Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Ένα αντίο στον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (1978-2018)

Τον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (πρέπει να) τον γνώρισα από το πρώτο κιόλας εξάμηνο των σπουδών μας στο τμήμα Ηλεκτρονικής του παραρτήματος του Τ.Ε.Ι. Κρήτης, στη Χαλέπα Χανίων -μιλάμε για το πρώτο εξάμηνο του 1997. Είχε έρθει η κοινή μας φίλη και συμφοιτήτρια Μαρία Βλασοπούλου και μου είχε μιλήσει για εκείνον, ότι ήταν μουσικός κι έπαιζε κιθάρα. "Να του πω να μιλήσετε, να βρεθείτε;" "Να τους πεις".

Πήγα και του μίλησα εγώ τελικά -το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα. Μου φάνηκε περίεργος τύπος, φευγάτος. Κουβεντιάσαμε λίγο, ήρθε μετά κι από το σπίτι μου -μέναμε κοντά. Ανακάλυψα ότι έπαιζε πολύ καλή κιθάρα, ήταν πάντα πολύ καλύτερος μουσικός από μένα. Βασικά, ήταν όντως μουσικός -εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Μου έδειξε εκείνο το απόγευμα και το μπαρέ που βασιζόταν στο ανοιχτό ντο.

Έπειτα ξαναβρεθήκαμε, μαζί με τον Βασίλη Κατσαούνο, που έπαιζε μπουζούκι, τούτη τη φορά. Στα χρόνια που ακολούθησαν κάναμε πολλές κουβέντες, διαφωνούσαμε συνέχεια, κοντραριζόμασταν: εγώ γούσταρα Δεληβοριά, εκείνος Ιωαννίδη, εκείνος λαϊκά και "έντεχνα", εγώ ποπ και ροκ, λάτρευε τα ακουστικά όργανα, ήθελα και τα ηλεκτρονικά από δίπλα. Μου έπαιζε τα τραγούδια του, του έπαιζα τα δικά μου. Ένα βράδυ, στο γιορτή του Αντώνη Γιαννακού, τον άκουσα να παίζει τον "Αποσπερίτη". "Δικό σου;", τον ρώτησα. "Όχι, είναι του Θανάση Παπακωνσταντίνου". Πρώτη φορά άκουγα το όνομα.

Τον έβλεπα συχνά στα μαγαζιά που έπαιζε, με τον Βασίλη, με τον Θοδωρή Γαρδίκο, με άλλους φίλους του μουσικούς. Το βράδυ που έφαγα "χυλόπιτα" κι ήμουνα χάλια, στο "Ανατολικό", στο Κουμ Καπί, ήρθαν με τον Βασίλη στο τραπέζι που καθόμουνα και μου έπαιξαν τους "Χαρταετούς" του Θεοδωράκη. Βούρκωσα.

Εκείνο που πίστευα ότι δεν θα γινόταν ποτέ, να παίξουμε μαζί δημοσίως δηλαδή, συνέβη τελικά όταν φτιάξαμε μια μπάντα με πολλούς μουσικούς από τη Σχολή μας: Κατσαούνος, Γαρδίκος, Χρήστος Χουτουρίδης. Γιώργος Μακρής, ένα παιδί που έπαιζε ντραμς (ξεχνάω το όνομά του), μια Αγγελική που τραγουδούσε, εκείνος κι εγώ. Προβάραμε διάφορα, από "Dust In The Wind" μέχρι Μάλαμα, και τα παρουσιάσαμε ένα ωραίο βράδυ, στο θεατράκι του Τ.Ε.Ι. Κάπου έχω φωτογραφίες τυπωμένες, ακόμα περισσότερες στη μνήμη μου.

Φεύγοντας από τα Χανιά οριστικά, χαθήκαμε και με τον Μαύρο. Μάθαινα τα νέα του από φίλους και συμφοιτητές. Βρισκόμασταν κάποιες φορές, αραιά, όποτε ανέβαινε Αθήνα: στο εργαστήριο ηλεκτρονικών κατασκευών των φίλων μας, για κανέναν καφέ, σε μια εμφάνισή του στο Zp87, ένα βράδυ του Γενάρη του '17 στον Κεραμεικό που κανόνισε εκείνος μάζωξη παλιών συμφοιτητών.

Κατάλαβα ότι σταδιακά ο Γιώργος είχε φύγει από εκείνα που ήξερα τότε ότι αγαπούσε: είχε ανοιχτεί στις μουσικές θάλασσες, ήταν πια βιρτουόζος ουτίστας που έπαιζε στο πλάι του Ross Daly και άλλων σπουδαίων μουσικών, δίδασκε, ταξίδευε, μάθαινε συνεχώς. Το 2014 μου χάρισε και το πρώτο του άλμπουμ, το Καρπός.

Δεν μιλούσαμε ποτέ στο τηλέφωνο με τον Γιώργο. Όμως τον σκεφτόμουνα. Τον σκέφτηκα ξανά μόλις πριν δυο-τρεις μέρες, όταν επανήλθε στη μνήμη μου, δεν ξέρω πώς ούτε γιατί, ένα τραγούδι του με τίτλο "Ο Γλάρος". Τον θυμάμαι να διορθώνει τους στίχους του στο εστιατόριο της Σχολής, τον θυμάμαι να μου το παίζει μετά. Πάντα έλεγα ότι εκείνο το τραγούδι δεν μου άρεσε, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε τη μνήμη μου: "Κι ο γλάρος που πλησίασε στου λιμανιού την άκρη, ούτε στιγμή δεν στάθηκε και μου 'φυγε ένα δάκρυ".

Ώσπου σήμερα το πρωί έμαθα, από ποσταρίσματα συμφοιτητών στο Facebook, ότι ο Γιώργος πέθανε. Ο ευαίσθητος, ο διαφορετικός, ο ποιητής φίλος μας, δεν υπάρχει πια. Μουδιασμένος και με την ψυχή μου μαυρισμένη, τον αποχαιρετώ με τους δικούς του στίχους, από ένα τραγούδι ακυκλοφόρητο, που είχε γράψει μαζί με τον Βασίλη εκείνα τα παλιά χρόνια. Τον ακούω καθαρά τώρα να το τραγουδά:

"Μια ζωή στο σώμα αυτό κρατώ
και θα στη δώσω να την έχεις στον λαιμό σου φυλαχτό
να μπορώ ένα κομμάτι να κρατώ κι εγώ
ένα κομμάτι τόσο δα απ' τον δικό σου τον καημό".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες