Η 42η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10, που επιμελούμαι από το 2009 στο Mix Grill, περιλαμβάνει δημοσιεύσεις που έγιναν από τον Δεκέμβριο του 2016 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2017.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023
Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023
Ο Παύλος Παυλίδης έφτασε κάπου Πέρα Από Τη Θάλασσα
διασκευάζω: αλλάζω κάτι έτσι ώστε να είναι κατάλληλο για ορισμένη άλλη χρήση ή να ικανοποιεί ορισμένες ανάγκες […] [λόγ. <ελνστ. διασκευάζω ‘επεξεργάζομαι για δημοσίευση’ <αρχ. διασκευάζομαι ‘εξοπλίζομαι, τακτοποιούμαι’ σημδ. γαλλ. arranger]
Πύλη Για Την Ελληνική Γλώσσα (www.greek-language.gr)
Δεν χρειάζεται απαραίτητα να ταυτίζεσαι με τη συντηρητική ελληνική κοινωνία προκειμένου να βλέπεις το ένδοξο μουσικό μας παρελθόν ως κάτι που χρειάζεται να διαφυλαχτεί ως κόρη οφθαλμού. Οι παλιές ηχογραφήσεις, ειδικά εκείνες που σε βρήκαν από εκατό μεριές, με εκατό διαφορετικές αφορμές και σε εκατό διαφορετικές περιστάσεις, είναι ανίκητες. Στέκουν αναλλοίωτες και αγέρωχες, ανεπιστρεπτί συσσωματωμένες με τις προσωπικές αναμνήσεις σου, με το ίδιο το είναι σου, και με τη σκιά τους έτοιμη να σκεπάσει στοργικά κάθε συλλογικό αφήγημα.
Επόμενο ήταν οι συζητήσεις για το άλμπουμ Πέρα Από Τη Θάλασσα, στο οποίο ο Παύλος Παυλίδης διασκευάζει τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου, να εκκινήσουν όχι από το αν προκύπτει κάτι ενδιαφέρον από την όλη απόπειρα του τραγουδοποιού, αλλά από το αν αυτός έπρεπε -αν είχε το δικαίωμα- να το διανοηθεί καν. «Πώς τόλμησε να αγγίξει…» ήταν η ιαχή του μέσου χρήστη κοινωνικών δικτύων -«…τα προσωπικά μου ιερά και όσια» είναι η σωστή συνέχεια της φράσης· αυτή που αποκαλύπτει τους πραγματικούς λόγους για τη φοβική διάθεση που έρχεται ως αυτοματισμός σε τέτοιες περιπτώσεις.
Η ιστορία για το πώς προέκυψε αυτός ο νέος δίσκος είναι πια λίγο πολύ γνωστή, και παρ’ όλα αυτά, κάποιους μήνες μετά την ανακοίνωση του εγχειρήματος, παραμένει σοκαριστικά αναπάντεχη: τις διαδικασίες κίνησε ο ίδιος ο Μαρκόπουλος, όταν, μέσω της κόρης του Λένγκας, πρότεινε στον Παυλίδη να αποπειραθεί να προσεγγίσει οτιδήποτε ο τελευταίος επέλεγε από το έργο του, εν λευκώ. Ο τραγουδοποιός είπε το ναι, και χρειάστηκε σχεδόν τέσσερα χρόνια -on and off- για να φτάσει στο αποτέλεσμα που όλοι πλέον μπορούμε να ακούσουμε.
Κάτι που παραδόξως δεν έχει σχολιαστεί όσο πρέπει είναι αυτή ακριβώς η απόφαση του μεγάλου μας συνθέτη. Ο Μαρκόπουλος είναι μια φυσιογνωμία με τεράστιας αξίας και επιρροής έργο, την οποία όμως συνοδεύει και μια φήμη περί αυστηρότητας -χαρακτηριστικό που μπορεί κανείς να υποψιαστεί και από την ακρόαση των έργων του. Οφείλουμε, λοιπόν, να του δώσουμε ta εύσημα, γιατί δεν είναι ιδιαίτερα σύνηθες στα μουσικά μας πράγματα το θάρρος που επέδειξε, δεδομένου και του στάτους που απολαμβάνει. Ήταν τολμηρό και μόνο που το σκέφτηκε, να εμπιστευτεί έναν κατά 25 χρόνια νεότερό του δημιουργό, πόσο μάλλον το να επιλέξει τον συγκεκριμένο.
Ο Παυλίδης, σύμφωνα με δηλώσεις του, δεν χρειάστηκε πολύ για να αποδεχτεί την πρόταση. Κι εδώ που τα λέμε θα ήταν παλαβός αν αρνιόταν: είπαμε, το παρελθόν είναι ανίκητο, όπως είναι και ακαταμάχητο. Κι αν μια μορφή από εκείνον τον κόσμο σού ζητήσει κάτι, δέχεσαι χωρίς πολλή σκέψη τη μεγάλη τιμή. Δεν τίθεται θέμα βέβαια για το αν ο καλλιτέχνης ήξερε πού έμπλεκε. Μια χαρά γνώριζε, και το σώμα δουλειάς που του... πάσαραν, και τα αντανακλαστικά του κοινού στο οποίο θα απευθυνόταν το αποτέλεσμα των κόπων του. Οπότε κι άλλος πόντος για την τόλμη.
Βέβαια, από το να πεις «θα διασκευάσω Γιάννη Μαρκόπουλο», μέχρι το να πάρεις μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα και εμβληματικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα και να κάνεις αυτό που έκανε ο Παυλίδης, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Γιατί εδώ ο τραγουδοποιός, με τη συνεργασία του Χρήστου Λαϊνά στην παραγωγή, δεν επέθεσε απλώς τις δικές του ενορχηστρώσεις και τον δικό του ήχο, αλλά έκανε επεμβάσεις στο ίδιο το σώμα των κομματιών: στις μελωδίες, στις αρμονίες, στους ρυθμούς, στα τέμπο, στους στίχους. Με λίγα λόγια, έκανε πραγματικές, ριζικές διασκευές.
Η όλη προσέγγιση του Παυλίδη ακολουθεί τα νέα, για τον ίδιο, μονοπάτια που αποκαλύφθηκαν σε εμάς μέσω του άλμπουμ Το Μαύρο Κουτί (United We Fly, 12/2021). Ήταν ένα δυνατό άλμπουμ εκείνο, που έδειξε ότι ο καλλιτέχνης δεν είχε σκοπό να αναπαυθεί (άλλο) στην πεπατημένη της ακουστικής/ηλεκτρικής παράδοσης, κι ότι ήθελε να ξανοιχτεί στο αχανές πεδίο των ηλεκτρονικών ήχων -να κάτι ακόμα που δεν συναντάμε συχνά σε περιπτώσεις (σχεδόν) εξηντάχρονων δημιουργών.Πλήκτρα και virtual όργανα, λοιπόν, σε πρώτο ρόλο, συμπλέκονται με κουαρτέτο εγχόρδων, μπάσο, κιθάρα, τύμπανα και χορωδιακά φωνητικά.
Με το προαναφερθέν οπλοστάσιο, και με τη δεδομένων (στενών) ορίων φωνή του, ο Παύλος Παυλίδης πετυχαίνει ουκ ολίγα στο Πέρα Από Τη Θάλασσα. Φέρνει κατ’ αρχάς όλα τα τραγούδια μέσα σε ένα ενιαίο κλίμα, φτιάχνοντας ένα σύνολο που μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ως ένα θεματοκεντρικό άλμπουμ. Έπειτα, επιτυγχάνει κάποιες ιδιαίτερα υποβλητικές προσεγγίσεις: “Όχι Δεν Πρέπει”, ”Η Ρόζα Η Ναζιάρα”, ”Γκρεμισμένα Σπίτια”, “Μιλώ Για Τα Παιδιά Μου”, “Γεννήθηκα”... Ακόμα και εκείνα τα κομμάτια που δέχονται τη σφοδρότερη κριτική, λόγω της σύγκρισης με τις επικές πρώτες ηχογραφήσεις (“Χίλια Μύρια Κύματα”, “Τα Λόγια Και Τα Χρόνια”, “Μαλαματένια Λόγια”), κάθε άλλο παρά αδέξια ή δυσλειτουργικά προκύπτουν. Ειδικά στην κορώνα του «κι όλο θαρρώ», ο Παυλίδης επιχειρεί, και φέρνει σε πέρας, μια προσωπική του φωνητική υπέρβαση.
Στην όλη κριτική που γίνεται στο άλμπουμ, διαβάζουμε μεταξύ άλλων ότι τελικά οι ηχογραφήσεις ετούτες δεν πρόκειται να περάσουν στη νεότερη γενιά, επειδή, λέει, ο Παυλίδης δεν είναι νέος, κι επειδή, τάχα, ο ήχος του δεν είναι ο ήχος του τώρα. Βέβαια, το… τωρινό τώρα, όπως και το κάθε τώρα, δεν είναι ένα πράγμα, αλλά πολλά. Δεν είναι μόνο ο ΛΕΞ ο ήχος του σήμερα -ούτε μόνο η τραπ, ή μόνο η ποπ, ή οτιδήποτε άλλο… μόνο. Κι ούτε η περιβόητη «νεολαία» ακούει αποκλειστικά καλλιτέχνες των 30 και κάτω. Ας μην περιφράσσουν οι συνάδελφοι τους συλλογισμούς τους μέσα στα όποια στερεότυπα. Οι νέοι, σήμερα όπως και πάντα, ακούν και το νέο, και το παλιό, και όλα τα ενδιάμεσα. Κι αν στις βραδιές που ο δίσκος παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στο κοινό υπήρχε κοινό με ανεβασμένο ηλικιακό μέσο όρο, αυτό είναι κάτι αναμενόμενο: οι χώροι, σε αντίθεση με τους ήχους, έχουν όντως άλλους κώδικες και άλλους περιορισμούς προσβασιμότητας.
Όντως, λοιπόν, ο Παυλίδης καταφέρνει να πάρει το συγκεκριμένο σώμα δουλειάς, το οποίο μάς συστήθηκε μέσα από έναν αυστηρά ορισμένο ηχητικό κόσμο, σε μια εποχή που οι διαχωριστικές γραμμές ήταν σαφείς και οι χειρονομίες μεγάλες, και να το φέρει στον σημερινό, πιο ρευστό και αδιασαφήνιστο κόσμο· όπου οι ήχοι ρέουν και δεν αντιστοιχούν απαραίτητα σε κάτι απτό, όπου κυριαρχούν η ενδεχομενικότητα και η στοχαστικότητα (έτσι όπως αυτή ορίζεται ως μαθηματικός όρος). Οπωσδήποτε, αυτός ο σημερινός κόσμος είναι κυρίως ο κόσμος του ίδιου του Παυλίδη -δεν θα γινόταν αλλιώς. Τέμνεται, όμως, αυτός ο κόσμος με τους κόσμους πολλών άλλων σημερινών ανθρώπων, όλων των ηλικιακών κατηγοριών.
Το κλειδί για την κατανόηση και την αντικειμενική προσέγγιση κάθε αντίστοιχης απόπειρας δεν βρίσκεται στη σύγκριση με το «αυθεντικό», προς αναζήτηση του «καλύτερου», αλλά στην εμβάθυνση, προς αναζήτηση του διαφορετικά λειτουργικού. Όχι ότι δεν θα μπορούσε κάποιος να επιχειρήσει μια διασκευή προκειμένου να βελτιώσει το πρωτότυπο· έχει συμβεί πολλές φορές να αγαπηθούν τραγούδια από επόμενες της πρώτης εκτελέσεις. Κι εδώ που τα λέμε, κάποια από ετούτα τα τραγούδια αποτυπώθηκαν αρχικά σε ιδιαίτερα ανοιχτές βερσιόν, που είναι σαν να σε προσκαλούν να τις πειράξεις. Όμως εδώ το ζητούμενο ήταν να μπουν τα τραγούδια αυτά σε ένα άλλο πλαίσιο, που θα άπτεται των σημερινών δεδομένων και ζητούμενων. Γιατί τα τραγούδια πεθαίνουν πραγματικά μόνο όταν θα πάψουν να είναι χρήσιμα, και απλά θα υπάρχουν ως μάρτυρες της εποχής τους. Ναι, ίσως αποτελεί σοκ για κάποιους, αλλά τα καλλιτεχνικά έργα δεν έρχονται στον κόσμο με σκοπό να αποτιμηθούν, αλλά πρώτιστα για να ικανοποιήσουν κάποιες πολύ απτές ανάγκες των δημιουργών και των ακροατών.
Δυο λόγια και για το εξώφυλλο του άλμπουμ –όχι μόνο για το πολύ ταιριαστό, ρευστό εικαστικό του Στέφανου Ρόκου, αλλά και για όσα αναγράφονται σε αυτό. Ο δίσκος, λοιπόν, αποδίδεται από κοινού στους Παυλίδη και Μαρκόπουλο, ενώ θα μπορούσε να είχε επιλεγεί κάποια λεζάντα του τύπου «ο Παύλος Παυλίδης διασκευάζει Γιάννη Μαρκόπουλο». Σημειολογικά είναι πολύ ισχυρή η διατύπωση που προτιμήθηκε, καθώς επισφραγίζει με κάθε επισημότητα ότι εδώ δεν έχουμε μόνο το νέο άλμπουμ του δημοφιλούς τραγουδοποιού, αλλά ταυτόχρονα το νέο άλμπουμ του θρυλικού συνθέτη. Είναι κάτι που επιβεβαιώνεται και στο Spotify, π.χ., όπου ο ακροατής θα βρει την καταχώρηση στους δισκογραφικούς καταλόγους και των δύο. Μπορεί ο Μαρκόπουλος να μην έχει αγγίξει πουθενά στο ηχητικό αποτέλεσμα, όμως αυτό δεν θα είχε υπάρξει καν αν δεν είχε προκύψει ως ιδέα στο δικό του μυαλό, κι αν δεν είχε εκείνος βάλει την τελική υπογραφή για την κυκλοφορία. Είναι ο απόλυτος ηθικός αυτουργός, και κάθε κριτική, θετική και αρνητική, απευθύνεται και σε αυτόν.
Είθισται, για λόγους που δεν αντιλαμβάνομαι, στο κλείσιμο κειμένων σαν και τούτο να κατατίθενται προβλέψεις για το αν το υπό συζήτηση πόνημα θα αντέξει ή όχι στον χρόνο. Έχει φαίνεται μια μυστήρια αίγλη για τους κριτικούς ο ρόλος του μέντιουμ, όπως κι εκείνος του «κόουτς από τον καναπέ»· ξέρετε, προτάσεις του στιλ «θα ήταν καλύτερο αν...». Είναι σημεία των καιρών αυτά: ανέξοδες απόπειρες, που βαυκαλίζονται ότι μπορεί να προκαταλάβουν εξελίξεις –και που προσφέρουν κάποιο γέλιο, εδώ που τα λέμε. Η μόνη αλήθεια είναι ότι η περίφημη αντοχή των έργων τέχνης στον χρόνο προκύπτει από μια πολυπαραγοντική εξίσωση, που σπάνια έχει να κάνει με την καλλιτεχνική αξία που εντοπίζει (ή όχι) ο εκάστοτε αποτιμών στο εκάστοτε έργο, σε πρώτο χρόνο.
Η δισκογραφία του σήμερα μοιάζει με μια θάλασσα που απλώνεται γαλήνια ως εκεί που βλέπει το μάτι. Όποιος δηλώσει ότι μπορεί να εξετάσει επισταμένως όλη αυτή την απέραντη έκταση, και να εντοπίσει όλες τις μικρές ή μεγαλύτερες διακυμάνσεις της, θα πει ψέματα. Το βέβαιο είναι ότι Παυλίδης, Μαρκόπουλος, και Σία, κατάφεραν να φτάσουν κάπου πέρα από αυτόν τον στάσιμο όγκο, ανακαλύπτοντας μια άγρια φορτούνα.
Άσχετα αν το καράβι τους θα επιπλεύσει τελικά, οι κυματισμοί από τη μάχη τους με τα πυρηνικά στοιχεία της ελληνικής μουσικής έκφρασης ήδη φτάνουν προς τα εδώ.
Ελπίζουμε σε γόνιμες αναταράξεις.
Ετικέτες
Γιάννης Μαρκόπουλος,
Δίσκοι,
Παύλος Παυλίδης
Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023
Κάτι Καλό Να Ακούσω; IV: Γιώργος Περού, Billy Pod, Νίκος Ξυδάκης/Βερόνικα Δαβάκη, Pink Floyd
Τέταρτη φουρνιά συμμετοχών μου στη μηνιαία συλλογική στήλη του MiC Music Portal. Η οποία είναι τετράδα, αντί της συνήθους τριάδας, καθώς σήμερα το πρωί ανακοίνωσα στον αρχισυντάκτη Αντώνη Ξαγά την αποχώρησή μου. Τον ευχαριστώ και δημοσίως, για την τιμή που μου έκανε να συνεργαστούμε, και για την ανοχή του στη μηδαμινή συνεισφορά που είχα τον λίγο καιρό που ήμουν στο σάιτ. Πλέον, πάμε για άλλες πολιτείες -ή και όχι...
Ετικέτες
Βερόνικα Δαβάκη,
Γιώργος Περού,
Δίσκοι,
Νίκος Ξυδάκης,
Billy Pod,
Pink Floyd
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023
Κάτι Καλό Να Ακούσω; III: Γιάννης Διονυσίου, Φώτης Σιώτας/Θοδωρής Γκόνης, B.Y.S. Trio
Τρίτη τριάδα συμμετοχών μου στη μηνιαία συλλογική στήλη του MiC Music Portal, με προτάσεις δίσκων/τραγουδιών.
Ετικέτες
Γιάννης Διονυσίου,
Δίσκοι,
Θοδωρής Γκόνης,
Κώστας Φασουλάς,
Φώτης Σιώτας,
B.Y.S. Trio
Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023
O Bruno Patino εξηγεί πώς πιαστήκαμε στον ιστό της ψηφιακής εθελοδουλείας· και πώς θα δραπετεύσουμε
Το πρώτο ανάγνωσμα του 2023 -και τελευταίο του '22, αφού το ξεκίνησα λίγο πριν την εκπνοή του- μού το σύστησε η Έλενα Διάκου, από την εκπομπή της Ημερολόγιο Καταστρώματος, στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Την άκουγα συχνά τη Διάκου, απογεύματα, στον δρόμο από Τρίπολη για Σπάρτη, τότε που δούλευα στην Π.Δ.Ε. Πελοποννήσου. Κι είχε πάντα ωραία αποσπάσματα να διαβάσει, από βιβλία, από έρευνες, από άρθρα... Πολύ καιρό μετά, η Σάντη εντόπισε το βιβλίο στο Διηνεκές της Σπάρτης, και μου το έκανε δώρο.
Ο Γάλλος Bruno Patino σπούδασε πολιτικές επιστήμες και οικονομικά, υπήρξε ανταποκριτής της Le Monde στο Σαντιάγο της Χιλής, εργάστηκε στον εκδοτικό χώρο, και σήμερα είναι διευθυντής σύνταξης του τηλεοπτικού σταθμού Arte France και πρόεδρος του τμήματος δημοσιογραφίας του SciencesPo στο Παρίσι. Το βιβλίο του, για το οποίο μιλάμε εδώ έχει τίτλο Ο Πολιτισμός Του Χρυσόψαρου: Μικρή Πραγματεία Για Την Αγορά Της Προσοχής, και εκδόθηκε το 2019.
Σε αυτό το σύντομο αλλά περιεκτικό δοκίμιό του, ο Patino εξηγεί πώς ο προσωπικός μας χρόνος έγινε το επίκεντρο ενός οικονομικού κόλπου, που σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια νέα μορφή καπιταλισμού· πώς πέσαμε στην παγίδα των τεχνολογικών κολοσσών, και πώς μείναμε απροστάτευτοι απέναντί τους, ελλείψει μέτρων προστασίας και στρατηγικών πρόληψης. Είναι ένα πόνημα που σε αφυπνίζει, προερχόμενο, μάλιστα, από έναν άνθρωπο που βρέθηκε μέσα στα πράγματα, και που υπέκυψε και ο ίδιος στον εθισμό στα κοινωνικά δίκτυα.
Η πένα του συγγραφέα έχει λογοτεχνικό ενδιαφέρον -παρότι μιλάμε για δοκίμιο- και είναι διεισδυτική και μελετημένη. Μας κάνει λιανά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ιστορία και τους στόχους των μεγάλων εταιρειών του διαδικτύου, και με τις διαφορές ανάμεσα στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και τις ψηφιακές πλατφόρμες. Στέκεται, μάλιστα, τόσο στην ολόφωτη γειτονιά των κοινωνικών δικτύων, όσο και σε πιο σκιερές γωνιές του ιντερνετικού κόσμου: ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει, π.χ., η ανάλυσή του για το πώς λειτουργεί σήμερα η πρόσληψης της μουσικής και του σινεμά, και πώς αυτή επιδρά στην εκτός ψηφιακού κόσμου ζωή.
Παρότι η κατάσταση περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα, παρότι κάποιες συνειδητοποιήσεις που προκύπτουν είναι ιδιαίτερα σκληρές, το πιο καίριο κομμάτι του βιβλίου είναι το τελευταίο. Εκεί είναι όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει -και αποδεικνύει- ότι το παιχνίδι παραμένει ανοιχτό: υπάρχει ακόμα ελπίδα να αναστραφεί η πορεία που έχουμε πάρει, και να ρυθμιστεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο δρουν οι θηρευτές της ζωής μας. Αναμενόμενα, η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις δικές μας επιλογές.
Είναι τούτο ένα ανάγνωσμα που προτείνεται με θέρμη. Διαβάστε παρακάτω μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα.
Οι παθολογίες μας είναι γνωστές, έχουν ενταχθεί στον κατάλογο των διαταραχών της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς. Οι νέες ονομασίες αναδίδουν τη θλίψη της χαμένης μας ελευθερίας. Όσοι ανάμεσά μας αποφεύγουν τον βαθύ ύπνο, φοβούμενοι ότι θα χάσουν την ειδοποίηση του κινητού τους, περιγράφονται ως "κοιμώμενοι-δείκτες". Η πρόκληση πανικού στο ενδεχόμενο μιας, έστω πρόσκαιρης, απομάκρυνσης του κινητού αποκαλείται "φοβία απώλειας κινητού". Ο όρος phnubbing, τέλος, υποδεικνύει την απροκάλυπτη χρήση του smartphone μεταξύ συναδέλφων, φίλων, εραστών και μελών της ίδιας οικογένειας, ακόμα και όταν ο ένας απευθύνει τον λόγο στον άλλον. Η λέξη προκύπτει από τη σύντμηση των όρων phone (τηλέφωνο) και snubbing (αγνοώ, περιφρονώ, σνομπάρω). Περικλείει, έτσι, καταστατικά μια αισιόδοξη διάγνωση, καθώς διατυπώνει την υπόθεση μιας εθελούσιας ενέργειας. Μια απλή παρατήρηση, ωστόσο, αρκεί για να μας ωθήσει στο αντίθετο συμπέρασμα: το phnubbing έχει καταστεί ένα εξ ολοκλήρου ασυνείδητο αντανακλαστικό. Ο νωτιαίος μυελός έχει υφαρπάξει την εξουσία από τον εγκέφαλο. Το smartphone μάς έχει πιει το μεδούλι.
-----
Η καθημερινή κόλασή μας είμαστε εμείς οι ίδιοι. Χωρίς την παραμικρή ανάπαυλα, μπουκωμένοι με ντοπαμίνη, τελούμε σε κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης. Η ακτινογραφία της ψηφιακής μας ύπαρξης θα απεικόνιζε μια συνθήκη μόνιμου συναγερμού, εκμετάλλευσης της παθητικότητάς μας, κολακείας του ναρκισσισμού μας και απορρόφησης του κόστους μέσω της άμεσης αναγγελίας των "προσεχώς". Ποθούσαμε την ελευθερία επιλογών, τον ίλιγγο του ελέγχου της πληροφορίας και των σημάτων - πέσαμε, όμως, στην ενέδρα της εξάρτησης. Τα όργανα της χειραφέτησης, που "δεν θα ήταν ικανά για κανενός είδους κακό" κατά το ιστορικό σλόγκαν της Google, ανέπτυξαν τεχνικές που μας έθεσαν σε τροχιά παλινδρόμησης, και δεν μας επιτρέπουν να τα αφήσουμε όλα πίσω δίχως να αισθανθούμε τη θλίψη του αποχωρισμού. "Δεν το θέλαμε", διατρανώνουν ορισμένοι από τους ιθύνοντες. Τα γεγονότα μαρτυρούν το αντίθετο.
-----
[...] για τους θιασώτες της σοφίας του πλήθους το δίκτυο θα έπρεπε να διατηρηθεί άσπιλο και αμόλυντο, άφθαρτο, χωρίς τεχνικές μεσιτεύσεις, χωρίς παρεμβάσεις εξωγενών παραγόντων, χωρίς νομικές αλλοιώσεις, χωρίς πιθανές διακρίσεις μεταξύ των χρηστών. Ένας συνδυασμός ολικής ισότητας και απόλυτης ελευθερίας για την επίτευξη της οικουμενικής σοφίας.
Δύο δεκαετίες αργότερα, το πόρισμα είναι οριστικό: τα πλήθη συρρέουν, αλλά η σοφία, μολονότι προσκεκλημένη, δεν εμφανίστηκε ποτέ. Εξάρτηση από τις οθόνες, υπερτροφία του δημόσιου διαλόγου, πόλωση του δημόσιου χώρου, αυτοματισμός που υποσκελίζει τον αυτοστοχασμό, αγορά μεταμορφωμένη σε αρένα: ιδού η εποχή μας. Είναι οι καλύτερες μέρες, είναι οι χειρότερες μέρες.
Η εναρκτήρια ουτοπία είναι στα πρόθυρα του τέλους της, λαβωμένη από τα τέρατα στα οποία έδωσε ζωή. Ελλείψει φραγμών, έχουν αναπτυχθεί δύο δυνάμεις, αμφότερες παραγνωρισμένες από τους ελευθεριακούς μας: ο συλλογικός θυμός που πηγάζει από τα ατομικά πάθη και η οικονομική ισχύς που γεννιέται από τη συσσώρευση. Οι εθισμοί μας δεν είναι παρά το αποτέλεσμα του εδραιωμένου δεσμού ανάμεσα στο ένα και στο άλλο, καθώς και της οικονομικής υπερδομής που τα ανατροφοδοτεί, που τα ενισχύει αμοιβαία εις βάρος της ελευθερίας μας.
-----
Η Αμερικανίδα πανεπιστημιακός Shoshana Zuboff προέβη σε έναν παραλληλισμό μεταξύ βιομηχανικού και ψηφιακού καπιταλισμού. Κατά την άποψή της, ο πρώτος υιοθέτησε ένα μοντέλο ανάπτυξης βασιζόμενο στην ιδιοποίηση της φύσης και στην εξόρυξη των πρώτων υλών του πλανήτη, φτάνοντας έτσι να απειλεί την ισορροπία του. Ο δεύτερος εκμεταλλεύεται, με την ίδια ένταση και αδιαφορώντας για τις συνέπειες, δεδομένα που σχετίζονται με την ταυτότητα και τη συμπεριφορά των υποκειμένων, από τα οποία αποσπά ατομικά τη σύμφωνη γνώμη τους, χωρίς να δίνει δεκάρα για το κοινό καλό. Είμαστε υπαίθρια ορυχεία, που ανασκάπτονται από τα ψηφιακά εργαλεία, κάθε φορά που τα χρησιμοποιούμε. Και η γεώτρηση αυτή αγγίζει όλο και μεγαλύτερα βάθη. Η επιτήρηση της ζωής μας είναι η "φυσική" προέκταση της στοχευμένης διαφήμισης.
-----
Τα προσωπικά μας δεδομένα χρησιμοποιούνται εναντίον μας. Οι επιθυμίες μας δεν έχουν τον χρόνο να συγκροτηθούν. Και όταν, όλως τυχαίως, συγκεκριμενοποιούνται και εκφράζονται, έρχονται πάντοτε καταϊδρωμένες: αφότου έχει επέλθει ο κατακλυσμός μας από εκατοντάδες μηνύματα που διεκδικούν την ανταπόκρισή μας. Χορταίνουμε πριν καν προλάβουμε να αισθανθούμε πείνα, και μάλιστα με μια τροφή που δεν είχαμε καν τον χρόνο να την οσφρανθούμε και να τη γευτούμε. "Διασπαστική τεχνολογία (disruption) είναι εκείνη που κινείται ταχύτερα από την ατομική και συλλογική μας βούληση", για να επαναλάβουμε μια ρήση του Bernard Stiegler. Ο χρόνος που μας έχουν κλέψει είναι ο χρόνος της έλλειψης, δηλαδή της επιθυμίας. Ο χρόνος του έρωτα, του άλλου και του απόλυτου.
Το ροκ ήταν ένα κοινωνικό κίνημα άρρηκτα συνδεδεμένο με τις τεχνολογικές καινοτομίες της εποχής. Το τρανζίστορ επέτρεπε τη διάδοση της μουσικής, στο πλαίσιο ενός μέσου μαζικής επικοινωνίας: η ίδια μουσική, την ίδια στιγμή, για όλους. Ταυτόχρονα, το πικάπ ή το γραμμόφωνο ευνοούσαν εξίσου τη συλλογική ακρόαση, μεταξύ φίλων, ή "ενάντια" στην οικογένεια. Οι πιστοί της εν λόγω "θρησκείας" διεκδικούσαν την κατάκτηση του δημόσιου χώρου, εισερχόμενοι σ' αυτόν αρχικά ως διαρρήκτες, και έπειτα μέσω της επιβολής του look τους, των φεστιβάλ τους, των τρόπων ζωής τους. Έπρεπε κανείς να πάρει θέση: υπέρ ή κατά. Το ροκ αποτέλεσε τον κόμβο μιας διαγενεακής διαμάχης, ενός ταξικού αγώνα και μιας αξιακής αντιπαράθεσης, γράφοντας έτσι το σάουντρακ μιας ολόκληρης εποχής. Σήμερα, ο κόσμος χωρίζεται σε αυτάρκεις "φυλές" και η μουσική δεν εξαιρείται απ' αυτόν τον αμετάκλητο κατακερματισμό.
Ό,τι συμβαίνει στη μουσική αφορά και τις εικόνες, τους ήχους, τις αναγνώσεις, τις αναμνήσεις, τις πεποιθήσεις μας. Η συλλογική εμπλοκή ατονεί ή, για την ακρίβεια, δεν έχει πλέον μιντιακή φωτογένεια. Οι συγκινήσεις μας έχουν χάσει τον μοναχικό, και συνάμα συλλογικό, χαρακτήρα που είχαν - γεγονός που αποτελούσε μία από τις κατακτήσεις του 20ού αιώνα. Σήμερα, για να νιώσουμε ότι ανήκουμε σε κάποια κοινότητα, πρέπει να αισθανθούμε το χνότο του άλλου: ενδιαφέρον παράδοξο, καθώς εξηγεί την αναγέννηση των συναυλιών και των συλλογικών θεαμάτων, αλλά περιορίζει την οικουμενικότητά μας.
-----
Το 1978, απαντώντας στο ερώτημα "τι είναι η πραγματικότητα;", ο συγγραφέας Philip K. Dick -ο οποίος, στα διηγήματα, στις δυστοπίες, στις αχρονίες και στα παραισθητικά του οράματα, δεν έπαψε να κατασκευάζει παράλληλους κόσμους- κατέφυγε σ' έναν ορισμό διά της εις άτοπον απαγωγής: "Πραγματικότητα είναι αυτό που απομένει όταν παύουμε να πιστεύουμε σ' αυτήν. Δεν μπορώ να βρω καλύτερο ορισμό της". Και κλείνει λέγοντας: "Αλλά η πραγματικότητα είναι πρωτίστως προσωπική".
-----
Η πραγματικότητα είναι μια εμπειρία. Η συλλογική αλληλεγγύη και το κοινό πεπρωμένο προκύπτουν από την οικοδόμηση μιας κοινής εμπειρίας. Τα μίντια και οι εκπαιδευτικοί θεσμοί, πέρα από την άμεση αποστολή τους (να πληροφορούν, να διδάσκουν), υπάρχουν για να εντείνουν αλλά και για να υπερβαίνουν τα όρια της ατομικής αντίληψης, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας κοινής πραγματικότητας από την κοινότητα των ανθρώπων. "Κάθε ανθρώπινο ον συγχέει τα όρια του δικού του οπτικού πεδίου με τα όρια του κόσμου", προειδοποιούσε ο Arthur Schopenhauer. Οι μαθηματικές φόρμουλες που ελέγχουν τις ψηφιακές μας κινήσεις, δημιουργώντας οπτικά πεδία διαφορετικά για τον κάθε χρήστη, καταλήγουν να παράγουν τόσες πραγματικότητες όσοι είναι και οι χρήστες - μια απειρία Umwelt.
Ο Philip K. Dick μίλησε για μεγάλες ψυχικές ανατροπές. Διατυπωμένη δέκα και πλέον χρόνια πριν από την επινόηση του διαδικτύου και περίπου είκοσι χρόνια πριν από εκείνη των κοινωνικών δικτύων, η παρακάτω πρόταση ηχεί συνταρακτικά: "Ο βομβαρδισμός μας με ψευδο-πραγματικότητες καταλήγει να παράγει ανθρώπους μη αυθεντικούς, εξίσου τεχνητούς όσο και τα δεδομένα που τους περιβάλλουν πανταχόθεν. Οι τεχνητές πραγματικότητες θα δημιουργήσουν τεχνητούς ανθρώπους· και οι τεχνητοί άνθρωποι θα δημιουργήσουν, με τη σειρά τους, νέες πραγματικότητες και θα τις πουλήσουν σε άλλους ανθρώπους, μεταμορφώνοντάς τους κι αυτούς σε τεχνήματα. Είναι μια ελαφρώς πιο διευρυμένη εκδοχή της Ντίσνεϊλαντ".
-----
Εύπιστοι είναι οι άλλοι.
[...] οι ψευδείς ειδήσεις λαμβάνουν τις διαστάσεις που τους προσδίδουμε, συνεπώς δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι οι άλλοι πιστεύουν σε κάτι στο οποίο εμείς οι ίδιοι δεν πιστεύουμε.
-----
Το ψηφιακό σύμπαν φέρνει στη μνήμη τον διάλογο του Χριστού με τον άπιστο Θωμά. Τώρα πια, δεν χρειάζεται, όπως συνέβαινε στον αναλογικό κόσμο, να δούμε για να πιστέψουμε, αλλά να πιστέψουμε για να δούμε. Το δίκτυο έχει πάντα την απάντηση, και επιτρέπει στον κάθε πιστό να ανακαλύψει ένα ορατό ίχνος της πίστης του, που ενεργεί στην καλύτερη περίπτωση ως απόδειξή της, και στη χειρότερη ως αποκάλυψη.
-----
Το να πιστεύει κανείς ότι μια εισηγμένη στο χρηματιστήριο εταιρεία θα μπορούσε να "ενσωματώσει" το κοινωνικό καλό στις στρατηγικές της επιλογές και να αποδεχτεί αυτοβούλως να περιορίσει τα έσοδά της για τη βελτίωση της κοινής μας ζωής είναι παράλογο. Αντίθετα, η πρόσφατη ιστορία δείχνει ότι και μόνο η απειλή μιας συντεταγμένης ρύθμισης της δράσης των γιγάντων του δικτύου μπορεί να αποδειχτεί εξίσου αποτελεσματική όσο και μια νομική επιβολή της.
-----
Μια νέα σοφία, μια νέα μάθηση της ελευθερίας διαγράφεται στον ορίζοντα. Το "ψηφιακό χάσμα" είναι ακόμα εδώ, αναμφίβολα. Η ανισότητα που επέρχεται, όμως, θα είναι εντελώς διαφορετική: από εδώ και στο εξής, η διακύβευση θα είναι η πρόσβασή μας όχι στη διασύνδεση αλλά στην αποσύνδεση. Δεν θα είναι η πρόσβασή μας στη μουσική, στη συζήτηση, στην άμεση πληροφόρηση, αλλά στη σιωπή, στον διαλογισμό, στον προβληματισμό. Τα σεμινάρια τεχνολογικής απεξάρτησης πληθαίνουν. Τα ησυχαστήρια των μοναστηριών έχουν αλλάξει αποστολή: άλλοτε, δραπετεύαμε από τον κόσμο για να συναντήσουμε τον Θεό, σήμερα δραπετεύουμε από τα ηλεκτρονικά ερεθίσματα απλώς για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Αποκοπτόμαστε από τα δίκτυα για να ξαναβγούμε επιτέλους στον κόσμο. Όμως, το ζήτημα δεν είναι να εξαφανιστούμε, ούτε και να απορρίψουμε τις εκπληκτικές δυνατότητες που μας προσφέρει η ψηφιακή κοινωνία. Πρέπει απλούστατα να συνειδητοποιήσουμε ότι η άσκηση της ελευθερίας είναι μια άσκηση στον αυτοέλεγχο. Και ότι αυτός ο αυτοέλεγχος δεν μεταφράζεται σε κάποια μορφή ασκητισμού, αλλά σε ένα είδος μετριοπάθειας - σε ορισμένους προσωπικούς κανόνες, που εύκολα τίθενται αλλά δύσκολα εφαρμόζονται, και σε ορισμένες δυνατότητες, που δύσκολα επιβάλλονται αλλά εύκολα χρησιμοποιούνται.
-----
[...] ο αναπτυσσόμενος εθισμός, τα φαινόμενα πληροφοριακής φούσκας, ανισορροπίας, διασποράς ψευδών ειδήσεων και εναλλακτικών πραγματικοτήτων είναι συν τοις άλλοις και προπαντός εγγενή προϊόντα του οικονομικού μοντέλου των κοινωνικών δικτύων. Ενός μοντέλου που μπορούμε να το αλλάξουμε, αν αναλάβουμε κατεπειγόντως δράση.
Υπάρχει ένας τρίτος δρόμος ανάμεσα στην απόλυτη ζούγκλα του "ελευθεριακού" διαδικτύου και στο σωφρονιστικό σύμπαν επιτηρούμενων δικτύων. Αυτός ο τρίτος δρόμος είναι μια ζωή με όρους κοινωνίας. Μόνο που δεν επιτρέπεται να αναθέσουμε στις πλατφόρμες το έργο του σχεδιασμού της, αν δεν θέλουμε να τη δούμε να κατοικείται από υπνωτισμένους ανθρώπους που, αλυσοδεμένοι μπροστά στις οθόνες τους, θα έχουν ξεχάσει πώς είναι να κοιτάζουν τον ουρανό.
-----
Σύμφωνα με τη Γαλλική Εταιρεία Χρυσόψαρου (υπάρχει!), το χρυσόψαρο είναι ένα ζώο που προορίζεται να ζει "σε ομάδες", κατά κανόνα από είκοσι έως τριάντα χρόνια, και το μήκος του μπορεί να φτάσει έως και τα είκοσι εκατοστά. Οι γυάλες έχουν αποδεκατίσει το είδος, μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής του και καταστρέφοντας την κοινωνικότητά του.
Bruno Patino, Ο Πολιτισμός Του Χρυσόψαρου: Μικρή Πραγματεία Για Την Αγορά Της Προσοχής, μετάφραση Άγγελου Μουταφίδη, εκδόσεις Καστανιώτη, 2020 (πρώτη έκδοση 2019)
Ετικέτες
Βιβλία,
Ημερολόγιο,
Bruno Patino
Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023
Καινούργιοι Δίσκοι Στο Grill II: Litho Valeto, Dasho Kurti, Γουρούνια Στο Διάστημα
Χιπ χοπ, έντεχνο και ροκ, όλα τους εκπροσωπούνται στη δεύτερη τριάδα δίσκων με τους οποίους καταπιάστηκα στη νέα στήλη του Mix Grill. Τα περί της όλης ιδέας τα έχω εξηγήσει εδώ. Προσθέτω μόνο ότι οι επιλογές δεν είναι δικές μου, αλλά του αρχισυντάκτη Δημήτρη Όρλη. Η ανάθεση είναι, άλλωστε, κάτι που προτιμώ πάντα.
Ετικέτες
Γουρούνια Στο Διάστημα,
Δίσκοι,
Dasho Kurti,
Litho Valeto
Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023
Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XLI
Η 41η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη που επιμελούμαι στο Mix Gill, περιέχει και την πρώτη συμμετοχή μουσικού από το εξωτερικό. Πρόκειται για δημοσιεύσεις που έγιναν Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2016.
Ετικέτες
Σάββας Ντεγιρμεντζόγλου,
Χρήστος Αλεξόπουλος,
Anduze,
Chickn,
Gimme 10,
Vanila Swing
Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022
Υπογραμμίσεις XLII: Joël Egloff
Η Σκοτοδίνη είναι βιβλίο που είχε η Σάντη· το είχε διαβάσει δύο φορές και επέμενε πολύ να το διαβάσω κι εγώ. Το έκανα το 2017 και δεν δυσκολεύτηκα να παραδεχτώ ότι είχε δίκιο. Οι σημειώσεις που κρατούσα τότε, χάθηκαν στο ολικό κρασάρισμα που υπέστη το πρώτο μου iPad. Θέλοντας να τις ξαναβρώ και να τις καταγράψω εδώ, έπιασα το βιβλίο για δεύτερη φορά.
Στο εξώφυλλο το έργο τούτο κατηγοριοποιείται ως μυθιστόρημα, όμως πρόκειται ουσιαστικά για νουβέλα. Στην οποία ο Γάλλος συγγραφέας και σεναριογράφος Joël Egloff σκιαγραφεί έναν μελλοντικό(;) κόσμο, μουχρωμένο και τοξικό. Οι ωμές περιγραφές και το πικρό χιούμορ συγκατοικούν με μια ταπεινή ποιητικότητα, συνθέτοντας ένα θεσπέσιο ανάγνωσμα.
Παρ' όλ' αυτά, τη μέρα που θα φύγω, θα νιώσω ένα σφίξιμο στην καρδιά, είμαι βέβαιος. Τα μάτια μου θα μουσκέψουν, είναι σίγουρο. Όπως και να 'χει, οι ρίζες μου είναι εδώ. Έχω καταπιεί όλα τα βαριά μέταλλα, στις φλέβες μου τρέχει υδράργυρος, ο εγκέφαλος έχει χορτάσει μολύβι. Στραφταλίζω μες στο σκοτάδι, κατουράω χρώμα μπλε, τα πνευμόνια μου είναι γεμάτα σαν σακούλες ηλεκτρικής σκούπας, όμως, παρ' όλα αυτά, είμαι βέβαιος ότι τη μέρα που θα φύγω, θα δακρύσω, είναι σίγουρο. Άλλωστε είναι φυσικό, γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ. Ακόμα ξαναβλέπω τον εαυτό μου, μικρό παιδάκι, να πηδάει χωρίς κανένα δισταγμό μέσα σε λιμνούλες από λάδια, να κυλιέται στα νοσοκομειακά απόβλητα. Ακόμα την ακούω, τη γιαγιά, να βάζει τις αγριοφωνάρες για να προσέχω τα πράγματά μου. Και οι φέτες με το γράσο που μου ετοίμαζε για κολατσιό... Και η μαρμελάδα από σαμπρέλα που η γεύση της θύμιζε λιγάκι νεράντζι, στο πιο πικρό...Έπαιξα εκεί, δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές, σκαρφάλωσα στους πυλώνες, έκανα μπάνιο στις δεξαμενές όπου γίνεται η καθίζηση. Και αργότερα γνώρισα τον έρωτα μέσα στη μάντρα με τα σαράβαλα, πάνω στα ξεκοιλιασμένα του καθίσματα. Έχω αναμνήσεις που είναι σαν πουλιά μαυρισμένα από μαζούτ, αλλά που ωστόσο είναι αναμνήσεις. Κολλάμε ακόμα και στους πιο άσχημους τόπους. Έτσι συμβαίνει. Σαν την οσμή του καμένου λίπους στον πάτο των τηγανιών.
-----
Δεν μας ενοχλεί τόσο το βουητό των αντιδραστήρων - είμαστε μισόκουφοι, συνεπώς είναι υποφερτό. Δεν είναι ούτε οι δονήσεις, οι τοίχοι που τρέμουν, εκείνο που μας ανησυχεί πάνω απ' όλα είναι τα κομμάτια που χάνουν στη διάρκεια των πτήσεων. Δεν βρισκόμαστε μέσα στο αεροπλάνο, σύμφωνοι, βρισκόμαστε όμως από κάτω. Συνήθως δεν είναι τίποτα σοβαρό, κάποιο μικρό παξιμάδι, μια βίδα, ένα μπουλόνι, πράγματα ακίνδυνα, όμως την περασμένη φορά κάτι σαν ολόκληρη καταπακτή έπεσε από τον ουρανό διαπερνώντας την οροφή και το ταβάνι του δωματίου μου με τρομερό πάταγο.
Από τότε κοιμόμαστε φορώντας κάσκες εργοταξίου, δεν είναι καθόλου άνετο, αλλά μπορώ, από το κρεβάτι μου, να κοιτάζω τον ουρανό, περιμένοντας να με πάρει ο ύπνος. Δεν βλέπω ποτέ αστέρια, ούτε καν φεγγάρι, παρά μόνο τα μικρά άσπρα και κόκκινα φώτα που αναβοσβήνουν και που συχνά τα κοιτάζω για ώρες ολόκληρες.
Δεν βιάζομαι ν' αποκοιμηθώ γιατί ξέρω πως μέσα στον ύπνο μου υπάρχουν σφαχτάρια ακέφαλα που καταφθάνουν, κοπάδια-κοπάδια για να μου ζητήσουνε το λόγο. Κι εγώ, όσο και να τους εξηγώ ότι δεν φταίω σε τίποτα, ότι στη ζωή δεν κάνουμε πάντα εκείνο που θέλουμε, ότι δεν το διάλεξα, χαμένος κόπος, βλέπω καθαρά ότι μου κρατάνε κακία.
Τελικά η νύχτα ξεψυχάει. Αλλά μόλις γλιτώνω από τους εφιάλτες, πρέπει κιόλας να ξαναγυρίσω σ' αυτούς.
-----
Διακοπές πηγαίναμε με τα πόδια, ήταν πιο βολικά. "Τι θα πάμε να κάνουμε στο Πεταουτσνόκ" έλεγε η γιαγιά μου "αφού υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα να δούμε, ακριβώς δίπλα μας;"
Ένα ωραίο πρωί σηκωνόμαστε τα χαράματα, κόβαμε νερό και ηλεκτρικό, σφαλίζαμε το σπίτι, κρύβαμε το κλειδί, και φεύγαμε για να ξεκαλοκαιριάσουμε προς τη μεριά της μονάδας βιολογικού καθαρισμού.
Εκεί πέρα, όπως κάθε χρόνο, ξαναβρίσκαμε τους παλιούς θαμώνες. Μονάχα ανθρώπους της γύρω περιοχής, γείτονες που έρχονταν να κατασκηνώσουν για ν' απολαύσουν λίγο τις χαρές της ζωής. Και εγώ συναντούσα πάλι τους φίλους που είχα αποχωριστεί την παραμονή. Μόλις φτάναμε, γινόμαστε καπνός, εξαφανιζόμαστε μες στα ψηλά χορτάρια, μες στα δασάκια, στα σύδεντρα, και όλη τη μέρα δεν μας ξαναβλέπανε.
Θάλασσα δεν υπήρχε, όμως είχαμε τους ασημόγλαρους. Και από τη στιγμή που αυτά εδώ τα πουλιά προτιμούσαν τη χωματερή από τον ωκεανό, τούτο αποδείκνυε, δίχως άλλο, πως δεν ήμαστε τόσο πολύ άσχημα στα μέρη μας και πως δεν έπρεπε να είναι τόσο πολύ ωραία εκεί κάτω.
-----
Στο δρόμο της επιστροφής ήμουνα φορτωμένος σαν γάιδαρος. Κουβαλούσα την καρέκλα της και την παγωνιέρα, την μπάλα μου, τα βατραχοπέδιλα και τον αναπνευστήρα, ήμουνα γεμάτος τικ, ρουθούνιζα, μυξόκλαιγα, συνάμα μου ξέφευγαν γέλια, μάλιστα τσινούσα κιόλας. Μου τραβούσε ακόμα μια σφαλιάρα για να ηρεμήσω, με απειλούσε πως δεν θα ξαναρχόμαστε αύριο.
"Να ποιο είναι το πλεονέκτημα να πηγαίνεις διακοπές κοντά στο σπίτι σου" έλεγε. "Το βράδυ, τουλάχιστον, μπορείς να κοιμάσαι στο κρεβάτι σου."
Την επομένη, ευτυχώς, ξανασηκωνόμαστε τα χαράματα. Ακόμα μια φορά, κόβαμε νερό και ηλεκτρικό, σφαλίζαμε το σπίτι, κρύβαμε το κλειδί, και πάλι φτου κι απ' την αρχή.
Όταν της μιλάω γι' αυτό σήμερα, όποτε το ξαναθυμάμαι, δεν της λέει και πολλά.
"Πάντως, ήταν ωραίες οι διακοπές στη μονάδα" της κάνω.
"Για τι πράγμα μιλάς;" με ρωτάει.
"Οι διακοπές... ξέρεις καλά τι λέω... στη μονάδα..."
"Πού λες;"
"Στη μονάδα..." επαναλαμβάνω.
Σμίγει τα φρύδια.
"Μα και βέβαια ξέρεις... όταν ήμουνα πιτσιρικάς..."
"Δεν θυμάμαι" κάνει.
Και είναι σαν μια πέτρα που πέφτει μέσα σ' ένα πηγάδι χωρίς πάτο.
Γνωρίζω κάποιους που πηγαίνουνε για ψάρεμα, την Κυριακή με το χάραμα, προς τη μεριά του ποταμού που αφρίζει. Ανάμεσα σ' αυτούς είναι και ο Μπορτς. Εκεί πέρα τσιμπάει γερά, λένε. Λίγη σημασία έχουν ο καιρός, το φεγγάρι, δεν χρειάζεται καν δόλωμα, τα ψάρια δεν κάνουνε νάζια, δεν είναι δύσκολα, μπορείς μάλιστα να ξεφωνίζεις ή να και να χοροπηδάς πάνω στην όχθη, αν σου αρέσει, αυτό δεν τα ενοχλεί, το αντίθετο. Και αν κανείς δεν έχει τίποτα να καρφώσει στην άκρη του αγκιστριού του, πάλι δεν πειράζει, περιττό να στενοχωριέται. Αρκεί να ρίξει την πετονιά στο νερό και μέχρι να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα, ο φελλός βουλιάζει στα σίγουρα. Εδώ τα ψάρια δεν είναι πιο κουτά από αλλού, δεν πρόκειται γι' αυτό, το μόνο που θέλουνε είναι να τα βγάλεις από το νερό, να τα πάρεις από κει μέσα.
-----
Το ψάρεμα, εμένα, δεν μου λέει τίποτα. Ο Μπορτς προτείνει συχνά να με πάρει μαζί του, όμως εγώ δεν μπορώ. Όχι τόσο για την όψη των ψαριών, αυτό από μόνο του δεν είναι σοβαρό, πάντα θα έβρισκα κάποιον στον οποίο θα τα έδινα και που από πάνω θα ήτανε πολύ ευχαριστημένος, όχι, δεν φταίει αυτό, η αιτία είναι μάλλον το ουρλιαχτό των σκουληκιών όταν τα καρφώνουν στο αγκίστρι, αυτό μου παγώνει το αίμα. Η ακοή μου είναι πολύ ευαίσθητη για τέτοια πράγματα.
-----
Τότε ο νους μου ξαναπηγαίνει σ' αυτό που λέει η γιαγιά, η οποία δεν βρίσκει καθόλου λογικό να μην έχω πάρει αύξηση μετά από τόσα χρόνια. Σκέφτομαι πως αν είχα προνοήσει, σίγουρα θα μπορούσα σήμερα να ήμουν επιστάτης, επιστάτης μεγαλύτερος κι από τον "Δεν πα' να λες", ίσως και υποδιευθυντής ακόμα. Πάντως εκείνο που με παρηγορεί, είναι η σκέψη ότι με ένα μεγάλης αξίας χαρτονόμισμα στην τσέπη, αντί για τα ψιλά μου, δεν θα φαινόμουνα που ξύπνιος μπροστά στο μηχάνημα του καφέ.
-----
Επειδή σκαρφιζόμουνα συνεχώς αναμνήσεις όπου ήμουν μαζί της, κατέληγα να πιστεύω στην ιστορία μας, όμως αυτό δεν με ενθάρρυνε να της μιλήσω, πράγμα περίεργο. Αντίθετα, γινόμουν όλο και περισσότερο αναποφάσιστος. Ήμαστε ευτυχισμένοι έτσι, καλά προφυλαγμένοι μες στο κεφάλι μου. Δεν θα μπορούσαμε να ήμαστε καλύτερα. Ποιος λοιπόν ο λόγος;
-----
Όσο για τα υπόλοιπα, όπως δηλαδή το θέμα της ανθρώπινης ζεστασιάς, σήμερα τα βολεύω με μια κοπέλα από το τεμάχισμα που, επίσης, υποφέρει από έλλειψη δυνατών συγκινήσεων, και την οποία, από καιρό σε καιρό, συνοδεύω όταν επιστρέφει στο σπίτι της, στο τέλος της δουλειάς, μέχρι μέσα και σ' αυτή την ίδια.
Έπειτα, υπάρχουν και τα κορίτσια στην αίθουσα των διαλειμμάτων, στα οποία μπορούμε να βασιζόμαστε για να μας ανυψώνουν το ηθικό και που πότε-πότε πηγαίνω και τα βλέπω για να τα διατηρώ στη μνήμη.
Τη νύχτα μου κρατούν ζεστασιά, χωμένος καθώς είμαι στο κρεβάτι μου, το στοιχειωμένο από πτώματα.
-----
"Ήταν πραγματικά ένας ωραίος τύπος, ε;" κάνω στον Μπορτς θέλοντας λίγο να δω τη γνώμη του
για κείνον.
"Σίγουρα" μου απαντάει "τέτοια παλληκάρια δεν βγαίνουνε πια."
Όμως δεν υπάρχει αληθινός ενθουσιασμός στα εγκώμιά μας. Απουσιάζει ο απαραίτητος τόνος. Λείπει η πεποίθηση, κι αυτό φαίνεται.
Και τούτο είναι ο λόγος που, σιγά-σιγά, ξανοιγόμαστε κάπως και αναγκαζόμαστε να παραδεχτούμε πως αν κάποιος πεθάνει, δεν γίνεται αυτομάτως περισσότερο συμπαθητικός, ενώ φτάνουμε στο σημείο να ομολογήσουμε ότι πραγματικά δεν τον εκτιμούσαμε και τόσο πολύ, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Και πάλι λίγα λέω, τον σιχαινόμαστε κυριολεκτικά, γιατί σίγουρα ήτανε μια μεγάλη λέρα. Στην μπαμπεσιά ο πρώτος. Ένας κάλπικος παράς πρώτης γραμμής.
-----
Υπάρχει πάντα μια ώρα που δεν λέει ποτέ να τελειώσει. Μοιάζει τόσο με όλες τις άλλες, ώστε δεν φυλαγόμαστε απ' αυτήν. Κι έπειτα παγιδευόμαστε μέσα της και βουλιάζουμε αργά. Βλέπουμε την όχθη τής απέναντι πλευράς, όμως μας φαίνεται ότι ποτέ δεν θα φτάσουμε εκεί. Μάταια κοπιάζουμε, θα έλεγε κανείς μάλιστα πως όλο κι απομακρυνόμαστε, όσο ο χρόνος περνάει.
Καθώς τα δευτερόλεπτα κολλάνε στα πόδια μας, καθώς σέρνουμε το κάθε λεπτό σαν σιδερένια μπάλα, φανταζόμαστε ότι έξω οι μέρες και οι νύχτες παρελαύνουν, ότι οι εποχές φεύγουν και ξανάρχονται κι ότι, εμάς, μας έχουνε ξεχάσει εδώ.
-----
Το πρωί δεν μοιάζει με την ιδέα που έχουμε για το πρωί. Αν δεν είμαστε εξασκημένοι, δεν το ξεχωρίζουμε καν. Η διαφορά με τη νύχτα είναι ανεπαίσθητη, πρέπει κανείς να είναι πολύ παρατηρητικός. Είναι μόλις έναν τόνο πιο φωτεινό. Ακόμα και οι γέρικοι κόκκορες δεν μπορούν πια να το ξεχωρίσουν.
Κάποιες μέρες, ο φωτισμός της πόλης δεν σβήνει. Ο ήλιος ωστόσο έχει αναγκαστικά ανατείλει, είναι εκεί, κάπου πάνω από τον ορίζοντα, πίσω από τις ομίχλες, τους καπνούς, τα βαριά σύννεφα και τις σκόνες που αιωρούνται.
Φαντάσου μια πολική νύχτα με βρομόκαιρο. Οι ωραίες μας μέρες μοιάζουν με τούτο δω.
- Joël Egloff, Η Σκοτοδίνη, μετάφραση Βλάση Καμάρα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον Της Εστίας, 2008 (πρώτη έκδοση 2005)
* Φωτογραφία από εδώ
Ετικέτες
Βιβλία,
Ημερολόγιο,
Joël Egloff
Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022
Υπογραμμίσεις XLI: Πάνος Καρνέζης
Το πρώτο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη μού το δώρισε η ξαδέρφη μου η Ντίνα, για τα γενέθλιά μου, το 2007. Πάντα μού έκανε κλικ το ονοματεπώνυμο του συγγραφέα -είναι κατάλληλο για καριέρα, ας πούμε- κι όλο έλεγα να το πιάσω, αλλά ποτέ δεν "τύχαινε". Φέτος, το αποφάσισα· το σκηνικό του βιβλίου είναι η μικρασιατική καταστροφή και η επέτειος των 100 χρόνων σίγουρα βοήθησε.
Ο Καρνέζης είναι ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα, εξ αρχής, από την άποψη ότι είναι ένας Έλληνας που γράφει στα αγγλικά, κι έπειτα μεταφράζει ο ίδιος τα βιβλία του για την ελληνική αγορά. Το γεγονός αυτό "χτυπάει" σε αρκετά σημεία του Λαβύρινθου -μιλάω για την αρχική έκδοση, από τα Ελληνικά Γράμματα, που έχω στα χέρια μου. Χωρίς, δηλαδή, να γνωρίζω την προαναφερθείσα ιδιαιτερότητα, βρήκα στο βιβλίο διάσπαρτα μικροπροβλήματα στην έκφραση και στη σύνταξη, τα οποία έμοιαζαν αδικαιολόγητα. Ενδεχομένως σε μετέπειτα εκδόσεις -πλέον το βιβλίο κυκλοφορεί από τον Πατάκη- αυτά να έχουν διορθωθεί.
Πέρα από αυτό, πάντως, ο Καρνέζης αναδεικνύεται, από το ντεμπούτο του κιόλας, σε ικανότατο μυθιστοριογράφο: όχι μόνο στήνει μια πολυπρόσωπη ιστορία με ενδιαφέρουσα πλοκή και ανατροπές, όχι μόνο καταφέρνει να προσδώσει βάθος στους χαρακτήρες του, αλλά μεταφέρει και πλήθος εικόνων με παραστατικότητα και τεχνική δεινότητα, ενώ καταφέρνει να εισάγει -από την πίσω πόρτα- πλήθος φιλοσοφικών προβληματισμών και παρατηρήσεων. Οι 450 σελίδες του έργου μπορεί να μην κύλησαν εξίσου ομαλά, όμως η τελική αίσθηση είναι σαφώς θετική.
Του έκανε εντύπωση το πώς στο μέσο αυτής της πιο δύσκολης στιγμής οι άνδρες του σκέφτονταν τη μαύρη αγορά.
"Όταν βουλιάζει το καράβι", βρήκε την εξήγηση, "τα ποντίκια βγαίνουν στο κατάστρωμα".
-----
"Αν τα σκυλιά μιλούσαν [...] θα μας μάθαιναν ταπεινοφροσύνη".
Ο σκύλος χτύπησε το χώμα με την ουρά του μερικές φορές. Ο ταγματάρχης Πορφύριος γύρισε το κεφάλι και κοίταξε το ζώο με δυσπιστία. Δεν μπορούσε να το φανταστεί σαν ένα ον ηθικά ανώτερο. Αλλά σεβόταν το ένστικτό του να αντιμετωπίζει το κακό απλώς σαν ένα φυσικό συμβάν - σαν κάτι που δεν μπορούσε να αποτρέψει, αλλά μπορούσε να ξεφύγει απ' αυτό. Ένας σκύλος είναι σαν ένας ξένοιαστος τρελός, σκέφτηκε. Έσπρωξε το πηλίκιό του πιο πάνω κι ετοιμάστηκε να παρακολουθήσει τη δύση σαν να ήταν μια θεατρική παράσταση.
-----
"Δεν πρέπει να αφήνουμε τα προσωπικά μας πάθη να επηρεάζουν τη μεγαλοψυχία μας."
-----
"Αυτός ο πόλεμος..."
"Όλοι κάποιο σταυρό κουβαλάμε", αποκρίθηκε ο ιερέας, όπως συνήθιζε να λέει σε ανάλογες περιπτώσεις.
"Ένα σταυρό", επανέλαβε ο μέραρχος και επιστράτευσε όσο χιούμορ είχε απομείνει στην καρδιά του. "Στην ηλικία μου δε θα 'πρεπε να σηκώνω βάρη, πάτερ".
"Η ανηφόρα του Γολγοθά είναι απότομη".
Ο μέραρχος χασκογέλασε.
"Δεν είναι η ανηφόρα που με ανησυχεί, πάτερ, αλλά η σταύρωση μετά".
Ο δούλος του Θεού μπορούσε να προσφέρει μόνο ένα χαμόγελο.
"Φυσικό είναι να φοβάστε. Αλλά η σωτηρία μπορεί να περιμένει στην επόμενη γωνία".
"Αυτός ο Κρανίου Τόπος δεν έχει γωνίες".
-----
"Και με τον πόλεμο, κύριε καθηγητά;"
"Τον πόλεμο; Εσύ πρέπει ν' ανακαλύψεις το εμβόλιο γι' αυτό".
Ο ανθυπίατρος γέλασε πικρόχολα.
"Δεν υπάρχει εμβόλιο κατά της ανοησίας, κύριε καθηγητά".
Ο γέρος σήκωσε τους ώμους και θύμισε στον νεαρό μία απ' τις πιο διάσημες επιτυχίες του.
"Α, ναι. Αυτό είχαν πει και για τη λύσσα".
-----
"Το αποκαλούν το θέατρο του πολέμου [...] αλλά μού φαίνεται πως μάλλον μοιάζει με τσίρκο".
-----
Ο ήλιος δεν είχε ακόμα φανεί. Μια γραμμή από γαλάζιο φως απλωνόταν αργά στον ορίζοντα, όπου ένας πορφυρός ουρανός άνοιγε σαν βαριά αυλαία. Τα όρνια δεν είχαν φτάσει ακόμα, ο αέρας είχε ησυχάσει, το χώμα ήταν ακόμα δροσερό - μια σύντομη στιγμή ηρεμίας που δινόταν σαν φάρμακο μόνο μια φορά την ημέρα.
-----
Ο μέραρχος παρακολούθησε από την καρότσα να μουλάρια να περνούν, χώνοντας τα κεφάλια τους στις ταΐστρες από λινάτσα που είχαν περασμένες στο λαιμό. Με τα χαλινάρια τους έδιναν την εντύπωση μιας παράταξης αθώων στην εξέδρα της αγχόνης, φορώντας κουκούλες και θηλιές. Η ζωή, όπως έδειχναν τα πράγματα, ήταν ένα τεράστιο προνόμιο που είχε παραχωρήσει κάποιος ηγεμόνας, ο οποίος ήθελε να το ανακαλέσει όταν αντιλήφθηκε την υπερβολή της δωρεάς του.
-----
"Η λωποδυσία είναι μια ενασχόληση για περιόδους ειρήνης".
-----
Ήταν σχεδόν μεσημέρι κι η ζέστη στεκόταν στον αέρα σαν βαριά κουρτίνα. Στα λίγα δέντρα, τα τζιτζίκια εξέπεμπαν ένα βόμβο σαν απελπισμένο ραδιοτηλεγραφικό μήνυμα. Ο ηλικιωμένος αξιωματικός έβαλε το χέρι αφήλιο κι αγνάντεψε το ήσυχο τοπίο. Πέρα από τις καμπούρες μιας λοφοσειράς διέκρινε κάτι ερείπια - ένας αρχαίος ναός; Πολύ πιθανόν. Η Μικρασία ήταν διάσπαρτη από αυτούς. Ήταν οι σκόρπιες σελίδες ενός βιβλίου που κανένας δεν ήθελε να διαβάσει.
-----
Οι δύο άνδρες στέκονταν στον ήλιο σαν αριθμοί σε μια εξίσωση που δεν είχε λύση. Ήταν μεγαλοφυής ιδέα να θεμελιωθεί μια θρησκεία στην πλήρη αποδοχή της εγκόσμιας δυστυχίας: καμιά υπόσχεση δε χρειάζεται έτσι να εκπληρωθεί σε τούτη τη ζωή.
-----
"Θα 'ρθει μια μέρα που ο κόσμος θα αρρωσταίνει μόνο όταν εμείς οι γιατροί τού λέμε. Μέχρι τότε, είμαστε ανοιχτά όλο το εικοσιτετράωρο".
-----
Έσπασε ένα κομμάτι γαλέτα, το βούτηξε στη φασολάδα και μάσησε αργά. Όλα στον τρόπο που έτρωγε έδειχναν άνθρωπο που είχε ήσυχη τη συνείδηση. Δεν ήταν φαρισαίος - γνώριζε ακριβώς τους περιορισμούς του χαρακτήρα του και τις ικανότητές του. Αλλά ήξερε επίσης πως έκανε ό,τι μπορούσε κάτω απ' τις παρούσες συνθήκες. Ήταν αυτό το σπάνιο είδος ανθρώπου που δεν είναι υπεύθυνος για την ασχήμια του κόσμου κι έτσι μπορεί να κοιμάται ήσυχος ακόμα και μες στο πιο καυτό καζάνι της Κόλασης - ότι θα κατέληγε ποτέ εκεί αυτός. Μόνο που ίσως η θεϊκή καρδιά του, άσπιλη κι άψογη σε πρώτη ματιά σαν κρύσταλλο Βοημίας, μπορούσε να κρύβει το ελάττωμα της αναλγησίας που μερικές φορές σχετίζεται με την τελειότητα, σκέφτηκε ο συνταγματάρχης Νέστωρ. Αλλά ποιος μπορούσε να πει πως ο ηλικιωμένος αξιωματικός αυτή τη στιγμή δε φθονούσε απλώς τον κατώτερό του εξαιτίας των δικών του αδυναμιών;
-----
"Για κοίτα", αναρωτήθηκε. "Προς στιγμήν νόμισα πως φορούσα τη στολή κάποιου άλλου".
Ο ανθυπίατρος σήκωσε τα μάτια απ' την καραβάνα.
"Θα μπορούσε να 'ταν χειρότερα. Να νομίζετε πως είστε κάποιος άλλος που φορά τη στολή σας".
-----
[...] πίστευε ανέκαθεν πως το ανθρώπινο ον και το περιβάλλον του χωρίζονται μονάχα από μια λεπτή, διαπερατή μεμβράνη, μέσα απ' την οποία οι συμφορές περνούν απ' τη μια στην άλλη κατεύθυνση. Πώς μπορούσε να διατηρήσεις κάποιος υγιές το πνεύμα όταν τα πάντα γύρω του γίνονταν κομμάτια; Ήταν η επιστημονική αρχή της όσμωσης.
-----
"Δεν υπάρχει έλλειψη από προσφορές όταν κάποιος θέλει να πεθάνει. Είναι η επιθυμία να συνεχίσει να ζει κανείς που βάζει τον κόσμο σε μεγάλους μπελάδες".
-----
Η ζωή ήταν σαν βράχος στις πλάτες κάποιου που επιχειρεί να περάσει κολυμπώντας ένα χείμαρρο - τι θα γινόταν αν αφηνόταν απλώς στο ρεύμα; Κοίταξε στον ορίζοντα: δεν υπήρχε τίποτα. Η λήθη - ήταν, έπρεπε να παραδεχτεί, μια τρομαχτική σκέψη. Το άλογο τέντωσε το λαιμό του και μάσησε μερικά φύλλα, αλλά ο δεκανέας τράβηξε απότομα τα ηνία με κακεντρέχεια. Ο ταγματάρχης σκυθρώπιασε.
"Μην το κάνεις αυτό. Τα άλογα είναι ένα ευγενές είδος. Δυστυχώς, όμως, όποιος εφηύρε τη μοτοσικλέτα τής έδωσε μουλαρίσιο κεφάλι".
-----
Ήρθε με το κουτί πρώτων βοηθειών, που δεν περιείχε τίποτα περισσότερο από ένα μπουκάλι αιθέρα κι ένα μπουκάλι καθαρό οινόπνευμα, ένα κομμάτι βρόμικο βαμβάκι και κάμποσους παλιούς, λεκιασμένους επιδέσμους που είχαν πλυθεί άπειρες φορές. Το κουτί ήταν σαν τα φορητά ιερά σκεύη ενός ιεραποστόλου: αντικείμενα που είχαν περισσότερο συμβολική παρά θεραπευτική αξία. Δεν ήταν μόνο η πίστη στη θρησκεία, αλλά κι εκείνη στην επιστήμη που μπορούσε να θεραπεύσει, είχε ανακαλύψει ο ανθυπίατρος στη διάρκεια της παρατεταμένης μαθητείας του στο μέτωπο.
Μετά το θάνατό του, το σπίτι θα περνούσε στην αδελφή του. Χαιρόταν που θα υπήρχε κάποιος απ' την οικογένεια που θα ζούσε όταν αυτός θα είχε πια φύγει, αλλά δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί: η αδελφή του τον θεωρούσε ήδη νεκρό; Μια αίσθηση ναυτίας τον κυρίευσε όταν σκέφτηκε την πιθανότητα να διαγραφεί απ' τη μνήμη ενός αγαπημένου προσώπου. Για να εξαγνίσει τη δυσάρεστη σκέψη, παραδέχτηκε πως είναι ματαιοδοξία να θεωρεί κανείς τον εαυτό του κρίσιμο γρανάζι σε μια κολοσσιαία και πολύπλοκη μηχανή που θα έπαυε να λειτουργεί αν αυτό αφαιρούνταν.
Σκέφτηκε κι άλλο την πατρίδα. Σύγκρινε την αντοχή της παλιάς του εκκλησίας με την προχειρότητα του αυτοσχέδιου παρεκκλησιού που είχε φτιάξει εδώ στην Ανατολία και για πρώτη φορά από την απόβαση κατάλαβε πόσο ανέφικτο ήταν το εγχείρημα που είχε αναλάβει το εκστρατευτικό σώμα: ήταν εισβολείς. Ακόμα κι αυτός ήξερε πως η μία μετά την άλλη οι αυτοκρατορίες διαλύονταν, αργά αλλά αδυσώπητα: οι Γάλλοι, οι Αψβούργοι, οι Οθωμανοί... Κι όμως ήταν τώρα που η πατρίδα είχε πάει στον πόλεμο, κοιτώντας με λαχτάρα πίσω στο δικό της, πολύ παλιό αλλά αξέχαστο, αυτοκρατορικό παρελθόν.
-----
Ο καταυλισμός δεν έμοιαζε πιο αληθινός από δυσδιάστατα σκηνικά σε σκηνή θεάτρου. Ο ταγματάρχης σκέφτηκε πως ήταν μια ταιριαστή παρομοίωση: κι εκείνος ήταν ηθοποιός σε μια παράσταση που είχε κατέβει άρον άρον, παρά τη δική του γενναία ηθοποιία. Κι αυτή η στολή... Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες - αγαπούσε το στρατό, αλλά η εκστρατεία τον είχε κάνει να νιώθει πως φορούσε ένα φτηνιάρικο θεατρικό κοστούμι.
-----
Ήταν νέος για ταγματάρχης κι ακόμα περισσότερο για επιτελάρχης, αλλά η μαχαιριά από μια ξιφολόγχη που είχε δεχτεί στο πρόσωπο, στην αρχή της εκστρατείας, του έδινε ένα αυστηρό ύφος. Η καρδιά του έκρυβε μια ακόμα πιο βαθιά πληγή: από την αρχή πίστευε πως αυτός ο πόλεμος ήταν άσκοπος. Αλλά ήταν στρατιώτης κι είχε συμμορφωθεί με τις διαταγές - σαν παιδί που ο αυστηρός πατέρας το διατάζει να φάει όλο το φαγητό του. Άδειασε το ποτήρι του κι αμέσως το ξαναγέμισε. Η κίτρινη σκόνη που τον σκέπαζε απ' την κορυφή ως τα νύχια τον έκανε να μοιάζει σαν σέπια φιγούρα σε παλιά φωτογραφία.
-----
Όταν ο ηρωισμός, η θρησκευτική πίστη κι ο πατριωτισμός αποτύγχαναν, ήταν η πειθαρχία που πρόσφερε μια κάποια παρηγοριά: η απόδειξη πως υπήρχε ακόμα τάξη στο σύμπαν. Πόσο μάλλον όταν αυτή η τάξη μπορούσε να επιτευχθεί με τόσο μικρό κόστος: γυάλισε ένα ζευγάρι λασπωμένες αρβύλες, αντικατάστησε μερικά κουμπιά που έχουν φύγει, ράψε μια σκισμένη επωμίδα.
-----
Η εξαφάνιση του ευνουχισμένου αλόγου είχε βαθιά επίδραση πάνω του. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι τώρα ήταν πεζός - αν κι αυτό σίγουρα συνεισέφερε στη δυστυχία του. Η αλήθεια ήταν πως ένιωθε και μοναξιά. Μόνο τώρα κατάλαβε πως το ζώο τού πρόσφερε μια ανεκτίμητη, κάτω απ' τις παρούσες συνθήκες, αίσθηση συντροφικότητας - κάποιος μπορούσε να προσφέρει σε εκείνο λίγη απ' τη στοργή που απαγορεύει το πρωτόκολλο του ανδρισμού. Ακόμα κι ο ιερέας είχε σκύλο, σκέφτηκε ο δεκανέας, και τι να πει για το μάγειρα που σκόρπιζε τα αποφάγια μετά το συσσίτιο και καθόταν να χαζέψει με τις ώρες τα ποντίκια που έρχονταν να φάνε; Ένιωσε ντροπή που είχε μεταχειριστεί το άλογο με περιφρόνηση και σκληρότητα - ήταν ένα δώρο που το είχαν πάρει πίσω από ένα αχάριστο παιδί.
-----
Η μυρωδιά του λίπους και του κρεμμυδιού έκανε το στόμα του υγρό. Ένιωθε ευτυχισμένος. Ήταν ένας άνθρωπος με απλά γούστα και βρισκόταν στην ευτυχή θέση να μπορεί να τα ικανοποιήσει ακόμα κι εκεί στον ερημότοπο. Είχε τη συνετή άποψη πως εκείνοι που επιμένουν να βγάζουν το λίπος και τη βρόμα στον αφρό της ζωής αναπόφευκτα θα πεινάσουν - αυτός, απ' την άλλη, έπαιρνε ό,τι εκείνη είχε να του προσφέρει με ευγνωμοσύνη.
-----
Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο; ρώτησε ο ταγματάρχης Πορφύριος το είδωλό του στον καθρέφτη - ένα κοφτερό κομμάτι γυαλί βαμμένο απ' τη μια πλευρά με ασημί μπογιά που είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει. Μπροστά του έβλεπε μια έκφραση αδιάλλακτης δυσαρέσκειας: τα ζαρωμένα φρύδια, η βαθιά ρυτίδα στη ράχη της μύτης, το επίμονο χείλος που στράβωνε στο άκρο του. Όπως όλοι οι άνδρες που εξουσιάζουν, είχε κι αυτός σμιλέψει το πρόσωπό του ολομόναχος, υπομονετικά και σχολαστικά, τα πρώτα χρόνια του ως αξιωματικός. Αλλά αυτή εδώ η στρυφνή έκφραση δεν του άρεσε κι άρχισε να τρίβει το πρόσωπό του με τα γεμάτα κάλους χέρια του, σαν κάποιος που προσπαθεί να σβήσει ένα σκίτσο που δεν πέτυχε.
-----
Πότε θα ξαναδώ την πατρίδα; αναρωτήθηκε άξαφνα. Είχε κάνει το καθήκον του, ακόμα κι αν διαφωνούσε με την εκστρατεία - ήταν το χρέος του στους άνδρες του που τον έκανε να παραμένει στο πόστο του. Αλλά τώρα ο πόλεμος είχε χαθεί και ενώ οι στρατηγοί ήταν στα σπίτια τους, αυτός βρισκόταν ακόμα σ' αυτή την αφιλόξενη χώρα. Αυτή η μοίρα δεν του άξιζε. Ο ταγματάρχης Πορφύριος ένιωσε σαν κάποιον που πάει νωρίς στο σταθμό, αλλά το τρένο του έχει ήδη φύγει.
-----
"Ακόμα κι οι αξιωματικοί είναι καμιά φορά άνθρωποι, υπολοχαγέ".
Αλλά η πανοπλία του αεροπόρου ήταν άτρωτη στα ξύλινα βέλη τέτοιου σαρκασμού.
"Η εμπειρία μου μ' έχει πείσει για το αντίθετο", απάντησε.
Η θρασύτητά του κατάφερε μόνο να εντείνει το θυμό του ταγματάρχη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η περιφρόνησή του για την αριστοκρατία ήταν κάτι όχι παραπάνω από μια αφηρημένη έννοια: η μπουρζουαζία, το κράτος, οι ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Τώρα, επιτέλους, αποκτούσε πρόσωπο. Να ένας άνθρωπος να εκφράσει ο ταγματάρχης όλη του την αγανάκτηση. Στους μεγάλους επαναστατικούς ηγέτες έδειχνε εδώ κι αρκετό καιρό τη λατρεία του - αλλά ένα δόγμα χρειάζεται και θεούς και δαίμονες. Είχε νυχτώσει τώρα ολόγυρα στον καταυλισμό. Οι αστερισμοί ήταν μερικές φωτεινές κουκίδες στις ίριδες των δύο ανδρών: δεν ήταν αρκετές να φανερώσουν τα συναισθήματα που κρύβονταν πίσω από τα μάτια τους, αλλά έφταναν να γίνουν ένας ξεκάθαρος στόχος για να εξασκηθεί ο καθένας στη σκοποβολή. Ο ταγματάρχης Πορφύριος σημάδεψε κι έριξε άλλη μια προσβολή.
"Οι πόλεμοι", δήλωσε, "έχουν καταντήσει κυνηγετικές εξορμήσεις για την αναψυχή της άρχουσας τάξης".
-----
Ακίνητος και πεσμένος μπρούμυτα όπως ήταν και κάτω από τα στρώματα του ατμού, έδινε την εντύπωση ενός πτώματος τυλιγμένου σε σάβανο. Έπειτα από μια στιγμή αδράνειας ανακάθισε κι άρχισε να ψαχουλεύει τα σημάδια της ωριμότητας πάνω στο σώμα του. Υπήρχαν κάποια δώρα που τα χρόνια τού είχαν προσφέρει απλόχερα: τρίχες στα ρουθούνια, πλαδαρό δέρμα κάτω από κάθε μπράτσο, ένα τεράστιο ακορντεόν σε αντάλλαγμα της κάποτε επίπεδης κοιλιάς του. Το μόνο πράγμα με το οποίο η ζωή δεν είναι σφιχτοχέρα, συλλογίστηκε, είναι το ξίγκι.
-----
"Δεν έχω περάσει ακόμη από χωριό που να μην έχει γίνει κάποτε ένα θαύμα", είπε.
Ο ξενοδόχος ξεκούμπωσε τις μανσέτες και σήκωσε τα μανίκια του.
"Στην περίπτωσή μας υπάρχει αδιάσειστη απόδειξη. Το αποτύπωμα των σανδαλιών του αγίου φαίνεται ακόμα σ' ένα βράχο δίπλα στο δρόμο - πρέπει να γράψεις γι' αυτό".
Ο πολεμικός ανταποκριτής έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Το όνειρο να γίνει διάσημος είχε τελικά παραχωρήσει τη θέση του στο γνωστό εφιάλτη τού να μείνει για πάντα ένας ασήμαντος ρεπόρτερ που θα πληρώνεται με το κομμάτι.
"Αναρωτιέμαι πώς στην ευχή, αν και κάθε μέρα κάπου γίνεται κι ένα θαύμα, το έθνος πάει απ' το κακό στο χειρότερο", είπε.
"Ο Θεός μάς δοκιμάζει, γιατί μας αγαπά περισσότερο απ' τους άλλους".
-----
Η γυναίκα ζάρωσε το μέτωπο σε μια έκφραση συμπόνοιας. Σκεφτόταν συχνά πως ο κόσμος ήταν ένα ρολόι όπου άνθρωποι σαν αυτήν και τον Γιουσούφ ήταν μικρά γρανάζια κάτω απ' τους δείκτες. Έδειξε στην κατεύθυνση του μπροστινού κήπου.
"Τα τριαντάφυλλα μυρίζουν τώρα υπέροχα. Μπορείς να αναστήσεις και νεκρούς, Γιουσούφ".
Ο κηπουρός ανασήκωσε τους ώμους.
"Το μυστικό είναι η κοπριά των βουβαλιών - όσο περισσότερο το σκατό τόσο περισσότερο και το άρωμα".
-----
Έπρεπε να περάσουν περισσότερα από τρία χρόνια στη Μικρασία για να πέσουν οι εθνικιστές και θρησκευτικές του παρωπίδες και να προσέξει τη φτώχεια και την απελπισία εκείνου του άλλου μέρους του πληθυσμού - θα ένιωθε λιγότερη έκπληξη αν είχε ανακαλύψει μια καινούργια ήπειρο. Κατάλαβε πως οι αιτίες που οδήγησαν στις ανείπωτες πράξεις βίας του εχθρού ήταν ο φόβος κι η αγανάκτηση που αναδίδονταν απ' το τέλμα αυτής εδώ της ασύμμετρης κοινωνίας. Λες και δεν έχουμε διαπράξει κι εμείς αρκετά εγκλήματα, σκέφτηκε, ξαναφέρνοντας στο νου με σύγκρυο τις εκτελέσεις των αμάχων. Πράγματι, συμπέρανε, ο εχθρός ήταν τελικά τόσο ανθρώπινος -ή απάνθρωπος- όσο κι αυτοί οι ίδιοι.
"Όχι μόνο το δεξί", είπε κουνώντας το κεφάλι, "αλλά και τα δυο μου τα μάτια πρέπει να 'ναι γυάλινα, για να μην το 'βλεπα ως τώρα".
Συνέχισε να παρακολουθεί το πλήθος των μουσουλμάνων να ασχολείται με το στοιχειωμένο επάγγελμά του. Του θύμιζαν σχόλιο γραμμένο με ανεξίτηλο μελάνι στο περιθώριο μιας σελίδας: μια απείθαρχη σημείωση δίπλα στην τελετουργική παράταξη του τυπωμένου κειμένου, μερικές φορές χρήσιμη μα πιο συχνά ενοχλητική κι αδύνατον να σβηστεί. Χρειάστηκε μόνο άλλη μια στιγμή για να πειστεί απόλυτα: αυτό ήταν το απολωλός ποίμνιό του. Μπορούσε, επιτέλους, να γίνει ο ιεραπόστολος του μάταιου ονείρου της νιότης του. Πρόβαρε τις λέξεις χαμηλόφωνα: "Απόστολος πάσης Ανατολίας". Ακούστηκε μεγαλοπρεπές.
-----
"Η δημοκρατία δεν θα κρατήσει για πολύ", είπε. "Ποιος θέλει να χάνει τον καιρό του γεμίζοντας μια κάλπη χαρτιά, όταν μια σφαίρα μπορεί να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα;"
-----
"Η Κόλαση είναι για πλούσιους και φονιάδες".
-----
Ήταν σαν δυο άνθρωποι που κοιτάζουν το ίδιο κέντημα από αντίθετες όμως πλευρές: εκείνη την εντυπωσίαζε ο ρομαντισμός της ανθρώπινης παρόρμησης, ενώ το μόνο που μπορούσε να δει εκείνος ήταν χαλαρές κλωστές κι άσχημοι κόμποι.
-----
"Η αγάπη είναι τραγούδι που βγαίνει από μέσα σου".
-----
"Η αρετή", είπε ο παπα-Συμεών. "Τι ποντίκι κι αυτό. Προσπάθησε να το πιάσεις και θα σου ξεφύγει. Άσ' το να φύγει και κάθε νύχτα θα 'ρχεται να σου ροκανίζει τ' αυτιά".
-----
"Οι μύθοι είναι σαν άγρια θηρία", είπε ο συνταγματάρχης Νέστωρ. "Το φυσικό τους περιβάλλον είναι οι εξωτικές ερημιές, αλλά όλοι εμείς οι μορφωμένοι τούς αντικρίζουμε μονάχα μες στο κλουβί".
-----
"Να μη σ' αγαπάει κανένας, να τι είναι κόλαση, αγαπητοί μου συμπολίτες!"
-----
Ο υπολοχαγός Κίμων έφτυσε τα απομεινάρια της πικρής ουσίας που είχε στο στόμα. Πίστευε πως σε κανέναν δεν άξιζε να πεθάνει για τα πιστεύω του - όσο αφελή κι αν ήταν αυτά. Γιατί περισσότερο αφελή τα νόμιζε παρά επικίνδυνα. Πράγματι, η λέξη "μπολσεβίκος" δεν προκαλούσε σε αυτόν το φόβο που προκαλούσε σε άλλους. Πίστευε με σιγουριά πως ήταν ευκολότερο να γυρίσει κανείς ανάποδα τις πυραμίδες της Αιγύπτου παρά να καταργήσει τις κοινωνικές τάξεις - κι ήταν αρκετά πλούσιος για να μπορεί να αγοράσει ένα εισιτήριο πρώτης θέσης έξω απ' τη χώρα, αν τα πράγματα έφταναν ποτέ εκεί. Βέβαια, υπήρχε η πρόσφατη κατάσταση στη Ρωσία, αλλά αυτό σίγουρα δε θα κρατούσε πολύ.
-----
"Είναι συχνά πιο υγιές για την ψυχή να πιστεύει ένα ψέμα απ' το να ψάχνει την αλήθεια".
Πάνος Καρνέζης, Ο Λαβύρινθος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2004
* Φωτογραφία από εδώ
Ετικέτες
Βιβλία,
Ημερολόγιο,
Πάνος Καρνέζης
Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2022
Κάτι Καλό Να Ακούσω; II: Bob Dylan, Demetria, Θέμος Σκανδάμης
Δεύτερη τριάδα συμμετοχών μου στη μηνιαία συλλογική στήλη του MiC Music Portal, με δισκο-/τραγουδο-προτάσεις. Τα δύο ελληνικά άλμπουμ θα φιγουράρουν στη λίστα μου με τα καλύτερα ελληνικά του 2022· της Demetria μάλιστα σε ιδιαίτερα υψηλή θέση κατάταξης.
Ετικέτες
Δίσκοι,
Θέμος Σκανδάμης,
Bob Dylan,
Demetria
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





























