα -έτσι, σκέτο, με οικειότητα, ακούγεται πάντα το όνομά της στο σπίτι μας- δεν την έζησα σχεδόν καθόλου από κοντά, κι ας ήταν πρώτη ξαδέρφη της μητέρας μου. Τη συναντούσα αραιά και πού σε κοινωνικές συναναστροφές, όμως περισσότερο την έμαθα από τις αφηγήσεις της μάνας μου, για τα παιδικά τους χρόνια στο Γεράκι, και για τα φοιτητικά τους στην Αθήνα -για τις περιόδους, δηλαδή, που οι δυο τους ήταν πολύ κοντά. Πολύ πιο καλά γνώρισα τη μαμά της, τη θεια-Ζωή· στο σπίτι της στο χωριό πέρασα κάποια από τα παιδικά μου χρόνια.

Η εικόνα που έχω, οπότε, ήταν από μακριά -αυτή που έχουν οι περισσότεροι. Και είναι μια εικόνα που έκανε την πλειοψηφία των άλλων πολιτικών, σύγχρονών της ή νεότερων, να μοιάζουν με καρτούν. Η σοβαρότητα και η ψυχραιμία, στις κινήσεις και στις τοποθετήσεις, είναι κάτι που σπανίζει ολοένα και περισσότερο στον εν λόγω χώρο, άλλωστε. Ιδιαίτερα εκτίμησα τη Γιαννάκου για τη στάση της στο θέμα με το βιβλίο της Ιστορίας το 2007, και για το γεγονός ότι δεν υπερψήφισε το πρόσφατο νομοσχέδιο του κόμματός της για τη συνεπιμέλεια. Αλλά και οι ευρύτερες αλλαγές που επιχείρησε στην Παιδεία, παρότι πυροδότησαν τότε έντονες αντιδράσεις, είχαν πολλά θετικά σημεία. 

Η Μαριέττα ήταν, όμως, αγωνίστρια και στην προσωπική της ζωή: πέρασε από σαράντα κύματα, χωρίς να το βάζει κάτω. Πάλευε, θα 'λεγε κανείς, για πράγματα που ήθελε και πίστευε, χωρίς να πολυδίνει σημασία στο κορμί που την κουβαλούσε. Έφθειρε τον εαυτό της, προσπαθώντας πάντα για κάτι. Είχε κάτι το αληθινά ηρωικό η στάση της -έτσι το βλέπω.

Δεν ανήκω σε εκείνους που έχουν ανάγκη να νιώσουν υπερηφάνεια μέσω της συγγένειας ή της κοινής καταγωγής με αναγνωρίσιμα πρόσωπα, και γι' αυτό μέχρι τούδε ελάχιστοι φίλοι ήξεραν για τη σχέση με τη Μαριέττα Γιαννάκου. Σπουδαίοι άνθρωποι βγαίνουν, άλλωστε, από όλους τους τόπους, υπό διάφορες συνθήκες· για πολλούς απ' αυτούς δεν μαθαίνουμε ποτέ τίποτα. Εκείνη νομίζω κράτησε καλά τις ισορροπίες με την καταγωγή της: βοήθησε τον τόπο της, χωρίς να υποκύψει σε συναλλαγές. Δεχόταν πάντα με αξιοπρέπεια την αγάπη των συμπατριωτών της, αλλά κρατούσε και τις απαραίτητες αποστάσεις.

Την αποχαιρετώ, με τη σκέψη μου στην κόρη της, τη Ζωή.

Βάζω να ξαναδώ και το παρακάτω βίντεο, από τηλεοπτική της εμφάνιση προ δύο ετών. Για να διαπιστώσω ξανά πόσο πιο ψύχραιμη και ευγενική είναι, σε σχέση με τους περισσότερους στο πάνελ, ενώ το αντίθετο θα περίμενε κανείς να συμβεί με βάση τη θέση του καθενός. Τέτοιους ανθρώπους χαίρεσαι να τους παρακολουθείς, είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς με τις απόψεις τους.

Θα (μας) λείψει.

* Φωτογραφία από εδώ

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2022

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXVII

Η 37η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη-θεσμό που επιμελούμαι από το 2009 στο Mix Grill μάς βρίσκει στα τέλη 2015/αρχές 2016.





Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Ένα αντίο στον Νίκο Αντύπα (1953-2022)

Μεταίχμιο '80s/'90s, μέσα στο Opel Ascona, απόγευμα -ή βράδυ;-, ταξίδι από Αθήνα για Σπάρτη. "Τα βράδια μου τα εργένικα, τραγούδια λέω αρμένικα...". "Ποια είναι αυτή;" Η απάντηση είχε έναν ειρωνικό τόνο. Ο ήχος μού έγινε στάμπα.

Αρχές 1997, Χανιά, έξω από το δισκάδικο του Σταθόπουλου. "Μη με πας απ' το σπίτι, τ' ακούς; Στον Θεό να με πας." Ανατριχίλα.

Πιο πριν, "Προσωπικές Οπτασίες", "Δι' Ευχών". Πιο μετά, "Η Ρίζα Του Ιεσσαί", "Εγώ Ήμουν Εσύ"...

Είναι αμέτρητες οι στιγμές της δισκογραφίας του Νίκου Αντύπα που αγάπησα, και που συνέδεσα με στιγμές της ζωής μου. Διάβασα πολλά για εκείνον, άκουσα άλλα τόσα, συμπλήρωσα το παζλ με τα χρόνια. Σπουδαίος μουσικός, ενορχηστρωτής, παραγωγός, συνθέτης -σε όλα διέπρεψε. Με ήχο που "πρόδιδε" την προέλευσή του με τη μία. Πρόσωπο που αγαπήθηκε όσο δημιουργούσε, αλλά και που αντιπαθήθηκε έντονα, όταν ανέλαβε πρόεδρος της Αυτοδιαχείρισης.

Έχοντας όλα αυτά στον νου, του έστειλα, 17 Μαρτίου του '21, ένα μήνυμα στο Messenger. Θα είχε, άραγε, τη διάθεση να μου μιλήσει για τους δίσκους του, και για τις συμμετοχές του σε δίσκους άλλων, προκειμένου να γράψω ένα βιβλίο για το ελληνικό τραγούδι; Δεν περίμενα πολλά. Αλλά τα πήρα όλα.

Μου αφιέρωσε ένα κυριακάτικο μεσημέρι του, και μου αφηγήθηκε ιστορίες, και μου περιέγραψε συναισθήματα. Λες και δεν υπήρχε η απόσταση, η έλλειψη οποιασδήποτε προηγούμενης γνωριμίας. Λες και το Zoom ήταν κάποιο απόμερο καφέ, που το έλουζε ο ζεστός ήλιος.

Κι όχι μόνο αυτό: θα μού έδινε κι άλλον χρόνο, αν μου προέκυπταν κι άλλες απορίες. Δεν πρόλαβα· προδόθηκα· αμέλησα. Κρατάω αυτή του την προσιτότητα, που κάθε άλλο παρά μπλαζέ ή "εύκολη" ήταν.

Πλέον το χρωστάω στη μνήμη του να γράψω κάτι -να βγει κάτι από εκείνη την κουβέντα. Ελπίζω ότι, παρά τις ανεπάρκειες και τους τρόμους μου, κάποτε θα το καταφέρω.

* Φωτογραφία από εδώ

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

Για τον John Lennon του James Patterson

Το βιβλίο The Last Days Of John Lennon κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2020, προκειμένου να συμπέσει με την 40ή επέτειο της δολοφονίας του διάσημου μουσικού από τον Mark David Chapman. Γραμμένο από τον James Patterson, αμερικανό συγγραφέα με ειδίκευση στο αστυνομικό μυθιστόρημα, αποτελεί μια μίξη βιογραφίας και μυθοπλασίας, που το φθινόπωρο του 2021 κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Δίχτυ, σε μετάφραση Μάνου Βιτεντζάκη.

Θα ξεκινήσω από το βασικό ατού του βιβλίου, που είναι ότι αποτελεί, αυτή τη στιγμή, τη μοναδική, απ' όσο γνωρίζω, έκδοση στην ελληνική βιβλιογραφία που να περιλαμβάνει μια πλήρη εξιστόρηση της ζωής και της καλλιτεχνικής διαδρομής του Lennon -από την εποχή των Quarrymen, διατρέχοντας τη λαμπρή καριέρα του με τους Beatles, και τη σόλο πορεία του. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει διάφορες ανάλογες προσπάθειες -συνήθως γεμάτες λάθη και παραλείψεις-, αλλά οι περισσότερες πια βρίσκονται εκτός κυκλοφορίας. Το γεγονός δεν είναι διόλου θετικό, βεβαίως, αλλά θα μου πείτε εδώ δεν έχουμε βιβλία για δικούς μας σπουδαίους καλλιτέχνες, θα είχαμε για... γιεγιέδες της αλλοδαπής;

Η ελληνική έκδοση είναι καλή, προσεγμένη. Θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί κάποια λάθη μεταφραστικά και επιμέλειας, βέβαια. Π.χ. Howlin' Wolf δεν ήταν συγκρότημα αλλά μπλουζ καλλιτέχνης (σελ. 142), δεν ήταν μία πρώην αλλά ένας πρώην του Brian Epstein που έκλεψε τον χαρτοφύλακά του (σελ. 195), και είναι μια συμμαθήτρια και όχι ένας συμμαθητής του Julian Lennon, που απεικονίζεται στη ζωγραφιά που ενέπνευσε το "Lucy In The Sky With Diamonds" (σελ. 206). Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πώς κατέληξαν αυτά τα σημεία να μεταφραστούν λάθος, γι' αυτό και σε τέτοιες προσπάθειες χρειάζεται να υπάρχει ένας σύμβουλος έκδοσης με γνώσεις επί του αντικειμένου.

Ο ίδιος ο Patterson, ας πούμε, έγραψε το βιβλίο του με τη συμβολή των Casey Sherman και Dave Wedge, ακριβώς επειδή ο ίδιος δεν είναι ειδικός στα περί μουσικής ιστορίας. Ομολογουμένως, ο τίτλος που επέλεξε -με λογική κράχτη, προφανώς- δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο του βιβλίου του. Όπως προανέφερα, εδώ διαβάζουμε ολόκληρη τη ζωή του Lennon (αν και παραλείπεται ανεξήγητα το κομβικό άλμπουμ Plastic Ono Band του 1970), με ένα μικρό ποσοστό των σελίδων να αφορούν τις τελευταίες του μέρες. Για την ακρίβεια, περισσότερα διαβάζουμε για τις τελευταίες μέρες ελευθερίας του Chapman, πριν αυτός καταλήξει στη φυλακή -γεγονός που είναι φάουλ του συγγραφέα, έστω κι αν η δικαιολογία του θα μπορούσε να είναι ότι τον ιντρίγκαρε η "ντετεκτίβικη" πλευρά του ζητήματος.

Σε κάθε περίπτωση, ο Patterson και οι συνεργάτες του έφτιαξαν ένα ανάγνωσμα που έχει ρυθμό, και που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Στην εποχή της αέναης απόσπασης της προσοχής, ο χωρισμός σε μικρά κεφάλαια είναι ένα ατού που δεν πρέπει πια να αγνοείται από κανέναν. Όσο μάλιστα πλησιάζει κανείς προς το τέλος, η αδρεναλίνη ανεβαίνει -το ίδιο και η ναυτία. Παρότι ξέρεις τι θα συμβεί, παρότι ξέρεις τον δολοφόνο και το όργανο του εγκλήματος, ο Patterson καταφέρνει να σε βάλει μέσα στο τραγικό συμβάν, και στον πνιγηρό αντίκτυπό του. Το ότι σε βάζει και στο μυαλό του μισητού δολοφόνου είναι ένα τρικ αμφιλεγόμενο μεν, ισχυρά μαγνητικό δε.

Κλείνοντας, θέλω να συγχαρώ τις εκδόσεις Δίχτυ για την επιλογή τους να επενδύσουν σε ένα μουσικό θέμα. Λείπουν τα μουσικά βιβλία, όσο κι αν εκδίδονται συνεχώς περισσότερα. Ελπίζω ο νέος αυτός εκδοτικός οίκος να συνεχίσει με ανάλογες, και ακόμα καλύτερες, προσπάθειες.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Υπογραμμίσεις XXXI: Thomas Mann

Παραμονές της αναχώρησης, ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου για κάτι σύντομο που θα μπορούσα να διαβάζω στις διακοπές στη Νάξο, έπιασα ένα από τα βιβλία της Σάντης, χωρίς να ξέρω απολύτως τίποτα για το περιεχόμενό του. Τελικά, πιο ταιριαστή επιλογή δεν θα μπορούσα να είχα κάνει.

Πόσο πιο επίκαιρο ανάγνωσμα να έβρισκα, δηλαδή, από την αφήγηση της ιστορίας του Γκούσταφ Άσενμπαχ, ενός συγγραφέα αφιερωμένου στο έργο του, που κάποια στιγμή, με τους καταπιεσμένους πόθους του να ξυπνούν, ακολουθεί μια παρόρμησή του για ταξίδι, αποβιβάζεται στη μυθική πόλη του τίτλου, κι ερωτεύεται παράφορα ένα νεαρό αγόρι, τη στιγμή που στην περιοχή ξεσπά επιδημία ινδικής χολέρας; Σε κάποια σημεία, ευρισκόμενος κι εγώ σε διακοπές εν μέσω πανδημίας κορωνοϊού, ένιωσα ότι διάβαζα τη δική μου ιστορία.

Φυσικά, η ταύτισή μου είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με τα θέματα που απασχολούν τον ήρωα κατά τη διαμονή του στη Βενετία: η αγωνία του καλλιτέχνη για το έργο του· η διελκυστίνδα ανάμεσα στην αφοσίωση και τον εκτροχιασμό, στη λογική και το συναίσθημα, στη Δύση και την Ανατολή· η αξία της λογοτεχνίας και των τεχνών, αλλά και η επικινδυνότητά τους· η φθορά που φέρνει ο χρόνος... Είναι αγαπημένα μου θέματα όλα τα παραπάνω, αλλά και τα υπόλοιπα με τα οποία καταπιάνεται ο Mann στο βιβλίο, καταθέτοντας συγκλονιστικά διεισδυτικές σκέψεις και παρατηρήσεις.

Οπωσδήποτε, η νουβέλα ετούτη, όπως και κάθε σπουδαίο έργο, διαβάζεται σε πολλά επιπλέον επίπεδα. Κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ανακαλύψει κανείς όλους τους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Ξεκινώντας από το όνομα του πρωταγωνιστή του (ένα κράμα εμπνευσμένο από τον συνθέτη Gustav Mahler, που πέθανε τον καιρό που ο ίδιος ο Mann παραθέριζε στη Βενετία -είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό το βιβλίο-, κι από τον Andreas Aschenbach, πρωτοπόρο ζωγράφο της εποχής), περνώντας στις εικόνες και τα οράματα που περιγράφονται εντός, και φτάνοντας ως τις μυριάδες αναφορές στην αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία. Αν θέλει κανείς να είναι απαισιόδοξος ως προς την εξέλιξη της ανθρωπότητας, οι ομοιότητες ανάμεσα στο 1912 (χρονιά έκδοσης του βιβλίου) και στο 2021, σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά των ανθρώπων ενόψει της απειλής από μια φονική αρρώστια, θα είναι σύμμαχοι: οι μαγαζάτορες, αλλά και οι αρχές στη Βενετία, προκειμένου να μην τρομάξουν οι τουρίστες, ψεύδονται για τη σοβαρότητα της κατάστασης, ενώ ο πρωταγωνιστής, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι "αμαρτωλές" επιθυμίες του, εύχεται -και υποδαυλίζει- την καταστροφή των άλλων.

Η έκδοση του Μεταίχμιου είναι πολύ προσεγμένη, το ίδιο και η μετάφραση από τον Βασίλη Τσαλή. Όσο για τον πρόλογο του Δημήτρη Στεφανάκη, στην πρώτη ανάγνωση τον βρήκα γενικά... λίγο. Ξαναδιαβάζοντάς τον, μήνες αφού τελείωσα το βιβλίο και με αφορμή τούτη την ανάρτηση, η άποψή μου άλλαξε, έστω κι αν εξακολουθώ να τον βρίσκω υπερβολικά σύντομο. Αυτός είναι, βέβαια, ο ρόλος των προλόγων: να λένε λίγα, ώστε να μην προδώσουν πολλά.  

Με συγκλόνισε, εν ολίγοις, τούτο το έργο του Thomas Mann, και χαίρομαι που ανακάλυψα έναν σπουδαίο συγγραφέα που μόνο κατ' όνομα γνώριζα. Το κατά πολλούς αριστούργημά του, με τίτλο Το Μαγικό Βουνό, μπαίνει με φόρα στα υπόψη μελλοντικά αναγνώσματα.

Ίσως ο Άσενμπαχ να έδειξε έλλειψη διακριτικότητας καθώς κοίταζε τον ξένο μισοαφηρημένα μισοεξεταστικά, γιατί ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι εκείνος του ανταπέδωσε το βλέμμα και μάλιστα τόσο επιθετικά, κατευθείαν μέσα στα μάτια, τόσο ολοφάνερα αποφασισμένος να το τραβήξει στα άκρα και να αναγκάσει τον άλλον να αποστρέψει το βλέμμα του, ώστε ο Άσενμπαχ ένιωσε δυσάρεστα· στράφηκε από την άλλη κι άρχισε να βαδίζει δίπλα στον φράκτη αποφασισμένος να μη δώσει καμία σημασία σ' αυτόν τον άνθρωπο. Την επόμενη στιγμή τον είχε κιόλας ξεχάσει. Είτε όμως επειδή είχαν επηρεάσει τη φαντασία του τα χαρακτηριστικά του πλάνητα στην εμφάνιση του ξένου είτε επειδή είχε παίξει τον ρόλο του κάποια άλλη φυσική ή ψυχική επίδραση, αισθάνθηκε αίφνης ένα παράξενο άνοιγμα μέσα του, μια παρόρμηση τυχοδιωκτική, μια νεανική λαχτάρα για ανοιχτούς ορίζοντες, ένα αίσθημα τόσο ζωντανό, τόσο νέο ή μάλλον τόσον καιρό ξεχασμένο, που στάθηκε ασάλευτος με τα χέρια δεμένα στην πλάτη και το βλέμμα χαμηλωμένο να συλλογιστεί τη φύση και τη σημασία αυτού που του συνέβαινε.
-----
Ακόμα κι αυτό λοιπόν, που τόσο όψιμα κι απροσδόκητα τον είχε κυριεύσει, πολύ γρήγορα θα το χαλιναγωγούσε η λογική και η γνωστή αυτοπειθαρχία του και θα έμπαινε στη σωστή του βάση. Η πρόθεσή του ήταν να προχωρήσει το έργο, το οποίο ήταν σκοπός της ζωής του, ως ένα συγκεκριμένο σημείο, προτού μετακομίσει στην ύπαιθρο, και η σκέψη για ένα σεργιάνι στον κόσμο,, που θα τον απομάκρυνε για πολλούς μήνες απ' τη δουλειά του, του φαινόταν υπερβολικά επιπόλαιη και αντίθετη στα σχέδιά του· δεν έπρεπε να την πάρει στα σοβαρά. Κι όμως, ήξερε πολύ καλά για ποιο λόγο είχε μπει στον πειρασμό αυτό. Μια σφοδρή επιθυμία να αποδράσει ήταν αυτό που ομολογούσε στον ίδιο του τον εαυτό, αυτή η λαχτάρα για το μακρινό και το καινούριο, αυτός ο πόθος για ελευθερία, ανακούφιση και λήθη, μια επιθυμία να απομακρυνθεί από τον τόπο της δουλειάς, από την καθημερινή ρουτίνα μιας άτεγκτης, σκληρής και παράφορης υπηρεσίας. Την αγαπούσε βέβαια και είχε ήδη αγαπήσει και τον εκνευριστικό, αέναο αγώνα ανάμεσα στην επίμονη, περήφανη και δοκιμασμένη θέλησή του και την προϊούσα κόπωση, για την οποία δεν έπρεπε κανείς να μάθει και ούτε έπρεπε να την αφήσει να προδώσει το έργο του με την παραμικρή έστω ένδειξη αστοχίας και αμέλειας. Φαινόταν ωστόσο λογικό επίσης να μην παρατεντώνει το σχοινί και να μην καταπνίγει από ξεροκεφαλιά το ξέσπασμα μιας τόσο ζωηρής ανάγκης. Σκέφτηκε την εργασία του, σκέφτηκε το σημείο εκείνο όπου είχε αναγκαστεί να την εγκαταλείψει και πάλι σήμερα, όπως και χτες, το σημείο εκείνο που έδειχνε να αντιστέκεται  τόσο στην επίμονη φροντίδα, όσο και στην εξ εφόδου κατάληψη. Εξέτασε το πρόβλημα εκ νέου, προσπάθησε να λύσει τον κόμπο ή να τον κόψει και εγκατέλειψε την προσπάθεια μ' ένα ρίγος αποστροφής. Εδώ δεν επρόκειτο για μια εξαιρετική δυσκολία, αλλά αυτό που τον παρέλυε ήταν οι ενδοιασμοί της δυσθυμίας, η οποία παρουσιαζόταν ως ένα αίσθημα ανικανοποίητης απαιτητικότητας - αυτής της απαιτητικότητας που από τα νιάτα του ακόμα θεωρούσε ως φύση και ουσία του ταλέντου, και που χάρη της είχε χαλιναγωγήσει και παγώσει το συναίσθημα, διότι γνώριζε ότι αυτό τείνει να αρκείται σ' ένα χαρωπό "περίπου" και σε μια λειψή εντελέχεια.
-----
Μεγάλωσε μόνος δίχως συντρόφους κι αναγκάστηκε από νωρίς ν' αποδεχτεί πως ανήκε σ' ένα είδος ανθρώπων που το σπάνιο χάρισμά τους δεν ήταν τόσο το ίδιο το ταλέντο όσο το φυσικό υπόβαθρο όπου αναπτύσσεται το ταλέντο· σ' ένα είδος ανθρώπων που δίνει από νωρίς τον καλύτερό του εαυτό και οι ικανότητές του σπάνια διαρκούν ως τα γεράματα. Όμως η αγαπημένη του λέξη ήταν η "αντοχή", και στο μυθιστόρημα του Φρειδερίκου δεν είχε κατά νου τίποτε άλλο από την αποθέωση αυτού του κανόνα· τη θεωρούσε ως πεμπτουσία της αρετής που η δυστυχία δεν είναι δυνατόν να την πτοήσει. Επίσης επιθυμούσε διακαώς να φτάσει σε μεγάλη ηλικία, καθώς ήταν ανέκαθεν της γνώμης ότι πραγματικά μεγάλη, ολοκληρωμένη κι αληθινά αξιέπαινη μπορεί να αποκαλείται μόνο η τέχνη που είχε την καλή τύχη να είναι γόνιμη σε όλη την κλίμακα της ανθρώπινης ζωής.
-----
Για να ασκήσει ένα σημαντικό έργο του πνεύματος άμεση, ευρεία και βαθιά επίδραση, πρέπει να υφίσταται μια μυστική συγγένεια, μια αρμονία ανάμεσα στο προσωπικό πεπρωμένο του δημιουργού του και σ' εκείνο της γενιάς του. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν γιατί επαινούν ένα έργο τέχνης. Μη όντας ειδήμονες, πιστεύουν ότι ανακαλύπτουν σ' αυτό εκατοντάδες προτερήματα για να δικαιολογήσουν την προτίμησή τους· όμως ο πραγματικός λόγος της επιδοκιμασίας τους είναι κάτι απρόσμενο, είναι το ότι συμπάσχουν. Ο Άσενμπαχ το είχε πει κάποτε, σε χρόνο ανύποπτο, πως όλα σχεδόν τα μεγάλα πράγματα υπάρχουν "παρ' όλα αυτά", πραγματοποιούνται παρά τις στενοχώριες και τα βάσανα, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τις έγνοιες, τα πάθη και τα χιλιάδες προσκόμματα. Όμως αυτό ήταν κάτι παραπάνω από απλή παρατήρηση, ήταν πείρα προσωπική, ήταν η αποτύπωση της ζωής του και της φήμης του, το κλειδί για το έργο του· δεν θα ήταν παράξενο λοιπόν να μην είναι στα έργα του ο ηθικός χαρακτήρας ένα εμφανές γνώρισμα των πιο αυθεντικών του ηρώων;
-----
[...] το να αντιμετωπίζεις στωικά το πεπρωμένο και να παραμένεις όμορφος την ώρα του μαρτυρίου δεν δείχνει μόνο παθητική εγκαρτέρηση· είναι μια ενεργητική στάση, ένα θετικό επίτευγμα και η μορφή του Αγίου Σεβαστιανού είναι το ωραιότερο σύμβολο, αν όχι της τέχνης γενικά, σίγουρα της τέχνης για την οποία γίνεται λόγος εδώ. Αν έριχνε κανείς το βλέμμα του σ' αυτόν τον λογοτεχνικό κόσμο θα έβλεπε την ευγενή αυτοκυριαρχία, που μέχρι την τελευταία στιγμή κρύβει από τα μάτια του κόσμου την εσωτερική εξάντληση, τη βιολογική φθορά, την κίτρινη, εξωτερική ασχήμια, που η αδύναμη σπίθα της μπορεί να φουντώσει και να υψωθεί ως το βασίλειο της ομορφιάς· την ωχρή αδυναμία, που αντλεί δύναμη από τα πύρινα βάθη του πνεύματος και έναν αλαζονικό λαό να πέσει στα πόδια του σταυρού, στα δικά της πόδια· θα έβλεπε ακόμα τη βολική μανιέρα στην υπηρεσία της κενής και αυστηρής φόρμας· την κίβδηλη κι επικίνδυνη ζωή, την εξουθενωτική επιθυμία, την τέχνη του γεννημένου απατεώνα. Έχοντας δει λοιπόν αυτά και άλλα τόσα παρόμοια πεπρωμένα, θα αμφέβαλλε μάλλον ότι υπάρχει τελικά κάποιος άλλος ηρωισμός πέρα από αυτόν της αδυναμίας. Και ποιος ηρωισμός τέλος πάντων είναι πιο επίκαιρος απ' αυτόν εδώ; Ο Γκούσταφ Άσενμπαχ ήταν ο ποιητής όλων εκείνων που εργάζονται στα όρια της εξάντλησης, των παραφορτωμένων, των αποκαμωμένων, που παλεύουν να σταθούν στα πόδια τους, όλων εκείνων των ηθικολόγων της επίδοσης, που, ισχνοί και φτωχοί, καταφέρνουν χάρη στη θέλησή τους και με συνετή διαχείριση να αγγίξουν για ένα διάστημα τουλάχιστον το μεγαλείο. Υπάρχουν πολλοί σαν κι αυτούς, είναι οι ήρωες της εποχής μας. Κι όλοι αυτοί είδαν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται στο έργο του, νιώθοντας δικαιωμένοι, εξυψωμένοι, εξυμνημένοι, του χρωστούσαν ευγνωμοσύνη και τιμούσαν το όνομά του.
-----
Οι αστικές μάζες ψυχαγωγούνται με την πνευματικά ασήμαντη, αλλά ζωντανή και εύληπτη καλλιτεχνική μορφή, όμως η παράφορη κι απόλυτη νεότητα μαγεύεται από το οριακό: και ο Άσενμπαχ κινούνταν στα όρια, ήταν απόλυτος όπως μονάχα ένας νέος μπορεί. Ταμένος του πνεύματος, λεηλάτησε πνευματικά κοιτάσματα, άλεσε τον σπόρο που έπρεπε να σπείρει, αποκάλυψε μυστικά, αμφισβήτησε το ταλέντο, πρόδωσε την τέχνη, την ίδια στιγμή μάλιστα που τα έργα του διασκέδαζαν, κολάκευαν, ψυχαγωγούσαν όσους πίστευαν σ' αυτά, εκείνος, ο νεαρός καλλιτέχνης συνάρπαζε τους εικοσάχρονους με τις κυνικές αναφορές του για την προβληματική φύση της τέχνης και τη ζωή των καλλιτεχνών.

Φαίνεται όμως ότι ένα ευγενές και ικανό πνεύμα για κανένα πράγμα δεν χάνει πιο γρήγορα και τελειωτικά το ενδιαφέρον του απ' ό,τι για την οξεία και πικρή γεύση της γνώσης [...].
-----
Όμως η ηθική ακεραιότητα πέρα από τη γνώση, την εκμηδενιστική και ανασταλτική επίγνωση, δεν είναι πάλι μια απλοποίηση, μια ηθική υπεραπλούστευση του κόσμου και της ψυχής και εν προκειμένω μια ενδυνάμωση του κακού, του απαγορευμένου και του ηθικώς απαράδεκτου; Και μήπως η μορφή δεν παρουσιάζεται με δύο πρόσωπα; Δεν είναι την ίδια στιγμή ηθική και ανήθικη - ηθική ως αποτέλεσμα και έκφραση της πειθαρχίας, ανήθικη όμως, ακόμη κι εχθρική προς την ηθική, στον βαθμό που είναι από τη φύση της αδιάφορη απέναντι στην ηθικότητα και τείνει μάλιστα να την υπαγάγει στην αγέρωχη και δεσποτική εξουσία της;

Τέλος πάντων! Η εξέλιξη είναι πεπρωμένο· κι όταν αυτή συνοδεύεται από τη συμπάθεια και την ευρεία αποδοχή του κοινού γιατί να μην πάρει άλλη κατεύθυνση από εκείνη που πορεύεται δίχως τη λάμψη και τις υποχρεώσεις της δόξας; Μόνο οι αιώνιοι έφηβοι το βρίσκουν βαρετό και τείνουν να χλευάζουν το μεγάλο ταλέντο που ξεπερνώντας την ανέμελη κατάσταση της χρυσαλλίδας αναγνωρίζει την αξία του πνεύματος και υιοθετεί το τυπικό της μοναξιάς, που, μέσα από αδιέξοδα, πόνο και σκληρό αγώνα καταφέρνει να το αποδεχθούν και να το τιμήσουν οι άνθρωποι. Και πόση διασκέδαση, πείσμα και ηδονή υπάρχει στην εξέλιξη του ταλέντου!
-----
Η τέχνη, ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο, σημαίνει έναν βίο ανώτερο, που δίνει πιο βαθιά ευχαρίστηση και φθείρει πιο γρήγορα. Χαράζει στην όψη του υπηρέτη της τα σημάδια από φανταστικές και πνευματικές περιπέτειες και μακροπρόθεσμα, ακόμα κι αν εκείνος ζει σε μοναστική γαλήνη, τον κάνουν εκκεντρικό και υπερευαίσθητο, του προκαλούν μια κόπωση και μια ιδιοτροπία των νεύρων, που μια ζωή με καταχρήσεις κι αισθησιακές απολαύσεις μετά βίας θα προκαλούσε.
-----
Ποιος δεν έχει νιώσει μια φευγαλέα ανατριχίλα, έναν φόβο κρυφό κι ένα σφίξιμο μπαίνοντας σε μια γόνδολα για πρώτη φορά ή μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα; Το ιδιόρρυθμο μεταφορικό μέσο, που έχει φτάσει απαράλλαχτο ως τις μέρες από την εποχή του Μεσαίωνα, με το χαρακτηριστικό μαύρο του χρώμα, που ανάμεσα σε τόσα άλλα πράγματα μόνο στα φέρετρα θα ταίριαζε, φέρνει στον νου εγκλήματα αθόρυβα μέσα στους παφλασμούς της νύχτας, κι ακόμα πιο πολύ θυμίζει τον θάνατο τον ίδιο και νεκροκρέβατο, και τη θλίψη της κηδείας, και σιωπηλή νεκρώσιμη πομπή. Έχει παρατηρήσει άραγε κανείς ότι το κάθισμα μιας τέτοιας βάρκας, βαμμένης σαν κιβούρι, αυτή η πολυθρόνα με τα μπράτσα και τη μαύρη ταπετσαρία είναι το πιο μαλακό, το πιο άνετο, το πιο αναπαυτικό του κόσμου;
-----
Τα βιώματα του μοναχικού, σιωπηλού ανθρώπου είναι πιο συγκεχυμένα και συνάμα πιο έντονα απ' ό,τι του κοινωνικού· οι σκέψεις του πιο σοβαρές, πιο παράξενες, γεμάτες θλίψη. Εικόνες και παρουσιάσεις που θα μπορούσαν να ξεθυμάνουν μ' ένα βλέμμα, ένα γέλιο, μιαν ανταλλαγή απόψεων, που απασχολούν υπέρμετρα, βυθίζονται στη σιωπή, η σημασία τους μεγεθύνεται, γίνονται βιώματα, περιπέτειες, συναίσθημα. Η μοναξιά παράγει το αυθεντικό, το τολμηρά και ιδιόρρυθμα ωραίο, το ποίημα. Η μοναξιά όμως παράγει και το άσχημο, το δυσανάλογο, το παράλογο και το ανεπίτρεπτο.
-----
Ήταν μια ατμόσφαιρα ανεκτική και πολυσυλλεκτική. Οι φθόγγοι των μεγάλων γλωσσών αναμειγνύονταν σε χαμηλή ένταση. Το διεθνώς καθιερωμένο βραδινό ένδυμα, μια στολή του πολιτισμού, συγχώνευε επιφανειακά τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπινων φυλών σ' ένα ευπρεπές κοινό πρότυπο.
-----
Σχεδόν κάθε καλλιτεχνική φύση έχει έμφυτη την προδοτική τάση να αποδέχεται την αδικία που φτιάχνει ομορφιά και να της αναγνωρίζει το αριστοκρατικό προνόμιο.
-----
Καλό, πολύ καλό, σκέφτηκε ο Άσενμπαχ με εκείνη την ψυχρή επιδοκιμασία του ειδήμονα, με την οποία οι καλλιτέχνες συγκαλύπτουν πότε πότε τον ενθουσιασμό τους, την ανάτασή τους στη θέα ενός αριστουργήματος.
-----
Οι λόγοι για τους οποίους αγαπούσε τη θάλασσα είχαν βαθιές ρίζες μέσα του: η ανάγκη για ανάπαυση από τον βαρύ μόχθο του καλλιτέχνη, ο οποίος έχοντας να αντιμετωπίσει την απαιτητική πολυπλοκότητα των οραμάτων στην ψυχή του, λαχταράει την καταφυγή στο απλό και απέραντο· μια απαγορευμένη, αντιτιθέμενη μάλιστα προς τα καθήκοντά του και για τον λόγο αυτό δελεαστική έλξη προς το αδιαχώριστο, το άπειρο, το αιώνιο, προς το μηδέν. Ο αναπαμός μέσα στο απόλυτο είναι η λαχτάρα εκείνου που πασχίζει για το εξαιρετικό· και δεν είναι μήπως το μηδέν μια μορφή του απόλυτου;
-----
[...] κάθε σοβαρός άνθρωπος, που γίνεται τυχαία μάρτυρας της εκδήλωσης ενός πάθους, αποφεύγει να κάνει χρήση των παρατηρήσεών του ακόμα και για τον εαυτό του τον ίδιο.
Τι πειθαρχία, πόση ακρίβεια σκέψης εκφραζόταν με αυτό το ιδανικό δείγμα, αυτό το τέλειο νεανικό κορμί! Η αυστηρή και καθαρή βούληση ωστόσο, η οποία, δουλεύοντας στο σκοτάδι, έφερε στο φως το θείο γλυπτό, δεν ήταν μήπως γι' αυτόν, τον καλλιτέχνη, γνωστή και οικεία; Δεν τον διακατείχε μήπως κι αυτόν τον ίδιο όταν μέσα στο νηφάλιο πάθος του απελευθέρωνε από τον μαρμάρινο ογκόλιθο της γλώσσας το καλλίγραμμο σχήμα, που είχε οραματιστεί το πνεύμα του και το παρουσίαζε στους ανθρώπους ως μορφή και αντανάκλαση του πνευματικού κάλλους;
-----
Δεν έχουν γράψει ότι το φως του ήλιου στρέφει την προσοχή μας από τα πνευματικά αντικείμενα στα αισθητά; Ναρκώνει και μαγεύει, λένε, τον νου και τη μνήμη, έτσι ώστε η ψυχή, από την ευχαρίστηση που νιώθει, λησμονεί εντελώς την πραγματική της κατάσταση και προσκολλάται με έκπληξη και θαυμασμό στο ομορφότερο από τα αντικείμενα που φωτίζει: και τότε, μόνο με τη βοήθεια ενός σώματος θα μπορέσει να υψωθεί σε μιαν ανώτερη θεώρηση. Αυτό το κάνει ο Έρωτας, σαν τους μαθηματικούς που δείχνουν στους ανεπίδεκτους μαθητές χειροπιαστές εικόνες των αφηρημένων μορφών. Έτσι κι ο Θεός, για να μας φανερώσει το πνευματικό, αρέσκεται να χρησιμοποιεί τη μορφή και τα χρώματα της ανθρώπινης νεότητας σαν όργανο της μνήμης, στολίζοντάς την με όλη τη λάμψη της ομορφιάς κι εμείς στη θέα της φλεγόμαστε απ' τον πόνο και την ελπίδα.
-----
Διότι το κάλλος, Φαίδρε μου, και μόνο αυτό, είναι αξιέραστο και ορατό συγχρόνως: είναι -να το θυμάσαι!- η μοναδική μορφή του πνεύματος που μπορούμε να συλλάβουμε με τις αισθήσεις μας και η μόνη που μπορούν οι αισθήσεις μας να αντέξουν. Αλλιώς, τι θα γινόμασταν, αν το Θείο, αν ο Λόγος και η Αρετή και η Αλήθεια φανερώνονταν μέσα από τις αισθήσεις; Δεν θα μας αφάνιζε, δεν θα μας έκαιγε ο έρωτας, σαν τη Σεμέλη κάποτε όταν αντίκρισε τον Δία; Κατ' αυτόν τον τρόπο, το κάλλος είναι η οδός του αισθαντικού προς το πνεύμα, μόνο η οδός, ένα μέσο απλώς, μικρέ Φαίδρε... Και μετά ο πανούργος γητευτής είπε την πιο λεπτή σκέψη: ότι δηλαδή ο εραστής είναι πιο θείος από τον ερώμενο, επειδή αυτός έχει μέσα του τον Θεό, και όχι ο άλλος· αυτή την πιο τρυφερή και πιο σκωπτική απ' όσες σκέψεις έχει κάνει ποτέ ο άνθρωπος κι από την οποία πηγάζει όλη η πανουργία και η πιο μύχια λαγνεία της ερωτικής επιθυμίας.
-----
 Η ευτυχία του συγγραφέα είναι η σκέψη που μπορεί να μεταλλαχθεί ολοκληρωτικά σε συναίσθημα, το συναίσθημα που μπορεί να μεταλλαχθεί σε σκέψη.
-----
Λέγεται ότι ο έρως αγαπάει την απραξία κι είναι πλασμένος αποκλειστικά γι' αυτήν. Όμως στο κρίσιμο αυτό σημείο ο λαβωμένος από τα βέλη του έρωτα άντρας διοχέτευσε την έξαψή του στη δημιουργία.
-----
Είναι καλό που ο κόσμος γνωρίζει μόνο το ωραίο έργο, αλλά όχι και την προέλευσή του, τις συνθήκες της δημιουργίας του· γιατί η γνώση των πηγών της καλλιτεχνικής έμπνευσης θα μπορούσε να φέρει σύγχυση στο κοινό, να το κάνει επιφυλακτικό ακυρώνοντας έτσι την επίδραση του αριστουργήματος. Παράξενες ώρες! Παράξενα εξουθενωτικός μόχθος! Αλλόκοτα γόνιμη επικοινωνία του πνεύματος μ' ένα σώμα! Όταν ο Άσενμπαχ μάζευε τα γραπτά του κι έφευγε από την παραλία, ένιωθε εξαντλημένος, αποδιοργανωμένος, λες και διαμαρτυρόταν η συνείδησή του μετά από μια βραδιά κραιπάλης.
-----
Αυτό το βήμα, που δεν έκανε τελικά, ίσως οδηγούσε σε μια ωραία, ανάλαφρη και χαρούμενη, επιστροφή στη νηφαλιότητα. Ο άνδρας όμως, που γερνούσε, δεν επιθυμούσε τη νηφαλιότητα: η έξαψη του ήταν πολύτιμη. Ποιος μπορεί να λύσει τον γρίφο της ουσίας και του χαρακτήρα της καλλιτεχνικής φύσης! Ποιος μπορεί να συλλάβει τη βαθιά ενστικτώδη σύζευξη πειθαρχίας κι αχαλίνωτης αφροσύνης που τη διέπει!

Διότι το να μη θέλεις τη λυτρωτική νηφαλιότητα είναι αφροσύνη.
-----
"Δείλιασα" σκέφτηκε, "δείλιασα σαν τον κόκορα που εγκαταλείπει τον αγώνα ηττημένος, με τα φτερά πεσμένα. Έτσι είναι στην πραγματικότητα ο Θεός: κάνει τα πόδια μας να κόβονται στη θέα του αγαπημένου και τσαλαπατάει την περήφανη ψυχή μας..."
-----
Σπάνια απαντάται κάτι πιο ιδιόμορφο από τη σχέση των ανθρώπων που γνωρίζονται μόνο εξ' όψεως, συναντιούνται καθημερινά, και μάλιστα όλη την ώρα, παρατηρούν ο ένας τον άλλον, ενώ συγχρόνως, για να κρατήσουν τα προσχήματα, δείχνουν αδιάφοροι και ψυχροί· συναντιούνται αμίλητοι και δίχως να ανταλλάσσουν χαιρετισμό, εξαναγκασμένοι από τις κοινωνικές συμβάσεις ή από την ίδια τους την παραξενιά. Έχουν κι οι δυο μια ανησυχία και μια οξυμμένη περιέργεια, την υστερική επιθυμία, την καταπιεσμένη ανάγκη για γνωριμία κι επικοινωνία και προπαντός έναν τονισμένο αλληλοσεβασμό. Γιατί ο άνθρωπος αγαπά και εκτιμά τον άλλο όσο δεν τον γνωρίζει ώστε να μπορεί να τον κρίνει, και ο πόθος είναι απόρροια της ελλιπούς γνώσης για τον άλλο.
-----
Ήταν πιο όμορφος, απ' όσο μπορούσε η γλώσσα να εκφράσει, και ο Άσενμπαχ διαπίστωσε με πόνο, όπως τόσες φορές στο παρελθόν, ότι ο λόγος μπορεί μόνο να εξυμνήσει το αισθητικό κάλλος, όχι να το αναπαραστήσει.
-----
 "Πρέπει να κρατήσουμε το στόμα μας κλειστό!" σκέφτηκε ο Άσενμπαχ με έξαψη, πετώντας τις εφημερίδες πάνω στο τραπέζι. Την ίδια στιγμή όμως το στήθος του πλημμύριζε από ικανοποίηση για τους μπελάδες που θα 'μπαινε ο κόσμος γύρω του. Γιατί το πάθος, όπως και το έγκλημα, δεν βολεύεται στην ασφαλή, τακτική καθημερινότητα, και κάθε χαλάρωση της κοινωνικής δομής, κάθε αναταραχή και συμφορά στον κόσμο του είναι ευπρόσδεκτη, διότι ελπίζει αορίστως ότι αυτές οι συνθήκες θα του προσφέρουν ένα πλεονέκτημα.
-----
Αυτή ήταν η Βενετία, η πλανεύτρα, ύποπτη καλλονή, αυτή η πόλη, μισή παραμύθι, μισή παγίδα, όπου κάποτε στον αποπνικτικό αέρα της είχε ανθήσει ασυγκράτητη η τέχνη και οι μουσικοί της είχαν εμπνευστεί μελωδίες που σε νανούριζαν ύπουλα. Κι εκείνος, που είχε ριχτεί στην περιπέτεια, με την ακοή του πλανεμένη από τις ίδιες μελωδίες, με την όρασή του να ξεδιψάει απ' αυτή την πλησμονή, αναλογιζόταν ότι η πόλη αυτή νοσούσε κι από απληστία το έκρυβε και κοίταζε τη γόνδολα που λικνιζόταν μπροστά του ακόμα πιο ασύστολα.
-----
Τι θα έλεγαν εκείνοι; Και τι θα έλεγαν άραγε για όλη του τη ζωή, η οποία παρεξέκλινε από τη δική τους μέχρις εκφυλισμού, γι' αυτή τη ζωή στα βρόχια της τέχνης, για την οποία, στο πνεύμα της αστικής παράδοσης των προγόνων του, είχε εκφραστεί κι ο ίδιος στα νιάτα του με χλευασμό και η οποία κατά βάθος ήταν τόσο όμοια με τη δική τους! Κι αυτός είχε υπηρετήσει, κι αυτός ήταν στρατιώτης και πολεμιστής, όπως ορισμένοι απ' αυτούς, γιατί η τέχνη ήταν ένας πόλεμος, ένα αγώνας εξαντλητικός, που σήμερα δεν μπορεί κανείς να τον αντέξει για πολύ καιρό. Έζησε μια ζωή με αυτοϋπέρβαση και πείσμα, στυφή, ανυποχώρητη, εγκρατή, που την ανήγαγε σε σύμβολο ενός ηρωισμού εύθραυστου κι επίκαιρου· μπορούσε μια χαρά να την αποκαλέσει αντρίκεια, γενναία, κι ήθελε να πιστεύει ότι μια τέτοια ζωή ακριβώς θα ταίριαζε στον Έρωτα που όριζε τώρα τη ζωή του. Δεν τον είχαν μήπως σε μεγάλη υπόληψη οι γενναιότεροι των λαών, και δεν λέγεται μάλιστα ότι άνθησε στις πόλεις τους μαζί με την ανδρεία; Αμέτρητοι ήρωες του παρελθόντος υπέμειναν πρόθυμα τον ζυγό του, γιατί καμιά ταπείνωση απ' όσες επέβαλλε ο θεός Έρως δεν μετρούσε -και πράξεις που θα τις στιγμάτιζαν για δειλία αν γίνονταν γι' άλλους σκοπούς: να ικετεύσεις, να ορκιστείς, να θερμοπαρακαλέσεις, να δείξεις δουλική αφοσίωση- ώστε να θεωρηθεί ντροπή για τον ερωτευμένο, αντίθετα μάλιστα την επαινούσαν.
-----
Ρουφούσε άπληστα τη μονότονη μουσική, τις λαϊκές και άτεχνες μελωδίες, γιατί το πάθος παραλύει την εκλεκτικότητα και γοητεύεται με πράγματα που σε κατάσταση νηφαλιότητας ο άνθρωπος θα τα αντιμετώπιζε με χιούμορ ή θα τα απέρριπτε με αγανάκτηση.
-----
Όλοι περιεργάζονταν με περιέργεια και ελαφριά αποστροφή το παράξενο αυτό πλάσμα που μάζευε τα προς το ζην κι έριχναν κέρματα στο τσόχινο καπέλο του με τα ακροδάχτυλα, φροντίζοντας να μην τον αγγίξουν. Όσο μεγάλη κι αν είναι η διασκέδαση, όταν καταργείται η φυσική απόσταση ανάμεσα στον θεατρίνο και τον καθωσπρέπει κόσμο υπάρχει πάντα κάποια αμηχανία.
-----
Η νύχτα προχωρούσε, ο χρόνος γινόταν σκόνη. Στο σπίτι των γονιών του, πολλά χρόνια πριν, υπήρχε μια κλεψύδρα· έβλεπε ξαφνικά το εύθραυστο και χρήσιμο εκείνο όργανο, σαν να το 'χε μπροστά στα μάτια του. Η άμμος, κόκκινη σαν τη σκουριά, κυλούσε κομψά κι αθόρυβα μέσα απ' τον γυάλινο λαιμό, κι όπως κόντευε πάνω να τελειώσει, σχημάτιζε μια μικρή ορμητική δίνη.
-----
[...] για κάποιον που είναι εκτός εαυτού, δεν υπάρχει τίποτε πιο απεχθές απ' το να επανέλθει στον εαυτό του."
-----
Η γνώση της αλήθειας, η επίγνωση της συνενοχής τον μεθούσαν, όπως θα μεθούσε η παραμικρή ποσότητα κρασιού ένα κουρασμένο μυαλό. Η εικόνα της καταστροφικής κι ερημωμένης πόλης στον νου του αναζωπύρωνε ελπίδες αδιανόητες, ασύλληπτα γλυκές και παράλογες. Τι ήταν γι' αυτόν η τρυφερή ευτυχία, την οποία είχε προς στιγμή ονειρευτεί λίγο πριν, σε σύγκριση μ' αυτές τις προσδοκίες; Τι σημασία είχαν πια γι' αυτόν η τέχνη και η αρετή μπροστά στα οφέλη που του έδινε το χάος;
-----
"Διότι η ομορφιά, Φαίδρε μου, πρόσεξέ του καλά, μόνο η ομορφιά είναι θεία και ορατή συγχρόνως· έτσι, μέσω του αισθητού, αυτή μόνο η οδός υπάρχει· είναι, μικρέ μου Φαίδρε, η οδός του καλλιτέχνη προς το πνεύμα. Πιστεύεις όμως τώρα, αγαπημένε μου, πως γι' αυτόν που θέλει να κατακτήσει κάποτε τη σοφία και τη γνήσια ανδροπρέπεια, ο δρόμος προς την πνευματικότητα περνάει μέσα από τις αισθήσεις; Ή μήπως πιστεύεις (είσαι ελεύθερος ν' αποφασίσεις μόνος σου) ότι αυτός είναι ένας επικίνδυνος δρόμος των απολαύσεων, στην πραγματικότητα ένας δρόμος εσφαλμένος και ανήθικος, που οδηγεί κατ' ανάγκην στην πλάνη; Διότι οφείλεις να γνωρίζεις ότι εμείς οι ποιητές δεν μπορούμε να βαδίσουμε στον δρόμο της ομορφιάς δίχως τη συντροφιά και την καθοδήγηση του Έρωτα· και μάλιστα, τι κι αν είμαστε ήρωες, με τον δικό μας τρόπο και πειθαρχημένοι πολεμιστές, πάλι σαν τις γυναίκες είμαστε, διότι η ψυχή μας βρίσκει την ευδαιμονία στο πάθος, και η λαχτάρα μας οφείλει να είναι ο έρωτας, αυτός είναι η χαρά και η ντροπή μας. Βλέπεις τώρα ότι εμείς οι ποιητές δεν μπορούμε να είμαστε σοφοί ούτε άξιοι σεβασμού. Ότι είμαστε αναγκαστικά άσωτοι, θύματα της πλάνης κι αθύρματα του συναισθήματος; Η δεξιοτεχνία του ύφους μας είναι απάτη κι ανοησία, η φήμη μας και οι τιμές που μας αποδίδουν είναι μια φάρσα, η εμπιστοσύνη του κοινού προς το πρόσωπό μας στον ύψιστο βαθμό γελοία, η διαπαιδαγώγηση του λαού και της νεολαίας μέσω της τέχνης ένα παρακινδυνευμένο εγχείρημα που πρέπει να απαγορευτεί. Διότι πώς θα μπορούσε να είναι κατάλληλος για παιδαγωγός εκείνος που έχει μια φυσική κι αδιόρθωτη τάση προς την άβυσσο; Θα θέλαμε να την απαρνηθούμε και να ανακτήσουμε την αξιοπρέπειά μας, όμως όσο προσπαθούμε να την απωθήσουμε, τόσο περισσότερο μας γοητεύει. Κάπως έτσι απορρίπτουμε την καταλυτική γνώση, διότι η γνώση, Φαίδρε, δεν έχει αξιοπρέπεια κι αυστηρότητα· ξέρει, κατανοεί και συγχωρεί δίχως να παίρνει θέση και αδιαφορεί για τη μορφή· συγγενεύει με την άβυσσο, είναι η άβυσσος. Αυτή λοιπόν την απορρίπτουμε με αποφασιστικότητα και στο εξής επιδιώκουμε μόνο την ομορφιά, που σημαίνει την απλότητα, το μεγαλείο και τη νέα αυστηρότητα, την επιστροφή στην παρρησία, τη φυσικότητα της μορφής. Όμως αυτά, Φαίδρε, οδηγούν στη μέθη και τον πόθο, οδηγούν και τον πιο ευγενή ενδεχομένως στο φοβερό αμάρτημα του συναισθήματος, το οποίο η ίδια του η αυστηρή λατρεία της ομορφιάς απορρίπτει ως αισχρό, οδηγούν στην άβυσσο, στην άβυσσο κι αυτά. Εμάς τους ποιητές, μας οδηγούν εκεί, διότι αδυνατούμε να υψωθούμε πάνω από αυτά, μπορούμε μόνο να ελισσόμαστε γύρω τους."

Thomas Mann, Θάνατος Στη Βενετία, μετάφραση Βασίλη Τσαλή, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2017 (πρώτη έκδοση 1912)

* Φωτογραφία από εδώ.

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXVI

Ιδού η 36η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη που επιμελούμαι εδώ και 12 χρόνια στο Mix Grill. Πρόκειται για δημοσιεύσεις που έγιναν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2015.




Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες