Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Υπογραμμίσεις XXIV: Αύγουστος Κορτώ

Το όνομα του Αύγουστου Κορτώ το άκουσα πολλές φορές την τελευταία δεκαετία (τουλάχιστον), μέσα σε συνήθως θετικά συμφραζόμενα. Ήταν, οπότε, από τους συγγραφείς που είχα σκοπό να ψάξω -ανήκει, άλλωστε, και στη γενιά μου. Όταν, λοιπόν, τον περασμένο Ιούνιο, η Σάντη και η Ελένη μου δώρισαν το Φωτιά Στα Σαββατόπαχα, είπα ότι έφτασε εκείνη η ώρα -η οποία τελικά άργησε λίγο ακόμα...

Οφείλω εξαρχής να γράψω ότι η συλλογή αυτή ευθυμογραφημάτων αποτελεί ένα από τα πιο (αν όχι το πιο) "πέρασε και δεν ακούμπησε" πράγματα που έχω διαβάσει. Η γραφή του Κορτώ σαφέστατα ρέει σαν το γάργαρο νεράκι, όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν αφήνει πολλά πίσω της. Βρήκα αποτυχημένες τις απόπειρές του να σατιρίσει τα διαδικτυακά ήθη (το real thing είναι απολαυστικότερο και πολύ πιο τρελό), κάπως κουραστική την αχαλίνωτη γλώσσα του και την εμμονή του με τη σκατολογία, και συνολικά κάπως ανούσια αυτοβιογραφική την όλη φάση. Ένιωσα σαν να διάβαζα καταχωρήσεις από το ημερολόγιο κάποιου, όπου παρελαύνουν απλώς γεγονότα και απουσιάζουν οι ουσιαστικές σκέψεις. Αν και συμφωνώ ότι δεν πρέπει να κρίνουμε ένα βιβλίο απ' το εξώφυλλό του, εδώ νομίζω ότι έχουμε μια εξαίρεση.

Ξεχωρίζω, πάντως, από τα παραπάνω, την ιστορία με τίτλο "Το μαμόθρεφτο", όπου ο συγγραφέας επιστρέφει στο πρόσωπο που τον έκανε διάσημο: τη μητέρα του. Βρήκα τις σελίδες που της αντιστοιχούν συγκινητικές -αν και πάλι όχι αστείες- και, διόλου τυχαία, όλα -πλην ενός- τα παρακάτω αποσπάσματα, προέρχονται από αυτήν. Οπωσδήποτε θα επιδιώξω σύντομα να διαβάσω και το περίφημο Βιβλίο Της Κατερίνας, καθώς σε καμιά περίπτωση δεν θεωρώ ότι ξεμπέρδεψα έτσι εύκολα με τον Κορτώ.

[...] αυτό το καλό έχουν οι πεθαμένοι: όσο κι αν θα διαφωνούσαν εν ζωή, δεν έχουν πια τη δυνατότητα να φέρουν αντιρρήσεις. Η ζωή τους, οι ίδιοι οι νεκροί που αγαπήσαμε, μας ανήκουν ολοκληρωτικά.
-----
[...] δεν ήξερα τι να πρωτοθυμηθώ, τι να περισώσω απ' τη λήθη που πλησιάζει πάντα με αθόρυβα βήματα για να κλέψει κομμάτι κομμάτι ό,τι συνθέτει τον εαυτό σου [...].
-----
Διόλου περιέργως, πολλές απ' τις αναμνήσεις με πρωταγωνίστρια τη μάνα μου περιστρέφονται, με τρόπο ευτράπελο, γύρω απ' το φαΐ. Λογικό, θα μου πεις: οι μανάδες πρώτες μας ταΐζουν με το ίδιο τους το κορμί, κι ιδίως οι Ελληνίδες κρύβουν συχνά μέσα τους μια Λωξάντρα που θέλει διακαώς να μπουκώνει όποιον αγαπάει με κάθε λογής φαγιά.
-----
Σαν να τη βλέπω ακόμα να καλπάζει στη φωτεινή σήραγγα των παιδικών μου χρόνων, με τη μορφή της ν' αλλάζει διαδοχικά από ζουμπουρλούδικη γκομενάρα του '80 με το μαλλί τζίβα απ' την περμανάντ σαν της χαμένης αδελφής Τζάκσον, σε σαραντάρα ισχνή από εξουθενωτικές δίαιτες και χάπια αδυνατίσματος (θυρορμόνη, που τότε συνταγογραφούσαν αφειδώς πολλοί ασυνείδητοι γιατροί), στο τετράπαχο, ροδομάγουλο Κατερινάκι των τελευταίων χρόνων, ολοστρόγγυλο με το εμπριμέ ολόσωμο μαγιό.
-----
Μάνα και γιος είχαμε πολλά τέτοια χούγια στα οποία ήμασταν ίδιοι κι απαράλλαχτοι - όπως η θανάσιμη βαρεμάρα που μας έπιανε όταν έπρεπε να αγοράσουμε καινούρια ρούχα. Ακόμα και τώρα, που κοντεύω τα σαράντα, είμαι ασύλληπτα δύστροπος όταν αναγκάζομαι να αγοράσω μπλουζάκια, παπούτσια και πουκάμισα (το χειρότερό μου είναι τα παντελόνια: τρέμω και μόνο στη σκέψη), διότι τα πράγματα είναι απλά: είτε φορέσω γαμπριάτικο κοστούμι είτε σκάφανδρο καταδύτη, είναι αδύνατο να μ' αρέσει αυτό που βλέπω στον καθρέφτη, αρκεί τα ρούχα μου να με χωράνε και να μην έχουν πολλές εμφανείς τρύπες.

Όλες αυτές τις μικρές και μεγάλες ταπεινώσεις, τις προδοσίες του κορμιού και της ψυχής, η μάνα τις αντιμετώπιζε με βουδιστική μακροθυμία και με γενναίες δόσεις αυτοσαρκασμού - ο οποίος, ακόμα κι όταν άγγιζε το μίσος για τον εαυτό της, ήταν στην πραγματικότητα ένας περίτεχνος μηχανισμός επιβίωσης, ένας θαυματουργός τρόπος να μετατρέπει την αποστροφή για τη ζωή, που ώρες ώρες την έπνιγε, σε φάρσα, καλαμπούρι, κάτι ανώδυνο που μοιραζόμασταν για τον χαβαλέ.

Ξέρω καλά πως η σχέση μας απείχε παρασάγγας απ' το υγιές πρότυπο, πως ήταν ξεκάθαρα συμβιωτική: ένα είδος αγνού, μητρικού-υιικού έρωτα, μες στον οποίο μοιραζόμασταν τα πάντα - αμήχανες εκμυστηρεύσεις, ιδιωτικές αναμνήσεις, ακόμα και την παθολογία της κατάθλιψης απ' την οποία υποφέραμε εκ περιτροπής, ως αδιάσπαστο δίπολο, όπου κάθε φορά ο ένας ήταν ο φροντιστής του άλλου, ο επιστάτης της όποιας αδυναμίας του, που δεν έφερνε ποτέ την παραμικρή αντίρρηση, αντιμετωπίζοντας την ίδια του την ύπαρξη ως έναν αεικίνητο μηχανισμό στοργής για το αγαπημένο έτερον ήμισυ.
-----
Όμως κανείς μας δεν είναι άτρωτος στο παρελθόν: είμαστε όλοι ισόβιοι φορείς του αξερίζωτου μικροβίου της παιδικής ηλικίας. Κι έτσι, κάθε φορά που το βράδυ μπαίνει απ' το παράθυρο μια απ' αυτές τις αχαμνές καφετιές πεταλουδίτσες -σκόρος στην ουσία, αλλά το πεταλούδα είναι πιο εύηχο όσο να πεις-, θυμάμαι ότι η Κατερίνα τις έλεγε ψυχές, και πως όταν ήμουν μικρός, πίστευα (με την τόσο βραχύβια ζέση της παιδικής αφέλειας) ότι αυτά τα τοσοδούλικα πλάσματα είναι στην πραγματικότητα οι ψυχές όσων έχουμε χάσει, που έρχονται να μας δουν έστω και για λίγες μόνο στιγμές.
-----
Και στο μεταξύ ζω χωρίς ζάχαρη. Εγώ. Ο Πέτρος. Που έχει τη φωτογραφία μου η εγκυκλοπαίδεια δίπλα στο ζαχαροκάλαμο.

Αλλά δε βαριέσαι - η ζωή είναι γλυκιά από μόνη της.

Αύγουστος Κορτώ, Φωτιά Στα Σαββατόπαχα, εκδόσεις Πατάκη, 2018

* Φωτογραφία από εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες