Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Υπογραμμίσεις XVII: Jozeph Roth

Άλλο βιβλίο του Roth είχα στα υπόψη καιρό -ο Σταν και η Μαρία μου έκαναν δώρο χρόνια πριν Το Εμβατήριο Του Ραντέτσκυ, το θεωρούμενο ως αριστούργημά του. Όμως η ανάγνωσή του πάντα έπαιρνε αναβολή, και στο μεταξύ η Σάντη διάβασε την Κρύπτη Των Καπουτσίνων και μου το παίνευε πολύ. Οπότε το έπιασα.

Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έργα του Αυστριακού (με εβραϊκή καταγωγή) συγγραφέα, στο οποίο περιγράφει τη ζωή ενός πλούσιου νέου, από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την προσάρτηση της Αυστρίας στη Χιτλερική Γερμανία. Είναι ένα μάλλον άνισο μυθιστόρημα, στο οποίο στιγμές άκρατου λυρισμού διαδέχονται άλλες, μάλλον πεζές και κάπως εύκολες να ξεχαστούν. Όμως ο Roth έχει τον τρόπο να ζωντανέψει, όχι μόνο μια εποχή, αλλά και την ψυχοσύνθεση ενός λαού κι ενός κόσμου, που πιάστηκαν ανέμελοι κι απροετοίμαστοι τη στιγμή που ζύγωνε η καταστροφή. Είναι, επίσης, απόλυτα επίκαιρο το εν λόγω βιβλίο, καθώς η σημερινή Ευρώπη, και ο πλανήτης γενικότερα, μοιάζουν σε πολλά με την Αυτοκρατορία που διοικούσε κάποτε ο Φραγκίσκος Ιωσήφ Α'. Κι εκτός των άλλων, έχει μια σπουδαία τελική σκηνή, από τις πιο συγκινητικές που έχω συναντήσει.

Αυτή είναι, όπως ξέρουμε, η επιταγή των καιρών. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους. Ενώνονται σε ομάδες χωρίς νόημα· κι ούτε τα χωριά μπορούν να μείνουν μόνα τους. Γεννιούνται έτσι παράλογες ενότητες. Τους αγρότες ελκύει η πόλη και τα χωριά φιλοδοξούν να γίνουν κι αυτά πόλεις.
-----
Δεν είμαι παιδί τούτης της εποχής, μου 'ναι μάλιστα δύσκολο να μη με χαρακτηρίσω εχθρό της. Όχι πως δεν την καταλαβαίνω, όπως υποστηρίζω πολύ συχνά. Αυτό είναι μόνο μια συνετή δικαιολογία. Απλά και μόνο, επειδή θέλω να 'χω την ησυχία μου, αποφεύγω να 'μαι προκλητικός ή κακόβουλος, κι έτσι λέω πως δεν καταλαβαίνω εκείνο που θα 'πρεπε να πω πως το μισώ ή το περιφρονώ. Ακούω θαυμάσια μα προσποιούμαι τον βαρήκοο. Θεωρώ ευγενικότερο να υποδυθώ κάποια αναπηρία, παρά να ομολογήσω πως άκουσα χυδαίους ήχους.
-----
Μοιραζόμουνα μαζί τους τη δύσπιστη απερισκεψία, τη μελαγχολική προπέτεια, την αμαρτωλή αμέλεια, την αλαζονική ασωτία, όλα συμπτώματα της επερχόμενης καταστροφής, που τότε ακόμα δεν βλέπαμε. Πάνω απ' τα ποτήρια που αγέρωχα πίναμε, σταύρωνε κιόλας ο αόρατος θάνατος τα σκελετωμένα του χέρια.
-----
Από εκεί μας αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι. Κι εμάς όλων πόνεσε η καρδιά, όταν το τρένο κύλησε έξω απ' το σταθμό, γιατί αγαπούσαμε τη μελαγχολία το ίδιο ανόητα όπως και την ευθυμία.
-----
Η φωνή της μου θύμιζε σιγανό, συγκρατημένο, καθαρό κι ωστόσο αποπνικτικό γουργούρισμα, τον ψίθυρο υπόγειων πηγών, τον απόμακρο μονότονο ήχο απόμακρων τρένων που συνοδεύει καμιά φορά τις άυπνες νύχτες μας, κι ακόμα κι η πιο κοινότυπη λέξη της αποκτούσε για μένα, χάρη σ' αυτή τη βαθιά φωνή, με την οποία την πρόφερε, την πληρότητα, την εκφραστική δύναμη μιας μακρινής, σίγουρα όχι και τόσο κατανοητής, ωστόσο σαφώς οικείας, ξεχασμένης, πρωτόγονης γλώσσας, που ίσως κάποτε αφουγκραστήκαμε στ' όνειρό μας.
-----
Η σχέση που διατηρούσα με τη μητέρα μου, καθόλου ειλικρινής κι αυθόρμητη, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η βασανιστική προσπάθεια να μιμηθώ τη σχέση των νεαρών αντρών με τις μητέρες τους. Γιατί στα μάτια τους δεν ήταν πραγματικές μητέρες, αλλά ένα είδος εκκολαπτηρίων, που σ' αυτά χρωστούσαν την ωρίμανση και τη ζωή τους, ή στην καλύτερη περίπτωση, κάτι σαν την πατρική γη, όπου ήρθε κανείς τυχαία στον κόσμο και που δεν της αφιερώνει παρά μόνο κάποια μνεία και κάποια συγκίνηση.
-----
Ίσως, δεν είναι καθόλου απίθανο, να είχε συμφιλιωθεί με τον αιώνιο χριστό νόμο της φύσης που υποχρεώνει τους γιους να ξεχνούν γρήγορα την προέλευσή τους, να βλέπουν τις μητέρες τους σαν ώριμες κυρίες, να μη θυμούνται το στήθος απ' όπου έλαβαν την πρώτη τους τροφή· σταθερός νόμος, που αναγκάζει ακόμα και τις μητέρες να βλέπουν τους καρπούς του σώματός τους να γίνονται μεγάλοι κι ακόμα πιο μεγάλοι, ξένοι κι ακόμα πιο ξένοι· με πόνο πρώτα, μετά με πίκρα και τέλος με μια αίσθηση εγκατάλειψης.
-----
Ήξερα μερικούς Εβραίους, Βιεννέζους φυσικά, τους οποίους κάθε άλλο παρά μισούσα· κυρίως γιατί εκείνη την εποχή ο θετικός αντισημιτισμός της αριστοκρατίας και των κύκλων που συναναστρεφόμουνα είχε γίνει μόδα των θυρωρών, των μικροαστών, των καπνοδοχοκαθαριστών, των ταπετσέρηδων. Αυτή η αλλαγή ήταν βέβαια ανάλογη εκείνης στη μόδα που έκανε την κόρη ενός κλητήρα του δημαρχείου να στερεώνει την ίδια πλερέζα στο κυριακάτικο καπέλο της, που τρία χρόνια πριν φορούσε την Τετάρτη μια Τραουτμανστόρφ ή μια Στσεχένυϊ. Κι όσο μπορεί σήμερα μια Στεχένυϊ να βάλει την ίδια πλερέζα που στολίζει το καπέλο της κόρης ενός κλητήρα του δήμου, το ίδιο μπορούσε τότε και η καλή κοινωνία, στην οποία ανήκα, να υποτιμά έναν Εβραίο...
-----
"Ξέρετε, δεν είμαι πατριώτης, αλλά αγαπώ τους συμπατριώτες μου. Μια ολόκληρη χώρα, μια πατρίδα, είναι κάτι αφηρημένο. Ένας συμπατριώτης όμως είναι κάτι συγκεκριμένο. Δεν μπορώ ν' αγαπώ όλα τα χωράφια, όλα τα δάση με τα έλατα, όλους τους βάλτους, όλους τους Πολωνούς και τις Πολωνίδες. Ένα ορισμένο όμως χωράφι, ένα δασάκι, ένα βάλτο, έναν άνθρωπο: à la bonheure! Το βλέπω, τ' αγγίζω, μιλάει τη γλώσσα που μου είναι οικεία, κι αυτό γιατί είναι κάτι μεμονωμένο, η προσωποποίηση του οικείου. Κι ύστερα υπάρχουν κι άνθρωποι που τους ονομάζω συμπατριώτες ακόμη κι αν έχουν γεννηθεί στην Κίνα, στην Περσία ή στην Αφρική".
-----
"[...] το χαρακτηριστικό του αριστοκράτη είναι πάνω απ' όλα η αταραξία".
-----
Θα ντρεπόμουν, αν αναγκαζόμουνα να πω στους φίλους μου ότι είχα πάει στην εκκλησία. Όχι πως θεωρούσαν τη θρησκεία πραγματικό εχθρό τους· απλά αρνιόνταν από υπεροψία ν΄αναγνωρίσουν την παράδοση που πάνω της στηρίχτηκε η αγωγή τους. Φυσικά δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν την ουσία αυτής της παράδοσης· όμως τόσο αυτοί όσο κι εγώ, είχαμε εξεγερθεί ενάντια στις μορφές της παράδοσης, γιατί δεν ξέραμε πως η αληθινή μορφή είναι ταυτόσημη με την ουσία και πως ήταν παιδιάστικο να χωρίζουμε το ένα από το άλλο.
-----
Δεν τον αισθανόμασταν το θάνατο. Δεν τον αισθανόμασταν, γιατί δεν αισθανόμασταν το Θεό.
-----
"Η ρωμαϊκή εκκλησία", συνήθιζε να λέει "είναι σ' αυτόν τον βαλτωμένο κόσμο η μόνη που δημιουργεί μορφές, η μόνη που τις διατηρεί. Αν θέλετε, η μόνη που παρέχει μορφές. Με το να φυλακίζει τα ήθη και τα έθιμα που προέρχονται απ' τη λεγόμενη "παράδοση" στο δόγμα της σαν μέσα σ' ένα παγερό παλάτι, κερδίζει και παραχωρεί στα παιδιά της γύρω, έξω απ' το παλάτι, το καμωμένο από πάγο, με την τεράστια, ευρύχωρη αυλή, την ελευθερία ν' αμελούν, ακόμη να συγχωρούν ή και να πράττουν οι ίδιοι το απαγορευμένο. Με το να προβλέπει αμαρτίες, ταυτόχρονα τις συγχωρεί. Μπορεί να πει κανείς πως δεν επιτρέπει καν την ύπαρξη του αλάθητου ανθρώπου: αυτό είναι και το κατεξοχήν ανθρώπινο στοιχείο της. Τα πιο άψογα παιδιά της τα εξυψώνει σε αγίους. Κι είναι αυτονόητο ότι έτσι επιτρέπει σιωπηρά στους ανθρώπους το λάθος. Μάλιστα επιτρέπει την αμαρτία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη θεωρεί ανθρώπους όσους δεν είναι αμαρτωλοί: γιατί αυτοί έχουν ήδη γίνει δεκτοί στη βασιλεία των ουρανών ή άγιοι. Μ' αυτό η ρωμαϊκή εκκλησία επιβεβαιώνει την πιο ευγενική της τάση: να συγχωρεί, να αφίη. Δεν υπάρχει πιο ευγενική τάση από τη συγχώρεση. Σκεφτείτε πως δεν υπάρχει καμιά χυδαιότερη από την εκδίκηση".
-----
Πολύ αργότερα, πολύ μετά τον μεγάλο πόλεμο που τον ονόμασαν "παγκόσμιο πόλεμο", σωστά κατά τη γνώμη μου, όχι επειδή πήρε μέρος όλος ο κόσμος, αλλά επειδή όλοι εμείς χάσαμε εξαιτίας του έναν ολόκληρο κόσμο, τον δικό μας κόσμο, πολύ αργότερα, λοιπόν, θα κατανοούσα πως και τα τοπία, τα χωράφια, τα έθνη, οι ράτσες, οι καλύβες και τα café κάθε είδους και προέλευσης υπακούουν σ' έναν χωρίς αμφιβολία φυσικό νόμο ενός ισχυρού πνεύματος, που είναι σε θέση να φέρνει κοντά το μακρινό, να κάνει συγγενικό το ξένο, και να ενώνει εκείνα που φαινομενικά αλληλοαπωθούνται. Μιλάω για το παρεξηγημένο και καταχρασμένο πνεύμα της παλιάς μοναρχίας [...]".
-----
[...] μιλούσαν και οι δυο τα ίδια ένρινα "κρατικά" γερμανικά των ανώτερων τάξεων, μια γλώσσα ταυτόχρονα σκληρή και γλυκιά, λες κι ήταν Σλάβοι κι Ιταλοί οι δημιουργοί και πατέρες αυτής της γλώσσας, μιας γλώσσας που κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η διακριτική ειρωνεία και η χαριτωμένη συμπάθεια προς το ανώδυνο, τη φλυαρία, μέχρι και τη γοητευτική ανοησία.
-----
Πού και πού μέναμε μαζί μέχρι αργά. Από έναν ανεξήγητο φόβο για τη νύχτα περιμέναμε το πρωί.

Από έναν ανεξήγητο φόβο, λέω τώρα, τότε μας φαινόταν δικαιολογημένος· γιατί βρίσκαμε την εξήγηση στο γεγονός πως ήμασταν πολύ νέοι ώστε να παραμελούμε τις νύχτες. Ενώ, όπως κατάλαβα αργότερα, υπήρχε αντίθετα ο φόβος της μέρας ή για την ακρίβεια του πρωινού, της πιο φωτεινής ώρας της ημέρας. Τότε βλέπει κανείς καθαρά και φαίνεται καθαρά. Κι εμείς, εμείς ούτε να βλέπουμε θέλαμε καθαρά ούτε να μας βλέπουν καθαρά.

Νόμιζα τότε ότι ο επερχόμενος πόλεμος ήταν ό,τι έπρεπε. Μόλις έγινε πραγματικότητα και μάλιστα αναπόφευκτη, κατάλαβα ξαφνικά [...] πως στο τέλος τέλος ένας παράλογος θάνατος είναι καλύτερος από μια παράλογη ζωή. Φοβόμουνα το θάνατο. Αυτό είναι σίγουρο. Δεν ήθελα να πέσω. Το μόνο που ήθελα ήταν να αποκτήσω μόνος μου τη βεβαιότητα πως μπορώ να πεθάνω.
-----
[...] σαν αριστοκράτης, που μόλις τον έχρισε ευγενή ο θάνατος, όπως κάνει μ' όλους όσους είναι έτοιμοι και άξιοι να τον υποδεχτούν [...].
-----
Κοντά στο θάνατο, τα αισθήματά μου έγιναν πιο τίμια, πιο σαφή, όπως μερικές φορές αποσαφηνίζονται όταν είναι κανείς βαριά άρρωστος οι ιδέες και η αλήθεια σε τέτοιο βαθμό, που αισθάνεται παρά το φόβο, το αδιέξοδο και την υποψία που τον παραλύει, ένα είδος περήφανης ικανοποίησης, γιατί επιτέλους μια φορά γνώρισε την ευτυχία μέσα απ' τον πόνο και μια αίσθηση βαθύτατης χαράς, γιατί ξέρει απ' την αρχή το τίμημα της γνώσης.
-----
[...] δεν είχαμε πια καιρό ν' απολαύσουμε την ελάχιστη ελευθερία κινήσεων που μας άφηνε ακόμα η ζωή, δεν είχαμε καν τον καιρό να περιμένουμε το θάνατο. Στην πραγματικότητα δεν ξέραμε πια αν νοσταλγούσαμε το θάνατο ή προσδοκούσαμε τη ζωή. Πάντως εκείνες ήταν για μένα κι όλους σαν κι εμένα οι πιο έντονες ώρες της ζωής μας· είναι οι ώρες που ο θάνατος δεν μοιάζει με την άβυσσο που θα πέσεις κάποια μέρα, αλλά με την απέναντι όχθη ενός ποταμού, όπου προσπαθείς να φτάσεις μ' ένα σάλτο [...].
-----
Είναι ένα από τα μυστικά των μανάδων: δεν παραιτούνται ποτέ απ' την ελπίδα ότι θα ξαναδούν τα παιδιά τους, ακόμα κι εκείνα που πιστεύουν πως είναι νεκρά, ακόμη και τα πραγματικά νεκρά· κι αν γινότανε ν' αναστηθεί ένα νεκρό παιδί μπροστά στη μάνα του, εκείνη θα το 'παιρνε στην αγκαλιά της τόσο φυσικά, σαν να μην είχε γυρίσει από την άλλη ζωή, αλλά από μια πολύ μακρινή περιοχή τούτης της ζωής.
-----
Ακόμη και τότε μιλούσε, όπως μιλά μια μητέρα. Αφού έπρεπε ν' αφήσει το παιδί της -το μοναδικό της μάλιστα- να πάει στο θάνατο, ήθελε να του το παραδώσει μόνη της. Ούτε την κατοχή ούτε το χάρο ήθελε να μοιραστεί με άλλη γυναίκα.
-----
[...] πρέπει να 'ναι κανείς πολύ ώριμος ή τουλάχιστον πολύ έμπειρος, για να μπορεί να δείχνει τα αισθήματά του χωρίς την αναστολή της ντροπής.
-----
Καθένας απ' αυτούς είχε κάποιο κορίτσι να παντρευτεί, ακόμα κι αν η νύφη δεν ήταν ανάλογη με τη θέση του, αλλά κάποια τυχαία, απ' αυτές που 'πεφταν εκείνους τους καιρούς πάνω μας συχνά, ποιος ξέρει γιατί, και που έρχονταν από περιοχές άγνωστες, όμοιες με πεταλούδες που τις νύχτες του καλοκαιριού έρχονται απ' τ' ανοιχτά παράθυρα και φτερουγίζουν πάνω στο τραπέζι, στο κρεβάτι, στο γείσο του τζακιού, εφήμερα, επιπόλαια, υποταγμένα, βελούδινα δώρα μιας γενναιόδωρης σύντομης νύχτας.
-----
Και το αίσθημα τιμής είναι ένα είδος ναρκωτικού που στη δική μας περίπτωση αποκοίμιζε το φόβο κι όλα τα κακά προαισθήματα.
-----
Και στο στρατό μεγαλώνεις ακόμη μια φορά: όπως όταν είσαι παιδί μαθαίνεις να περπατάς, έτσι μαθαίνεις να βαδίζεις στρατιωτικά, όταν είσαι στρατιώτης. Ποτέ δεν ξεχνάς τους νεοσύλλεκτους που 'μαθαν ταυτόχρονα με σένα [...].
-----
[...] αυτή η περίοδος της ζωής μου, η περίοδος των ρομαντικών ιδεών με πλησίασε πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα απ' ό,τι οι σπάνιες μη ρομαντικές που έπρεπε να τις επιβάλω με τη βία στον εαυτό μου. Πόσο ανόητοι είναι αλήθεια αυτοί οι παλαιικοί χαρακτηρισμοί! [...] πιστεύω [...] ότι ο άνθρωπος που λέγεται ρεαλιστής είναι πάντα απρόσιτος σ' αυτόν τον κόσμο, σαν πύργος δίχως ανοίγματα από μπετόν, κι ότι αντίθετα ο λεγόμενος ρομαντικός μοιάζει με κήπο ανοιχτό, που η αλήθεια μπαινοβγαίνει κατά βούληση...
-----
Ούτε η απόλυτη δικαιοσύνη είναι αμερόληπτη, κι αυτή σπέρνει δόντια δράκου.
-----
Η μητέρα μου ήταν έξυπνη γυναίκα, γυναίκα που έβλεπε καθαρά. Τώρα κατάλαβα πως ποτέ δεν με είχε κοιτάξει με προσοχή. Και βέβαια μ' αγαπούσε πολύ. Μα αγαπούσε το γιο του άντρα της, όχι το παιδί της. Ήταν γυναίκα. Ήμουν η κληρονομιά που της άφησε ο αγαπημένος της· μοιραία σαρξ εκ της σαρκός του· η δική της μήτρα ήταν τυχαία.
-----
Ο Ζακ της έφερε τον μικρό οβάλ καθρέφτη. Παρατήρησε ακίνητη αρκετή ώρα το πρόσωπό της. Ναι, οι γυναίκες του καιρού της δεν είχαν ακόμα ανάγκη να διορθώνουν με φτιασίδια, πούδρες, χτένια ή και μόνο με τα δάχτυλα, φόρεμα, πρόσωπο, μαλλιά. Ήταν σαν να απαιτούσε η μητέρα μου με το βλέμμα της μόνο, με το βλέμμα που εξέταζε τη μορφή της στον καθρέφτη, από τα μαλλιά, το πρόσωπο, τα ρούχα, απόλυτη πειθαρχία. Χωρίς να 'χει κάνει την παραμικρή κίνηση χάθηκαν ξαφνικά κάθε οικειότητα και ζεστασιά, έτσι που κι εγώ ο ίδιος ένιωσα σαν επισκέπτης σε μια ξένη, γηραιά κυρία.
-----
"Οι άνθρωποι", είπε, "ξέρουν μερικές φορές πότε θα φύγουν. Δεν ξέρουν ποτέ, πότε θα επιστρέψουν" [...].
-----
Το απαγορευμένο κρατά λίγο, το επιτρεπτό εμπεριέχει εξ ορισμού τη διάρκεια.
-----
Ένιωθα μια περίεργη ανάγκη να επανορθώσω μέσα σε μια ώρα τα εικοσιτρία απερίσκεπτα και χωρίς αγάπη χρόνια της ζωής μου, κι αντί, όπως κάνουν οι νιόπαντροι, ν' αρχίσω την "καινούργια μου ζωή", προσπαθούσα να διορθώσω την περασμένη. Θα προτιμούσα ν' άρχιζα πάλι απ' τη γέννησή μου. Έβλεπα καθαρά πως είχα χάσει το πιο σημαντικό. Πολύ αργά. Με περίμενε ο θάνατος και η αγάπη.
-----
Προτιμώ τη μοίρα του εξαφανισμένου, παρά εκείνη του αφηγητή αυτού που χάθηκε για πάντα. Κανείς δεν θα με καταλάβαινε σήμερα, αν επιχειρούσα να μιλήσω για την ελευθερία, την τιμή, και, πολύ περισσότερο, για την αιχμαλωσία. Αυτή την εποχή καλύτερα να σωπαίνει κανείς. Για να είμαι ειλικρινής, γράφω μόνο για να καταλάβω τον ίδιο μου τον εαυτό [...].
-----
Οι ξιφολόγχες στα όπλα δεν έμοιαζαν αληθινές και τα όπλα κρέμονταν αδέξια απ' τους ώμους των ανθρώπων. Λες κι αποζητούσαν τον ύπνο τα όπλα, κουρασμένα όπως κι εμείς μετά από τέσσερα χρόνια πυροβολισμών.
-----
"Βέβαια δεν θα ήθελα μια χορεύτρια για κόρη, αλλά μια χορεύτρια είναι τίμια. Κι έπειτα τα κάπως ελαφρά ήθη είναι ένα πράγμα σαφές. Δεν είναι κατεργαριά, δεν είναι απάτη".
-----
Η μαρμάρινη πλάκα του τραπεζιού διατηρούσε ακόμη, έτσι νόμιζα, κάποια ίχνη των δικών μας, των δικών της χεριών. Φυσικά η ιδέα ήταν παιδιάστικη, γελοία. Το ήξερα, αλλά την επέβαλα στον εαυτό μου με τη βία, αρπάχτηκα κυριολεκτικά πάνω της, για να προσθέσω ένα οποιοδήποτε αίσθημα στην ανάγκη που ένιωθα "να βάλω τάξη στη ζωή μου", ώστε η συζήτησή μου με την Ελίζαμπετ να είναι από κάθε άποψη δικαιολογημένη. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πόσο φευγαλέες είναι οι εμπειρίες μας, πόσο γρήγορα ξεχνάμε και πόσο εφήμεροι είμαστε, περισσότερο από κάθε άλλο πλάσμα πάνω στη γη.
-----
Περπατούσαμε σιωπηλοί, ο ένας πλάι στον άλλο. Έπεφτε ένα χιόνι ράθυμο, θα 'λεγα σάπιο. Τα φανάρια, ράθυμα κι αυτά, δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Το γυάλινο περίβλημά τους προστάτευε έναν τόσο δα σπόρο φωτός τσιγγούνικα και εχθρικά. Δεν φώτιζαν τους δρόμους, τους σκοτείνιαζαν. περισσότερο.
-----
Είχαμε χάσει όλοι θέση και σειρά κι όνομα, σπίτι και χρήμα κι αξίες, παρελθόν, παρόν, μέλλον. Κάθε πρωί όταν ξυπνούσαμε, κάθε νύχτα σαν πέφταμε να κοιμηθούμε, καταριόμασταν τον θάνατο, που άδικα μας είχε παρασύρει σε μια χωρίς προηγούμενο γιορτή. Κι όλοι μας ζηλεύαμε τους πεθαμένους. Αναπαύονταν κάτω απ' τη γη και την επόμενη άνοιξη θα φύτρωναν μενεξέδες απ' τα οστά τους. Εμείς, όμως, είχαμε γυρίσει αγιάτρευτα άκαρποι, με παράλυτα νεφρά, ένα γένος αφιερωμένο στο θάνατο, που ο θάνατος το είχε περιφρονήσει. Το πόρισμα της στρατολογικής επιτροπής ήταν αμετάκλητο. Έλεγε: "Ανίκανος να πεθάνει".
-----
Συνηθίσαμε όλοι το ασυνήθιστο. Κάναμε μια αγωνιώδη προσπάθεια να συνηθίσουμε. Παράλληλα, χωρίς όμως να το ξέρουμε, βιαζόμασταν να προσαρμοστούμε κι όχι μόνο αυτό, αλλά μας γοήτευαν φαινόμενα που κατά βάση μισούσαμε και αποστρεφόμασταν. Αρχίσαμε μάλιστα να αγαπάμε την αθλιότητά μας, με τον ίδιο τρόπο που αγαπάει κανείς αμετακίνητους εχθρούς. Η αθλιότητα ήταν το καταφύγιό μας. Της ήμασταν ευγνώμονες, γιατί κατάπινε τις μικρές προσωπικές στενοχώριες μας, αυτή, η μεγάλη τους αδελφή, η μεγάλη αθλιότητα που μπροστά της έχανε τη σημασία της κάθε παρηγοριά, αλλά κι όλες οι καθημερινές μας σκοτούρες. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει και να συγχωρέσει κανείς τη φοβερή υποχωρητικότητα των σημερινών γενιών απέναντι στους ακόμη πιο φρικτούς καταπιεστές τους, αν σκεφτεί πως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης είναι ότι προτιμά τη μεγάλη συμφορά, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, από την προσωπική στενοχώρια. Η μεγάλων διαστάσεων συμφορά καταπίνει μεμιάς τη μικρή δυστυχία, την ατυχία. Γι' αυτό κι εμείς εκείνα τα χρόνια αγαπούσαμε τη γενική, την τεράστια αθλιότητα.
-----
Κάπως έτσι θα ζούνε οι άνθρωποι παραμονές της Κρίσης: ρουφώντας μέλι από δηλητηριώδη λουλούδια, εξυμνώντας τον σβησμένο ήλιο ως ζωοδότη, φιλώντας την ξεραμένη γη ως μητέρα της γονιμότητας.
-----
Η Ελίζαμπετ με αγαπούσε, ήμουν σίγουρος γι' αυτό, όμως φοβόταν την καθηγήτρια Γιολάντα· ήταν ένας από εκείνους τους φόβους, που η σύγχρονη ιατρική φρόντισε να ορίσει με επιτυχία και να ερμηνεύσει μ' αποτυχία.
-----
[...] είναι ευγενικό και ηρωικό ταυτόχρονα να κρύβεις και να αποσιωπάς αναπηρίες.
-----
Πόσο φιλάνθρωπη είναι η φύση! Οι αναπηρίες που χαρίζει στα γηρατειά είναι ένα δώρο, μας χαρίζει αμνησία, αδύνατη ακοή και όραση, όταν γερνάμε· κι ακόμη κάποια σύγχυση του νου, λίγο πριν το θάνατο. Οι σκιές που τον προαναγγέλουν είναι δροσερές και ανακουφίζουν.
-----
[...] όπως και πολλές άλλες γυναίκες, είχε τη μανία της τάξης και της καθαριότητας. Με τούτο το μοιραίο πάθος, είχε κάποια σχέση και η ζήλια της. Εκείνο τον καιρό κατάλαβα γιατί οι γυναίκες αγαπούν τα σπίτια και τα διαμερίσματα περισσότερο από τους άντρες τους. Οι γυναίκες ετοιμάζουν πρώτ' απ' όλα τις φωλιές για τους απογόνους. Φυλακίζουν με ασυνείδητη πανουργία τους άντρες σε ένα δίχτυ από μικρά καθημερινά καθήκοντα, απ' τα οποία δεν μπορούν ποτέ να ξεφύγουν. Στο σπίτι μας κοιμόμουν, τώρα στο πλευρό της γυναίκας μου. Αυτό ήταν το σπίτι μου. Αυτή ήταν η γυναίκα μου. Ναι! Το κρεβάτι γίνεται ένα απόμερο σπίτι μέσα στο ορατό, ανοιχτό σπίτι, και η γυναίκα, που μας περιμένει εκεί, αγαπιέται απλά, γιατί είναι εκεί και διατίθεται. Είναι εκεί και διατίθεται κάθε ώρα της νύχτας, όποτε και αν γυρίσει κανείς στο σπίτι του, και κατά συνέπεια την αγαπάει. Γιατί αγαπάμε το σίγουρο. Αγαπάμε ιδιαίτερα ό,τι μας περιμένει, ό,τι έχει υπομονή.
-----
"Αλλά οι επαναστάσεις σήμερα έχουν ένα μειονέκτημα: δεν πετυχαίνουν".
-----
"Αυτός είναι ένας απλός καστανάς", είπε ο Χοϊνίτσκι, "αλλά προσέξτε: είναι πραγματικά ένα επάγγελμα συμβολικό. Συμβολίζει την παλιά μοναρχία. Αυτός ο άνθρωπος πουλούσε τα κάστανά του παντού, στη μισή Ευρώπη, μπορεί να πει κανείς. Παντού, όπου έτρωγαν τα κάστανά του ήταν Αυστρία, κυβερνούσε ο Φραγκίσκος Ιωσήφ. Τώρα δεν υπάρχουν πια κάστανα χωρίς βίζα. Τι κόσμος!"
-----
Υπήρξαν αμέτρητα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια πατέρες από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Ήμουν μόνο μία μονάδα ανάμεσα σε δισεκατομμύρια. Αλλά τη στιγμή που μπόρεσα να πάρω το γιο μου στην αγκαλιά μου, ένιωσα κάποια μακρινή αντανάκλαση εκείνης της ανώτερης μακαριότητας που θα έπρεπε να είχε αισθανθεί ο Δημιουργός του κόσμου την έκτη μέρα, όταν ΑΥΤΟΣ είδε το ατελές έργο του, παρ' όλα αυτά, ολοκληρωμένο. Ενώ κρατούσα στα χέρια μου το μικροσκοπικό, απαίσιο και μελανό πλάσμα που ούρλιαζε, ένιωσα καθαρά την αλλαγή που γινόταν μέσα μου. Όσο μικρό, όσο απαίσιο, όσο κοκκινωπό κι αν ήταν το πλάσμα που κρατούσα στην αγκαλιά μου, ακτινοβολούσε δύναμη απερίγραπτη. Ακόμη περισσότερο: ήταν σαν να 'χε συγκεντρωθεί σ' αυτό το τρυφερό, φτωχό σωματάκι όλη μου η δύναμη, σαν να κρατούσα στα χέρια μου τον ίδιο μου τον εαυτό και μάλιστα το καλύτερο του εαυτού μου.
-----
Και την Παρασκευή ακόμη δεν έβλεπα την ώρα να έρθει το αγαπημένο μου βράδυ· γιατί μόνο το βράδυ ένιωθα μόνος μέσα στο σπίτι, από τότε που δεν είχα πια ούτε σπίτι, ούτε οικογένεια. Περίμενα λοιπόν, ως συνήθως, να παραδοθώ στην προστασία του, που σε μας εδώ στη Βιέννη ήταν πάντα πιο τρυφερή απ' τη σιωπή της νύχτας, αφού έκλειναν τα café και μελαγχολούσαν τα φανάρια, κουρασμένα από τη χωρίς νόημα πια δουλειά τους. Νοσταλγούσαν το νωχελικό πρωινό, την ίδια τους την εξαφάνιση. Ναι, ήταν πάντα κουρασμένες, νυσταγμένες οι λάμπες, αποζητούσαν το πρωί για να μπορέσουν ν' αποκοιμηθούν.
-----
Δεν αγαπώ τα ζώα κι ακόμη λιγότερο τους ανθρώπους που αγαπούν τα ζώα. Όλη μου τη ζωή είχα την αίσθηση ότι οι άνθρωποι που αγαπούν τα ζώα αφαιρούν ένα μέρος της αγάπης τους από τους ανθρώπους, και η γνώμη μου αυτή μου φάνηκε περισσότερο δικαιολογημένη, όταν έμαθα τυχαία πως οι Γερμανοί του Τρίτου Ράιχ αγαπούν τα λυκόσκυλα, τα γερμανικά τσοπανόσκυλα. "Φτωχά πρόβατα!" ψιθύρισα.

Joseph Roth, Η Κρύπτη Των Καπουτσίνων, μετάφραση Νίκου Δεληβοριά, εκδόσεις Το Βήμα Βιβλιοθήκη

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Πολύ Μεγάλες Αλήθειες XXXIX

Χωρίς πολλά λόγια, χτυπώντας στο ψαχνό, λέγοντας τα πράγματα όπως τα νιώθω...

Συνεχίζω να δημιουργώ επειδή συχνά θυμάμαι ότι κάποια στιγμή θα πεθάνω.

Συνεχίζω να ζω επειδή συχνά ξεχνάω ότι κάποια στιγμή θα πεθάνω._

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Διάλογος με την κόρη μου XLIII

Βλέποντας το δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ, την ημέρα που ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος καταδικάστηκε για ρητορική μίσους, διάλογος της Ελένης με τη μαμά της:
- Τι είναι "ομοφυλοφιλία";
- Είναι όταν κάποιος θέλει να έρχεται σε επαφή με άτομα του ίδιου φύλου, δηλαδή αγόρια με αγόρια και κορίτσια με κορίτσια.
- Α, εγώ θέλω και με αγόρια και με κορίτσια.

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Το χρωστάω στον πατέρα μου

Με τον πατέρα μου, 40 χρόνια τώρα που γνωριζόμαστε, διαφωνούμε και τσακωνόμαστε ευκόλως για πολλά. Όμως υπάρχει κάτι που πρέπει να του αναγνωρίσω: του χρωστάω ότι δεν έγινα φανατικός.

Εκείνος κυρίως ευθύνεται που μεγάλωσα σε σπίτια που ήταν πάντα γεμάτα βιβλία, εφημερίδες, βιντεοκασέτες και δίσκους. Και που έβλεπα κάποιον να τα διαβάζει όντως όλα αυτά, να τα χρησιμοποιεί και να τα συμβουλεύεται.

Αργότερα, καθώς μεγαλώναμε με τ' αδέρφια μου, ήταν πάλι εκείνος που φρόντιζε, μέσα από το χιούμορ, να περνάει μέσα μας και η άλλη άποψη. Ζώντας στην υπερσυντηρητική κοινωνία της Σπάρτης, το αναμενόμενο θα ήταν να καταλήξουμε θρησκόληπτοι και μισαλλόδοξοι. Αλλά όχι. Ενώ και στα συλλαλητήρια του '92 βγήκαμε, και στην εκκλησία πηγαίναμε κάθε Κυριακή, και θεολόγους που έλεγαν ότι το ροκ είναι του Σατανά είχαμε στο σχολείο, ο μπαμπάς πάντα είχε να συνεισφέρει ένα καυστικό σχόλιο, μια μπηχτή, μια αποκαλυπτική πληροφορία που ξεσκέπαζε τους ανιστόρητους, τους υποκριτές και τους κομπλεξικούς. Με έναν τρόπο, πριόνιζε σταθερά και μεθοδικά τα ποδάρια του φανατισμού -της τύφλωσης που η κοινωνία γύρω προσπαθούσε να ενσταλάξει στα τέκνα της.

Με τα χρόνια έφτασα να δω αυτά που έβλεπε εκείνος τότε, στο μεταξύ μετακινήθηκε κι εκείνος. Ποιος ξέρει πού θα είμαι κι εγώ, αν ποτέ φτάσω τα χρόνια του... Σίγουρα, πάντως, χάρη κυρίως στον πατέρα μου, θα έχω τα εφόδια της γνώσης, της κριτικής σκέψης και της αμφιβολίας να με οδηγούν.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Μουσική ανασκόπηση του 2018

Άλλη μια χρονιά, άλλη μια ανακεφαλαίωση της μουσικής που πέρασε απ' το ακουστικό μου πεδίο. Ένα ξεδιάλεγμα εκείνων των δίσκων που θεωρώ ότι άξιζαν περισσότερο τον χρόνο που τους αφιέρωσα. Και κάποιες λίστες, που στο μέλλον θα τις κοιτώ ξύνοντας το κεφάλι μου με απορία...

Ξεκινώ από τα εγχώρια άλμπουμ. Όπου με συνοπτικές διαδικασίες έβαλα τον ΛΕΞ στην κορυφή, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Το 2XXX δεν είναι απλώς ένας δίσκος που με κέρδισε με την πρώτη, είναι και ένα έργο που άπτεται του τώρα και που ενώνει πολλά διαφορετικά και μεγάλα κομμάτια του ακροατηρίου -του νεανικού κυρίως. Τον ακούνε και οι μαθητές μου, εν ολίγοις (όχι όλοι, κυρίως εκείνοι που ενδιαφέρονται γενικώς), κι αυτό μόνο αισιόδοξο μπορεί να είναι. Ακολουθεί παρακάτω η πλήρης δεκάδα του ψηφοδελτίου μου, το οποίο συνδιαμόρφωσε τη συνολική λίστα του Avopolis Music Network (εδώ):

1. 2XXX - ΛΕΞ
2. Featuring: Ζωντανή Ηχογράφηση Στο Φεστιβάλ Ulrichsberger Kaleidophon, 2016 - WLSFW
3. Rewa - Τάνια Γιαννούλη, Rob Thorne & Steve Garden
4. Λάρυμνα - Μαρία Λατσίνου & Mokita
5. Beyond Celestial Echoes - Sacral Rage
6. Ουρανός - Στέρεο Νόβα
7. Προσάναμμα - Ορέστης Ντάντος
8. Polyend - Μέντα
9. Well, Excuse Me - TFATFY
10. Του Κόσμου Αυτό Το Κάτι - Χρυσόστομος Καραντωνίου/Νίκος Μωραΐτης

Στα της διεθνής δισκογραφίας τώρα. Όπου οφείλω να πω ότι, για πρώτη φορά ίσως δυσκολεύτηκα τόσο να ξεχωρίσω την κορυφαία κυκλοφορία. Και δεν ήμουν ο μόνος, κάτι τέτοιο συνέβη σε πολλούς. Δεν υπήρξε, δηλαδή, φέτος εκείνος ο δίσκος που να συγκέντρωσε κοινή αποδοχή ή να ξεχώρισε με προφανή τρόπο. Μέσα στο γενικότερο χάσιμο, φτάσαμε να δούμε και το βρετανικό περιοδικό Mojo να τοποθετεί, για πρώτη φορά στην ιστορία του, έναν τζαζ δίσκο στο #1 (εκείνον του Kamasi Washington). Τέλος πάντων, εγώ την ψήφο μου την έριξα στον ωραίο Jon Hopkins, έτσι για τη στήριξη της μη τραγουδοκεντρικής δημιουργίας (θα βρείτε στη λίστα μου αρκετούς ακόμα τέτοιους δίσκους). Ιδού η 25άδα μου, η οποία επηρέασε όχι μόνο την τελική λίστα του Avopolis (εδώ), αλλά και εκείνη του Mix Grill (εδώεδώ, εδώ, εδώ κι εδώ):

1. Singularity - Jon Hopkins
2. Isolation - Kali Uchis
3. Double Negative - Low
4. Body - The Necks
5. Unsung Prophets & Dead Messiahs - Orphaned Land
6. The Hands - Fire!
7. Black Panther The Album: Music From And Inspired By - Kendrick Lamar
8. Heaven And Earth - Kamasi Washington
9. Historian - Lucy Dacus
10. Egypt Station - Paul McCartney
11. soil - serpentwithfeet
12. Chris - Christine & The Queens
13. Hell-On - Neko Case
14. Music For The Luca Guadagnino Film - Thom Yorke
15. Awase - Nik Bärtsch’s Ronin
16. You Won't Get What You Want - Daughters
17. POST- - Jeff Rosenstock
18. Landfall - Laurie Anderson & Kronos Quartet
19. Age Of - Oneohtrix Point Never
20. Eonian - Dimmu Borgir
21. All Melody - Nils Frahm
22. Negro Swan - Blood Orange
23. Joy As An Act Of Resistance - Idles
24. Cocoa Sugar - Young Fathers
25. Fenfo - Fatoumata Diawara

Και του χρόνου!

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

10 χρόνια κομμάτια

Μέσα στο 2018 έκλεισα 10 χρόνια γραφής γύρω από τη μουσική.

10 χρόνια μάχης ενάντια στη λευκή σελίδα, ενάντια στον κέρσορα που αναβοσβήνει ανυπόμονα.

10 χρόνια στα οποία έγινα συμπαθής ή αντιπαθής, αναλόγως αν είχα να γράψω καλά λόγια ή όχι. Το να γράφεις μουσική, και παράλληλα να γράφεις για μουσική, σε κάνει οπωσδήποτε να νιώθεις ξένος και στα δύο στρατόπεδα -κάτι σαν διπλός κατάσκοπος, χωρίς την αίγλη. Μόνο ζημιά μπορεί να κάνει στην εικόνα σου -ευτυχώς.

Ζημιά, βέβαια, κάνει και στη ζωή σου. Άντε να εξηγείς γιατί κάνεις κάτι που σου αποφέρει τόσο λίγα, που απαιτεί τόσο πολύ από τον χρόνο και την ενέργειά σου. Τι σου προσφέρει, τέλος πάντων; Επιτέλους, δεν μπορείς να βρεις κι εσύ μια κανονική δουλειά;

Ε, λοιπόν, ήρθε και η "κανονική" δουλειά -άλλο αν την κάνω όντως κανονικά. Αλλά η γραφή εκεί, σταθερά και κυνήγι. Και πάντα να νιώθω ότι κόβομαι σε κομμάτια, ότι πρέπει να είμαι εδώ κι εκεί ταυτόχρονα, αναζητώντας εκείνες τις λέξεις που θα με κάνουν κατανοητό και αποδεκτό, έστω κι αν όχι αρεστό.

Γράφω από μικρό παιδί, διάφορα. Τα 10 αυτά χρόνια το έκανα επαγγελματικά, δημόσια. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Αλλά συνεχίζω, σχεδιάζω, αναβάλλω, επιστρέφω.

Είναι αυτό ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XVI: Stephen King (VI)

Το Δόκτωρ Ύπνος είναι η συνέχεια της Λάμψης, ενός εκ τω πλέων διάσημων κι αγαπημένων μυθιστορημάτων του Stephen King. Διαβάζοντάς τα το ένα πίσω απ' τ' άλλο ήταν μάλλον πιο εύκολο από ποτέ να εντοπίσω τις διαφορές ανάμεσα στη νεανική φάση του συγγραφέα και την ώριμη εποχή του.

Λοιπόν, προτιμώ σαφώς τον "παππού" King: είναι ικανότερος, διεξοδικότερος, πιο διεισδυτικός, πιο συγκινητικός. Είναι πιο ικανός, γενικότερα, στο να επιτρέπει μια καλύτερη κατανόηση από τη μεριά του αναγνώστη των πολλαπλών επιπέδων που κρύβουν οι ιστορίες του -οι παραβολικές μέθοδοί του είναι πιο δουλεμένες. Ναι, ο King έφτιαξε το όνομά του ως νέος άνθρωπος που πάλευε με τις εξαρτήσεις και τη σκοτεινή πλευρά, όμως η νηφαλιότητα και ο χρόνος πρόσθεσαν στην περίπτωσή του, δεν αφαίρεσαν.

Το Δόκτωρ Ύπνος έχει όλα αυτά που θα περίμενε κανείς από ένα βιβλίο του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα: χαρακτήρες που θα συμπονέσεις, πλοκή με μπόλικες ανατροπές, χιούμορ που τσακίζει κόκαλα, άπλετο τρόμο φυσικά. Πιθανότατα δεν θα μείνει στην Ιστορία το εν λόγω πόνημα -ίσως επειδή δεν έχει κάποιο συγκλονιστικό φινάλε, ίσως ακόμα λόγω της απουσίας κάποιας ιδιαίτερης πρωτοτυπίας. Όμως είναι απολαυστικό και διαβάζεται νεράκι -κι αυτό το τελευταίο δεν θα το έλεγα για τη Λάμψη, για παράδειγμα. Σίγουρα δεν θα το πρότεινα ως εισαγωγή στο σύμπαν του συγγραφέα του, όμως ειδικά για όσους έχουν διαβάσει το πρώτο μέρος, είναι, θα έλεγα, must.

"[...] όταν είναι έτοιμος ο μαθητής, θα εμφανιστεί ο δάσκαλος".
-----
"Η μάθηση από μόνη της είναι δώρο, ξέρεις. Το καλύτερο που μπορεί να πάρει ή να δώσει κανείς".
-----
"[...] ορισμένα πνεύματα -τα οργισμένα, κυρίως- δε φεύγουν απ' αυτό τον κόσμο, επειδή ξέρουν πως εκείνο που τα περιμένει είναι ακόμα χειρότερο".
-----
Της άρεσε η ιδέα ενός άντρα χωρίς πόδια(άνω τελεία) ένας άντρας χωρίς πόδια δεν μπορούσε να σε κυνηγήσει και να σε βιάσει.
-----
[...] το μάτι αυτού που ξυπνάει έπειτα από μεθύσι πέφτει μονίμως στις πιο άσχημες λεπτομέρειες σ' οποιοδήποτε περιβάλλον.
-----
Τα μικρά παιδιά δέχονται όλα όσα κάνουν οι μεγάλοι.
-----
Το παιδί είδε το σακουλάκι με την κόκα στο τραπεζάκι και πήγε προς τα κει με την πάνα του τραμπαλίζεται.

"Ζάχαλη".

"Όχι, δεν είναι ζάχαρη", είπε ο Νταν, αν και κατά κάποιον τρόπο ήταν. Μήπως δεν την έλεγαν "κοκό";
-----
[...] οι αναμνήσεις δεν κλειδώνονται. Ποτέ. Αυτές είναι τα αληθινά φαντάσματα.
-----
Μετά την κλοπή εβδομήντα δολαρίων από μια ανύπαντρη τοξικοεξαρτημένη μητέρα, το να βουτήξει το μαγικό χαλί ενός αλήτη του φαινόταν ασήμαντο. Και γι' αυτό ίσως ένιωθε πιο μικρός από ποτέ.
-----
Το μυαλό είναι ένας μαυροπίνακας. Το ποτό, το σφουγγάρι που τον σβήνει.
-----
Έρχεται κάποια στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δε βγαίνει τίποτα με το να σηκώνεσαι και να φεύγεις. Ότι όπου και να πας, τον εαυτό σου τον κουβαλάς πάντα μαζί σου.
-----
"Όλοι είμαστε ετοιμοθάνατοι. Ο κόσμος είναι ένας ξενώνας ανιάτων με καθαρό αέρα".
-----
Ο ύπνος είναι ο γιατρός της φύσης [...].
-----
Ή καν' το να το απολαύσεις ή μην το κάνεις καθόλου.
-----
[...] αν η αυτοκτονία είναι η μοναδική εναλλακτική που έχεις, μπορείς τουλάχιστον να διαλέξεις το όπλο σου.
-----
Όλα όσα βλέπουμε ή μας φαίνεται πως βλέπουμε δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σ' ένα όνειρο.
-----
Η Τσέτα πίστευε ότι οι περισσότεροι απ' όσους ασχολούνταν με τις τέχνες ήταν σχιζοφρενείς με υψηλή λειτουργικότητα, και δεν εξαιρούσε τον εαυτό της.
-----
[...] ο ευγνώμων αλκοολικός δε μεθάει [...].
-----
"Ξέρεις με πόση σοφία σε κοιτάζουν ορισμένες φορές τα μωρά;"

Ο Τζον ήξερε. Έχουν ένα βλέμμα σαν να μπορούν να σου πουν όλα τα μυστικά του σύμπαντος, αρκεί να καταφέρουν να μιλήσουν. Μάλιστα, πίστευε ότι ίσως ήταν αλήθεια αυτό, μόνο που ο Θεός τα έχει κανονίσει έτσι ώστε μέχρι να ξεπεράσουν το στάδιο του γκου-γκου-γκα-γκα να τα έχουν ξεχάσει όλα, όπως ξεχνάμε ακόμα και τα πιο ζωντανά μας όνειρα μια δυο ώρες αφότου ξυπνήσουμε.
------
"Δε φοβάμαι την κόλαση. Έζησα μ' αξιοπρέπεια, κι άλλωστε δε νομίζω να υπάρχει τέτοιο μέρος. Φοβάμαι πως δεν υπάρχει τίποτα. [...] Δεν υπήρχε τίποτα πριν, αυτό το ξέρουμε όλοι. Άρα, δεν είναι λογικό και μετά να μην υπάρχει τίποτα;"
"Κι όμως, υπάρχει. [...] Ποτέ δεν τελειώνουμε πραγματικά, Τσάρλι. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, ούτε τι σημαίνει, ξέρω μόνο πως έτσι είναι".
-----
"Είσαι τόσο άρρωστος όσο σε κάνουν τα μυστικά σου".
-----
"Στις ανθρώπινες υποθέσεις, ο μοναδικός αληθινός βασιλιάς είναι η γενετική".
-----
[...] δεν μπορείς να τα βάλεις με την ανθρώπινη φύση -και δεν υπάρχει τίποτα πιο ανθρώπινο από την περιέργεια.
-----
Κάποιοι αποκαλούν μετάβαση τη στιγμή του θανάτου. Του Νταν του άρεσε αυτό, του φαινόταν ακριβές. Όταν έβλεπες άντρες και γυναίκες να φεύγουν μπροστά στα μάτια σου [...] άλλαζε ο τρόπος σκέψης σου. Για εκείνους που βρίσκονταν στο χείλος του θανάτου ο κόσμος ήταν που έφευγε, όχι αυτοί. Σ' εκείνες τις στιγμές της μετάβασης, ο Νταν ένιωθε πάντα την παρουσία μιας αδιόρατης απεραντοσύνης. Βυθίζονταν στον ύπνο, ξυπνούσαν, πήγαιναν κάπου. Προχωρούσαν.
-----
"[...] ήρθαν πολλοί. Ακόμα και τώρα περνάνε. Μια ατέλειωτη παρέλαση. Χαμογελάνε, υποκλίνονται, ένα παιδί μου βγάζει τη γλώσσα. Μερικοί μου μιλάνε. Ξέρεις τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη; [...] Ο Σεφέρης αναρωτιέται: "Να 'ναι η φωνή πεθαμένων φίλων μας ή φωνόγραφος;" Τα παιδιά είναι τα πιο θλιβερά. Ήρθε ένα αγόρι που είχε πέσει σ' ένα πηγάδι."
-----
"[...] το καλό τού να είσαι ηλικιωμένος είναι πως δε χρειάζεται ν' ανησυχείς μήπως πεθάνεις νέος".
-----
"[...] τούτη την ώρα συμβαίνουν πολλά στην οικογένειά τους, κι ο κύριος Στόουν είναι ένας συγχυσμένος Αμερικανός".

Ο Τζον χαμογέλασε μελαγχολικά.

"Δεν είναι ο μόνος", είπε.
-----
Θα έρθει κάποια στιγμή, του είχε πει ο Κέισι τον πρώτο καιρό, τότε που τριγύριζε πάντα με σφιγμένες γροθιές, που οι πνευματικές σου άμυνες θα εξασθενήσουν και το μοναδικό πράγμα που θα βρίσκεται ανάμεσα σ' εσένα και το ποτό θα είναι η προσωπική σου Ανώτερη Δύναμη.

Ο Νταν δεν είχε πρόβλημα με το θέμα της Ανώτερης Δύναμης, αφού είχε κάποια εσωτερική πληροφόρηση. Ο Θεός παρέμενε μια αναπόδεικτη υπόθεση, αλλά ο Νταν ήξερε ότι στ' αλήθεια υπήρχε ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης. Όπως και η Άμπρα, έτσι κι αυτός είχε δει τα φαντάσματα. Άρα, η ύπαρξη του Θεού ήταν πιθανή. Από τις λιγοστές ματιές που είχε ρίξει στον κόσμο πέρα από τον κόσμο, ο Νταν τη θεωρούσε έως και πιθανότατη... όμως τι σόι Θεός ήταν αυτός που καθόταν άπραγος ενώ γίνονταν τέτοιες αθλιότητες;

Λες κι είσαι ο πρώτος που κάνει αυτή την ερώτηση, είπε μέσα του.

Ο Κέισι Κίνγκσλι του είχε πει να πέφτει στα γόνατα δυο φορές την ημέρα: το πρωί για να ζητάει βοήθεια και το βράδυ για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Έτσι πραγματώνονται τα τρία πρώτα βήματα: Εγώ δεν μπορώ, ο Θεός μπορεί, λέω να Τον Αφήσω να το κάνει. Παραδίδοντας τον εαυτό μου στη συνειδητότητά Του. Δε χρειάζεται να το σκέφτεσαι και πολύ.

Στους καινούριους που δίσταζαν να δεχτούν αυτή τη συμβουλή, ο Κέισι συνήθιζε να λέει την ιστορία του σκηνοθέτη Τζον Γουότερς. Σε μια από τις πρώτες του ταινίες, με τίτλο Ροζ Φλαμίνγκο, η τραβεστί σταθερή πρωταγωνίστριά του, η Ντιβάιν, είχε σκύψει στο γρασίδι και είχε φάει ακαθαρσίες σκύλου. Πέρασαν χρόνια, κι ο κόσμος εξακολουθούσε να ρωτάει τον Γουότερς γι' αυτή την ένδοξη στιγμή στην ιστορία του κινηματογράφου. Στο τέλος, ο σκηνοθέτης ξέσπασε. "Ήταν ένα τόσο δα σκατουλάκι σκύλου", είπε σ' ένα δημοσιογράφο, "και την έκανε σταρ".

Πέσε λοιπόν στα γόνατα και ζήτα βοήθεια, ακόμα κι αν δε σου αρέσει, τελείωνε πάντα την ιστορία του ο Κέισι. Στο κάτω κάτω της γραφής, είναι ένα τόσο δα σκατουλάκι σκύλου.
-----
Ο Νταν το είχε ξαναδεί αυτό το θαύμα της επιστροφής της συνείδησης. Για πολλοστή φορά αναρωτήθηκε από πού ερχόταν η συνείδηση και πού πήγαινε όταν έφευγε. Ο θάνατος ήταν ένα εξίσου με τη γέννηση μεγάλο θαύμα.
-----
Αυτός που μιλούσε δεν ήταν ο Νταν ο ήρωας, αλλά ο Νταν το απόβρασμα της κοινωνίας. Ήταν αρκετά μεγάλος για να ξέρει πια ότι μέσα σ' όλους κρύβεται ένα μικρό απόβρασμα, αλλά αυτό δε βοηθάει και πολύ να το ξέρει κάποιος όταν νιώθει ότι ήρθε η ώρα να βγάλει τα άπλυτά του στη φόρα.
-----
Στα παιδιά που μεγαλώνουν οι ηθικολογίες δε βοηθάνε σε τίποτα. Ούτε τα διδάσκουν πώς να μεγαλώσουν.

Stephen King, Δόκτωρ Ύπνος, μετάφραση Γιάννη Σπανδωνή, εκδόσεις Bell

* Φωτογραφία από εδώ.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Συνέντευξη με τους Dance With Invisible Partners

Πίσω από το ποιητικό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο βρίσκεται στην ουσία ένα πρόσωπο: ο μουσικός και επιστήμονας Κωστής Γαρδίκης. Το φετινό του άλμπουμ, που φέρει τον τίτλο Honey, απέδειξε ότι είναι ικανότατος στο στήσιμο στιβαρών τραγουδιών σκοτεινής ποπ χροιάς. Η συνέντευξη που του πήρα, με αφορμή την επερχόμενη πρώτη επίσημη παρουσίαση του Honey (Κυριακή 9 Δεκεμβρίου, Six d.o.g.s.), αποσαφηνίζει διάφορα θέματα γύρω από τη ζωή και την τέχνη του. Διαβάστε την εδώ.

* Φωτογραφία: Ειρήνη Μιχοπούλου (http://www.iriniphoto.com/)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XV: Stephen King (V)

"Καλά, δεν έχεις διαβάσει τη Λάμψη;! Ούτε την ταινία έχεις δει;!"

Είναι λογικό να δυσπιστεί κανείς απέναντι σε κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο φαν του Stephen King, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει ότι δεν έχει έρθει σε επαφή με συγκεκριμένα κομμάτια της δημιουργίας του τα οποία συνέβαλαν τα μάλα στη δημιουργία του μύθου του. Όμως, όντως, μέχρι χτες το βράδυ δεν είχα διαβάσει τη Λάμψη -και ακόμα δεν έχω δει την ταινία του Stanley Kubrick, την οποία, ως γνωστόν, ο King απεχθάνεται.

Το βιβλίο, εκείνη την παλιά έκδοση από Το Κλειδί, την πέτυχα σε τιμή 5€ στο περσινό πανηγύρι του Μυστρά -και την τσίμπησα. Νομίζω ότι αν δεν μου είχαν κάνει δώρο ο Σταν και η Μαρία, το 2015, το Δόκτωρ Ύπνος, τη συνέχεια δηλαδή της Λάμψης, ενδεχομένως να αργούσε επιπλέον η συνάντησή μου με το έργο αυτό. Το οποίο μου δημιούργησε ανάμεικτα συναισθήματα: ξεκίνησα διαβάζοντας γρήγορα τις πρώτες 100+ σελίδες, έπειτα φρέναρα, αμφέβαλα, ξαναμπήκα στο πνεύμα, μέχρι να φτάσω στο τέλος όπου ένιωσα πραγματική συγκίνηση. Δεν ξέρω τι έφταιξε: η μετάφραση που είχε τα θεματάκια της, εγώ που έχω διαβάσει πλέον πολλά του King κι είμαι αυστηρός...;

Ήταν εξαρχής (1977 εκδόθηκε Η Λάμψη), πάντως, ο συγγραφέας αυτός μάστορας στο πλάσιμο απολύτως απτών χαρακτήρων: ο Τζακ Τόρανς, που παλεύει με τον αλκοολισμό του (σαφώς αυτοβιογραφικός εδώ ο King), η Γουέντι, που αγαπάει τον άντρα της αλλά νιώθει και απειλή από τη σκοτεινή πλευρά του, και ο Ντάνι, το χαρισματικό παιδί που βλέπει οράματα τα οποία δεν μπορεί να κατανοήσει, είναι χαρακτήρες που νιώθεις να γνωρίζεις καλά καθώς τελειώνεις την ανάγνωση.

Ο Γουάτσον τον κοίταξε με θαυμασμό. "Διάβολε, είσαι στ' αλήθεια κολεγιόπαιδο, έτσι δεν είναι; Μιλάς όπως τα βιβλία. Μου αρέσουν οι σπουδαγμένοι όταν δεν είναι αδερφές. Πολλοί όμως είναι. Ξέρεις ποιοι άρχισαν τις φασαρίες στα κολέγια πριν από μερικά χρόνια; Οι ομοφυλόφιλοι. Ένιωθαν περιορισμένοι και ήθελαν, λέει, να ελευθερωθούν. Να βγουν στο φως, έτσι είπαν. Που να πάρει, δεν μπορώ να καταλάβω πού βαδίζει ο κόσμος".
-----
"[...] η κολακεία είναι το γράσο που λαδώνει τους τροχούς του κόσμου".
-----
Η ψυχή ενός αληθινού τυχοδιώκτη κι ενός αληθινού συζητητή δεν έχουν μεγάλες διαφορές. Και οι δυο ενδιαφέρονταν με πάθος για τη μεγάλη ευκαιρία.
-----
"Όλοι μας θυμόμαστε πιο εύκολα τα ευχάριστα όνειρά μας παρά τα τρομακτικά. Φαίνεται πως υπάρχει κάποιο κενό ανάμεσα στη συνείδηση και το υποσυνείδητο στο οποίο ζει ένας σκληροπυρηνικός πουριτανός. Ένας λογοκριτής που αφήνει να περνάει μόνο μια μικρή ποσότητα που κι αυτή, πολύ συχνά, δεν είναι παρά μόνο συμβολική. Βέβαια όλα αυτά είναι υπεραπλουστευμένος Φρόιντ, αλλά περιγράφουν καθαρά αυτά που ξέρουμε για τις αλληλεπιδράσεις του μυαλού".
-----
"Η σχιζοφρενική συμπεριφορά είναι πολύ συνηθισμένη στα παιδιά. Είναι αποδεκτή, γιατί εμείς οι ενήλικοι έχουμε συμφωνήσει σιωπηλά πως τα παιδιά είναι παράφρονες. Έχουν αόρατους φίλους. Μπορούν να πάνε να χωθούν στην ντουλάπα όταν το θελήσουν και να αποτραβηχτούν από τον κόσμο. Αποδίδουν ιδιότητες φυλακτού σε μια συγκεκριμένη κουβέρτα, σε ένα αρκουδάκι ή σε μια ψεύτικη τίγρη. Πιπιλάνε το δάχτυλό τους. Όταν ένας ενήλικος βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, τον θεωρούμε υποψήφιο για το ζουρλομανδύα. Όταν ένα παιδί λέει πως βλέπει ένα γίγαντα στην κρεβατοκάμαρά του ή ένα βρικόλακα έξω από τα παράθυρο, χαμογελάμε με επιείκεια. Υπάρχει μια και μόνο φράση που εξηγεί όλα αυτά τα φαινόμενα που παρουσιάζονται στα παιδιά..."

"Θα μεγαλώσει και θα το ξεπεράσει", είπε ο Τζακ.
-----
Θα το έγραφε για τον ίδιο λόγο που πίστευε πως είχαν γραφτεί όλα τα λογοτεχνικά έργα και μυθιστορήματα: στο τέλος πάντα αποκαλύπτεται η αλήθεια.

Ναι, ίσως είχε δίκιο στην αρχή. Ήταν μεθύστακας και είχε κάνει φοβερά πράγματα. Ήταν φοβερό να σπάσει το χέρι του Ντάνι. Όμως όταν ένας άνθρωπος διορθώνεται δεν πρέπει αργά ή γρήγορα να του δείξουν εμπιστοσύνη; Κι αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο θα έχει άδικο αν ξαναρχίσει;
-----
Όταν πλησιάζεις τα εξήντα [...] πρέπει ν' αρχίσεις να σκέφτεσαι το θάνατο. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να πεθάνεις. Κι αυτή η σκέψη βρισκόταν στο μυαλό του όλη αυτή τη βδομάδα, όχι σαν κάτι δυσάρεστο αλλά σαν ένα γεγονός. Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Πρέπει να προσαρμόζεσαι σ' αυτή την ιδέα, αν θέλεις να είσαι ολοκληρωμένος άνθρωπος. Κι αν είναι δύσκολο να καταλάβεις το γεγονός του δικού σου θανάτου, μπορείς τουλάχιστον να το αποδεχτείς.
-----
"Πού ήσουν; Φοβηθήκαμε!" του είπε ανάμεσα από τα δόντια του που χτυπούσαν.

"Αυτό εδώ το μέρος μόνο φόβο μπορεί να προκαλέσει", είπε ο Χάλοραν.
-----
Ο Ντάνι είχε να χύσει ακόμα πολλά δάκρυα και ήταν τυχερός που ήταν τόσο μικρός και μπορούσε να κλάψει ελεύθερα. Τα δάκρυα που ανακουφίζουν συγχρόνως καίνε και βασανίζουν.
-----
"Ντάνι, άκουσέ με. Θα σου πω κάτι και δεν πρόκειται να το επαναλάβω ποτέ. Υπάρχουν πράγματα που δεν είναι κατάλληλα για τα αυτιά ενός εξάχρονου αγοριού, αλλά αυτό που πρέπει να γίνεται κι αυτό που τελικά γίνεται συμβαδίζουν σπάνια. Ο κόσμος είναι σκληρό μέρος, Ντάνι. Δεν ενδιαφέρεται. Δε μας μισεί, αλλά ούτε μας αγαπάει. Συμβαίνουν τρομερά πράγματα στον κόσμο, πράγματα που δεν μπορεί να τα εξηγήσει κανείς. Πολλές φορές οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν με φριχτούς τρόπους κι αφήνουν μόνους τους τους αγαπημένους τους. Μερικές φορές μάς φαίνεται ότι ζουν και βασιλεύουν μόνο τα καθάρματα. [...] Αυτός είναι ο προορισμός σου σ' ετούτο τον σκληρό κόσμο: να διατηρείς την αγάπη σου και να τραβάς μπροστά ό,τι κι αν συμβαίνει".

Stephen King, Η Λάμψη, μετάφραση Γιάννας Αναστοπούλου, εκδόσεις Το Κλειδί/Λιβάνης

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Η απέραντη γαλάζια μοναξιά στη Σαντορίνη

Τα σώματα απουσιάζουν, οπότε αρκούμαι στις φωνές που φτάνουν παραμορφωμένες από το πέρασμά τους μέσα απ' τα καλώδια. Τέσσερις τοίχοι. Πολλά έπιπλα, αλλά ελάχιστα από αυτά χρήσιμα: ένα τραπέζι, μια καρέκλα, ένα στρώμα.

Δουλειά πολλή, που περιμένει να πάρει τη σειρά της. Αλλά αδυνατώ να αντεπεξέλθω. Αφήνω τον χρόνο να χάνεται, χαζεύοντας δελτία ειδήσεων, ακολουθώντας αόρατα διαδικτυακά νήματα, ακούγοντας μουσικές που έχω ακούσει και ξανακούσει, προσπαθώντας να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις. Αλλά ποιες σκέψεις;

Η άλλη δουλειά, η πρωινή, είναι εκείνη που με κρατάει. Θέλω να μπω στην τάξη, να μιλήσω στα παιδιά, να μιλήσω με τα παιδιά. Θέλω να μιλήσω και με τους υπόλοιπους -με κάποιους. Με εκείνους που βλέπουν αυτό που κάνουμε όπως το βλέπω κι εγώ.

Κι έπειτα επιστρέφω στο σκοτεινό δωμάτιο. Όλο λέω "σήμερα θα κάνω αυτό κι εκείνο", αλλά δεν μπορώ. Και δεν κάνω τίποτα. Ή κάνω πολύ λίγα. Ή δεν κάνω τίποτα.

Μικρός έζησα την απουσία του γονιού από το σπίτι. Δεν μου άρεσε. Τώρα είμαι εγώ εκείνος που λείπει, και δεν μου αρέσει ακόμα περισσότερο.

Περικυκλωμένος από το απέραντο γαλάζιο που οι περισσότεροι λάτρεψαν. Που πλήρωσαν για να βρεθούν στη θέση μου. Τους το χαρίζω, θέλω να φύγω. Δεν είμαι αχάριστος, ξέρω ότι στάθηκα τυχερός. Αλλά θέλω να φύγω.

Κανείς δεν πρέπει να ζει μόνος.

Κανείς δεν πρέπει να ζει μακριά από τα πρόσωπα με τα οποία διάλεξε να ζήσει.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

Να μιλάμε για το Πολυτεχνείο

Σκέφτεσαι ότι τα παιδιά που έχουν φτάσει στο Λύκειο τα ξέρουν, τα 'χουν ακούσει καμιά δεκαριά φορές, τουλάχιστον. Κι έτσι ξεκινάς να προβάρεις με τη χορωδία, χωρίς προλόγους.

Ώσπου, εκεί που τραγουδούν "τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ", τα βλέπεις να γελάνε. Τους εξηγείς τι σημαίνει αυτό, τι γινόταν τότε, ότι ο Ανδρέας, που τον "χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα", ήταν αληθινό πρόσωπο. Σε άλλη περίπτωση, σε κουβέντα που ανοίγει μια συνάδελφος, ακούς από άλλο παιδί ότι "πρώτη φορά άκουσα κι έμαθα για το πραξικόπημα στην Κύπρο, δεν το ήξερα".

Δεν αρκεί να διοργανώνουμε μια γιορτή μια φορά τον χρόνο, με όλες τις δυσκολίες που κάτι τέτοιο έχει, αλλά και τις ευκολίες στις οποίες συχνά καταφεύγουμε λόγω των χρονικών ορίων μέσα στα οποία καλούμαστε να δράσουμε. Πρέπει πάντα να κουβεντιάζουμε με τα παιδιά, να λύνουμε τις απορίες τους, να ψάχνουμε για να απαντήσουμε και τις δικές μας. Η γιορτή αυτή είναι η πιο δική τους, απλώς πολλά δεν το ξέρουν.

Να μιλάμε για το Πολυτεχνείο στα παιδιά. Υπάρχουν άλλοι που το κάνουν συστηματικά, που τους περνάνε τη διαστρέβλωση, ακόμα και την άρνηση αυτής της Ιστορίας.

Να μιλάμε για το Πολυτεχνείο.

Να μιλάμε.

* Φωτογραφία του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα (από εδώ)

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Συνέντευξη με την Angelika Dusk

Η Angelika Dusk είναι μία από τις νέες και υποσχόμενες γυναικείες φωνές της εγχώριας σκηνής. Με το Beautiful Mess, το δεύτερο άλμπουμ της, να είναι ακόμα ζεστό, η τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια πατάει απόψε το σανίδι του Faust, στην πρώτη της ζωντανή εμφάνιση για τη φετινή σεζόν. Με αυτή την αφορμή έκανα μια κουβέντα μαζί της, για λογαριασμό του Avopolis.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Ένα αντίο στον Stan Lee (1922-2018)

"Stan Lee presents..."

Πόσες φορές δεν αντίκρισα την παραπάνω φράση, στην πρώτη σελίδα των τευχών που αγόραζα ευλαβικά κάθε εβδομάδα ως παιδί... "Μα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;"

Το πρώτο τεύχος του Σπάιντερ-Μαν μου το αγόρασε η μάνα μου -έτσι θυμάμαι, τουλάχιστον-, μαζί με κάποιο Σεραφίνο-Τιραμόλα, για να μου δώσει κάτι να ασχολούμαι. Ήμασταν στο Ναύπλιο, για τη βάφτιση της αδερφής μου, άρα μιλάμε μάλλον για το 1985. Εγώ μέσα εκεί ανακάλυψα έναν απίθανο νέο κόσμο, κι η μάνα μου μάλλον το μετάνιωσε πολλές φορές από τότε. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν διάφορες ηλίθιες θεωρίες για τα κόμικς και το πώς αυτά έκαναν τα παιδιά βίαια ή χαζά, και οι μεγάλοι πάντα προσπαθούσαν να μας αποτρέψουν από τέτοια αναγνώσματα. Η θεία μου η Φανή πρωτοστατούσε σε αυτόν τον αγώνα -μάταια πάντα: τσίμπαγα κρυφά (εντάξει, "έκλεβα" είναι το σωστό ρήμα) λεφτά από την τσάντα της μαμάς για να πάω στο περίπτερο της γειτονιάς και να τα δώσω ως αντίτιμο για λίγο ακόμη παράδεισο. Από κοντά κι ο αδερφός μου.

Εκείνα τα χρόνια, τα δικαιώματα των υπερηρώων της Marvel τα είχαν οι εκδόσεις Καμπανά (KABANAS HELLAS), και μέσα από τα "φτωχά" τεύχη τους (2 σελίδες ασπρόμαυρο, 2 σελίδες τετραχρωμία, μικρό μέγεθος) γνώρισα όχι μόνο τον φιλικό γείτονα από τη Νέα Υόρκη, αλλά και τον Χουλκ (sic), τους X-Men, τον Κάπτεν Αμέρικα και τους Εκδικητές, τον Ατρόμητο, και τόσους άλλους. Και βέβαια γνώρισα τα ονόματα των δημιουργών τους: του Stan Lee, του Steve Ditko, και των δύο πλέον αγαπημένων μου σχεδιαστών, Todd McFarlane και Frank Miller. Οι ήρωες του Lee ήταν πανίσχυροι ως ήρωες, αλλά ευάλωτοι ως άνθρωποι: χαμένοι στα καθημερινά τους προβλήματα το πρωί, στο κυνήγι των κακών τη νύχτα. Δεν καταλάβαινα όλα όσα διάβαζα (ήμουν παιδί του Δημοτικού, σε μια επαρχιακή πόλη ξεχασμένη απ' τον Θεό), όμως με συγκινούσε σε απίστευτο βαθμό η εικονογραφία και η μυθολογία του Marvel-ικού σύμπαντος.

Αργότερα, στο περιοδικό μπήκαν διάφορες στήλες ποικίλης ύλης (για υπολογιστές, μεταφυσική, UFO κλπ.), με την επιμέλεια του Πάνου Παχνέλη. Εκείνη την εποχή πρέπει να μπήκε στη στήλη αλληλογραφίας και μια επιστολή μου (το πρώτο μου δημοσιευμένο κείμενο!), για το οποίο ο Παχνέλης με συνεχάρη για τη σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας. Έπειτα, όταν είχα φτάσει στο Γυμνάσιο νομίζω, το περιοδικό έγινε έγχρωμο, μεγάλωσε σε μέγεθος και σελίδες, είχε αφίσες και έδειχνε σούπερ. Ώσπου κάποτε, ξαφνικά και απροειδοποίητα, έπαψα πια να το βρίσκω στα περίπτερα. Πήγαινα ξανά και ξανά να το αναζητήσω, μέχρι και στο τοπικό πρακτορείο Τύπου έφτασα. "Θα τους τελείωσε το χαρτί", μου απάντησε, μάλλον αστειευόμενος, ο Λιάκος...

Κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι έρχονταν οι αμερικάνικες εκδόσεις στη Σπάρτη, και αγόρασα αρκετά από εκείνα τα τεύχη, ειδικά κάποια συλλεκτικά. Ήταν πολύ πιο ακριβά βέβαια, αλλά μόνο από το ξεφύλλισμα ήταν εύκολο να καταλάβεις πόσο φτωχοί ήταν οι εν Ελλάδι συγγενείς τους. Με τις ελληνικές εκδόσεις που ανέλαβαν στη συνέχεια δεν απέκτησα ποτέ την ίδια σχέση, μόνο σποραδικά αγόραζα κάποιο τεύχος ως φοιτητής. Αλλά πια είχα χάσει την επαφή, δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τη ροή του σεναρίου. Ήμουν κάπου αλλού.

Τον ίδιο τον Stan Lee άργησα πολύ να τον δω έστω, πόσο μάλλον να τον γνωρίσω ως προσωπικότητα. Αλλά μου αρκεί που γνώρισα, τότε που έπρεπε, τα αποκυήματα της αχαλίνωτης φαντασίας του: τους ήρωες που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη, την αισθητική και την ηθική μου. Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον τον γνώρισα πάρα πολύ καλά τον μεγάλο Stan.

"With great power comes great responsibility". Well put, old friend!

* Φωτογραφία του Jefferson Graham (από εδώ)

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Η χαμένη γενιά (που δεν θα χαθεί)

Έβλεπα σήμερα (άκουγα περισσότερο) τη συνέντευξη που έδωσαν ο Γιάννης Δημαράς, ο Γιώργος Λιάνης και ο Κώστας Χαρδαβέλας στην Έλενα Κατρίτση (εκπομπή Προσωπικά, ΕΡΤ1), όπου μίλησαν για την εποχή (δεκαετία του '80) που έκαναν τους Ρεπόρτερς. Είδα με συμπάθεια την τριάδα να θυμάται, να αστειεύεται και να αναλύει μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή, από όλες τις απόψεις.

Προς το τέλος της συνέντευξης (στο 45ο λεπτό στο παρακάτω βίντεο), άκουσα τον Λιάνη να λέει κάτι που δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω ακούσει στο παρελθόν. "Σήμερα η Ελλάδα δεν έχει κανέναν μεγάλο ποιητή, κανέναν μεγάλο ζωγράφο, είναι σε παρακμή σαν χώρα", ήταν πάνω κάτω τα λόγια του.

Είναι βέβαιο, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, ότι ο Λιάνης (και η πλειοψηφία των ανθρώπων της γενιάς του ενδεχομένως, αν και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την ηλικία) δεν θα ήταν σε θέση να αναφέρει, ονομαστικά έστω, ούτε έναν ποιητή, ούτε έναν ζωγράφο, ούτε έναν μουσικό της νέας γενιάς -το "μεγάλος" είναι, ούτως ή άλλως, άλλη υπόθεση και φυσικά απαιτεί χρόνο (κάτι που εύκολα ξεχνιέται όταν μιλάμε για τα ιερά τέρατα του παρελθόντος, λες και αυτοί θεωρούνταν εν τη γενέσει τους σπουδαίοι). Κάτι τέτοιο θα ήταν ενδεχομένως αδιάφορο σε άλλη περίπτωση, αλλά στη συγκεκριμένη δεν είναι καθόλου: γιατί ο Λιάνης δήλωσε ότι επιστρέφει στην τηλεόραση, ενώ η γενιά του, και οι επόμενες, δεν έφυγαν ουσιαστικά ποτέ από τις καίριες θέσεις.

Βρίσκω χυδαίο αυτό που λένε κάποιοι νεότεροι για τους παλιούς, ότι "πρέπει να πάνε σπίτι τους". Θυμάμαι, μάλιστα, κάτι τέτοιο να το ακούω, π.χ. για τον Διονύση Σαββόπουλο, πριν από 20 χρόνια ακόμα, όταν δηλαδή ήταν στα 50 του (!). Από την άλλη, είναι απαραίτητο να αφεθεί χώρος στους νεότερους, να συνυπάρξουν, δηλαδή, οι γενιές. Και ο χώρος αυτός δεν έχει να κάνει απαραίτητα (ή μόνο) με την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και γενικότερα την παρουσία στα μέσα ενημέρωσης. Έχει να κάνει κυρίως με την ίδια την έκφραση της απαξίωσης από τους "παλιούς", τη στιγμή που προφανέστατα έχουν μείνει στα δικά τους, σε αυτά που έμαθαν στα νιάτα τους, και δεν έχουν πάρει μυρωδιά για όσα ακολούθησαν. Είναι βέβαιο ότι ο Γιώργος Λιάνης, και ο καθένας που εκφράζει την εν λόγω άποψη, γνωρίζει την άγνοιά του. Ας επιλέξουν, λοιπόν, τη σιωπή, ή ας δηλώσουν έστω τον αγνωστικισμό τους. Ευτυχώς, στο βίντεο σπεύδει να τον διορθώσει ως προς αυτό ο Δημαράς.

Δεν είναι ειδικότητά μου η ποίηση, ούτε η ζωγραφική (παρότι μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό διάφορα ονόματα με προοπτικές και από τους δύο χώρους), για τη μουσική όμως μπορώ να σκεφτώ άμεσα κάμποσους δημιουργούς, και των δύο φύλων, ονόματα που εμφανίστηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία χονδρικά, και που έχουν δώσει σημάδια ότι μπορούν να εκφράσουν το εδώ και το τώρα (μας). Η συγκεκριμένη "γενιά", που για πολλούς είναι χαμένη επειδή αδιαφόρησε για τα ταβερνεία της TV (και/ή επειδή αδιαφόρησαν τα ταβερνεία για αυτήν), είναι βέβαιο ότι θα βρει τον δρόμο της προς το κοινό, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Θα μπορούσε, όμως, να βοηθηθεί ως προς αυτό, αν ταυτόχρονα δινόταν βήμα και στους ανθρώπους που θα μπορούσαν να την καταλάβουν, να την αναλύσουν, να την κριτικάρουν.

Ναι, για το δημόσιο ραδιόφωνο θα μιλήσω εδώ: βεβαίως να δοθούν εκπομπές σε φωνές που έχουν προσφέρει και που έλειψαν. Αλλά πρέπει δίπλα σε αυτούς να υπάρξουν και άνθρωποι 20-30 χρόνια νεότεροί τους, που καταλαβαίνουν και παρακολουθούν τους νέους καλλιτέχνες. Υπάρχουν πολλοί άξιοι, που κάνουν εκπομπές σε διαδικτυακά ραδιόφωνα ή σε ιδιωτικά. Αλλά και στην τηλεόραση, πρέπει να δοθεί χώρος σε νέες ιδέες, που θα παρουσιάσουν τη μουσική και τους μουσικούς μέσα σε μια διαφορετική (επιτέλους!) συνθήκη.

Ας ψάξουν, λοιπόν, οι ιθύνοντες, ας τολμήσουν να βγουν λίγο πέρα από την ασφαλή περιοχή τους. Θα βρουν εκεί έναν κόσμο κάπως ρημαγμένο και χαώδη, αλλά ελπιδοφόρο.

* Φωτογραφία από εδώ.
   

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Η "Εκκωφαντική Σιωπή" του Γιώργου Λιτσικάκη

Δελτίο τύπου

"Εκκωφαντική Σιωπή"

Το νέο ψηφιακό single του Γιώργου Λιτσικάκη.

Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτο άλμπουμ του, Δεν Πειράζει, μια δουλειά που  ξεχώρισε και αγαπήθηκε τόσο από το κοινό, όσο και από τον έντυπο και ηλεκτρονικό μουσικό τύπο, ο Γιώργος Λιτσικάκης επιστρέφει στη δισκογραφία με ένα νέο τραγούδι.

Μετά από μια δυναμική συναυλία στον κήπο της ΕΡΤ στα πλαίσια του Summertime 2018, και λίγο πριν τις χειμερινές του εμφανίσεις, περνάει το κατώφλι του στούντιο, κυκλοφορώντας το νέο του ψηφιακό single με τίτλο "Εκκωφαντική Σιωπή".

Ένα κομμάτι που παντρεύει τις αρμονικές φόρμες του grunge και τον λυρισμό των εγχόρδων με στίχους που χτυπάνε κατευθείαν στο στομάχι.

Ένα τραγούδι για όσα ποτέ δεν τόλμησαν να ειπωθούν. Μια κραυγή γι’ αυτούς που έχασαν τη φωνή τους μέσα στα αφόρητα «βολικά» κελιά της σιωπής. Μια κλωτσιά σε κλειδωμένες πόρτες και κάλεσμα για μια ζωή απαλλαγμένη από σκιές. Ένας ύμνος για όσους τόλμησαν να φωνάξουν, αυτά που κάποτε ψέλλιζαν στο σκοτάδι.  Για όσους τίναξαν από πάνω τους το δίχτυ της αυτολύπησης. Για όσους δέχτηκαν βία, παρενόχληση και εκμετάλλευση, μα κατάφεραν να προχωρήσουν και να κοιτάξουν κατάματα τη ζωή. Για τους «ευάλωτους» που χλευάστηκαν όντας ευαίσθητοι και διαφορετικοί. Γι’ αυτούς... που αγάπησαν τον εαυτό τους.

Διαθέσιμο δωρεάν στην ιστοσελίδα www.giorgoslitsikakis.gr ή προς προαιρετική αγορά στις ψηφιακές πλατφόρμες όπως, iTunes, Google play, Amazon κλπ.

Το τραγούδι συνοδεύει videoclip που αποτυπώνει με ακρίβεια το μήνυμα του τραγουδιού. Συμμετέχει ο ηθοποιός Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος, ενώ την επιμέλειά του υπογράφει ο Σταύρος Συμεωνίδης.

Συντελεστές:
Στίχοι, μουσική : Γιώργος Λιτσικάκης
Ενορχήστρωση, ηχογράφηση, παραγωγή : Γιώργος Λιτσικάκης
Η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering έγιναν στο NobileSoundStudio (www.nobilesound.gr)
Έπαιξαν οι μουσικοί :
Χρήστος Βίγγος: τύμπανα
Θοδωρής Σταυριανός: ηλεκτρικό μπάσο
Σταύρος Παργινός: τσέλο
Γιώργος Λιτσικάκης: ηλεκτρικές κιθάρες, βιολί, πλήκτρα, φωνή.

Official Links:
www.giorgoslitsikakis.gr
www.youtube.com/giorgoslitsikakis
www.facebook.com/Giorgos.Litsikakis

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Για τη Λαμπρινή Καρακώστα (με αφορμή την εμφάνισή της στη Σαντορίνη)

Το περασμένο Σάββατο (11 Οκτωβρίου), η Λαμπρινή Καρακώστα επισκέφτηκε τη Σαντορίνη, για μια εμφάνιση στο εντευκτήριο της Εστίας του Πύργου Καλλίστης. Μαζί της είχε την ικανότατη Δέσποινα Σπανού, η οποία τη συνόδευσε με το τσέλο και τα φωνητικά της, ενώ η ίδια, πέραν της φωνής, χειρίστηκε κλασική κιθάρα, μεταλλόφωνο και κρουστά.

Την Καρακώστα την είχα πρωτοδεί το 2012, σε ένα live στη μουσική σκηνή Πυρήνας, στην Αθήνα, την εποχή που εμφανιζόταν δίπλα στον τραγουδοποιό Νίκο Ζουρνή. Με εντυπωσίασε τότε (εδώ όσα είχα γράψει στο Mix Grill), όπως και την επόμενο χρονιά, που την είδα στο πλευρό του Σωκράτη Μάλαμα, στο Θέατρο Βράχων (περισσότερα εδώ). Όμως, τούτη ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ένα δικό της πρόγραμμα και να βγάλω κάποια πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα.

Είναι, λοιπόν, η Λαμπρινή Καρακώστα μια ιδιαίτερα αξιόλογη περίπτωση καλλιτέχνιδας: αυτάρκης περφόρμερ, σίγουρη, επικοινωνιακή, όσο χρειάζεται θεατρική -μια παρουσία λαμπερή, με ουσιαστικό τρόπο. Νιώθω, μάλιστα, ότι έχει πολλά περισσότερα να δώσει από άλλες συναδέλφους της, των οποίων, όμως, το όνομα και η δράση ακούγονται πολύ περισσότερο. Εκτός των άλλων, το εύρος των ακουσμάτων της, και ο τρόπος που τα ενσωματώνει στη σκηνική της παρουσία και στο ρεπερτόριο που επιλέγει, λέει πολλά για την αληθινά ενδιαφέρουσα ιδιοσυγκρασία της. Για την αναμενόμενη δισκογραφική της εργασία, όπου θα συστήνεται επισήμως και ως τραγουδοποιός, δεν μπορώ να πω ακόμα πολλά: το "Η Αγάπη Μένει", που υπάρχει ήδη στο YouTube (ακούστε το παρακάτω), είναι καλοστεκούμενο, και τα υπόλοιπα που μας παρουσίασε εκείνο το βράδυ το ίδιο, όμως θα χρειαστεί να περιμένουμε για το ολοκληρωμένο προϊόν. Σε κάθε περίπτωση, μόνο συν μπορεί να αποτελέσει για την ίδια η αποκάλυψη αυτού του νέου προσώπου της.

Ήμασταν-δεν ήμασταν 30 άτομα στο κοινό το περασμένο Σάββατο, σε μια συναυλία που είχε δωρεάν είσοδο. Δεν ξέρω αν η Καρακώστα παίζει συχνά σε τόσο μικρά ακροατήρια, πάντως η εν λόγω προσέλευση με έκανε να σκεφτώ ξανά τα εμπόδια που συναντούν οι άνθρωποι που επιλέγουν να ακολουθήσουν μια -λιγότερο ή περισσότερο- συνεπή μουσική "καριέρα". Το απαίδευτο κοινό, η αδιαφορία των μέσων ενημέρωσης (να με συγχωρείτε, αλλά η αναδημοσίευση δελτίων Τύπου δεν αποτελεί ένδειξη ουσιαστικού ενδιαφέροντος), το γενικότερο modus vivendi που έχει επικρατήσει στην επαρχία -οι ενάντιοι παράγοντες είναι πολλοί.

Όμως καλό είναι να αισιοδοξούμε, κινητοποιούμενοι παράλληλα προς την κατεύθυνση της στήριξης εκείνων των προσώπων που θέλουμε να έχουν ενεργό ρόλο στο τραγούδι μας.

Για μένα, η Λαμπρινή Καρακώστα είναι σίγουρα ένα από αυτά τα πρόσωπα.

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από τη Facebook σελίδα της Λαμπρινής Καρακώστα.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Συνέντευξη με τους And Also The Trees

Μπάντα με δυσανάλογο μικρό, σε σχέση με την αξία της, αντίκτυπο, οι And Also The Trees μετράνε πλέον κοντά 40 χρόνια δράσης. Συχνοί επισκέπτες της χώρας μας, επανέρχονται για μια βραδιά στη Death Disco, το Σάββατο 20 Οκτωβρίου. Ο μπροστάρης Simon Huw Jones απάντησε διεξοδικά στις ερωτήσεις που του έθεσα για λογαριασμό του Avopolis. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Μνήμη Γιώργου Μαυρομανωλάκη

Ήταν Τρίτη 17 Ιουλίου, που ο παλιός μου φίλος, ο Γιώργος Μαυρομανωλάκης, πέταξε από τα τείχη στο Κομμένο Μπεντένι Ηρακλείου για κάπου αλλού. Πάνε σχεδόν τρεις μήνες από τότε, αλλά είναι σαν να συνέβη μόλις. Είναι σαν να μη συνέβη ποτέ.

Πώς να δεχτώ ότι ο Μαύρος δεν υπάρχει πια, όταν υπήρχε πάντα στο μυαλό μου, κι ας μην ήταν κοντά; Όταν ερχόταν απρόσκλητος στη σκέψη μου, για να πει τη γνώμη του για ένα τραγούδι μου ή για να απαντήσει σε μια φράση μου, σε έναν διάλογο που δεν τελείωσε ποτέ;

Τον θυμάμαι να λέει συγκλονιστικά το "Αχ, στην αρχή των τραγουδιών..." εκείνο το βράδυ που έκανα πρεμιέρα με την κομπανία σε μια ταβέρνα στο Κουμ Καπί. Τον θυμάμαι να ενθουσιάζεται με μια μέτρια μουσική ιδέα μου. Ήταν πάντα ενθουσιώδης για τη μουσική, αλλά απογοητευόταν εύκολα από την κακία και τη μικρότητα των ανθρώπων.

Δούλευε πολύ από νέος: είχε το πάθος και την υπομονή. Στις μουσικές σκηνές των Χανίων έγινε από νωρίς περιζήτητος. Ξενυχτούσε στο πάλκο για το μεροκάματο, κι έπειτα σκάλιζε τα τραγούδια του και τα ηχογραφούσε στον υπολογιστή με τα πρωτόλεια προγράμματα της εποχής. Από εκείνον, κι από τον φίλο μας τον Ιωάννη Νούσια, έμαθα το n-Track, και μπήκα κι εγώ στον κόσμο των σπιτικών ηχογραφήσεων.

Είχε του κόσμου τα όργανα στο σπίτι του, κρεμασμένα στους τοίχους -και ήξερε να τα χειριστεί. Μου δάνεισε κάποτε, θυμάμαι, ένα μαντολίνο κι ένα ντέφι για μια ηχογράφηση. Τις κιθάρες του τις ονόμαζε: Μαρία, Ειρήνη κλπ. Και είχε δυνατό αφτί: άκουγε τα πάντα, τις αρμονίες και τις λεπτομέρειες στις μελωδικές κινήσεις.

Διαφωνούσαμε συχνά, για διάφορα θέματα. Μια μεγάλη μας κόντρα ήταν για το ποιος ήταν καλύτερος, ο Φοίβος Δεληβοριάς ή ο Αλκίννοος Ιωαννίδης: ήμουν με τον πρώτο, ήταν με τον δεύτερο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο που νοίκιαζε, μια μέρα, μου είπε "άκου αυτό" και έβαλε να παίξει το "Με Τόσα Ψέματα". Δεν με έπεισε ακριβώς, αλλά όποτε ακούω το τραγούδι, τον θυμάμαι. Μια άλλη φορά, που προσπαθούσε να βγάλει τα ακόρντα για τις "Κακές Συνήθειες", με ρώτησε τη γνώμη μου, αν στο ρεφρέν ήταν G/F# ή D/F#. Όταν του είπα, συμφώνησε. Κι εγώ ένιωσα καλά για τον εαυτό μου: αν ταυτιζόταν αυτό που ακούγαμε, δεν άκουγα και τόσο χάλια τελικά.

Δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ με τον χαμό του Μαύρου. Προσπαθώ να απεικονίσω, να αναμετρηθώ με τις τελευταίες στιγμές του. Προσπαθώ να μπω στη θέση του, να περπατήσω κι εγώ στους δρόμους της σκέψης που τον έφεραν εκεί. Αδύνατον.

Απομένει μόνο η μουσική.

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XIV: Μάνος Ελευθερίου

Το είχα χωμένο σε κάποιο παράμερο ράφι της βιβλιοθήκης μου από τότε που μου το δώρισε η ξαδέρφη μου η Ντίνα (το καλοκαίρι του 2008), και χρειάστηκε ο πρόσφατος θάνατος του συγγραφέα του για να το θυμηθώ και να το ξεθάψω.

Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ. Μα τι τίτλος είναι αυτός; Για κακή γυναικεία λογοτεχνία μου κάνει... Ξεκίνησα να διαβάζω ανόρεχτα, σαν να έκανα αγγαρεία. Σκέφτηκα: ας μην διαβάσω για ένα καλοκαίρι κάτι του Stephen King, θα νομίζουν ότι είμαι μονομανής -καλά, εδώ που τα λέμε είμαι.

Δεν περίμενα να διαβάσω αυτά που διάβασα, δεν περίμενα να είναι τόσο κοντά στον Stephen King η συλλογή αυτή διηγημάτων του Μάνου Ελευθερίου. Οι ιστορίες του μοιάζουν να έρχονται από τον κόσμο του ονείρου -του εφιάλτη, καλύτερα-, μοιάζουν προϊόντα παραίσθησης ή βγαλμένες από εκείνο το σκοτεινό μέρος του μυαλού όπου κατοικεί το μεταφυσικό. Μοιάζουν ταιριαστές, βέβαια, αν σκεφτείς ότι γράφτηκαν από έναν άνθρωπο που ταλαιπωρούνταν από λογής φοβίες: υπάρχει παντού ένα στρίμωγμα, μια αγωνία ασφυκτική, μια αίσθηση ότι οι τοίχοι κλείνουν να σε πλακώσουν.

Υπάρχει ψωμί εδώ, υπάρχουν ιδέες εμπνευστικές, υπάρχει ένα σκοτάδι ανθηρό.

[...] οι αναμνήσεις, όπως λένε και πολλοί συγγραφείς, πληγώνουν περισσότερο από τα πιο φριχτά γεγονότα.
-----
Κάθισε στο βράχο και τακτοποίησε το φουστάνι της με την ίδια φροντίδα που θα καθάριζε μια γοργόνα την ουρά της από τα φύκια. Τη φαντάστηκα γοργόνα και ολόγυρά της άγριες και πεινασμένες γάτες να της τρώνε μπουκιά μπουκιά την ουρά, να κόβουν ένα κομμάτι και να πηγαίνουν στην άκρη να το απολαύσουν με την ησυχία τους.
-----
Αν ό,τι είχε συμβεί το 'βλεπαν στο χωριό οι πονηροί και καχύποπτοι γείτονες, ασφαλώς θα 'τρεχαν στον αστυνόμο, στο δάσκαλο και οπωσδήποτε στον ιερέα για να τους εξηγήσουν αυτό το σπάνιο φαινόμενο. Είναι σίγουρο ότι ο καθένας θα ‘δινε τη δική του ερμηνεία και ίσως οι γονείς ν’ άκουγαν λόγια που θα τους πίκραιναν βαθιά. Ότι αυτό που συνέβαινε στο παιδί τους δεν ήταν μήνυμα του Θεού αλλά έργο του Σατανά, ότι ουσιαστικά ήταν δικό τους έργο - ποιος ξέρει τι παλιές αμαρτίες τους πλήρωνε το αθώο παιδί, ποιος ξέρει σε τι ανομίες είχαν κάποτε μπλεχτεί, με ποιους ύποπτους και αμαρτωλούς είχαν συναλλαγές. Πώς, επιπλέον, τα κατάφερναν να ζουν τόσο καλά αφού δεν φημίζονταν για τα πλούτη τους. Θα ζητούσαν επιτακτικά να εξεταστούν σήμερα κιόλας, αυτήν ακριβώς την ώρα, όλα τα κακά σημάδια και περιστατικά που είχαν χτυπήσει το χωριό τους τα τελευταία χρόνια και βρέθηκαν και οι γονείς μπλεγμένοι.
-----
Όσο για τους προπετείς γείτονες, αν το μάθαιναν, θα συμβούλευαν τους γονείς να πάρουν πρώτα τη γνώμη του ιερέα τους, που φημιζόταν για φρόνιμος άνθρωπος, πριν το τρέξουν στους γιατρούς, όπως το μεγαλύτερο παιδί τους, και ιδού τα αποτελέσματα, που κατάντησε δηλαδή κοτζάμ άντρας με τα φάρμακα.
-----
Κάποια στιγμή, χωρίς να το θέλει, η μητέρα φαντάστηκε να της δίνουν ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για κάποιες εμφανίσεις του παιδιού της σ’ ένα θίασο ποικιλιών. Η καρδιά της σκίρτησε καθώς έπιασε να ιεραρχεί τις ανάγκες του σπιτιού της. Συνήλθε όμως γρήγορα. Ντράπηκε. Μετάνιωσε. Πώς ήταν δυνατόν να εκμεταλλευτεί το ίδιο της το παιδί, και μάλιστα την ιδιαιτερότητά του. Τα χρήματα θα γίνονταν θηλιά στο λαιμό της και στο λαιμό ολόκληρης της οικογένειας. Τα χρήματα, σκέφτηκε, θα κερδίζονταν δίχως κόπο. Επομένως θα ήταν καταραμένα. Και θα έπρεπε να περιμένουν την τιμωρία τους από στιγμή σε στιγμή.
-----
Στο κεφάλι του ξανάρχεται ο μεγάλος συγγραφέας τον οποίο θαυμάζει και φοβάται, και είναι αυτός που του υπαγορεύει τι θα γράψει και πώς θα το γράψει, ενώ, πολλές φορές, νιώθει πως το χέρι του είναι δεμένο με το σιδερένιο χέρι εκείνου και γράφει γρήγορα, χωρίς να σκέφτεται, για εικόνες και περιστάσεις που ποτέ δεν φαντάστηκε και δεν υπολόγισε.
-----
Μια φυσική άνεση που είχα να ξεφεύγω από τις παγίδες με δίδαξε πως η κακή μου πείρα είναι ο καλός μου σύμβουλος.
-----
Φαίνεται πως τα μάτια της φιλίας θολώνουν όταν πρόκειται να σε κρίνουν ή να σε προστατέψουν.
-----
Γιατί πάντα υπάρχει ένας εχθρός. Και τα χρόνια που έρχονται τον θρέφουν μυστικά και τον δυναμώνουν με το αίμα μου και μένει στη σκοτεινή γωνιά του αμίλητος. Αν βήξει, θα τον ακούσω. Μα ποιος μου λέει ότι δεν είναι κάποιος πιστός και ειλικρινής φίλος που αγρυπνάει από αγάπη για μένα!
-----
Σ’ αυτό το λευκό νεκρό δωμάτιο κανείς δεν έστεκε σκεφτικός, ούτε ξέχασε ή έχασε κάτι. Εδώ έρχονταν σιωπηλοί, με την ψυχή στο στόμα, κοίταζαν αλαφιασμένοι από τα φινιστρίνια της πόρτας, σαν να παρακολουθούσαν μια μυστική τελετή, κάτι το απαγορευμένο ή κάτι που έπρεπε να το δουν λίγοι, να το κρατήσουν στην καρδιά τους και να το ‘χουν εικόνα μέσα τους και για πάντα. Προσεύχονταν κι έφευγαν γρήγορα.
-----
Τώρα όλα πάλι είναι μπερδεμένα μέσα του. Κάτι γίνεται σε αφάνταστη μοναξιά και ησυχία. Ένας συνεχής οξύς θόρυβος που έρχεται κατευθείαν απ' τον ουρανό, σαν να σκίζει κάποιος με μανία εφημερίδες και σκληρά χαρτιά. Κι οι άγνωστοι περαστικοί μιλάνε αλαφιασμένα και κλαίγοντας, λες και μασάνε γυαλιά και φτύνουν συνεχώς αίμα και δόντια.
-----
Αλλά αυτός που είχε σε τέτοια υπόληψη το στιλ της γραφής δεν μπορεί τώρα στα ξαφνικά να τα ποδοπατήσει όλα. Δεν είναι μόνο η καλλιέπεια, είναι το ότι πρέπει να είσαι σαφής και σύντομος. Οι λέξεις να λειτουργούν χωρίς σχόλια και ερμηνευτικές παραπομπές. Να 'χουν σειρά και συνέχεια και να 'ναι απαραίτητες όπως όλα τα χαρτιά της τράπουλας.
-----
Φοβόταν κιόλας μην γίνει περίγελος στις συγκεντρώσεις του κόμματος, που ξύνανε τα νύχια τους να βρουν στον καθένα συνήθειες και χειρονομίες μιας τάξης ανθρώπων οριστικά χαμένων, παρακμιακών, όπως τους έλεγαν, αποτυχημένων και ίσως ηττοπαθών.
-----
Από το μαύρο κουτί της τηλεόρασης βγαίνουν αίματα και χύνονται στο πάτωμα του δωματίου του. Εντόσθια, σακατεμένα σώματα από τροχαία, ξεριζωμένοι μετανάστες, αδικημένοι που ζητάνε έλεος, ομαδικοί τάφοι σ' άλλες χώρες, υπουργοί που υπόσχονται καλύτερες ημέρες. Για κείνον το καλύτερο θα ήταν ν' αλλάξει σπίτι. Ν' ανέβαινε ίσως στο ρετιρέ που πουλιέται σε λογική τιμή. Πού να τρέχει σ' άλλη γειτονιά! Τουλάχιστον στα ψηλά θα 'ναι κάπως ανεξάρτητος. Θα 'χει περισσότερο φως και περισσότερο αέρα.
-----
[...] έβλεπε την προκλητική νωθρότητα και την προσβλητική αδιαφορία των κατοίκων και, κυρίως, την απαράδεκτη επιμονή τους -που εξαπλώθηκε σαν επιδημία- να τους δοθεί η δυνατότητα να χτίσουν ακόμα και πολυκατοικίες, γκρεμίζοντας ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της πόλης.
-----
Ο θρίαμβος του μίσους στην επαρχία, που φαρμακώνει τους ανθρώπους μέχρι του σημείου να εύχονται να βγάλει ο αντίπαλος το κακό σπυρί.
-----
"Όταν ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, τότε ακούω από πολύ μακριά κάτι σαν καλπασμούς αλόγων και κάτι σαν θρόισμα από μεταξωτά φορέματα. Κάνω λάθος; Εσύ είσαι; Και με πόσες γυναίκες; Και τι ρούχα φορούν, τέλος πάντων; Και γιατί όλα αυτά να γίνονται μόνο νύχτα; Όταν το πρωί με πηγαίνουν σηκωτό σ' εκείνα τα μέρη απ' όπου νόμισα ότι ερχόταν ο καλπασμός, νιώθω να με κοιτάζουν τα δέντρα με μια συμπόνοια που δεν είδα ποτέ σε άνθρωπο".
-----
Έρχονται οι γιατροί και εξετάζουν, υπολογίζουν, υποθέτουν χωρίς να ελπίζουν, μιλούν ψιθυριστά, κάπου κάπου χαμογελούν για να δίνουν θάρρος στους συγγενείς που τους κοιτούν με αγωνία. Κανείς δεν ακούει τι λένε και κανείς δεν καταλαβαίνει τα συνθηματικά αγγλικά όπως τα μιλούν, άγνωστες λέξεις, ορολογίες της ιατρικής με σπάνια ονόματα. Ποιος τα σκέφτηκε και ποιος τα κατοχύρωσε να κυλούν έτσι όμορφα στο στόμα;
-----
Η τύχη το 'φερε να κατοικώ στον Παράδεισο περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ζω εντελώς φανταστικά (αυτή τη λέξη δεν μπορώ να σας την εξηγήσω), και φυσικά μου δημιουργεί προβλήματα. Ένα απ' αυτά είναι πως δεν έχω κανέναν γνωστό μου για παρέα. Είναι περίεργο μέσα σε τόσες χιλιάδες να  μην μπορώ να διακρίνω έναν άνθρωπο της γειτονιάς μου. Όσο για κείνους που γνώριζα απ' τις εφημερίδες (επιστήμονες, αθλητές, καλλιτέχνες), αυτοί ζουν όπως τα ξέρετε και στη γη. Κήποι, μέγαρα, αυτοκίνητα, και βέβαια μαζί μας καμιά επαφή.
-----
Και κάποτε στη ζωή μου, λοιπόν, ήρθαν τα πιο θλιβερά. Έβλεπα να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο και το σπίτι μια εποχή μού φαινόταν άλλοτε πολύ μικρό κι άλλοτε απέραντο. Το επάνω πάτωμα είχε αχρηστευτεί σχεδόν, δεν ανέβαινα πια, παρόλο που άκουγα θορύβους και κάτι σαν λαχανιασμένα τρεχαλητά. Ήξερα, βέβαια, πως θα ήταν ανόητο να πιστέψω ότι υπάρχουν φαντάσματα, αλλά όσο οι θόρυβοι μεγάλωναν κάθε νύχτα, τόσο περισσότερο πίστευα πραγματικά στη μοναξιά μου. Έτσι και κάπως έτσι έμαθα να ζω στην απομόνωσή μου.
-----
Το κακό, όπως όλα τα κακά, άρχισε νύχτα. Σαν να 'γινε σεισμός ή να βομβαρδίστηκαν σπίτια και άνθρωποι, κι ο καθένας θα ήταν πια μόνος του με τη ζωή του. Όπως τις πρώτες μέρες της Δημιουργίας.
-----
Πολλοί τρώνε το ανθρώπινο κρέας και λένε πως είναι νόστιμο, και είναι αναρχικός και προδότης όποιος δεν φάει. Μερικοί κάνουν εμετό από την αηδία και την ταπείνωση. Τα έντερα τα φουσκώνουν και τα κάνουν μπαλόνια. Γλιστρούν τα χέρια τους από τα αίματα και τα πράσινα γλοιώδη υγρά.
-----
Φαίνεται ότι τα παιδιά (και όχι πάντα στον ύπνο τους) μιλούν την άγνωστη γλώσσα των δέντρων και των υδάτων.
-----
Τώρα όλα μοιάζουν μ' έναν δαιμόνιο συγγραφέα που γράφει και ξαναγράφει την ίδια πρόταση και δεν μένει ποτέ ευχαριστημένος και συνεχώς την αλλάζει και μετατοπίζει τις λέξεις, και η πρώτη γίνεται δεύτερη και η τρίτη πέμπτη· και ξανά απ' την αρχή, η πρώτη να γίνει πέμπτη, γιατί η πρόταση "ανασαίνει". Και δεν υπάρχει ξαφνικά τίποτα μέσα του για να φέγγει σ' αυτό τον κόσμο. Και γιατί τα χαρτιά που γράφει σκοτεινιάζουν περισσότερο τον κόσμο παρά τη ζωή του. Να μην φανεί, να φανεί η στέρησή του. Αμηχανία.
-----
Με την ανάγκη του κόσμου περπατάω στη μεγάλη νύχτα του. Ξαφνικά νιώθω τις ξεχασμένες μου επιθυμίες για νερό, τροφή και ξεκούραση. Είμαι τέλεια αποχαυνωμένος και παραιτημένος στα σεντόνια μου. Προσπαθώ να σκεφτώ τις ξαφνικές επιθυμίες των αρρώστων. Μοιάζουν με τις χώρες που δεν θα γνωρίσουμε. Ουράνιοι κήποι με ποτάμια που σέρνουν πουλιά, δέντρα, χρυσούς καρπούς. Λιοντάρια διασχίζουν τον αέρα κι η πεινασμένη φωνή τους ζωγραφίζει τα αμφιθέατρα μες στο μυαλό μου με αίμα και ταπείνωση. Σαν να κλαίω.
-----
"Τα δέντρα μπορεί να μην μιλούσαν, αλλά τον άφηναν να τους μιλάει εκείνος. Έμοιαζαν με κάποιες βασανισμένες γυναίκες που καταπίνουν τα φαρμάκια του βίου τους και δεν λένε λέξη. Τις σκέφτεσαι κάποτε και τις αγαπάς ξαφνικά και αφάνταστα. Αν δεν "υπάρχουν" πάντα τέτοιες γυναίκες είναι γιατί σιγά σιγά εξαφανίζονται τα δέντρα για να τις θυμίζουν, και όσα μένουν είναι τόσο γέρικα και τραυματισμένα, που δεν μένει τίποτ' άλλο παρά να τα κόψεις".

Μάνος Ελευθερίου, Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ, εκδόσεις Μεταίχμιο

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες