Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXIX: F. Scott Fitzgerald

Ξεφυλλίζοντας κάποιο από τα πρόσφατα ένθετα του Σαββατοκύριακου κάποιας αγγλόφωνης εφημερίδας -ο Guardian να ΄τανε; Μήπως οι New York Times; Αδυνατώ να εντοπίσω το pdf στο αρχείο μου...- έπεσα πάνω σε μια λίστα με τα 40 σημαντικότερα μυθιστορήματα στην αγγλική, από την έκδοση του Οδυσσέα του Joyce (1922) και δώθε. Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ ήταν στην κορυφή.

Είχα ούτως ή άλλως ακούσει και διαβάσει πολλά για το έργο αυτό, θετικά και αρνητικά, και το είχα στα υπόψη -κι άλλωστε έχω πάντα το άγχος ότι δεν έχω διαβάσει τίποτα από τη λεγόμενη "κλασική" λογοτεχνία. Όταν χρειάστηκα κάτι να με βοηθήσει κατά τις μακρές ώρες που πέρναγα στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, δίπλα στη μητέρα μου, το αναζήτησα και το ξεκίνησα.

Ως... αδιάβαστος, δεν μπορώ να πω αν Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ όντως αξίζει την κορυφή της προαναφερθείσας λίστας, πάντως το ότι έχει πάντα μια θέση σε αντίστοιχες καταγραφές σίγουρα δεν είναι τυχαίο, και νομίζω κατάλαβα γιατί. Ο Fitzgerald είχε έναν τρόπο να μεταφέρει πολύ γλαφυρά τον ηδονισμό της τρυφηλής ζωής που ζούσε εκείνη την εποχή, βλέποντας όμως ταυτόχρονα τη ματαιότητα όλης αυτής της κατάστασης. Κάποιες μόνο από τις εξαιρετικά διαυγείς και ταυτόχρονα ποιητικές περιγραφές του έχω "σώσει" παρακάτω.

Κλείνοντας, η έκδοση που αγόρασα (Άγρα) έχει μια πολύ καλή μετάφραση από τον Άρη Μπερλή, καθώς και δύο σημειώματα του ιδίου (εισαγωγή και εκτενές βιογραφικό του συγγραφέα) που βοηθούν τον αναγνώστη να τοποθετήσει το έργο στην εποχή που το γέννησε.
"Όποτε είσαι έτοιμος να κατακρίνεις κάποιον, να θυμάσαι ότι δεν είχαν όλοι τα δικά σου πλεονεκτήματα."
-----
[...] η αίσθηση της ευπρέπειας μοιράζεται άνισα στους ανθρώπους κατά τη γέννησή του.
-----
[...] τη ζωή τη βλέπεις καλύτερα όταν τη βλέπεις σφαιρικά.
-----
Γύρισα τα μάτια στην ξαδέλφη μου, που άρχισε να με ρωτάει διάφορα με τη χαμηλή, συναρπαστική φωνής της. Ήταν το είδος της φωνής που το αφτί την ακολουθεί στις διακυμάνσεις της, σαν οι προτάσεις να είναι σειρές από νότες που δεν θα ξαναπαιχτούν ποτέ. Το πρόσωπό της, λυπημένο και όμορφο, είχε πάνω του πράγματα φωτεινά, φωτεινά μάτια και φωτεινό φλογερό στόμα, αλλά υπήρχε μια έξαψη στη φωνή της που δεν ήταν εύκολο στους άντρες να την ξεχάσουν· μια μελωδική παρόρμηση, ένα ψιθυριστό "Άκου", μια διαβεβαίωση ότι μόλις είχε κάνει συναρπαστικά πράγματα και ότι εξίσου συναρπαστικά πράγματα αναμένονται από στιγμή σε στιγμή.
-----
Για μια στιγμή οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου έπεσαν με ρομαντική τρυφερότητα πάνω στο λαμπερό πρόσωπό της· η φωνή της με έκανε να γείρω μπροστά και να την ακούω με κομμένη την ανάσα - ύστερα η λάμψη έσβησε, καθώς οι αχτίδες την εγκατέλειπαν μία μία με λύπη, σαν παιδιά που παρατούν το παιχνίδι τους σε έναν όμορφο δρόμο το σούρουπο.
-----
"Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα που είχε γεννηθεί και ο Τομ βρισκόταν Κύριος οίδε πού. Ξύπνησα από τον αιθέρα με μια αίσθηση πλήρους εγκατάλειψης και ρώτησα αμέσως τη νοσοκόμα αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Μου είπε ότι είναι κορίτσι κι εγώ γύρισα από την άλλη μεριά το κεφάλι μου και έκλαψα. "Εντάξει", είπα, "χαίρομαι που είναι κορίτσι και ελπίζω να γίνει χαζή - αυτό είναι το καλύτερο για ένα κορίτσι σε αυτόν τον κόσμο, μια όμορφη χαζούλα"".
-----
Ήθελα να βγω έξω και να περπατήσω προς τα ανατολικά, στο πάρκο, απολαμβάνοντας το απαλό σούρουπο, αλλά όποτε έκανα να σηκωθώ, μπλεκόμουν σε ένα θυελλώδες και θορυβώδες επιχείρημα το οποίο με έδενε, σαν με σχοινιά, στην καρέκλα μου. Κι ωστόσο, πάνω από την πόλη, τα κίτρινα παράθυρά μας θα πρέπει να είχαν συμβάλει στη μυστικότητα της ιδιωτικής ζωής των ανθρώπων που παρατηρούσε ο περιπατητής στους μουχρωμένους δρόμους και κοίταζε ψηλά κι αναρωτιόταν. Ήμουν και μέσα και έξω, η ανεξάντλητη ποικιλία της ζωής με γοήτευε και ταυτόχρονα με απωθούσε.
-----
Χαμογέλασε με κατανόηση - κάτι περισσότερο από κατανόηση. Ήταν ένα από εκείνα τα σπάνια χαμόγελα που έχουν μια χροιά παντοτινής διαβεβαίωσης, ένα χαμόγελο που το συναντάς τέσσερις-πέντε φορές στη ζωή σου. Αντίκριζε -ή φαινόταν να αντικρίζει- ολόκληρο τον αιώνιο κόσμο για μια στιγμή, κι έπειτα εστιαζόταν πάνω σου δείχνοντας για σένα μια ακαταμάχητη εύνοια. Σε καταλάβαινε τόσο όσο ήθελες να σε καταλάβουν, πίστευε σε σένα όσο εσύ θα ήθελες να πιστεύεις στον εαυτό σου, και σε διαβεβαίωνε ότι είχε σχηματίσει για σένα ακριβώς την εντύπωση που εσύ έλπιζες να δώσεις.
-----
Άρχισε να μου αρέσει η Νέα Υόρκη, η τολμηρή, ριψοκίνδυνη νυχτερινή της ατμόσφαιρα, η ικανοποίηση που δίνουν στο αεικίνητο μάτι η αέναη κίνηση αντρών, γυναικών και μηχανών. Μου άρεσε να ανεβαίνω την Πέμπτη Λεωφόρο, να ξεχωρίζω ρομαντικές γυναίκες στο πλήθος και να φαντάζομαι ότι σε δυο λεπτά θα μπω στη ζωή τους και κανείς δεν θα το μάθει ποτέ, κανείς δεν θα το αποδοκιμάσει. Μερικές φορές, στη φαντασία μου, τις ακολουθούσα ως την κατοικία τους σε γωνιές ασύχναστων δρόμων, κι εκείνες γύριζαν και μου χαμογελούσαν, προτού χαθούν μέσα από μια πόρτα στο ζεστό σκοτάδι. Στο μαγεμένο λυκόφως της μεγαλούπολης ένιωθα κάποτε μια έμμονη μοναξιά· την ένιωθα και σε άλλους - σε φτωχούς νεαρούς υπαλλήλους που χάζευαν τις βιτρίνες ωσότου έρθει η ώρα να δειπνήσουν σε ένα μοναχικό εστιατόριο - σε νεαρούς υπαλλήλους το σούρουπο, που σπαταλούν τις δριμύτερες στιγμές της νύχτας και της ζωής.
-----
[...] οι περισσότερες προσποιήσεις κρύβουν τελικά κάτι, αν και όχι στην αρχή [...].
-----
Η ανεντιμότητα σε μια γυναίκα δεν είναι βαρύ παράπτωμα [...].
-----
"Χρειάζονται δύο για να γίνει δυστύχημα".
-----
Ο καθένας μας υποψιάζεται ότι διαθέτει τουλάχιστον μία θεμελιώδη αρετή. Η δική μου είναι η εξής: Είμαι ένας από τους ελάχιστους έντιμους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου.
-----
Είναι μεγάλο πλεονέκτημα να μην πίνεις όταν η παρέα σου είναι γερά ποτήρια. Μπορείς να κρατάς τη γλώσσα σου και, συνάμα, μπορείς να κανονίσεις τις μικροαταξίες σου έτσι ώστε οι άλλοι να είναι τόσο τύφλα που να μη βλέπουν ή να μην ενδιαφέρονται.
-----
"Υπάρχουν μόνο οι κυνηγημένοι, οι κυνηγοί, οι πολυάσχολοι και οι κουρασμένοι".
-----
Οι Αμερικανοί, ενώ δεν έχουν καμία αντίρρηση να είναι σκλάβοι, δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να είναι χωριάτες.
-----
Δεν υπάρχει φωτιά ή παγωνιά που μπορεί να αντιμετρηθεί με αυτό που φωλιάζει στην άγρια καρδιά ενός άντρα.
-----
Είναι λυπηρό πάντα να κοιτάζεις με νέα μάτια πράγματα στα οποία έχεις εξαντλήσει τις προσαρμοστικές σου δυνάμεις.
Ήσαν ακόμη κάτω από τη δαμασκηνιά και τα πρόσωπά τους σχεδόν αγγίζονταν με μόνο μια λεπτή, χλομή φεγγαραχτίδα ανάμεσά τους. Φαντάστηκα ότι όλο το βράδυ έσκυβε σιγά σιγά προς το κεφάλι της για να φτάσει σε αυτή τη μηδενική απόσταση και, ενώ τους παρατηρούσα, τον είδα να ολοκληρώνει το τελευταίο χιλιοστό και να τη φιλάει στο μάγουλο.
-----
Το Ουέστ Εγκ, αυτή την πρωτόφαντη "περιοχή" την οποία δημιούργησε το Μπρόντγουεϋ από ένα ψαροχώρι του Λονγκ Άιλαντ, το έβρισκε φρικτό - απεχθανόταν αυτή την ωμή ζωτικότητα που ασφυκτιούσε κάτω από τους παλιούς ευφημισμούς, αυτό το αναπόδραστο πεπρωμένο που οδηγούσε σαν κοπάδι τους κατοίκους του, δείχνοντάς τους πώς να κόψουν δρόμο από το τίποτα στο τίποτα. Έβλεπε κάτι απαίσιο στην ίδια την απλότητα που δεν μπορούσε να καταλάβει.
-----
Η Νταίζυ άρχισε να τραγουδάει συνοδεύοντας τη μουσική με ένα βραχνό, ρυθμικό μουρμούρισμα, αναδεικνύοντας σε κάθε λέξη ένα νόημα που ποτέ δεν είχε και ποτέ ξανά δεν θα 'χει. Όταν η μελωδία δυνάμωσε, η φωνή της έσπασε γλυκά, ακολουθώντας τη με τον τρόπο που έχουν οι φωνές κοντράλτο, και κάθε αλλαγή απελευθέρωνε λίγη από τη ζεστή ανθρώπινη μαγεία της στον αέρα.
-----
"Της ζητάς πολλά" είπα. "Δεν μπορείς να επαναλάβεις το παρελθόν".

"Τι έκανε λέει;" φώναξε σαν να μην πίστευε στ' αυτιά του. "Και βέβαια μπορείς!"

Κοίταξε γύρω του με άγριο μάτι, σαν να καραδοκούσε εκεί το παρελθόν, στη σκιά του σπιτιού του - έτσι να 'κανε θα το έπιανε.

"Θα τα φτιάξω όλα όπως ήταν πριν" είπε, κουνώντας αποφασιστικά το κεφάλι του. "Θα δει".

Μιλούσε συνέχεια για το παρελθόν και κατάλαβα ότι ήθελε να ανακτήσει κάτι, κάποια εικόνα για τον εαυτό του ίσως, που εξηγούσε τον έρωτά του για την Νταίζυ. Από τότε η ζωή του ήταν σε σύγχυση και ταραχή, αλλά αν μπορούσε να γυρίσει στην αφετηρία και από εκεί να προχωρήσει αργά, θα μπορούσε να βρει τι ήταν αυτό...

...Μια φθινοπωρινή βραδιά, πριν από πέντε χρόνια, περπατούσαν στον δρόμο με τα φύλλα που έπεφταν και βρέθηκαν σε ένα μέρος όπου δεν υπήρχαν δέντρα και το πεζοδρόμιο ήταν λευκό από το σεληνόφως. Σταμάτησαν εκεί και γύρισαν ο ένας προς τον άλλο. Η νύχτα ήταν ψυχρούτσικη και είχε εκείνη τη μυστηριώδη αναστάτωση που εμφανίζεται στις δύο αλλαγές του χρόνου. Τα γαλήνια φώτα των σπιτιών βούιζαν στο σκοτάδι και ψηλά ανάμεσα στ' αστέρια επικρατούσε σάλος και αντάρα. Με την άκρη του ματιού του ο Γκάτσμπυ είδε πως τα μπλόκια του πεζοδρομίου σχημάτιζαν βαθμίδες που οδηγούσαν σε ένα μυστικό μέρος πάνω από τα δέντρα - θα μπορούσε να σκαρφαλώσει εκεί, αν σκαρφάλωνε μόνος του, και εκεί να θηλάσει τη θηλή της ζωής, να ρουφήσει το ασύγκριτο γάλα του θαύματος.
-----
"Η φωνή της έχει μια αναίδεια" είπα. "Είναι γεμάτη - " Δίστασα.

"Η φωνή της είναι γεμάτη λεφτά" είπε απότομα.

Ναι, αυτό ήταν. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι τότε. Ήταν γεμάτη λεφτά - αυτή ήταν η ανεξάντλητη γοητεία της κυματιστής φωνής της, αυτό το ανεβοκατέβασμα, το κουδούνισμα... Ψηλά σε ένα λευκό παλάτι, η θυγατέρα του βασιλιά, το χρυσό κορίτσι...
-----
[...] σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει τόσο βαθιά διαφορά μεταξύ των αντρών, ως προς τη φυλή ή την ευφυΐα, όσο μεταξύ του άρρωστου και του υγιούς. Ο Ουίλσον ήταν τόσο άρρωστος που έμοιαζε ένοχος, ασυγχώρητα ένοχος - σαν να είχε γκαστρώσει ένα φτωχό κορίτσι.
-----
Δεν υπάρχει σύγχυση μεγαλύτερη από τη σύγχυση ανθρώπου αφελούς [...].
-----
"Μου αρέσει η Νέα Υόρκη τα απογεύματα το καλοκαίρι όταν λείπουν όλοι. Έχει κάτι το αισθησιακό - κάτι το υπερώριμο, σαν να είναι να πέσουν στα χέρια σου κάθε είδους παράξενα φρούτα".
-----
[...] ο Γκάτσμπυ μιλούσε τώρα με έξαψη στην Νταίζυ, αρνούμενος τα πάντα, υπεραμυνόμενος της υπόληψής του έναντι κατηγοριών που δεν είχαν καν διατυπωθεί. Αλλά με κάθε του λέξη εκείνη κλεινόταν όλο και πιο πολύ στον εαυτό της και τελικά εκείνος τα παράτησε, και μόνο το νεκρό όνειρο συνέχισε να μάχεται καθώς το απόγευμα έσβηνε σιγά σιγά, προσπαθώντας να αγγίξει αυτό που δεν ήταν πια απτό, παλεύοντας να φτάσει, χωρίς χαρά, χωρίς απόγνωση, εκείνη τη χαμένη φωνή στην άλλη άκρη του δωματίου.
-----
Τριάντα - η υπόσχεση μιας δεκαετίας μοναξιάς, όλο και λιγότεροι εργένηδες στον κύκλο των γνωριμιών σου, όλο και πιο αραιοί οι ενθουσιασμοί, όλο και πιο αραιά μαλλιά. Αλλά δίπλα μου ήταν η Τζόρνταν, που ήταν σοφότερη από την Νταίζυ και δεν κουβαλούσε ξεχασμένα όνειρα από τη μια ηλικία στην άλλη. Καθώς περνούσαμε από τη σκοτεινή γέφυρα, το ωχρό πρόσωπό της έγειρε νωχελικά στον ώμο του σακακιού μου και ο φοβερός χτύπος των τριάντα έσβησε με το καθησυχαστικό σφίξιμο του χεριού της.

Κι έτσι τρέχαμε προς τον θάνατο στη δροσιά του σούρουπου.
-----
[...] συνειδητοποίησε πόσο τα πλούτη φυλακίζουν και διαφυλάσσουν τα νιάτα και το μυστήριο, και ένιωσε τη δροσιά των πολλών φορεμάτων, και την Νταίζυ να λάμπει σαν το ασήμι, ασφαλής και υπερήφανη πάνω από τους τραχείς αγώνες των φτωχών.
-----
"Για ποιο λόγο να κάνω μεγάλα πράγματα όταν μπορούσα να περνάω καλύτερα λέγοντάς της τι θα κάνω;"
-----
"Ας μάθουμε να δείχνουμε τη φιλία μας σε έναν άνθρωπο όσο είναι ζωντανός, όχι όταν έχει πεθάνει" είπε. "Από κει και πέρα κανόνας μου είναι μην επεμβαίνεις - άσε τα πράγματα όπως είναι".
-----
Οι περισσότερες από τις μεγάλες παραθαλάσσιες επαύλεις ήταν τώρα κλειστές και δεν έβλεπες φώτα παρά μόνο το θαμπό, κινούμενο φως ενός φέρρυμποουτ στο Σάουντ. Και καθώς το φεγγάρι ανέβηκε ψηλότερα, τα ασήμαντα σπίτια άρχισαν να σβήνουν, ωσότου τελικά έφτιαξα την εικόνα του παλιού νησιού που άνοιξε εδώ κάποτε σαν λουλούδι στα μάτια των Ολλανδών ναυτικών - ένας δροσερός, πράσινος κόρφος του Νέου Κόσμου. Τα χαμένα του δέντρα, τα δέντρα που παραμέρισαν για το σπίτι του Γκάτσμπυ, κάποτε υπέθαλψαν με ψιθύρους το τελευταίο και μεγαλύτερο απ' όλα τα ανθρώπινα όνειρα· για μια φευγαλέα μαγεμένη στιγμή ο άνθρωπος θα πρέπει να κράτησε την ανάσα του μπροστά σε αυτή την ήπειρο, και να εξαναγκάστηκε σε μια αισθητική θεώρηση την οποία ούτε καταλάβαινε ούτε ήθελε, αντιμέτωπος για τελευταία φορά στην ιστορία με κάτι που μπορούσε να του προκαλέσει δέος.
-----
Ο Γκάτσμπυ πίστευε στο πράσινο, στο οργασμικό μέλλον που χρόνο με τον χρόνο ξεμακραίνει από μας. Μάς ξέφυγε τότε, αλλά αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία - αύριο θα τρέξουμε πιο γρήγορα, θα απλώσουμε πιο μακριά τα χέρια μας. Και ένα ωραίο πρωινό -

Κι έτσι συνεχίζουμε, βάρκες ενάντια στο ρεύμα, που ακατάπαυστα μάς ρίχνει πίσω στο παρελθόν. -

F. Scott Fitzgerald, Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ, μετάφραση Άρη Μπερλή, εκδόσεις Άγρα, 2012 (πρώτη έκδοση 1925)

* Φωτογραφία από εδώ

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

Συνέντευξη με τον Φοίβο Δεληβοριά (II)

Πάντα απολαμβάνω τις συζητήσεις μου με τον Φοίβο Δεληβοριά. Το ήξερα ότι θα είναι έτσι, πριν ακόμα τον γνωρίσω από κοντά, τον Γενάρη του 2011. Εκείνη η πρώτη συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο e-orfeas.gr, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια στο διαδίκτυο. Ακολούθησαν κάμποσες ιδιωτικές συνομιλίες μας, κι ένα άρθρο που γράφτηκε με τη στενή συνεργασία του, ώσπου φτάσαμε στη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε σήμερα στο mic.gr.

Τον συνάντησα στο στούντιο Zero Gravity, έναν χώρο όπου, μια φορά κι έναν καιρό, έκανα κι εγώ πρόβα με τη μπάντα μου. Τον βομβάρδιζα με ερωτήσεις επί 1 ώρα και 22 λεπτά, και το αρχικό κείμενο της απομαγνητοφώνησης ξεπέρασε τις 10.000 λέξεις. Αυτό που θα διαβάσετε είναι μια πολύ συντομευμένη εκδοχή, μικρότερο απ' το μισό του αρχικού. Δεν ήθελα να κόψω τίποτα, αλλά δεν θα το διάβαζε και κανείς.

Χρειάστηκε παραπάνω από μία εβδομάδα για να γίνει η δημοσίευση, και αυτό το διάστημα έζησα απίστευτα όμορφες, αλλά και απίστευτα δύσκολες στιγμές. Ξεκίνησα να πληκτρολογώ ένα πρωί στα Άνω Ιλίσια, όλοι στο σπίτι να κοιμούνται, την ημέρα που βαφτίστηκε, μέσα σε οικογενειακή και φιλική συγκίνηση, ο ανιψιός μου. Τελείωσα ξημερώματα, στο ημίφως του θαλάμου 37 του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης, άυπνος για μέρες, με το λάπτοπ ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι.

Στον δικό μου ιδανικό κόσμο, θα έκανα συνέχεια παρέα με τον Φοίβο Δεληβοριά -και με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, και με τον Διονύση Σαββόπουλο... Όχι για να του λέω τι να κάνει και να τον ζαλίζω με τα δικά μου, αλλά για να μπορώ να κάνω βουτιές στο μυαλό και στη σκέψη του. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι και μόνο που έχω τα τραγούδια του, αρκεί για να πλουτίσει η ζωή και η συχνά βάναυση καθημερινότητα.

Όχι ότι θα πάψω ποτέ να ελπίζω και σε μια επόμενη φορά...

* Φωτογραφία: Δημήτρης Μακρής

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

Υπογραμμίσεις XXXVIII: Stephen King (ΧΙΙΙ)

Το αγόρασα στο βιβλιοπωλείο Αρκτούρος, από όπου είχα αγοράσει και το πρώτο μου βιβλίο του King -αν και τότε, πριν 20 χρόνια, το μαγαζί του Γιάννη και του Γιώργου στεγαζόταν αλλού. Το ξεκίνησα στη Σπάρτη, και συνέχισα να το διαβάζω στην Παλαιά Επίδαυρο, στα Λευκάκια Ναυπλίου, και στο Αρχοντικό Αβίας στη Μεσσηνία, ώσπου το ολοκλήρωσα με την επιστροφή στο σπίτι. Όπου κι αν βρισκόμουν, όμως, κάθε που το έπιανα στα χέρια μου μεταφερόμουν μεμιάς στον ξενώνα του σπιτιού της Άνι Γουίλκς, κάπου στα βουνά του Κολοράντο. Κι ένιωθα την απελπισία του Πολ Σέλντον, και την πάλη του με τις πληγές του, με την εξάρτηση, και με τη συγγραφή ενός ακόμα μυθιστορήματος από εκείνα που πάντα μισούσε να γράφει.

Την ομώνυμη ταινία του Rob Reiner την (ψευτο)είδα κάποτε, και εξαιτίας αυτού δίσταζα να πιάσω το βιβλίο, θεωρώντας ότι δεν θα είχε πολλά να μου αποκαλύψει. Κούνια που με κούναγε... Το Μίζερι είναι αριστούργημα, κι αυτό το καταλαβαίνεις από πολύ νωρίς στην πορεία της ανάγνωσης. Ειδικά το πρώτο μισό είναι τόσο πυκνό και καλογραμμένο, που θες συνέχεια να επανέρχεσαι εκεί, στο μικρό δωμάτιο, κι ας ξέρεις ότι η παράνοια παραμονεύει κάθε στιγμή.

Παρότι δεν έχω διαβάσει ούτε καν τα μισά από τα έργα του King ώστε να έχω σαφή εικόνα, ένιωσα πως το Μίζερι είναι ένα από τα πλέον αυτοβιογραφικά, φιλοσοφημένα και βαθιά συμβολικά πονήματά του. Κάτι τέτοιο αντικατοπτρίζεται από τον διπλής ανάγνωσης τίτλο πρώτα πρώτα, αλλά γίνεται γρήγορα αντιληπτό και μέσα από την πλοκή. Θίγονται, λοιπόν, μέσω αυτής θέματα που έχουν να κάνουν με την εξάρτηση και την ανημπόρια (ήταν εξαρτημένος από την κοκαΐνη όταν το έγραφε), ζητήματα που αφορούν στη σχέση του συγγραφέα με το αναγνωστικό κοινό και με τους εκδότες, ενώ γίνονται βαθιές βουτιές και στο τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας, στα "τι", στα "πώς" και στα "γιατί" της "δουλειάς", σε μια παράλληλη πτέρυγα του βιβλίου που μοιάζει να αποτελεί προάγγελο του επίσης εξαιρετικού Περί Συγγραφής (2000, πρώτη ελληνική έκδοση 2006 από την Bell). Ας σημειωθούν, τέλος, και οι νύξεις περί υψηλής και... χαμηλής τέχνης και περί κριτικών -εκείνη την εποχή ο King είχε κατηγοριοποιηθεί ως "συγγραφέας των αεροδρομίων".

Παρότι ο Stephen King είναι ίσως ο αγαπημένος μου συγγραφέας, παρότι απόλαυσα κάθε έργο του που έπιασα στα χέρια μου, δεν βρήκα πάντα στα βιβλία του τον πλούτο που συνάντησα στο Μίζερι. Τα πραγματικά σπουδαία πράγματα σπανίζουν, ούτως ή άλλως. 

"Οι κτηνώδεις καιροί απαιτούν κτηνώδεις λέξεις [...]."
-----
Το χειρότερο, όπως ανακάλυπτε, ήταν ότι δεν ήθελε να το σκέφτεται ούτε όταν μπορούσε, έστω κι αν ήξερε ότι, δίχως σκέψη, δεν γινόταν να δώσει τέλος σ' αυτή την κατάσταση. Το μυαλό του επέμενε να το απωθεί, σαν παιδί που σπρώχνει μακριά το φαγητό του, μόλο που του έχουν πει ότι δεν θα σηκωθεί από το τραπέζι προτού το φάει.
-----
Ο Πολ ξάπλωσε και σκέπασε τα μάτια με το μπράτσο του, προσπαθώντας να συντηρήσει την οργή του, επειδή τον έκανε να νιώθει γενναίος. Ένας γενναίος άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί. Ένας δειλός όχι.
-----
Θυμήθηκε τα μαυρισμένα φύλλα που αιωρούνταν στο δωμάτιο, τις φλόγες, τους ήχους, τη μυρωδιά της καταστροφής. Έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να διώξει αυτές τις εικόνες από τον νου του· η ζωηρή φαντασία δεν είναι πάντα προσόν.
-----
"Αν το καλοσκεφτείς, ουσιαστικά δεν υπάρχει αντίκα-γραφομηχανή. Μια καλή γραφομηχανή είναι αθάνατη. Αυτά τα παλιά επαγγελματικά εργαλεία είναι σκυλιά!"
-----
Ο Πολ ανακάλυπτε σιγά σιγά ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μπορεί να είναι απλώς ένστικτο, αλλά δημιουργεί ορισμένες πραγματικά εκπληκτικές, σχεδόν ανακλαστικές ικανότητες κατανόησης των διαθέσεων του άλλου. Με τον καιρό τσάκωνε τον εαυτό του εναρμονισμένο με τις διαθέσεις της, με τους κύκλους της· άκουγε το ακανόνιστο τικ τακ του μηχανισμού της, σαν να είχε κοντά του ένα χαλασμένο ρολόι.
-----
Η κολακεία έρχεται εύκολα, αρκεί να της πάρεις τον αέρα.
-----
Διαπίστωσε ότι η Άνι δεν τον πρόσεχε. Ήταν η δεύτερη φορά που δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για τα τερτίπια του επαγγέλματος, τα οποία μάγευαν τις τάξεις των επίδοξων συγγραφέων. Ο Πολ απέδωσε την αδιαφορία της σε απλοϊκότητα. Η Άνι Γουίλκς ήταν το ιδανικό κοινό, μια γυναίκα που λάτρευε τις ιστορίες χωρίς να δίνει πεντάρα για τους μηχανισμούς παραγωγής τους. Ήταν η ενσάρκωση του βικτοριανού αρχέτυπου, του Πιστού Αναγνώστη. Δεν ήθελε να ακούει για συμφραστικούς πίνακες και ευρετήρια, καθότι η Μίζερι και τα πρόσωπα που την περιστοίχιζαν ήταν για κείνη απολύτως αληθινά.
-----
[...] απ' όλα τα δεινά που του προξένησε η Άνι, η μοιρολατρία ήταν ασφαλώς το χειρότερο σύμπτωμα· τον είχε μετατρέψει σε πονεμένο ζώο, δίχως ηθικές επιλογές.
-----
[...] πιο εύκολο είναι να δίνεις συμβουλές παρά να παίρνεις.
-----
Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, το πρόσωπό του πήρε το ύφος της ειλικρινούς προσοχής που έπαιρνε πάντα όταν του μιλούσαν οι εκδότες. Ο ίδιος την αποκαλούσε "έκφραση εξυπηρετικού υπαλλήλου εμπορικού καταστήματος". Κι αυτό επειδή οι περισσότεροι εκδότες έμοιαζαν με τις γυναίκες που πηγαίνουν το αυτοκίνητό τους στο συνεργείο και λένε στον μηχανικό να διορθώσει τον θόρυβο που ακούγεται κάτω από το καπό ή στο ταμπλό και να το έχει έτοιμο σ' ένα λεπτό. Το γεμάτο ειλικρινή προσοχή στα λόγια του άλλου ύφος τον διευκόλυνε, καθότι οι εκδότες κολακεύονταν, κι όταν οι εκδότες κολακεύονται είναι ευκολότερο να τους πείσεις να παραιτηθούν ως ένα σημείο από τις εξωφρενικές ιδέες τους.
-----
[...] πάντα υπάρχει ένα χρονικό περιθώριο, ένα όριο που άμα το ξεπεράσεις, οφείλεις να εγκαταλείψεις τον κύκλο, πράγμα που γνωρίζουν οι περισσότεροι συγγραφείς. Αν ένα βιβλίο παραμείνει για καιρό μπλοκαρισμένο, αρχίζει να φθίνει, να καταρρέει· αρχίζουν να φαίνονται τα τεχνάσματα και οι ταχυδακτυλουργίες.
-----
Η θλίψη, συλλογίστηκε, είναι σαν τον βράχο στην άκρη του ωκεανού. Όταν κοιμάσαι, η φουσκονεριά τη σκεπάζει και υπάρχει κάποια ανακούφιση. Ο ύπνος μοιάζει με την παλίρροια που σκεπάζει τον βράχο της λύπης. Όταν, ωστόσο, ξυπνάς, τα νερά τραβιούνται και πολύ σύντομα ο βράχος παρουσιάζεται ξανά, καλυμμένος από πεταλίδες, υπαρκτός, αδιαμφισβήτητος, προορισμένος να υπάρχει εκεί για πάντα, ή έστω μέχρι να αποφασίσει ο Θεός να τον εξαφανίσει.
-----
Όμως, κατά βάθος, τίποτα δεν του χαλούσε το κέφι. Θα μπορούσε να του χαλάσει, το ήξερε, αλλά, παρά τη διαβόητη ευαισθησία της τέχνης της δημιουργίας, παρέμενε πάντα το μοναδικό ανθεκτικό, το πιο πιστό σημείο αναφοράς της ζωής του· τίποτα δεν κατάφερε ποτέ να μολύνει αυτό το τρελό πηγάδι των ονείρων: ούτε το ποτό, ούτε τα ναρκωτικά, ούτε ο πόνος. Έτρεξε τώρα προς το πηγάδι σαν διψασμένο ζώο που βρίσκει έναν λάκκο με νερό κατά το σούρουπο και ήπιε, πράγμα που σημαίνει ότι βρήκε την τρύπα στο χαρτί κι έπεσε μέσα με ευγνωμοσύνη.
[...] η αβεβαιότητα ήξερε ότι ήταν μια άχαρη γωνιά στο πουργκατόριο, προορισμένη για συγγραφείς που παίρνουν φόρα δίχως να ξέρουν προς τα πού βαδίζουν.
------
Γύμνωσε τσιτσίδι έναν συγγραφέα, δείξε τις ουλές κι αυτός θα σου διηγηθεί την ιστορία ακόμα και για την πιο μικρή. Από τις μεγάλες ουλές γεννιούνται μυθιστορήματα, όχι αμνησία. Αν θέλεις να γίνεις συγγραφέας, είναι ωραίο να διαθέτεις μια στάλα ταλέντου, αλλά το μόνο πραγματικά απαραίτητο προσόν είναι αυτή η ικανότητα να θυμάσαι την ιστορία κάθε ουλής.

Η τέχνη βασίζεται στην εμμονή της μνήμης.
-----
Καθισμένος μπροστά στη γραφομηχανή που γινόταν όλο και περισσότερο φαφούτα, αναλογιζόμενος την περίοδο που κύλησε μόνο με δουλειά, δίχως γεγονότα, ο Πολ κούνησε το κεφάλι. Ναι, μάλλον έπαιζε τη Σεχραζάτ στον εαυτό του, όπως επίσης αποτελούσε ο ίδιος τη γυναίκα των ονείρων του, όταν παρασυρόταν στον πυρετώδη ρυθμό των φαντασιώσεών του. Δεν χρειαζόταν να είναι ψυχίατρος για να επισημάνει ότι το γράψιμο είχε μια αυτοερωτική διάσταση· κοπανάς τη γραφομηχανή αντί να πασπατεύεις τη σάρκα σου, αλλά και οι δύο πράξεις βασίζονται κυρίως στη γόνιμη φαντασία, στα γρήγορα χέρια και σε μια βαθιά αφοσίωση στην τέχνη της υπερβολής.
-----
Ήταν τρελό. Ήταν κωμικό. Ήταν, επίσης, αληθινό. Εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να περιγελούν τη δύναμη της τέχνης, απλώς και μόνο επειδή δεν αντιλαμβάνονται την επιρροή της στις μάζες -έστω κι αν πρόκειται για ένα εκφυλισμένο παρακλάδι της, όπως το λαϊκό μυθιστόρημα. Οι νοικοκυρές κανόνιζαν το πρόγραμμά τους σύμφωνα με τις σαπουνόπερες της απογευματινής ζώνης. Αν είχαν να επιστρέψουν στις δουλειές τους, έδιναν άμεση προτεραιότητα στην αγορά ενός βίντεο, ώστε να παρακολουθούν τη νύχτα αυτές τις ίδιες σαπουνόπερες. Όταν ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ σκότωσε τον Σέρλοκ Χολμς στο Ράιχενμπαχ Φολς, ολάκερη η βικτοριανή Αγγλία ξεσηκώθηκε και απαίτησε την επιστροφή του. Ο τόνος των διαμαρτυριών ήταν ακριβώς ο τόνος της Άνι: δεν φανέρωνε θλίψη για την απώλεια αλλά οργή για το ανοσιούργημα. Ο Ντόιλ δέχτηκε την επίπληξη της ίδιας της μητέρας του, όταν της ανακοίνωσε σε γράμμα του την πρόθεση να ξεκάνει τον Χολμς. Η αγέρωχη απάντησή της κατέφθασε αμέσως με το ταχυδρομείο: "Να σκοτώσεις τον καλό κύριο Χολμς; Σαχλαμάρες! Αλίμονό σου αν τολμήσεις!"
-----
"Όταν αρχίζω ένα βιβλίο, όλο νομίζω ότι ξέρω πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα, αλλά ποτέ δεν τελείωσα μια ιστορία με τον τρόπο που αρχικά φανταζόμουν. Αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι άξιο απορίας. Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι λίγο σαν την εκτόξευση διηπειρωτικού πυραύλου... με τη διαφορά ότι ταξιδεύει στον χρόνο κι όχι στον χώρο. Στον χρόνο του κειμένου, στον οποίο δρουν τα πρόσωπα του μύθου, και στον πραγματικό χρόνο που χρειάζεται ο συγγραφέας για να γράψει την ιστορία. Το να τελειώσεις ένα μυθιστόρημα με τον τρόπο που σκεφτόσουν όταν το άρχισες θα ήταν σαν να εκτοξεύεις έναν πύραυλο Τιτάνα που θα διασχίσει τη μισή Γη και θα στοχεύσει να πέσει μέσα σε ένα καλάθι του μπάσκετ. Στο χαρτί φαίνεται εύκολο και υπάρχουν άνθρωποι που θα ισχυρίζονταν με το πιο σοβαρό ύφος ότι είναι παιχνιδάκι, όμως ποτέ δεν είναι έτσι."
-----
Ένας τύπος που σκαρφίζεται ιστορίες ξεγελάει τους πάντες, συνεπώς δεν μπορεί ποτέ να ξεγελάσει τον εαυτό του.
-----
Ποια ήταν λοιπόν η αλήθεια; Η αλήθεια, αφού επιμένεις, ήταν ότι η διαρκής απόρριψη του έργου του από τους κριτικούς εξαιτίας της ρετσινιάς του "λαϊκού συγγραφέα" (η οποία τον τοποθετούσε, όπως το αντιλαμβανόταν αυτός, μόλις ένα -μικρό- σκαλοπάτι ψηλότερα από τον "κατά παραγγελία καλαμαρά") τον είχε πληγώσει αφάνταστα. Δεν ταυτιζόταν με την ιδέα που είχε ο ίδιος για τον εαυτό του, την ιδέα του Σοβαρού Συγγραφέα, ο οποίος σκάρωνε τα σαχλά φτηνορομάντζα προκειμένου να χρηματοδοτήσει το (εδώ να ηχήσουν οι σάλπιγγες, παρακαλώ!) ΑΛΗΘΙΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ! Ώστε μισούσε τη Μίζερι; Τη μισούσε αληθινά; Τότε πώς κατάφερε να γλιστρήσει ξανά στον κόσμο της με τόση άνεση;
-----
Ποτέ δεν ήταν για σένα Άνι, ούτε γι' αυτές που υπογράφουν τα γράμματά τους ως "Η νούμερο ένα θαυμάστριά σου". Από τη στιγμή που αρχίζεις να γράφεις, όλοι αυτοί εκτοπίζονται στην άκρη του γαλαξία. Δεν ήταν ποτέ για τις πρώην συζύγους μου, ούτε για τη μητέρα μου ούτε για τον πατέρα μου. Ο λόγος που οι συγγραφείς κατά κανόνα αφιερώνουν σε κάποιον το βιβλίο τους, Άνι, είναι επειδή στο τέλος τούς τρομάζει ο εγωισμός τους.
-----
Ύστερα από όσα τράβηξαν, ήταν δυνατόν ο Θεός να 'ναι τόσο σκληρός και να την αφήσει να πεθάνει; Παλαιότερα, ο Τζέφρι θα απέρριπτε κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, περισσότερο με χιούμορ παρά με αγανάκτηση. Άλλοτε θα του φαινόταν παράλογη η ιδέα ότι ο Θεός μπορούσε να είναι σκληρός.

Όμως οι αντιλήψεις του για τον Θεό -όπως και για ένα σωρό άλλα πράγματα- είχαν διαφοροποιηθεί. Άλλαξαν στην Αφρική. Στην Αφρική ανακάλυψε ότι δεν υπάρχει μονάχα ένας Θεός κι ότι ορισμένοι από τους πολλούς που υπάρχουν είναι εξαιρετικά σκληροί, είναι παράλογοι, γεγονός που αλλάζει πολλά πράγματα. Στο κάτω κάτω, η σκληρότητα είναι κατανοητή. Με τον παραλογισμό, ωστόσο, δεν μπορείς να τα βάλεις.
-----
Μόλις τελείωσε, άφησε κάτω το μολύβι. Κοίταξε για μια στιγμή τη δουλειά του. Ένιωσε όπως πάντα όταν τελείωνε ένα βιβλίο: παράξενα άδειος και εξουθενωμένος, έχοντας την αίσθηση ότι για κάθε μικρή επιτυχία είχε πληρώσει το μερτικό του σε παραλογισμούς.

Πάντα τα ίδια, πάντα τα ίδια· σαν να διασχίζει τη ζούγκλα, ζώντας μήνες ολάκερους μέσα στην κόλαση, για να φτάσει στο τέλος σε ένα ξέφωτο όπου δεν βρίσκει τίποτα περισσότερο από έναν αυτοκινητόδρομο με μερικά βενζινάδικα και πίστες του μπόουλινγκ, ως ανταμοιβή για την καλή του διαγωγή, ή κάτι τέτοιο.

Πάντως, ήταν ωραίο να νιώθει ότι ξεμπέρδεψε· πάντα ήταν ωραίο αυτό το συναίσθημα. Ήταν ωραίο να αισθάνεται ότι κάτι παρήγαγε, ότι έδωσε ζωή. Ζαλισμένος, αντιλαμβανόταν και εκτιμούσε την παλικαριά της πράξης τού να κατασκευάζει μικρές, ανύπαρκτες ζωές, να δημιουργεί την αίσθηση της κίνησης και την ψευδαίσθηση της ζεστασιάς. Καταλάβαινε -τώρα, επιτέλους- πόσο χιμαιρική ήταν αυτού του είδους η δουλειά, αλλά ήταν η μόνη που ήξερε, κι αν στο τέλος αποδεικνυόταν ανεπαρκής, τουλάχιστον είχε τη βεβαιότητα ότι την έκανε με αστείρευτη αγάπη. Άγγιξε τη στοίβα των χαρτιών και χαμογέλασε αχνά.
-----
Μπορεί το γράψιμο να περιέχει στοιχεία αυτοερωτισμού, αλλά ο Θεός να μας φυλάει ώστε να μη γίνει πράξη αυτοκανιβαλισμού.

Stephen King, Μίζερι, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2021 (πρώτη έκδοση 1987)

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXIX

Βρείτε παρακάτω την 39η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10 του Mix Grill, την οποία επιμελούμαι από το 2009 μέχρι και σήμερα. Εδώ βρισκόμαστε στους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2016.
 




Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Συνέντευξη με τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω

Την τελευταία διετία (και κάτι) δεν δημοσιεύθηκε από πλευράς μου ούτε μία συνέντευξη, όταν τα προηγούμενα 12 χρόνια (2008-2020) είδαν το φως 170 (τουλάχιστον). Η αλήθεια είναι πως δεν απείχα από τον εν λόγω στίβο: στο διάστημα αυτό πραγματοποίησα γύρω στις 10-15 συνδιαλέξεις, στα πλαίσια της έρευνάς μου για το ελληνικό δισκογραφημένο τραγούδι. Όμως αυτές θα τις διαβάσετε αν και όποτε καταφέρω να τις οργανώσω σε κάτι που θα έχει νόημα να εκδοθεί.

Τέλος πάντων, ήταν ο Αντώνης Ξαγάς που με επανέφερε στην επαφή με τα τρέχοντα των συνεντεύξεων, προτείνοντάς μου μια κουβέντα με τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Είπα αμέσως ναι, και πώς θα μπορούσα αλλιώς; Η συγκεκριμένη καλλιτεχνική ομάδα είναι, άλλωστε, μία από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις στο ελληνικό τραγούδι -και έχει εξαίσιο όνομα. Σήμερα ήρθε η στιγμή να διαβάσετε όσα είχε να μου πει ο Χάρης Γ. Καβαλλιεράτος, για το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον. Παρακαλώ, πατήστε εδώ.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXVII: Stephen King (XII)

Ο ταμίας του Nakas Book House του River West -εκεί νομίζω το αγόρασα· με περίμενε ξεχασμένο σε ένα χαμηλό ράφι- μου είπε ότι βρήκε πολύ καλή την επιλογή μου, κι ότι Το Παιδί Από Το Κολοράντο είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με τα υπόλοιπα βιβλία του Stephen King. Τότε θεώρησα ότι απλώς ήθελε να φανεί φιλικός και να μου προσφέρει κάποιου είδους... customer experience, όμως τελειώνοντάς το κατάλαβα ότι τα εννοούσε όσα είχε πει.

Έχουμε εδώ να κάνουμε με μια ιστορία αστυνομικού τύπου, στην οποία εμπλέκεται ένα πτώμα (το... παιδί του τίτλου, που στην πραγματικότητα είναι ένας σαραντάρης άνδρας), του οποίου η ανακάλυψη προκαλεί διάφορα ερωτηματικά. Η όλη ιστορία έχει συμβεί πολλά χρόνια πριν τον ενεστώτα του βιβλίου, και εντός παρακολουθούμε την αφήγησή της από δύο ηλικιωμένους δημοσιογράφους σε μια φέρελπι βοηθό τους.

Δεν θα γράψω άλλα, απλώς θα τονίσω ότι ετούτο είναι ένα ακόμα ευσύνοπτο και ευκολοδιάβαστο πόνημα του King, ό,τι πρέπει για καλοκαιρινή ανάγνωση. Αρκεί να καταφέρετε να το βρείτε: η έκδοση από την Bell είναι ήδη 7 ετών και δεν πρέπει να κυκλοφορούν πολλά αντίτυπα πια... 

Η Στέφανι χαμογέλασε - ήταν τόσο σπάνιο, μετά το τέλος της παιδικής ηλικίας, αυτό το συναίσθημα της απλής και απόλυτης χαράς.
-----
Ο Βινς την έδειξε με το δάχτυλο χαμογελώντας πιο πλατιά από κάθε άλλη φορά και η Στέφανι χαλάρωσε. Δεν ήταν κανονικό σχολείο, κι αυτοί οι άνθρωποι δε θα τη συμπαθούσαν λιγότερο αν έδινε λάθος απάντηση, αλλά είχε καταλήξει να θέλει να τους ευχαριστήσει με τον ίδιο τρόπο που ήθελε να ευχαριστήσει μόνο τους καλύτερους από τους καθηγητές της στο γυμνάσιο και στο κολέγιο. Εκείνους που είχαν πάθος με το αντικείμενό τους.
-----
"[...] αργά ή γρήγορα, καθετί παλιό ξαναγίνεται καινούριο".
-----
"[...] θα σου πω ένα μυστικό που ξέρει κάθε δημοσιογράφος, άντρας ή γυναίκα, που είναι αρκετό καιρό στη δουλειά: στην πραγματική ζωή, οι αληθινές ιστορίες -αυτές με αρχή, μέση και τέλος- είναι σύντομες και ελάχιστες. Αλλά, αν μπορέσεις να δώσεις στους αναγνώστες σου ένα άγνωστο στοιχείο (δύο το πολύ) και να χώσεις κάπου ανάμεσα κι ένα πρέπει να, ο αναγνώστης θα φτιάξει τη δική του ιστορία. Εκπληκτικό ε;"
-----
"Ο κόσμος δε θέλει τέτοια θέματα. Το κύμα είναι ωραίο όταν το βλέπεις να σκάει στην παραλία, αλλά πάρα πολλά κύματα σου φέρνουν ναυτία".
-----
"Η Βίβλος λέει περίπου το εξής: "Η Μαρία σώπαινε και τα συλλογιζόταν όλα αυτά με την καρδιά της". Καμιά φορά, όσον αφορά τα μυστήρια, αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις".
-----
"Πολλά μπορεί να κάνει ένας άντρας για μια γυναίκα, πράγματα που δε θα έκανε με τίποτα αν ήταν μόνος. Πράγματα στα οποία θα έλεγε όχι, ακόμη και πιωμένος, ακόμη και με ένα τσούρμο φίλους να τον παρακινούν να το τολμήσει".
-----
"Ξέρεις, Στέφι, βαθιά μέσα μου είμαι πεπεισμένος ότι εμείς οι κακόμοιροι οι άνθρωποι είμαστε πάντα έτοιμοι να πιστέψουμε ότι θα συμβεί το χειρότερο, ακριβώς επειδή συμβαίνει πολύ σπάνια. Οπότε, το σκέτο άσχημο καταλήγει να μας φαίνεται εντάξει -για να μην πω έως και καλό- και τα βγάζουμε πέρα χωρίς πρόβλημα".
-----
"[...] δε δημοσίευσα ό,τι μου ζήτησε ο Τζορτζ Γουόρνας να μη δημοσιεύσω. Δεν είχα πρόβλημα να τα παραλείψω, γιατί έκρινα ότι δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο την κοινωνία του νησιού. Είναι το είδος της προσωπικής απόφασης που καλείται να πάρει πολύ συχνά ένας δημοσιογράφος, Στέφι -θα σου συμβεί κι εσένα-, και είναι επίσης κάτι που το συνηθίζεις με τον καιρό. Απλώς προσέχεις να μην καταλήξεις ποτέ να το κάνεις με άνεση".
-----
"Σαραντάρης μου είχε φανεί κι εμένα, και μάλιστα είχα σκεφτεί πόσο άσχημο είναι να πεθαίνει κανείς στα σαράντα του, είναι πολύ κρίμα. Τα σαράντα είναι η πιο απροσδιόριστη ηλικία για τον άντρα".
"Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, ως γνωστόν, αλλά η ικανοποίηση την ανάστησε στο πι και φι".
-----
"Μεγάλοι άνθρωποι που κακομεταχειρίζονται νέους, όταν το μόνο που τους ζητάνε οι νέοι είναι να μάθουν απ' αυτούς -νομίζω πως τέτοιο άνθρωποι θα έπρεπε να απολύονται. Κι όμως, πολύ συχνά παίρνουν προαγωγές αντί να πάρουν πόδι. Δεν απορώ που ο Θεός έδωσε μια μικρή κλίση στον άξονα που έβαλε τη Γη να στριφογυρίζει· πάρα πολλά απ' αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο είναι στραβά".
-----
"Θα ακουστεί λιγάκι μελό, αλλά πιστεύω ότι εννιά στις δέκα περιπτώσεις η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη τακτική".
-----
"Φαΐ που το κοιτάς δε θα το δεις να βράζει".
-----
"Μ' αρέσουν οι γυναίκες που δεν αποφασίζουν ότι η κουζίνα είναι σκλαβιά με το που πιάνουν δουλειά έξω απ' το σπίτι".

"Ακριβώς το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ για τους άντρες", είπε η Στέφανι, κι όταν ο Ντέιβ γέλασε και κούνησε το κεφάλι του (σημάδι ότι η Στέφανι είχε πετάξει κι άλλο "καλό", το δεύτερο μέσα σε ένα απόγευμα, ρεκόρ δηλαδή), έδειξε με το κεφάλι της το πελώριο παλιό μηχάνημα. "Εμένα αυτό μου φαίνεται σκλαβιά", είπε.
-----
Ως προς το αν έκανα τα πάντα, Στέφανι, κανείς ποτέ δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Αντιθέτως, νομίζω ότι οι περισσότεροι είμαστε καταδικασμένοι -καταραμένοι, μάλλον- να τρωγόμαστε μια ζωή με τη σκέψη πως θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει κάτι παραπάνω, ακόμη κι όταν καταφέρνουμε εκείνο που επιδιώκαμε".
-----
Για να πετύχεις στη δημοσιογραφία, δε βλάπτει να έχεις και λίγο βρόμικο μυαλό, καλή μου.
-----
[...] σας ζητώ να σκεφτείτε ότι ζούμε μέσα σ' έναν ιστό μυστηρίου και ότι απλώς το έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, που διαγράψαμε τη λέξη και την αντικαταστήσαμε με μια άλλη που μας αρέσει καλύτερα, τη λέξη πραγματικότητα. Από πού ερχόμαστε; Πού ήμασταν προτού βρεθούμε εδώ; Δεν ξέρω. Πού πάμε; Δεν ξέρω. Πολλά δόγματα μας διαβεβαιώνουν ότι έχουν τις απαντήσεις, αλλά οι περισσότεροι από μας έχουμε την υποψία πως όλα αυτά ίσως δεν είναι παρά μια μικρή κομπίνα για να γεμίζει ο δίσκος. Στο μεταξύ, είναι σαν να παίζουμε ψυχαναγκαστικά μπάλα όσο διαρκεί η πτώση μας από το Κάπου στο Δεν Έχω Ιδέα Πού. Άλλες φορές σκάνε βόμβες κι άλλες φορές τα αεροπλάνα προσγειώνονται χωρίς πρόβλημα, άλλες φορές οι εξετάσεις αίματος βγαίνουν εντάξει και κάποιες άλλες τα αποτελέσματα της βιοψίας βγαίνουν θετικά. Τις περισσότερες φορές το κακό τηλεφώνημα δεν έρχεται μέσα στη νύχτα, αλλά καμιά φορά συμβαίνει κι αυτό, ωστόσο, είτε έτσι είτε αλλιώς, όλοι μας ξέρουμε ότι τελικά θα τρέξουμε με πατημένο τέρμα το γκάζι προς το άγνωστο μυστήριο.

Είναι τρέλα να μπορείς να ζεις μ' αυτό χωρίς να τρελαίνεσαι, αλλά είναι και ωραίο. Γράφω για να ανακαλύψω τι πιστεύω, κι αυτό που ανακάλυψα [...] είναι ότι ενδέχεται -ενδέχεται, λέω- να είναι η ομορφιά του μυστηρίου αυτό που μας επιτρέπει να διατηρούμε τα λογικά μας για όσο πιλοτάρουμε το εύθραυστο σαρκίο μας μέσα σ' αυτό τον κόσμο που είναι ένας αγώνας καταστροφής.

Stephen King, Το Παιδί Από Το Κολοράντο, μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη, εκδόσεις Bell, 2015 (πρώτη έκδοση 2005)

* Φωτογραφία από εδώ.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXVI: Joseph Conrad

Ο Józef Teodor Konrad Korzeniowski (1857-1924) ανήκει στις πολύ σπάνιες εκείνες περιπτώσεις δημιουργών που διέπρεψαν γράφοντας σε γλώσσα διαφορετική της μητρικής τους. Γεννημένος στη σημερινή Ουκρανία (τότε Ρωσία), Πολωνοβρετανός στην καταγωγή, μίλησε επαρκώς αγγλικά μετά τα είκοσι χρόνια του, κι όμως κατάφερε να θεωρείται ότι μπόλιασε τη γλώσσα με νέα στοιχεία.

Από τα έργα του Conrad έχω σημειώσει να διαβάσω οπωσδήποτε το Η Καρδιά Του Σκότους. Όμως ανακάλυψα πρόσφατα ότι είχα στη βιβλιοθήκη μου το Η Γραμμή Σκιάς, το οποίο είναι, μάλιστα, ιδιαίτερα σύντομο ανάγνωσμα -προτέρημα που εκτιμώ ιδιαιτέρως, όπως έχω αφήσει να εννοηθεί εδώ κι εδώ. Ξεκίνησα, λοιπόν, να διαβάζω, αλλά τελικά δεν ήταν τόσο απλό. Βλέπετε, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ναυτική ιστορία -από τις κάμποσες που έγραψε ο εν λόγω συγγραφέας-, κι όπως ξέρουν όσοι έχουν μελετήσει Νίκο Καββαδία, π.χ., χρειάζεσαι λεξικό για να καταλάβεις τα όσα περιγράφονται. Ευτυχώς, η έκδοση που έπιασα στα χέρια μου -σε πολυτονικό, παρακαλώ!- περιλαμβάνει ένα γλωσσάρι στο τέλος, καθώς και κάποιες ακόμα χρήσιμες σημειώσεις. Όμως, αυτό το μπρος-πίσω στις σελίδες κάπως κουράζει, και καθυστερεί την ανάγνωση.

Στην τελική, πάντως, το περιεχόμενο υπήρξε αρκετά δυνατό ώστε να υπερνικήσει τη βαρεμάρα. Ο Conrad είναι πολύ ικανός στις περιγραφές, και στις διεισδυτικές ματιές στην ψυχοσύνθεση και στη σκέψη του ήρωά του, ενός νεαρού που αναλαμβάνει να κυβερνήσει ένα ουρανοκατέβατο καράβι, και να αντιμετωπίσει τις κατάρες που το συνοδεύουν. Με την πολύ καλή μετάφραση ένα έξτρα ατού, η απόλαυση για τον αναγνώστη είναι εγγυημένη.
Ο κόσμος των ζώντων, όπως είναι, περιέχει ήδη αρκετά θαύματα και μυστήρια -θαύματα και μυστήρια που ενεργούν πάνω στα αισθήματα και τη διάνοιά μας με τρόπους τόσο ανεξήγητους που θα 'χαμε κάθε λόγο να θεωρούμε τη ζωή μια μαγική κατάσταση. Όχι, έχω τόση απαρασάλευτη συνείδηση του θαυμαστού, που δεν θα μπορούσε να με γοητεύσει το αμιγώς υπερφυσικό, το οποίο (μπορείτε να το πάρετε όπως θέλετε) δεν είναι παρά ένα μηχανευμένο προϊόν, μια επινόηση μυαλών ελάχιστα ευαίσθητων στις μύχιες εκείνες λεπτότητες της σχέσης μας με τ' αναρίθμητα πλήθη των νεκρών και των ζώντων· μια βεβήλωση των πιο τρυφερών μας αναμνήσεων· μια ύβρις στην αξιοπρέπειά μας.
-----
Μόνον οι νέοι έχουν τέτοιες στιγμές. Δεν εννοώ οι πολύ νέοι. Όχι. Οι πολύ νέοι, για ν' ακριβολογούμε, δεν έχουν στιγμές. Είναι το προνόμιο της πρώιμης νιότης να ζει μπροστά από τις μέρες της στο εξαίσιο εκείνο ανέκλειπτο της ελπίδας που δεν γνωρίζει μήτε ανάπαυλες μήτε ενδοσκόπηση.

Κλείνει κανείς πίσω του τη μικρή θύρα της παιδικότητας -και μπαίνει σ' έναν μαγεμένο κήπο. Ακόμη και οι σκιές του φέγγουν με υποσχέσεις. Κάθε καμπή στο μονοπάτι έχει και τη σαγήνη του. Κι όχι γιατί πρόκειται για παρθένα χώρα. Το ξέρεις καλά, όλη η ανθρωπότητα έχει κυλήσει από εκεί τα νερά της. Πρόκειται για τη γοητεία της καθολικής εμπειρίας από την οποία προσδοκάς μια σπάνια ή προσωπική αίσθηση -κάτι, έστω και τοσοδά καταδικό σου.

Προχωράς αναγνωρίζοντας τα σημάδια των προγενέστερων συνεπαρμένος, διασκεδάζοντας, παίρνοντας όπως έρχονται μαζί τις αναποδιές και τις καλοτυχίες -όπως τα φέρνει η τύχη ή ο διάβολος, καθώς λένε-, τη γραφική κοινή μοίρα που κρύβει τόσες πολλές δυνατότητες για τους άξιους ή ίσως για τους τυχερούς. Ναι, προχωρά κανείς. Και μαζί προχωρά κι ο καιρός -ώσπου πέρα μπροστά διακρίνεις μια γραμμή σκιάς που σε προειδοποιεί ότι και ο τόπος της πρώιμης νιότης πρέπει να μείνει πίσω.
-----
Το Σπίτι Αξιωματικών ήταν μια ευρύχωρη καμπάνα με μεγάλη βεράντα κι έναν παραδόξως προαστιακού τύπου κηπάκο που τον χώριζαν από τον δρόμο θάμνοι και λίγα δένδρα. Το ίδρυμα αυτό είχε κάπως τα χαρακτηριστικά της διαμονητήριας λέσχης, αλλά με κατιτίς το κυβερνητικό στην ατμόσφαιρα, γιατί το διαχειριζόταν το Λιμεναρχείο. Ο διαχειριστής του είχε τον επίσημο τίτλο του Αρχιθαλαμηπόλου. Ήταν ένα δυστυχισμένο, σταφιδιασμένο ανθρωπάκι που αν τον έντυνες με τη φορεσιά ενός τζόκεϋ θα ήταν άψογος στον ρόλο του. Ήταν όμως προφανές ότι είχε κάνει ένα φεγγάρι στη θάλασσα υπό τη μία ή την άλλη ιδιότητα. Πιθανόν υπό την ευρεία ιδιότητα του αποτυχημένου.
-----
Εδώ ήταν που με εγκατέλειψε η αέρινη ελαφράδα μου. Η δημοσιοϋπαλληλική ατμόσφαιρα θα μπορούσε να σκοτώσει οτιδήποτε αναπνέει τον αέρα της ανθρώπινης προσπάθειας, θα μπορούσε να σβήσει εξίσου την ελπίδα και τον φόβο μέσα στην απόλυτη κυριαρχία του χαρτιού και της μελάνης.
-----
Η εύνοια του ισχυρού περιβάλλει μ' ένα φωτοστέφανο τον τυχερό εκλεκτό της. Ο εξαιρετικός εκείνος άνθρωπος ρώτησε αν μπορούσε να κάνει κάτι για μένα. Με γνώριζε μόνο εξ όψεως και ήξερε πολύ καλά πως δεν θα με ξανάβλεπε ποτέ· όπως και οι άλλοι ναυτικοί στο λιμάνι, δεν ήμουν γι' αυτόν παρά ένα θέμα για να μουντζουρώνει και να συμπληρώνει υπηρεσιακά χαρτιά και έντυπα με την επιτηδευμένη εκείνη ανωτερότητα του καλαμαρά απέναντι σε ανθρώπους που παλεύουν με την πραγματικότητα έξω από τους καθαγιασμένους τοίχους των υπηρεσιακών κτιρίων. Τι φαντάσματα θα πρέπει να ήμασταν γι' αυτόν! Απλά σύμβολα για να τα μαγειρεύει σε βιβλία και βαριά κατάστιχα, σύμβολα δίχως μυαλό, σάρκα και οστά, δίχως προβλήματα και σκοτούρες· κάτι ελάχιστα χρήσιμο και οπωσδήποτε παρακατιανό.
-----
Τα επόμενα δέκα λεπτά θα μπορούσαν να είναι δέκα δευτερόλεπτα ή δέκα αιώνες· τόσο ελάχιστη ήταν η επίγνωση του περιβάλλοντος που είχα. Θα μπορούσαν να σωριάζονται γύρω μου άνθρωποι, να γκρεμίζονται σπίτια, να εκπυρσοκροτούν όπλα, εγώ δεν θα έπαιρνα μυρωδιά. Σκεφτόμουν: "Το πήρα, Θεέ μου, το πήρα". Με "το", βέβαια, εννοούσα το καπετανίκι. Μου είχε έρθει με τρόπο που δεν θα μπορούσαν ποτέ να προβλέψουν τα σεμνά ονειροπολήματά μου.

Αντιλήφθηκα πως η φαντασία μου έτρεχε μέχρι τώρα μέσα σε συμβατικά κανάλια κι ότι οι ελπίδες μου ήσαν πάντα μουντές και αγέλαστες. Έβλεπα την προοπτική μιας πλοιαρχίας ως αποτέλεσμα μιας αργής προαγωγικής σταδιοδρομίας σε κάποια εταιρεία με πολύ καλό όνομα στην κοινωνία. Ως ανταμοιβή ευσυνείδητων υπηρεσιών. Είναι καλό να είσαι ευσυνείδητος στη δουλειά σου, αυτό να λέγεται. Φυσικά όμως προσφέρεις τις υπηρεσίες σου για τον ίδιο τον εαυτό σου, για το καράβι, από αγάπη για τη ζωή που διάλεξες εσύ ο ίδιος, όχι για χάρη της ανταμοιβής.

Υπάρχει κάτι το αντιπαθητικό στην ιδέα της ανταμοιβής.

Κι εδώ τώρα, είχα το καπετανίκι σίγουρο στο τσεπάκι μου, μ' έναν αδιαμφισβήτητο, βέβαια, μα και εντελώς αναπάντεχο τρόπο· πέρα από κάθε φαντασία, πέρα από κάθε λογική προσδοκία και σε πείσμα κάποιας σκοτεινής δολοπλοκίας για να μου το πάρουν μέσα από τα χέρια μου. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι η δολοπλοκία δεν έστεκε και πολύ καλά στα πόδια της, συνέβαλλε ωστόσο στο αίσθημα απορίας και θαυμασμού -λες και ήμουν ειδικά προορισμένος γι' αυτό το άγνωστό μου καράβι από κάποια δύναμη που ξεπερνούσε τους πεζούς παράγοντες του εμπορικού κόσμου.

Μια παράξενη αίσθηση ευφορίας άρχισε να σέρνεται κρυφά μέσα μου. Αν είχα δουλέψει δέκα χρόνια ή περισσότερο γι' αυτή την πλοιαρχία δεν θα συνέβαινε τίποτε παρόμοιο. Φοβήθηκα λιγάκι.
-----
Ήταν η πρώτη φορά που είχαν προσπαθήσει να μου κάνουν κακό -η πρώτη φορά τουλάχιστον που μυρίστηκα κάτι τέτοιο. Κι ήμουν ακόμη πολύ νέος, πολύ δώθε ακόμη από τη γραμμή σκιάς, για να μην εκπλήσσομαι και για να μην αγανακτώ με τέτοια πράγματα.
-----
Ένα Καράβι! Το Καράβι μου! Ήταν δικό μου, τόσο απόλυτα στην κατοχή και την φροντίδα μου όσο τίποτε άλλο στον κόσμο· ένα αντικείμενο ευθύνης και αφοσίωσης. Ήταν εκεί και με περίμενε, δεμένο στα μάγια, ανίκανο να σαλέψει, να ζήσει, να βγει έξω και να πάει στον κόσμο (μέχρι τον ερχομό μου) σαν μια μαγεμένη πριγκιποπούλα. Το κάλεσμά του είχε φθάσει ως εμένα, θαρρείς, από τα σύννεφα. Δεν γνώριζα την όψη του. Μήτε καλά-καλά είχα ακουστά το όνομά του, κι όμως για μια περίοδο του μέλλοντός μας ήμασταν πια αχώριστα ενωμένοι να καταποντιστούμε ή να αρμενίζουμε μαζί.

Μια ξαφνική αδημονία, γεμάτη πάθος κι αγωνία, χύθηκε ορμητικά μέσα στις φλέβες μου και μού έδωσε μια τέτοια αίσθηση υπαρξιακής έντασης που παρόμοιά της δεν είχα μετανιώσει ποτέ, μήτε ξανάνιωσα έκτοτε. Ανακάλυψα πόσο θαλασσινός ήμουν στην καρδιά, στον νου, στη σάρκα μου την ίδια, θα έλεγα -ήμουν ένα με τη θάλασσα και τα καράβια· η θάλασσα, ο μόνος κόσμος που άξιζε, και τα καράβια, η δοκιμασία του άντρα, του χαρακτήρα, του θάρρους, της πίστης -και της αγάπης.
-----
Ο δρόμος θα ήταν μακρύς. Όλοι οι δρόμοι που οδηγούν εκεί που λαχταρά η καρδιά μας είναι μακριοί. Τον δρόμο όμως αυτόν ο νους μου μπορούσε να τον δει σ' έναν χάρτη, με το μάτι του επαγγελματία, και παρ' όλες τις περιπλοκές και δυσκολίες του ήταν απλός κατά κάποιον τρόπο. Ή είναι κανείς θαλασσινός ή δεν είναι. Κι εγώ δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι ήμουν.
-----
Θα με διασκέδαζε, αν είχα διάθεση για διασκέδαση. Δεν είχα όμως καμία. Ήμουν σαν εραστής που περιμένει με ανυπομονησία μια συνάντηση. Μου ήταν εντελώς αδιάφορη η ανθρώπινη εχθρότητα. Σκεφτόμουν το άγνωστό μου καράβι. Δεν είχα καιρό για τέτοια, μου έφθανε η δική μου διασκέδαση, το δικό μου μαρτύριο.
Μια φωνή πίσω μου είπε μ' έναν κακεντρεχή διφορούμενο τόνο: "Ελπίζω να σας ικανοποίησε, καπετάνιο". Ούτε που γύρισα το κεφάλι. Ήταν ο καπετάνιος του ατμόπλοιου, και ανεξάρτητα από το τι εννοούσε και τι σκεφτόταν για το καράβι, εγώ ήξερα πως αυτό ήταν ένα από εκείνα τα πλάσματα που, σαν μια σπάνια γυναίκα, έφθανε και μόνον η ύπαρξή του για να ξυπνήσει μιαν ανιδιοτελή απόλαυση. Ένιωθες ότι είναι καλό να μοιράζεσαι τον ίδιο κόσμο με το "είναι" του.
-----
Ακόμη και το συνεργείο αυτό των κίτρινων κούληδων που δούλευαν γύρω απ' το καπάκι του μεγάλου κουβουσιού ήταν πιο ανυπόστατο κι από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα. Γιατί, πού ακούστηκε στον κόσμο να ονειρεύεται κανείς Κινέζους;...
-----
Μια σειρά άνδρες είχαν διαδεχθεί ο ένας τον άλλον σε τούτη την καρέκλα. Συνειδητοποίησα τη σκέψη αυτή ξαφνικά, ζωηρά, σάμπως ο καθένας τους να είχα αφήσει μια στάλα του εαυτού του ανάμεσα στους τέσσερεις τοίχους των κατάκοσμων αυτών μπουλμέδων· σάμπως ένα είδος σύνθετης ψυχής, η ψυχή της πλοιαρχίας, να είχε μιλήσει ψιθυριστά στη δικιά μου για μέρες αργόσυρτες στη θάλασσα και για στιγμές αγωνίας.

"Κι εσύ!" έμοιαζε να λέει, "κι εσύ θα γευτείς αυτή την ειρήνη και την ανησυχία σε μια ακοίμητη, μύχια κοινωνία με τον ίδιο τον εαυτό σου -αφανής, όπως σταθήκαμε κι εμείς, μα και το ίδιο μέγας μπροστά σε όλους τους καιρούς κι όλες τις θάλασσες, σε μια απεραντοσύνη που σβήνει όλα τα ίχνη, δεν σώζει μνήμες και δεν κρατά λογαριασμό για τις ζωές".

Βαθιά μες στην κορνίζα με τα μαυρισμένα ψευδόχρυσα ποικίλματα, στο ζεστό μισόφωτο που άφηνε να περάσει η τέντα, είδα το πρόσωπό μου στηριγμένο στα δυο μου χέρια. Και ανταπέδωσα το βλέμμα στον εαυτό μου με την απόλυτη αμεροληψία της απόστασης, με περιέργεια, μάλλον, παρά με οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα, εκτός από λίγη συμπάθεια για τον τελευταίο τούτον εκπρόσωπο αυτού, που είτε το ήθελε κανείς είτε όχι αποτελούσε μια δυναστεία· μια δυναστεία που η συνέχειά της δεν βρισκόταν στο αίμα βέβαια, αλλά στην πείρα, στη μαθητεία, στην αντίληψη του καθήκοντος και στην ευλογημένη απλότητα του παραδοσιακού της τρόπου να βλέπει τη ζωή.

Σκέφτηκα ξάφνου πως τούτος ο άνδρας που τον παρακολουθούσα να κοιτάζει με το ήσυχο ατενές του βλέμμα, σαν να 'ταν ο εαυτός μου και ταυτόχρονα κάποιος άλλος, δεν ήταν ακριβώς μια φιγούρα μοναχική. Είχε τη θέση του σε μια σειρά ανδρών που δεν γνώριζε, που δεν είχε ακούσει τίποτε ποτέ γι' αυτούς· μα που ήσαν διαπλασμένοι από τις ίδιες επιρροές, και που οι ψυχές τους, σε ό,τι είχε σχέση με την εργασία της ταπεινής ζωής τους, δεν είχε μυστικά γι' αυτόν.
-----
Η νιότη είναι έξοχο πράγμα, μια δύναμη πανίσχυρη -όσο κανείς δεν τη σκέφτεται.
-----
Θα χαμογελούσα αν δεν ήμουν απασχολημένος με τα δικά μου αισθήματα που δεν ήσαν εκείνα του κ. Μπερνς. Εγώ είχα ήδη αναλάβει την πλοιαρχία. Τα αισθήματά μου δεν μπορούσαν να είναι σαν κι εκείνα οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου στο καράβι. Μέσα στην κοινότητα αυτή, όπως ένας βασιλιάς στη χώρα του, έστεκα σε μια τάξη που δεν τη μοιραζόμουν με κανένα. Εννοώ τον κληρονομικό βασιλιά, όχι ένα απλώς εκλεγμένο αρχηγό κράτους. Με είχε φέρει εδώ να κυβερνήσω μια μεσιτεία τόσο απρόσιτη και τόσο σχεδόν ανεξιχνίαστη για τον λαό όσο κι η Θεία Χάρις.

Και ως μέλος μιας δυναστείας, νιώθοντας έναν σχεδόν μυστικό δεσμό με τους νεκρούς, είχα βαθιά συγκλονιστεί από τον άμεσα προκάτοχό μου.

Ο άνθρωπος αυτός, σε όλα τα ουσιώδη εκτός από την ηλικία, υπήρξε ακριβώς ένας άλλος τέτοιος άνθρωπος σαν κι εμένα. Το τέλος, όμως, της ζωής του ήταν μια πράξη σωστής προδοσίας, απιστία απέναντι σε μια παράδοση που φαινόταν σε μένα τόσο επιβεβλημένη όσο θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άλλος οδηγός στη γη. Καθώς φαίνεται, ακόμη και στη θάλασσα ένας άνθρωπος μπορούσε να πέσει θύμα κακών πνευμάτων. Ένιωσα στο πρόσωπό μου την ανάσα άγνωστων δυνάμεων που διαπλάθουν τη μοίρα μας.
-----
Οι άνθρωποι έχουν περί πολλού τις αρετές της εμπειρίας. Εν προκειμένω, όμως, εμπειρία σημαίνει πάντα κάτι δυσάρεστο, σε αντίθεση με τη γοητεία και την αθωότητα των ψευδαισθήσεων.
-----
Χάρηκα [...] που το μάτι μου έπιανε στην κουβέρτα λίγα χαμόγελα στα πρόσωπα των ναυτών που δεν μου είχε μείνει μέχρι τώρα καιρός ούτε να τα καλοκοιτάξω καν. Έχοντας πετάξει από πάνω μου τη θανατερή τύρβη των στεριανών υποθέσεων, ένιωθα οικείος μαζί τους κι ωστόσο λιγάκι ξένος, σαν ένας πλάνης χαμένος για καιρό ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους.
-----
Ο άνθρωπος είχε χάρη, πάει και τελείωσε. Μόνος αυτός απ' όλο το πλήρωμα δεν είχε αρρωστήσει ούτε μια μέρα στο πόρτο. Γνωρίζοντας όμως για κείνη τη στενάχωρη καρδιά που κουβαλούσε στα στήθη του, διέκρινα τον περιορισμό που επέβαλλε στη φυσική ναυτική σβελτάδα των κινήσεών του. Λες και κουβαλούσε πάνω του κάτι εύθραυστο ή εκρηκτικό κι η σκέψη αυτή δεν έφευγε από τον νου του στιγμή.
-----
Μετά το ηλιοβασίλεμα ανέβηκα πάλι στην κουβέρτα για να συναντήσω μονάχα ένα γαλήνιο κενό. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις τη λεπτή μονότονη κρούστα της ακτής. Το σκοτάδι είχε αναδυθεί γύρω από το καράβι σαν μια μυστηριώδης ανάδυση μέσα από τα βουβά και μοναχικά νερά. Ακούμπησα στα ρέλια και αφουγκράστηκα τους ίσκιους της νύχτας. Δεν ακουγόταν τίποτα. Το καράβι που κυβερνούσα θα μπορούσε να ήταν ένας πλανήτης που ταξίδευε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην ταγμένη του τροχιά μέσα στο άπειρο της σιωπής ενός διαστήματος. Γραπώθηκα στα ρέλια, λες και μ' εγκατέλειπε για πάντα η αίσθηση της ισορροπίας μου.
-----
Συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό της πρώτης πλοιαρχίας μου που μού είχε έρθει ουρανοκατέβατη με τη μεσιτεία του καπετάν Τζάιλς, είχα παρ' όλα αυτά μέσα μου την ανησυχία ότι για μια τύχη σαν κι αυτήν θα έπρεπε ίσως να πληρώσω κάποιο τίμημα. Είχα αναμετρήσει από επαγγελματική σκοπιά της πιθανότητες. Ήμουν αρκετά ικανός γι' αυτό. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Γενικά ένιωθα μέσα μου έτοιμος, όπως μπορεί να το ξέρει μονάχα ένας άνθρωπος που ακολουθεί το επάγγελμα που αγαπά. Το αίσθημα αυτό μού φαινόταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Τόσο φυσικό όπως το ν' ανασαίνεις. Δεν φανταζόμουν πως θα μπορούσα να ζήσω δίχως αυτό.

Δεν ξέρω τι περίμενα. Τίποτε άλλο, ίσως, από την ιδιαίτερη εκείνη ένταση της ύπαρξης που αποτελεί την πεμπτουσία των νεανικών προσδοκιών.
-----
Έδειχνε πολύ χολωμένος και μουρμούρισε θυμωμένα: "Δηλαδή, τι θαρρεί, πως μού έχει στρίψει;"

"Δεν το νομίζω, κ. Μπερνς", είπα. Για μένα εκείνη τη στιγμή ήταν το υπόδειγμα της αυτοκυριαρχίας. Και μάλιστα σ' αυτό το θέμα ένιωσα και κάποιο είδος θαυμασμού γι' αυτό τον άνθρωπο που (αν εξαιρέσεις την έντονη υλικότητα του υπολείμματος της γενειάδας του) είχε πλησιάσει στην κατάσταση του εξαϋλωμένου πνεύματος, όσο κοντά είναι ανθρωπίνως δυνατό να το κάνει κανείς και να ζήσει. Πρόσεξα την αφύσικα αιχμηρή γραμμή της μύτης του, τα βαθιά βαθουλώματα των κροτάφων του και τον ζήλεψα. Είχε τόσο στραγγίξει από την αδυναμία, που πιθανόν και να πέθαινε σύντομα. Αξιοζήλευτος άνθρωπος! Λίγο ακόμη και θα 'σβηνε -ενώ εγώ ήμουν υποχρεωμένος να υποφέρω μέσα μου τον σάλο μιας τυραννισμένης ζωτικότητας, αμφιβολίες, σύγχυση, αυτοκατάκριση και μια ακαθόριστη απροθυμία να αντιμετωπίσω τη φρικτή λογική των πραγμάτων. Μού ξέφυγε μέσα από τα δόντια μου: "Νιώθω σαν να χάνω κι εγώ τα λογικά μου".
-----
Υποθέτω πως την περίοδο εκείνη διατηρούμουν στη ζωή με την τροφή, όπως όλοι οι άνθρωποι· αυτό όμως που έχει μείνει σε μένα από τις μέρες εκείνες είναι ότι η ζωή τρεφόταν από ακαταμάχητη αγωνία, ένα είδος σατανικού διεγερτικού που σε κέντριζε και σ' έτρωγε την ίδια στιγμή.
-----
Η αλήθεια είναι ότι στη ζωή δεν πρέπει να αποδίδει κανείς υπερβολική σημασία σε οτιδήποτε, καλό ή κακό.
-----
"[...] ο άνθρωπος πρέπει να σηκώνει κεφάλι στις κακοτυχίες, στα λάθη του, στη συνείδησή του και σ' όλα αυτά. Κι εδώ που τα λέμε -απέναντι σε τι άλλο θα μπορούσε ν' αγωνιστεί;"
-----
"Ο άνθρωπος πρέπει να τα μαθαίνει όλα -κι αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν τόσο πολλοί νεαροί".
-----
"Σ' αυτή τη ζωή δεν βρίσκει κανείς ούτε λεπτό ησυχία. Καλύτερα να μην το σκέφτεσαι".

Joseph Conrad, Η Γραμμή Σκιάς, μετάφραση Ξενοφώντα Κομνηνού, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007 (πρώτη έκδοση 1917)

* Φωτογραφία από εδώ

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Υπογραμμίσεις XXXV: Heinrich Böll (II)

Μπορεί να σου βγει σε καλό η βιαστική, και με μοναδικό κριτήριο τον μικρό όγκο, επιλογή ενός βιβλίου (όπως έγραφα σε προηγούμενη ανάρτηση), αλλά μπορεί να γίνει και το αντίθετο. Όπως μού συνέβη με το Η Χαμένη Τιμή Της Κατερίνας Μπλουμ. Αν δεν αναγραφόταν το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο, με τίποτα δεν θα μάντευα ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που υπέγραψε το Οι Απόψεις Ενός Κλόουν.

Εδώ ο Heinrich Böll στηλιτεύει τις πρακτικές του τύπου, και την τρομολαγνεία που επικρατούσε κατά τις δεκαετίες του '70 και του '80 στη Γερμανία, λόγω της δράσης της RAF. Το κάνει, όμως, με έναν τρόπο μάλλον στεγνό -φταίει και η ρεπορταζιακή τεχνική που έχει επιλέξει, φυσικά-, αφήνοντας τελικά το πόνημά του ορφανό από καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Παρότι καμιά από τις θέσεις που υποστηρίζει εδώ ο συγγραφέας δεν μου είναι αδιάφορη -κάθε άλλο-, το ίδιο το βιβλίο με άφησε αποστασιοποιημένο και κάπως απογοητευμένο. Όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, ελάχιστα κράτησα από το περιεχόμενό του...

Νομίζω πως ο καλλιτέχνης πρέπει να τα σκέφτεται όλα τα όπλα του, και να τα χρησιμοποιεί με κόπο και προσοχή. Οι Απόψεις Ενός Κλόουν είναι ένα έργο εξίσου -αν όχι περισσότερο- πολιτικοποιημένο -αλλά και πόσο πιο ολοκληρωμένο ως λογοτέχνημα! Και τα αντίστοιχα παραδείγματα από τον χώρο του τραγουδιού -που ξέρω καλύτερα- είναι πολλά. Πότε ήταν πιο πειστικός και μαγευτικός ο Lennon, στο Some Time In New York City, ή στα Plastic Ono Band και Imagine; Πόσα εξώφθαλμα πολιτικοποιημένα τραγούδια τα είπαν πιο βαθιά και αληθινά από το "Η Επίσκεψη Του Καίσαρα" του Φοίβου Δεληβοριά; Έγινε ο Dylan "η φωνή της γενιάς του" απλώς επειδή τραγούδησε για τον πυρηνικό αφοπλισμό, ή κυρίως επειδή είχε να προτείνει την ποίηση ενός "Blowin' In The Wind"; Σκέφτομαι καιρό τώρα κι εκείνο το "Πάρε Θέση" του Δημήτρη Μητσοτάκη και των φίλων του: οι προστακτικές του, το όλο ήθος και η γλώσσα του, θα μπορούσαν άνετα να εκφέρονται από κάποιον στρατόκαυλο καραβανά. Μιλάμε για την επιτομή της αστοχίας.

"Έτσι κι έσκαγε η μπόμπα αποκριάτικα, γλέντια και δουλειές θα πήγαιναν κατά διαόλου, γιατί αν κυκλοφορήσει παραέξω πως είναι και μερικοί που μασκαρεύονται για να κάνουν εγκλήματα, ο κοσμάκης θα τρομάξει κι εμείς θα βαράμε μύγες! Είναι ιεροσυλία, κύριοι! Πώς να γλεντήσεις και να ξεσκάσεις αν δεν εμπιστεύεσαι τον πλησίον σου; Η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα!"
-----
Κάπως παράξενα αντέδρασε Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, όταν βγήκε στο φως η δολοφονία των δύο δημοσιογράφων της. Ο σάλος που επακολούθησε ήταν εξωφρενικός. Πηχυαίοι τίτλοι. Πρωτοσέλιδα. Παραρτήματα. Αγγελτήρια θανάτου σε υπερμεγέθεις διαστάσεις. Λες κι απ' όλους τους φόνους του κόσμου, ο φόνος ενός δημοσιογράφου είναι κάτι ξεχωριστό, σπουδαιότερος κι από το φόνο ενός τραπεζικού διευθυντή, ενός τραπεζοϋπάλληλου, ή ενός ληστή τραπεζών.
-----
"Πάει πια! Έπειτ' από όσα γίνανε, δεν υπάρχει γιατρειά. Το καταστρέψανε το κορίτσι. Πρώτα η αστυνομία κι έπειτα Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ. Κι όταν χάσει το ενδιαφέρον της Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, θα την αποτελειώσει η κοινή γνώμη."
-----
[...] τής είχε τηλεφωνήσει αργά τη νύχτα, και μάλιστα από εκεί! Της μίλησε πολύ γλυκά, και δεν του είπε τίποτα για την περιπέτειά της, για να μη νομίζει πως αυτός την έβαλε σε τέτοιους μπελάδες. Ερωτόλογα δεν αντάλλαξαν -του τα είχε απαγορεύσει από τότε που την πήγαινε σπίτι της με το αυτοκίνητό του. Όχι, όχι, ήταν μια χαρά, και ασφαλώς προτιμούσε να βρίσκεται κοντά του, για πάντα, ή έστω για πολύ, α, ναι, αιώνια θα 'ταν το καλύτερο, και τώρα τις απόκριες θα φροντίσει να ξεκουραστεί, και ποτέ, ποτέ πια δε θα χορέψει μ' άλλον άντρα, μόνο μαζί του, και μόνο λατινοαμερικάνικα, και πώς τα περνάει εκεί που είναι; Είχε τακτοποιηθεί, όλα εντάξει, κι αφού του απαγόρευε να μιλήσει γι' αγάπη, ήθελε απλώς να της πει ότι τη συμπαθεί πάρα μα πάρα πολύ, και μια μέρα -ακόμα δεν ξέρει πότε, μπορεί σε μήνες, ή και σ' ένα δυο χρόνια, θα την πάρει να φύγουν, αλλά δεν ξέρει για πού. Και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως ψιλοκουβεντιάζουν στο τηλέφωνο δυο άνθρωποι που αισθάνονται μεγάλη τρυφερότητα ο ένας για τον άλλο, χωρίς το παραμικρό υπονοούμενο που να παραπέμπει σε στενότερες επαφές [...].
Δεν πρέπει ωστόσο ν' αποκρύψουμε πως την Μπλουμ την περίμεναν και άλλοι τρόμοι, και πρώτα πρώτα το γραμματοκιβώτιό της, που ως τώρα είχε παίξει ασήμαντο ρόλο στη ζωή της, αλλά το κοιτούσε κάθε μέρα, καλού κακού, "αφού έτσι κάνει όλος ο κόσμος". Εκείνη την Παρασκευή το πρωί το γραμματοκιβώτιο ήταν ξέχειλο, αλλά δεν της επιφύλασσε ούτε μία ωραία έκπληξη.
-----
Ναι, ναι, και βέβαια: η αντρική του καρδιά είχε σκιρτήσει, τ' ομολογούσε, το παραδεχόταν, για την Κατερίνα ένιωθε κάτι παραπάνω από απλή συμπάθεια, αλλά κι η Τρούντε πρέπει να ξέρει πως για τον καθένα, κι όχι μόνο για τους άντρες, έρχεται μια στιγμή που θέλουν να πάρουν κάποιον στην αγκαλιά τους, έτσι, απλά, ίσως και κάτι παραπάνω -αλλά την Κατερίνα, ποτέ, η Κατερίνα έχει κάτι που δε θα του επέτρεπε να γίνει σαν τους κυρίους επισκέπτες, ποτέ μα ποτέ, κι αν κάτι τον εμπόδιζε, και μάλιστα του απαγόρευε να γίνει επισκέπτης, που του απαγόρευε ακόμα και να το διανοηθεί, δεν ήταν -και ελπίζει να τον καταλάβει- ο σεβασμός κι η στοργή του γι' αυτήν, για την Τρούντε, αλλά ο σεβασμός για την Κατερίνα, ή πιο καλά: το δέος του, και κάτι παραπάνω, ένα δέος γεμάτο αγάπη, το δέος για την αθωότητά της που -να πάρει η οργή!- είναι κάτι παραπάνω από αθωότητα, αλλά δε βρίσκει λόγια να το εκφράσει. Είναι η υπέροχη ψυχρότητα της Κατερίνας, υπέροχη κι εγκάρδια, και παρόλο που την περνάει δεκαπέντε χρόνια, κι ένας Θεός ξέρει πώς τα κατάφερε κι αυτός να πετύχει κάτι στη ζωή του, μα έτσι όπως τη βλέπει να σχεδιάζει, να οργανώνει και να ξαναφτιάχνει τη διαλυμένη της ζωή, δεν του επιτρέπεται, και ποτέ δεν του πέρασε απ' το νου τέτοια σκέψη, γιατί φοβόταν μην καταστρέψει την Κατερίνα και τη ζωή της, γιατί ήταν τόσο εύθραυστη, τόσο εύθραυστη, να πάρει η οργή, κι αν αποδειχτεί πως πράγματι ο επισκέπτης ήταν ο Άλοϊς, τότε το δηλώνει ορθά κοφτά, "θα του σπάσει τα μούτρα".
-----
Κατ' αρχήν, ο πάστορας του επιβεβαίωσε όσα είπε, διευκρινίζοντας πως Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ είχε παραθέσει αυτούσια τα λόγια του, με το νι και με το σίγμα -αλλά δεν μπόρεσε ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του, μήτε και το θέλησε εξάλλου, και είπε πως ήταν περιττό, γιατί ο ίδιος βασιζόταν πάντα στην όσφρησή του, κι απλώς το 'χε μυριστεί ότι ο Μπλουμ ήταν κομμουνιστής. Δε θέλησε όμως να πει περισσότερα για την όσφρησή του, κι όταν ο Μπλόρνα του ζήτησε εξηγήσεις, και τον ρώτησε συγκεκριμένα πώς μυρίζει ο κομμουνιστής, σα να λέμε, τι λογής μυρωδιά βγάζει, ο πάστορας -δυστυχώς, πρέπει να το αναφέρουμε- του φέρθηκε πολύ απότομα, και τον ρώτησε με τη σειρά του αν είναι καθολικός, κι όταν ο Μπλόρνα του απάντησε ναι, ο πάστορας του υπενθύμισε το Χρέος της Υπακοής, κι ο Μπλόρνα δεν κατάλαβε τίποτα. Φυσικά, και όλες οι επόμενες έρευνές του σκόνταψαν σε δυσκολίες, γιατί οι Μπλουμ δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί: άκουσε πολλά κακά για τη νεκρή μητέρα της Κατερίνας, που είχε πράγματι αδειάσει ένα μπουκάλι κρασί της Θείας Ευχαριστίας μέσα στο ιεροφυλάκιο, παρέα με τον νεωκόρο, που εντωμεταξύ είχε απολυθεί, άκουσε και για τον αδερφό της Κατερίνας, που ήταν πληγή για όλη την περιοχή, αλλά η μόνη φράση που πρόδιδε τον κομμουνισμό του πατέρα Μπλουμ ήταν μια κουβέντα που είχε πει το 1949 στο συχωριανό του τον Σόυμελ, καθώς τα 'πιναν σε μια απ' τις εφτά ταβέρνες του χωριού, και συγκεκριμένα η εξής: "Υπάρχουν και χειρότερα απ' τον σοσιαλισμό!" Ο Μπλόρνα δεν κατάφερε ν' αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες, και το μόνο κέρδος του, όταν τέλειωσαν οι άκαρπες έρευνές του στο χωριό, ήταν να χαρακτηριστεί κομμουνιστής -ευτυχώς, χωρίς προπηλακισμούς- πράγμα που τον πόνεσε πολύ, γιατί ο χαρακτηρισμός προερχόταν από ένα πρόσωπο που ως εκείνη τη στιγμή τον είχε βοηθήσει αρκετά, και μάλιστα του είχε δείξει κάποια συμπάθεια: την Έλμα Τσουμπρίνγκερ, συνταξιούχο δημοδιδασκάλισσα, που καθώς τον αποχαιρετούσε, γέλασε πειραχτικά, του 'κλεισε το μάτι, και είπε: "Γιατί δεν το λέτε καθαρά πως είσαστε κι εσείς δικός τους -και πρώτη απ' όλους η γυναίκας σας;"
-----
[...] η ακεραιότητα, συνδυασμένη μάλιστα με την οργανωτική ευφυΐα, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτη -ούτε στις φυλακές, ούτε καν από τη διοίκηση των φυλακών.

Heinrich Böll, Η Χαμένη Τιμή Της Κατερίνας Μπλουμ, μετάφραση Χάρη Γιαννόπουλου, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007 (πρώτη έκδοση 1974)

* Φωτογραφία από εδώ.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες