Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Γράμμα από την Ελένη II


Συνέντευξη με τους Potergeist

Οι Potergeist έχουν ήδη διαγράψει μια πορεία 15 χρόνων στον χώρο του σκληρού ήχου, υπηρετώντας το αγαπημένο τους southern metal/stoner rock χαρμάνι. Φέτος κυκλοφόρησαν το 5ο στούντιο άλμπουμ τους, που έχει τον τίτλο Rain Over Hell. Ενόψει της ζωντανής παρουσίασής του, την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου, στο AN Club, είχα την ευκαιρία να απευθύνω μερικές ερωτήσεις στον μπροστάρη τους, Άλεξ Σπανίδη. Πατήστε εδώ για να διαβάσετε όσα είχε να μου πει.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Μυστακίδη

Τον Δημήτρη Μυστακίδη τον πρωτοπήρα είδηση τότε που ήταν "απλώς" ο κιθαρίστας των Λαϊκεδέλικα του Θανάση Παπακωσνταντίνου. Τον παρακολούθησα, όμως, και στα δικά του πειράματα, και απόλαυσα ιδιαιτέρως το Εσπεράντο, καθώς και τα υπόλοιπα άλμπουμ με τα οποία μάς παρουσίασε τη δική του εκδοχή για το ρεμπέτικο.

Το φετινό Εδώ & Εκεί είναι το τέταρτο πόρισμα της έρευνας του Μυστακίδη, και σηματοδοτεί διάφορες μεταβάσεις για τον ίδιο και την πορεία του. Μου τα εξήγησε όλα σε μια κουβέντα που έκανα μαζί του για λογαριασμό του Avopolis. Διαβάστε πατώντας εδώ.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Οδηγοί ακρόασης ΙΙ: Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Παρότι δημοσιεύθηκε δεύτερος στη σειρά, ο οδηγός ακρόασης της δισκογραφίας του Θανάση Παπακωνσταντίνου ήταν η πρώτη αποστολή που μου ανέθεσε ο Βύρωνας Κριτζάς για το Sounds Greek to me. Πρόκειται για κείμενα που γράφτηκαν το φθινόπωρο του 2015, με κάποιες αναθεωρήσεις και προσθήκες λίγο πριν τη δημοσίευσή τους, την 1η Απριλίου 2019.

Ο Παπακωνσταντίνου, δεν είναι μυστικό, ανήκει στους πολύ αγαπημένους μου καλλιτέχνες, και η εν λόγω είναι η δεύτερη απόπειρά μου να γράψω κάτι συνολικό για την πορεία του -πατήστε εδώ για την πολύ πιο ερασιτεχνική πρώτη. Υπάρχουν στον νου μου κι άλλα πράγματα, ενδεχομένως να τα καταφέρω κάπως, κάποτε. Προς το παρόν, εδώ θα βρείτε τη δική μου εκτίμηση για το τι να προσέξετε κατά την ακρόαση των 15 μέχρι στιγμής άλμπουμ του.

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Υπογραμμίσεις XXV: Gillian Flynn

Τους τελευταίους μήνες ψάχνω μανιωδώς και παρακολουθώ στο YouTube συνεντεύξεις και διαλέξεις του Stephen King (ναι, πάλι αυτός, καλά θα κάνετε να το συνηθίσετε). Σε μια από τις ομιλίες του, λοιπόν, τον άκουσα να λέει ότι απόλαυσε την ανάγνωση του Gone Girl της Gillian Flynn. Όπως καταλαβαίνετε, το ενέταξα άμεσα στη λίστα με τα επιθυμητά μελλοντικά αναγνώσματά μου.

Ω! της συμπτώσεως, ελάχιστα μετά εντόπισα ένα αντίτυπο (το τελευταίο, μάλιστα) στο τμήμα βιβλίων του Σκλαβενίτη όπου ψωνίζω, εδώ στο νησί. Καλαίσθητη έκδοση τσέπης, με τιμή όσο δύο καφέδες (κι ούτε). Καφέδες δεν πίνω, οπότε η απόφαση ήταν εύκολη -έστω κι αν δεν το αγόρασα αμέσως, αλλά το άφησα για την επόμενη φορά που θα περνούσα από εκεί.

Το φιλμ του David Fincher το είχα δει, κάποια χρόνια πριν, βράδυ, στο σπίτι, με φίλους και συγγενείς. Θυμάμαι ότι μου άρεσε πολύ, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους -κάτι που μου συμβαίνει ανησυχητικά συχνά. Παρά ταύτα, βούτηξα με τα μούτρα στην ανάγνωση. Η Flynn γράφει πολύ καλά, και ο ευφάνταστος τρόπος με τον οποίο αφηγείται την ιστορία της εξασφαλίζει το αγκίστρωμα του αναγνώστη. Βοηθούσης και της πολύ καλής μετάφρασης (συνοδεία πολύ χρήσιμων σημειώσεων για τις πολιτιστικές αναφορές που δεν είναι προφανείς σε εμάς τους μη Αμερικανούς) από τη Βάσια Τζανακάρη, απόλαυσα ιδιαιτέρως την πλοκή, τις ανατροπές, αλλά και τους διεισδυτικούς στοχασμούς πάνω στις σχέσεις και τον θεσμό του γάμου, στον ρόλο του επαγγέλματος στην κοινωνική και προσωπική ζωή, στην παραμορφωτική λειτουργία των μίντια κ.ά.

Παρότι και η ίδια φαν του King (κατά δήλωσή της, του έστειλε την πρώτη της δουλειά ζητώντας τη γνώμη του, και έλαβε πολύ ενθαρρυντική απάντηση), η Flynn δεν ακολουθεί (στο εν λόγω, τρίτο βιβλίο της, τουλάχιστον) την τακτική του πρώτου, ως προς τη δημιουργία "συμπαθητικών" ηρώων. Ο Νικ και η Έιμι, όπως εξηγεί και η ίδια σε τηλεοπτική της συνέντευξη, δεν είναι άνθρωποι με τους οποίους μπορείς εύκολα να ταυτιστείς, αλλά είναι χαρακτήρες πολύ ενδιαφέροντες. Ίσως επειδή στις συμπεριφορές και τους καυγάδες τους, μπορεί να εντοπίσει κανείς στοιχεία της όποιας δικής του ερωτικής/συζυγικής σχέσης. Αν και έχω την εντύπωση ότι, απούσας της καλοστημένης αφηγηματικής πλεκτάνης, οι όποιοι χαρακτήρες, οσοδήποτε αληθοφανείς, δεν θα είχαν την ίδια τύχη στο θυμικό του αναγνωστικού κοινού.

Οι πάλαι ποτέ άφθονοι γραφιάδες των περιοδικών θα συνέχιζαν να αποδεκατίζονται - από το ίντερνετ, από την ύφεση, από το αμερικανικό κοινό, που προτιμά να βλέπει τηλεόραση ή να παίζει βιντεοπαιχνίδια ή να ενημερώνει ηλεκτρονικά τους φίλους του ότι, ας πούμε, η βροχή είναι χάλια! Αλλά δεν υπάρχει καμία εφαρμογή που να σε μεθάει με μπέρμπον σε ένα δροσερό, σκοτεινό μπαρ, μια ζεστή μέρα. Ο κόσμος πάντα θα θέλει ένα ποτό.
-----
[...] μια γραφική μικρή πόλη της δεκαετίας του '50 που μεγάλωσε κι έγινε ένα κλασικό μεσαίου μεγέθους προάστιο και αυτό το θεώρησε πρόοδο. Έστω κι έτσι όμως, εδώ είχε μεγαλώσει η μαμά μου, εδώ είχε μεγαλώσει εμένα και την Γκο. Είχε ιστορία. Τουλάχιστον τη δική μου ιστορία.
-----
Το ποτάμι τώρα δεν ήταν φουσκωμένο αλλά κυλούσε γοργά, με ορμητικά γλιτσιασμένα ρεύματα. Αντίστοιχα γρήγορα κινούνταν και μια μεγάλη ουρά ανθρώπων· είχαν όλοι το βλέμμα χαμηλωμένο και τους ώμους σφιγμένους, και περπατούσαν αποφασιστικά προς το πουθενά.
-----
Μ' αρέσουν τα πάρτι των γραφιάδων, τους συμπαθώ τους γραφιάδες, είμαι παιδί γραφιάδων, είμαι γραφιάς και η ίδια. Ακόμα μ' αρέσει να γράφω τη λέξη -γραφιάς- όποτε πρέπει να συμπληρώσω το επάγγελμά μου σε κάποιο έντυπο ή ερωτηματολόγιο.
-----
Λένε πως τα παιδιά από διαλυμένα σπίτια περνάνε δύσκολα, αλλά και τα παιδιά που προκύπτουν από τέλειους γάμους έχουν κι αυτά τα ζόρια τους.
------
Εκείνοι που δεν είναι αδερφές ψυχές -εκείνοι που συμβιβάστηκαν- περιφρονούν ακόμα περισσότερο την κατάστασή μου. Δεν είναι δύσκολο να βρεις κάποιον να παντρευτείς, λένε. Καμία σχέση δεν είναι τέλεια, λένε - εκείνοι, που συμβιβάζονται με σεξ από υποχρέωση και νυχτερινά τελετουργικά όλο αέρια, που συμβιβάζονται με την τηλεόραση αντί για τη συζήτηση, που πιστεύουν ότι η υποταγή στον σύζυγό σου (ναι, αγάπη μου, εντάξει, αγάπη μου) είναι το ίδιο με τη σύμπνοια. Κάνει ό,τι του λες να κάνει γιατί δεν νοιάζεται αρκετά ώστε να διαφωνήσει, σκέφτομαι. Οι ελάχιστες απαιτήσεις σου απλώς τον κάνουν να νιώθει ανώτερος ή μετανιωμένος, και κάποια μέρα θα πηδήξει την όμορφη νεαρή συνάδελφο που δεν θα του ζητάει τίποτα, κι εσύ θα πάθεις σοκ. Θέλω έναν άντρα που να το λέει η καρδιά του, να με εγκαλεί για τις μαλακίες μου (αλλά και που να του αρέσουν κάπως οι μαλακίες μου). Αλλά: δεν θέλω καμιά από εκείνες τις σχέσεις που συνεχώς τσιγκλάμε ο ένας τον άλλον, που μεταμφιέζουμε τις προσβολές σε αστεία, που εκνευριζόμαστε και που, δήθεν για παιχνίδι, τσακωνόμαστε μπροστά στους φίλους μας ελπίζοντας να τους πάρουμε με το μέρος μας για κάποιο θέμα που εκείνοι δεν δίνουν δεκάρα. Αυτές οι απαίσιες σχέσεις του "αν": Αυτός ο γάμος θα ήταν τέλειος αν...
-----
[...] αυτό δεν είναι το νόημα κάθε σχέσης: να σε μάθει κάποιος άλλος, να σε καταλάβει; Εκείνος με καταλαβαίνει. Εκείνη με καταλαβαίνει. Αυτή δεν είναι η απλή μαγική φράση;
-----
Νιώθω συμπάθεια για τις άσχημες. Με μεγάλωσαν τρεις άσχημες γυναίκες -η γιαγιά μου, η μαμά μου και η αδερφή της- και ήταν όλες έξυπνες και αστείες και δυνατές και καλές, πολύ καλές γυναίκες.
-----
[...] κάναμε ιστιοπλοΐα και σκεφτόμουν: Είναι ένα αγόρι από το Μιζούρι που διασχίζω τον ωκεανό με ανθρώπους που έχουν δει περισσότερα πράγματα από μένα. Αν άρχιζα τώρα να βλέπω πράγματα, να κάνω μεγάλη ζωή, πάλι δεν θα τους προλάβαινα. Δεν ζήλευα. Ήμουν ευχαριστημένος. Ποτέ δεν επεδίωξα πλούτη ή δόξα. Δεν με μεγάλωσαν γονείς με όνειρα μεγαλείου που φαντάζονταν το παιδί τους μελλοντικό πρόεδρο. Με μεγάλωσαν προσγειωμένοι γονείς που έβλεπαν το παιδί τους υπάλληλο γραφείου, να βγάζει κάπως τα προς το ζην.
-----
Έχω απωθήσει όλα τα πράγματα που σιχαίνομαι στον εαυτό μου στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ίσως αυτό μου αρέσει περισσότερο σ' εκείνον, αυτό που με κάνει να είμαι. Όχι αυτό που με κάνει να νιώθω, αυτό που με κάνει να είμαι.
-----
[...] αυτό που όλοι μάς λένε (και λένε και ξαναλένε) ότι είναι η ουσία του γάμου: συμβιβασμός!
-----
"Φυσικά. Όπως είπα, ό,τι θέλετε".

"Ευχαριστώ, Νικ. Το εκτιμώ. Μερικές φορές κάποιοι μας δυσκολεύουν, απλώς και μόνο επειδή μπορούν".

Εγώ ήμουν ακριβώς το αντίθετο. Ο πατέρας μου είχε μπολιάσει την παιδική μου ηλικία με σιωπηρά κατηγορώ· ήταν το είδος του ανθρώπου που είχε λυμένο το ζωνάρι του για καβγά. Αυτό είχε κάνει την Γκο να υιοθετήσει αμυντική στάση και να μην ανέχεται αδικαιολόγητες μαλακίες, ενώ εγώ είχα γίνει ασυνείδητα γλείφτης απέναντι σε κάθε εξουσία. Έγλειφα τη μαμά, τον μπαμπά, τους δασκάλους: Ό,τι σας διευκολύνει, κύριε ή κυρία. Ήθελα διαρκείς επαίνους. Κάποτε η Γκο μού είχε πει: "Θα έλεγες ψέματα, θα κορόιδευες, θα έκλεβες -διάολε, θα σκότωνες ακόμα- για να πείσεις τους ανθρώπους ότι είσαι καλός".
-----
Εδώ, στο Μιζούρι, οι γυναίκες ψωνίζουν στο πολυκατάστημα Target, ετοιμάζουν φροντισμένα, παχυντικά γεύματα, γελάνε για το πόσο λίγα ισπανικά θυμούνται από το λύκειο. Ο ανταγωνισμός δεν τις ενδιαφέρει. Η ασίγαστη επιθυμία της Έιμι για επιτυχία χαιρετίζεται με ειλικρινή αποδοχή και ίσως και λίγο οίκτο. Ήταν ό,τι χειρότερο για την ανταγωνιστική γυναίκα μου: μια πόλη με ανθρώπους που δεν τους πείραζε να είναι αποτυχημένοι.
-----
Ο ύπνος μοιάζει με γάτα: Σε πλησιάζει μόνο όταν τον αγνοείς.
-----
Μηνύματα και εντολές αποκλειστικά για σας από τον πατέρα μου, διευθυντή μιας μεσαίας τηλεφωνικής εταιρείας που φερόταν στη μάνα μου σαν να ήταν ανίκανος υπάλληλος, στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη; Δεν σήκωσε ποτέ χέρι πάνω της, αλλά ο τεράστιος θυμός που ένιωθε και δεν εξέφραζε με λόγια κυρίευε το σπίτι για μέρες, εβδομάδες κάποιες φορές, κάνοντας τον αέρα βαρύ και την αναπνοή δύσκολη. Ο πατέρας μου περπατούσε με το σαγόνι του τεντωμένο μοιάζοντας με χτυπημένο, εκδικητικό μποξέρ, κι έτριζε τα δόντια του τόσο δυνατά, που τα άκουγες στην άλλη άκρη του σπιτιού. Πετούσε πράγματα, όχι ίσια πάνω της, αλλά τριγύρω. Είμαι σίγουρος ότι έλεγε στον εαυτό του: Δεν τη χτύπησα ποτέ. Είμαι σίγουρος ότι χάρη σ' αυτήν την τεχνική λεπτομέρεια ποτέ δεν θεώρησε ότι την κακοποιεί. Αλλά μετέτρεψε την οικογενειακή μας ζωή σε ένα ατελείωτο ταξίδι, με κακές οδηγίες και θυμωμένο οδηγό, σε διακοπές που ποτέ δεν έγιναν διασκεδαστικές - Μη με κάνετε να γυρίσουμε πίσω. Σε παρακαλώ, αλήθεια, ας γυρίσουμε πίσω.

Τα πιο όμορφα και καλά πράγματα τα κάνουν γυναίκες που ο κόσμος χλευάζει.
-----
Μου φαινόταν ότι δεν υπήρχε τίποτα καινούργιο για να ανακαλυφθεί. Η κοινωνία μας ήταν αποτέλεσμα αναπαραγωγής σε καταστροφικό βαθμό. Ήμασταν οι πρώτοι άνθρωποι που δεν θα έβλεπαν τίποτα για πρώτη φορά. Ατενίζουμε τα θαύματα του κόσμου, ανέκφραστοι, αδιάφοροι. Τη Μόνα Λίζα, τις πυραμίδες, το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ. Ζώα της ζούγκλας που επιτίθενται, πανάρχαια παγόβουνα που καταρρέουν, ηφαίστεια που εκρήγνυνται. Δεν μπορώ να θυμηθώ ένα εκπληκτικό πράγμα που να είδα και να μη μου θύμισε αμέσως κάποια ταινία ή εκπομπή. Ή κάποια γαμημένη διαφήμιση. Ξέρετε το ενοχλητικό ρεφρέν των μπλαζέ τύπων: Σιγάααα, το 'χουμε δει. Κυριολεκτικά τα έχω δει όλα, και το χειρότερο, αυτό που με κάνει να θέλω να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα, είναι ότι η εξ αντανακλάσεως εμπειρία είναι πάντα καλύτερη. Η εικόνα είναι πιο ευκρινής, η θέα καλύτερη, η γωνία της κάμερας και η μουσική υπόκρουση κατευθύνουν τα συναισθήματά μου με τρόπο που η πραγματικότητα δεν μπορεί πια. Δεν ξέρω αν είμαστε καν άνθρωποι σε αυτήν τη φάση, όσοι από εμάς είναι σαν τους περισσότερους που μεγάλωσαν με τηλεόραση και ταινίες και τώρα υπάρχει το ίντερνετ. Αν μας προδώσουν, ξέρουμε τι λέξεις να πούμε· όταν πεθάνει ένας αγαπημένος μας, ξέρουμε τι λέξεις να πούμε. Αν θέλουμε να κάνουμε τους ωραίους ή τους εξυπνάκηδες ή τους χαζούς, ξέρουμε τι λέξεις να πούμε. Όλοι δουλεύουμε με το ίδιο σενάριο, ένα σενάριο τόσο φθαρμένο, που οι άκρες του έχουν γυρίσει προς τα μέσα.

Είναι πολύ δύσκολη εποχή να είσαι άνθρωπος, αληθινός, πραγματικός άνθρωπος και όχι μια σειρά χαρακτηριστικών από έναν ανεξάντλητο αυτόματο πωλητή χαρακτήρων.

Κι αν όλοι μας παίζουμε ρόλους, τότε αποκλείεται να υπάρχουν αδερφές ψυχές, γιατί δεν έχουμε πραγματικές ψυχές.

Είχα φτάσει σε σημείο να πιστεύω ότι τίποτα δεν είχε σημασία, γιατί δεν ήμουν αληθινός άνθρωπος κι ούτε κανένας άλλος ήταν.

Θα έκανα τα πάντα για να νιώσω ξανά αληθινός.
-----
Ένιωθα απαίσια, το στομάχι μου ανακατευόταν και ψυχολογικά κατέρρεα. Ίσως έφταιγε εκείνο το στοιχείο που δεν μπορούσα να ξεδιαλύνω, αλλά ξαφνικά ένιωθα σαν να είχα παραβλέψει κάτι. Ότι είχα κάνει κάποιο τεράστιο λάθος που θα απέβαινε καταστροφικό. Ίσως ήταν η συνείδησή μου που, εξορισμένη στο απομονωτήριό της, έξυνε με τα νύχια της την πόρτα.
-----
[...] σκέφτηκα: η αγάπη σε κάνει να θέλεις να γίνεις καλύτερος άνθρωπος - σωστά, σωστά. Αλλά ίσως η αγάπη, η αληθινή αγάπη, να σου επιτρέπει να είσαι ο εαυτός σου.
-----
Ο Νικ αγαπούσε ένα κορίτσι που δεν υπάρχει. Προσποιούμουν, όπως έκανα συχνά, προσποιούμουν ότι είχα μια συγκεκριμένη προσωπικότητα. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, έτσι έκανα πάντα: πώς μερικές γυναίκες αλλάζουν συχνά στιλ, εγώ αλλάζω προσωπικότητα. Ποια προσωπικότητα μου πάει, τι έχει ζήτηση, τι φοριέται; Έχω την αίσθηση ότι οι περισσότεροι το κάνουν, απλώς δεν το παραδέχονται ή βολεύονται με μια προσωπικότητα, γιατί είναι ή πολύ τεμπέληδες ή πολύ ηλίθιοι για να την αλλάξουν.
-----
Οι άντρες όντως νομίζουν ότι υπάρχουν τέτοια κορίτσια. Ίσως γιατί ένα σωρό γυναίκες προσποιούνται ότι είναι έτσι. Για πολύ καιρό ένιωθα ότι τα Κουλ Κορίτσια με πρόσβαλαν. Έβλεπα τους άντρες -φίλους, συναδέλφους, ξένους- να χαζεύουν τελείως μ' αυτές τις υποκρίτριες, και ήθελα να τους βάλω κάτω και να τους πω ήρεμα κι ωραία: Δεν τα 'χεις με πραγματική γυναίκα, τα 'χεις με μια γυναίκα που έχει δει πολλές ταινίες φτιαγμένες από κοινωνικά ανάπηρους άντρες, οι οποίοι αρέσκονται να πιστεύουν ότι τέτοιες γυναίκες υπάρχουν και μπορεί να τους χαρίσουν ένα φιλί. Ήθελα να αρπάξω κάθε τέτοιον ταλαίπωρο τύπο από τα πέτα του ή από την τσάντα ταχυδρόμου και να του πω: Έι, αυτή η γκόμενα δεν γουστάρει στ' αλήθεια τόσο πολύ τα τσίλι ντογκ - σε κανέναν δεν αρέσουν τόσο πολύ τα τσίλι ντογκ! Τα Κουλ Κορίτσια είναι αξιοθρήνητα και για έναν ακόμα λόγο: Δεν προσποιούνται καν ότι είναι οι γυναίκες που θα ήθελαν να είναι, προσποιούνται ότι είναι οι γυναίκες που θα ήθελαν οι άντρες. [...] Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές αλλά, πιστέψτε με, σίγουρα θέλει το Κουλ Κορίτσι, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κορίτσι που της αρέσει ό,τι και σ' εκείνον και δεν γκρινιάζει ποτέ.
-----
Μια διαφήμιση για ταμπόν, μια διαφήμιση για απορρυπαντικό, μια διαφήμιση για σερβιέτες, μια διαφήμιση για καθαριστικό τζαμιών. Θα 'λεγε κανείς ότι οι γυναίκες μόνο καθαρίζουν και αιμορραγούν.
-----
Όταν είσαι μοναχοπαίδι, είσαι επιφορτισμένη με μια άδικη ευθύνη - μεγαλώνεις ξέροντας ότι δεν σου επιτρέπεται απογοητεύσεις, δεν σου επιτρέπεται καν να πεθάνεις. Δεν υπάρχει κανένας αντικαταστάτης τριγύρω. Είσαι μόνο εσύ. Είναι απελπιστικό να είσαι άψογος, και επίσης η εξουσία σε μεθάει. Κάπως έτσι φτιάχνονται οι τύραννοι.
-----
Οι είρωνες πάντα διαλύονται όταν έρχονται αντιμέτωποι με την ειλικρίνεια.
-----
Τα ευχαριστώ μου συχνά ακούγονται βεβιασμένα. Συχνά δεν τα λέω καν: οι άνθρωποι κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν και μετά περιμένουν να τονίσεις πόσο το εκτιμάς - είναι σαν τους υπαλλήλους σε μαγαζί με παγωμένο γιαούρτι που βάζουν ένα πλαστικό κυπελλάκι για φιλοδωρήματα.
-----
[...] δεν γίνεται να έχεις ερωτευτεί όσο εμείς και να μη σ' έχει ποτίσει το συναίσθημα αυτό μέχρι το μεδούλι. Η δική μας αγάπη δεν μπορεί να υποχωρήσει, πάντα καραδοκεί για να επιστρέψει. Ο πιο γλυκός καρκίνος του κόσμου.
-----
Θέλω τον άντρα που υποκρινόταν - οι γυναίκες λατρεύουν αυτόν τον άντρα. Εγώ τον λατρεύω. Αυτόν θέλω για άντρα μου. Αυτόν περίμενα. Αυτός μου αξίζει.

Gillian Flynn, Το Κορίτσι Που Εξαφανίστηκε, μετάφραση Βάσιας Τζανακάρη, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2016 (πρώτη έκδοση 2012)

* Φωτογραφία: Haidi Jo Brady (από εδώ)

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Υπογραμμίσεις XXIV: Αύγουστος Κορτώ

Το όνομα του Αύγουστου Κορτώ το άκουσα πολλές φορές την τελευταία δεκαετία (τουλάχιστον), μέσα σε συνήθως θετικά συμφραζόμενα. Ήταν, οπότε, από τους συγγραφείς που είχα σκοπό να ψάξω -ανήκει, άλλωστε, και στη γενιά μου. Όταν, λοιπόν, τον περασμένο Ιούνιο, η Σάντη και η Ελένη μου δώρισαν το Φωτιά Στα Σαββατόπαχα, είπα ότι έφτασε εκείνη η ώρα -η οποία τελικά άργησε λίγο ακόμα...

Οφείλω εξαρχής να γράψω ότι η συλλογή αυτή ευθυμογραφημάτων αποτελεί ένα από τα πιο (αν όχι το πιο) "πέρασε και δεν ακούμπησε" πράγματα που έχω διαβάσει. Η γραφή του Κορτώ σαφέστατα ρέει σαν το γάργαρο νεράκι, όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν αφήνει πολλά πίσω της. Βρήκα αποτυχημένες τις απόπειρές του να σατιρίσει τα διαδικτυακά ήθη (το real thing είναι απολαυστικότερο και πολύ πιο τρελό), κάπως κουραστική την αχαλίνωτη γλώσσα του και την εμμονή του με τη σκατολογία, και συνολικά κάπως ανούσια αυτοβιογραφική την όλη φάση. Ένιωσα σαν να διάβαζα καταχωρήσεις από το ημερολόγιο κάποιου, όπου παρελαύνουν απλώς γεγονότα και απουσιάζουν οι ουσιαστικές σκέψεις. Αν και συμφωνώ ότι δεν πρέπει να κρίνουμε ένα βιβλίο απ' το εξώφυλλό του, εδώ νομίζω ότι έχουμε μια εξαίρεση.

Ξεχωρίζω, πάντως, από τα παραπάνω, την ιστορία με τίτλο "Το μαμόθρεφτο", όπου ο συγγραφέας επιστρέφει στο πρόσωπο που τον έκανε διάσημο: τη μητέρα του. Βρήκα τις σελίδες που της αντιστοιχούν συγκινητικές -αν και πάλι όχι αστείες- και, διόλου τυχαία, όλα -πλην ενός- τα παρακάτω αποσπάσματα, προέρχονται από αυτήν. Οπωσδήποτε θα επιδιώξω σύντομα να διαβάσω και το περίφημο Βιβλίο Της Κατερίνας, καθώς σε καμιά περίπτωση δεν θεωρώ ότι ξεμπέρδεψα έτσι εύκολα με τον Κορτώ.

[...] αυτό το καλό έχουν οι πεθαμένοι: όσο κι αν θα διαφωνούσαν εν ζωή, δεν έχουν πια τη δυνατότητα να φέρουν αντιρρήσεις. Η ζωή τους, οι ίδιοι οι νεκροί που αγαπήσαμε, μας ανήκουν ολοκληρωτικά.
-----
[...] δεν ήξερα τι να πρωτοθυμηθώ, τι να περισώσω απ' τη λήθη που πλησιάζει πάντα με αθόρυβα βήματα για να κλέψει κομμάτι κομμάτι ό,τι συνθέτει τον εαυτό σου [...].
-----
Διόλου περιέργως, πολλές απ' τις αναμνήσεις με πρωταγωνίστρια τη μάνα μου περιστρέφονται, με τρόπο ευτράπελο, γύρω απ' το φαΐ. Λογικό, θα μου πεις: οι μανάδες πρώτες μας ταΐζουν με το ίδιο τους το κορμί, κι ιδίως οι Ελληνίδες κρύβουν συχνά μέσα τους μια Λωξάντρα που θέλει διακαώς να μπουκώνει όποιον αγαπάει με κάθε λογής φαγιά.
-----
Σαν να τη βλέπω ακόμα να καλπάζει στη φωτεινή σήραγγα των παιδικών μου χρόνων, με τη μορφή της ν' αλλάζει διαδοχικά από ζουμπουρλούδικη γκομενάρα του '80 με το μαλλί τζίβα απ' την περμανάντ σαν της χαμένης αδελφής Τζάκσον, σε σαραντάρα ισχνή από εξουθενωτικές δίαιτες και χάπια αδυνατίσματος (θυρορμόνη, που τότε συνταγογραφούσαν αφειδώς πολλοί ασυνείδητοι γιατροί), στο τετράπαχο, ροδομάγουλο Κατερινάκι των τελευταίων χρόνων, ολοστρόγγυλο με το εμπριμέ ολόσωμο μαγιό.
-----
Μάνα και γιος είχαμε πολλά τέτοια χούγια στα οποία ήμασταν ίδιοι κι απαράλλαχτοι - όπως η θανάσιμη βαρεμάρα που μας έπιανε όταν έπρεπε να αγοράσουμε καινούρια ρούχα. Ακόμα και τώρα, που κοντεύω τα σαράντα, είμαι ασύλληπτα δύστροπος όταν αναγκάζομαι να αγοράσω μπλουζάκια, παπούτσια και πουκάμισα (το χειρότερό μου είναι τα παντελόνια: τρέμω και μόνο στη σκέψη), διότι τα πράγματα είναι απλά: είτε φορέσω γαμπριάτικο κοστούμι είτε σκάφανδρο καταδύτη, είναι αδύνατο να μ' αρέσει αυτό που βλέπω στον καθρέφτη, αρκεί τα ρούχα μου να με χωράνε και να μην έχουν πολλές εμφανείς τρύπες.

Όλες αυτές τις μικρές και μεγάλες ταπεινώσεις, τις προδοσίες του κορμιού και της ψυχής, η μάνα τις αντιμετώπιζε με βουδιστική μακροθυμία και με γενναίες δόσεις αυτοσαρκασμού - ο οποίος, ακόμα κι όταν άγγιζε το μίσος για τον εαυτό της, ήταν στην πραγματικότητα ένας περίτεχνος μηχανισμός επιβίωσης, ένας θαυματουργός τρόπος να μετατρέπει την αποστροφή για τη ζωή, που ώρες ώρες την έπνιγε, σε φάρσα, καλαμπούρι, κάτι ανώδυνο που μοιραζόμασταν για τον χαβαλέ.

Ξέρω καλά πως η σχέση μας απείχε παρασάγγας απ' το υγιές πρότυπο, πως ήταν ξεκάθαρα συμβιωτική: ένα είδος αγνού, μητρικού-υιικού έρωτα, μες στον οποίο μοιραζόμασταν τα πάντα - αμήχανες εκμυστηρεύσεις, ιδιωτικές αναμνήσεις, ακόμα και την παθολογία της κατάθλιψης απ' την οποία υποφέραμε εκ περιτροπής, ως αδιάσπαστο δίπολο, όπου κάθε φορά ο ένας ήταν ο φροντιστής του άλλου, ο επιστάτης της όποιας αδυναμίας του, που δεν έφερνε ποτέ την παραμικρή αντίρρηση, αντιμετωπίζοντας την ίδια του την ύπαρξη ως έναν αεικίνητο μηχανισμό στοργής για το αγαπημένο έτερον ήμισυ.
-----
Όμως κανείς μας δεν είναι άτρωτος στο παρελθόν: είμαστε όλοι ισόβιοι φορείς του αξερίζωτου μικροβίου της παιδικής ηλικίας. Κι έτσι, κάθε φορά που το βράδυ μπαίνει απ' το παράθυρο μια απ' αυτές τις αχαμνές καφετιές πεταλουδίτσες -σκόρος στην ουσία, αλλά το πεταλούδα είναι πιο εύηχο όσο να πεις-, θυμάμαι ότι η Κατερίνα τις έλεγε ψυχές, και πως όταν ήμουν μικρός, πίστευα (με την τόσο βραχύβια ζέση της παιδικής αφέλειας) ότι αυτά τα τοσοδούλικα πλάσματα είναι στην πραγματικότητα οι ψυχές όσων έχουμε χάσει, που έρχονται να μας δουν έστω και για λίγες μόνο στιγμές.
-----
Και στο μεταξύ ζω χωρίς ζάχαρη. Εγώ. Ο Πέτρος. Που έχει τη φωτογραφία μου η εγκυκλοπαίδεια δίπλα στο ζαχαροκάλαμο.

Αλλά δε βαριέσαι - η ζωή είναι γλυκιά από μόνη της.

Αύγουστος Κορτώ, Φωτιά Στα Σαββατόπαχα, εκδόσεις Πατάκη, 2018

* Φωτογραφία από εδώ

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2019

Υπογραμμίσεις XXIII: Stephen King (VII)

Θέλω κάθε καλοκαίρι να διαβάζω κάτι από Stephen King, αλλά το φετινό δεν τα κατάφερα -κι έτσι τον έπιασα τον Σεπτέμβρη. Είπα ότι δεν γινόταν άλλο να μου ξεφεύγει το βιβλίο που ξεκίνησε όλο το... μπάχαλο.

Παρότι την ταινία του Brian De Palma την είχα (ψευτο)δεί, το ρούφηξα το Κάρι: διένυσα τις 300+ σελίδες του μέσα σε μία εβδομάδα, σε χρόνο, δηλαδή, σπάνιο για τα δεδομένα μου. Ο King φαίνεται πως υπήρξε με το καλημέρα ικανότατος στο χτίσιμο του σασπένς και η πολλαπλών οπτικών γωνιών αφήγηση μαρτυρά την τεχνική αρτιότητά του. Είναι και το θέμα του βιβλίου που με αφορά πολύ, βέβαια: η εφηβεία και ο σχολικός εκφοβισμός σχολιάζονται μέσα από τον λόγο του με διεισδυτικότητα και οι χαρακτήρες του ξεπηδούν από τις σελίδες ολοζώντανοι. Όταν το έγραφε, άλλωστε, δίδασκε και ο ίδιος σε σχολείο.

Κατά τα άλλα, ακόμα προσπαθώ να συνηθίσω τις -απόλυτα άρτιες, για να μην παρεξηγηθώ- εκδόσεις του Κλειδάριθμου, έπειτα από τόσα χρόνια ανάγνωσης αντιτύπων της Bell...

[...] η δεσποινίς Ντιτζάρντεν χρησιμοποίησε τη συνήθη πρακτική με την οποία αντιμετωπίζεται η υστερία: χαστούκισε την Κάρι με δύναμη στο μάγουλο. Θα ήταν δύσκολο να παραδεχτεί ότι το ευχαριστήθηκε, και σίγουρα θα είχε αρνηθεί ότι θεωρούσε την Κάρι ένα σακί παραγεμισμένο με λίπος, που γκρίνιαζε διαρκώς. Ήταν η πρώτη της χρονιά που δούλευε σε σχολείο και προσπαθούσε ακόμα να πείσει τον εαυτό της πως όλα τα παιδιά είχαν καλά στοιχεία μέσα τους.
-----
Η μαμά δεν λέει ότι θα έρθει η Ημέρα της Κρίσεως
(και το όνομα του αστέρος λέγεται ο Άψινθος εγώ δε παιδεύσω υμάς εν σκορπιούς)
κι ότι θα παρουσιαστεί ένας άγγελος με μια ρομφαία;

Μακάρι να γινόταν αυτό σήμερα κιόλας, και ο Χριστός να μην ερχόταν μ' ένα αρνάκι και την γκλίτσα του τσοπάνη, αλλά μ' έναν βράχο σε κάθε χέρι για να συνθλίψει τους περιπαίκτες και τους χλευαστές, να ξεριζώσει το κακό και να το καταστρέψει μ' ένα ουρλιαχτό -ένας ζοφερός Ιησούς, διψασμένος για αίμα και δικαιοσύνη.
-----
Έχοντας εξασφαλίσει κάτι που ανέκαθεν ποθούσε -σταθερότητα στη ζωή της, ασφάλεια, κύρος-, ανακάλυψε ότι αυτά συμβαδίζουν μ' ένα αίσθημα στενοχώριας που τα συνοδεύει σαν μια απειλητική αδερφή. Δεν το είχε ονειρευτεί έτσι. Έξω από τον ζεστό φωτεινό τους κύκλο καραδοκούσαν πράγματα σκοτεινά, ανεξιχνίαστα. Η ιδέα ότι τον άφησε να τη γαμήσει
(είναι ανάγκη να εκφράζεσαι έτσι ναι αυτή τη φορά υπάρχει λόγος)
απλώς και μόνο επειδή ο Τόμι ήταν δημοφιλής, για παράδειγμα. Το γεγονός ότι ήταν ταιριαστό ζευγάρι όταν κυκλοφορούσαν μαζί ή ότι όταν έβλεπε το είδωλό τους στη βιτρίνα ενός μαγαζιού σκεφτόταν: Να ένα ωραίο ζευγάρι. Ήταν σίγουρη
(ή τουλάχιστον ήλπιζε)
ότι δεν ήταν τόσο αδύναμη, τόσο πρόθυμη να ικανοποιήσει υπάκουα τις αυτάρεσκες προσδοκίες των γονιών, των φίλων ακόμη και τις δικές της. [...] Η λέξη την οποία απέφευγε να χρησιμοποιήσει ήταν το ρήμα συμμορφώνομαι, που της έφερνε στο μυαλό εικόνες θλιβερές, μαλλιά τυλιγμένα σε μπιγκουτί, ατελείωτα απογεύματα μπροστά στη σιδερώστρα, με την τηλεόραση να παίζει σαπουνόπερες, ενόσω ο αντρούλης λιώνει στη δουλειά σ' ένα μίζερο γραφείο· συμμετοχή σε εκδηλώσεις της Ένωσης Γονέων Καθηγητών και αργότερα, όταν το εισόδημά τους θα ανερχόταν σε πενταψήφιο νούμερο, η λέσχη της καλής κοινωνίας· αμέτρητα χάπια μέσα σε στρογγυλές κίτρινες θήκες, έτσι ώστε να διατηρηθεί η σιλουέτα της νεανική όσο το δυνατόν περισσότερο και να σιγουρευτεί ότι δεν θα προκύψουν ανεπιθύμητοι μικροί επισκέπτες που τα κάνουν επάνω τους και τσιρίζουν στις δύο η ώρα το πρωί· αγώνες, στο όνομα μας απελπισμένης ευπρέπειας, προκειμένου να μη μολυνθούν τα λευκά προάστια από αράπηδες [...].
-----
"Τα κορίτσια κρύβουν μέσα τους αρκετή δόση κακίας, κάτι που τα αγόρια δεν μπορούν να το καταλάβουν."
-----
"Ήσασταν παιδιά", είπε ο Τόμι. "Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. Τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται καν ότι οι πράξεις τους πληγώνουν τους άλλους. Δεν διαθέτουν ε... ενσυναίσθηση. Με πιάνεις τι εννοώ;"

Η Σου κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να εκφράσει αυτό που αισθανόταν, γιατί ξαφνικά της φάνηκε σημαντικό να σταθεί υπεράνω του επεισοδίου στα ντους, όπως ο ουρανός δεσπόζει πάνω από τα βουνά.

"Μα σχεδόν κανένας δεν αντιλαμβάνεται ότι οι πράξεις του πληγώνουν πραγματικά, αληθινά, τους άλλους! Οι άνθρωποι δεν γίνονται καλύτεροι, γίνονται απλώς πιο πανούργοι. Όταν γίνεσαι πιο πανούργος, δεν παύεις να μαδάς τα φτερά των πεταλούδων, απλώς βρίσκεις μια καλύτερη δικαιολογία για να το κάνεις. Πολλά παιδιά λένε ότι λυπούνται την Κάρι Γουάιτ -προπάντων κορίτσια, κι αυτό είναι το πιο γελοίο-, όμως είμαι σίγουρη ότι κανένας δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει να είσαι η Κάρι Γουάιτ είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Και στην ουσία δεν νοιάζονται."

"Εσύ νοιάζεσαι;"

"Δεν ξέρω!" αναφώνησε η Σου. "Όμως κάποιος θα πρέπει να προσπαθήσει να κάνει κάτι που μετράει... κάτι που να έχει κάποιο νόημα."

[...] οι εκπρόσωποι του αντρικού φύλου δεν περιμένουν πολλά από τους ομοίους τους σε θέματα αλτρουισμού.
-----
Δεν ήξερε αν το χάρισμά της προερχόταν από τον άρχοντα του φωτός ή του σκότους, και τώρα που ανακάλυπτε, επιτέλους, ότι η προέλευσή του της ήταν αδιάφορη, την πλημμύρισε μια απερίγραπτη ανακούφιση, σαν να έφυγε από τους ώμους της ένα τεράστιο βάρος που την έκανε να στενάζει εδώ και καιρό.
-----
Στην Αμερική, κάθε φορά που συμβαίνει κάτι σημαντικό, του στήνουν βάθρο, το φυλάνε όπως φυλάμε τα πρώτα παπουτσάκια ενός μωρού. Αυτό τους επιτρέπει να το ξεχάσουν.
-----
Συνέχισαν να χρωματίζουν περιχαρακωμένες στη σιωπή τους. Η Σου ήξερε ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα όσο τα είχε περιγράψει η Έλεν, ότι στα μάτια των συμμαθητών της δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια. Δεν θα μπορούσε να είναι. Είχε πάρει μια πρωτοβουλία επικίνδυνη, απρόβλεπτη -είχε βγάλει τη μάσκα και είχε αποκαλύψει το πρόσωπό της.
-----
Κοιτάχτηκαν χωρίς να ανταλλάξουν λέξη.

Η Κάρι σκέφτηκε ότι αν ξέφευγε από τα χείλη του ο παραμικρός άτοπος ήχος, θα ράγιζε η καρδιά της, και ότι αν εκείνος έβαζε τα γέλια, θα πέθαινε. Ένιωσε πραγματικά -σωματικά- να συστέλλεται ολόκληρη η στερημένη ζωή της και να συγκεντρώνεται σ' ένα σημείο που θα μπορούσε να ήταν το τέλος όλων ή η αρχή μιας φωτεινής ακτίνας που διαρκώς διευρυνόταν.

Εντέλει τον ρώτησε απελπισμένα: "Σου αρέσω;"

"Είσαι όμορφη", της απάντησε.

Και ήταν όντως.
-----
Όμως το "λυπάμαι" είναι ο μαϊντανός των ανθρώπινων συναισθημάτων. Είναι αυτό που λες όταν χύνεις τον καφέ ή όταν αστοχείς σε αγώνα μπόουλινγκ της ομάδας σου στο πρωτάθλημα. Η αληθινή λύπη σπανίζει όσο και η αληθινή αγάπη.
-----
Από τη στιγμή που τη μετέτρεψαν σε δημοσιογραφική είδηση, τίποτα δεν μπορεί να την ξανακάνει ανθρώπινο πλάσμα.
-----
Όμως το αμάξι... το αμάξι είχε τη δική του μυστική δύναμη και όχι μόνο τροφοδοτούσε και τον ίδιο με δύναμη, αλλά του έδινε και μια αίγλη. Του έδινε ένα πρόσωπο στην κοινωνία, τον έκανε άνθρωπο με επιβάλλον. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι τα περισσότερα φιστικώματα τα είχε κάνει στο πίσω κάθισμα. Το αμάξι ήταν δούλος του και θεός του. Έδινε και μπορούσε να αφαιρέσει.
-----
Το γεγονός ότι αποφάσισαν να βγουν και να την αφήσουν στην ησυχία της ήταν για κείνη μεγάλη ανακούφιση, μιας και εξακολουθούσε να αναρωτιέται για τα κίνητρα της πράξης της, ενώ απέφευγε να τα εξετάσει βαθύτερα από φόβο μην τυχόν ανακαλύψει κάποιο αστραφτερό πετράδι ιδιοτέλειας να της κλείνει το μάτι μέσα από το μαύρο βελούδο του υποσυνείδητού της.
-----
Τους είχε στο χέρι, βρίσκονταν στο έλεός της. Δύναμη! Τι φοβερή λέξη!
-----
Προσευχόταν, όμως απάντηση δεν έπαιρνε. Δεν ήταν κανένας εκεί - κι αν ήταν, Εκείνος, ή Αυτό, παρέμενε κουφός στις προσευχές της. Ο Θεός της είχε γυρίσει την πλάτη, και γιατί όχι; Στο κάτω κάτω, ήταν εξίσου υπεύθυνος για τη φρίκη που βίωνε.

Stephen King, Κάρι, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2019 (πρώτη έκδοση 1974)

* Φωτογραφία από εδώ

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Οδηγοί ακρόασης I: Πυξ Λαξ

Όπως πολλοί άλλοι, πέρασα κι εγώ τη "φάση Πυξ Λαξ" στα (πρώτα) φοιτητικά μου χρόνια. Εκείνη την εποχή, 1997 έως 2001, το γκρουπ ήταν στα ντουζένια του, και τα τραγούδια του έπαιζαν όπου κι αν βρισκόσουν: σε σπίτια, σε καφετέριες, σε κλαμπ, σε αυτοκίνητα... Έχω, πάντως, την εντύπωση ότι ο πρώτος ενθουσιώδης ακροατής τους που γνώρισα ήταν ο ξάδερφός μου ο Στέλιος: στο σπίτι του είδα πρώτη φορά το εξώφυλλο του "Ο Μπαμπούλας Τραγουδάει Μόνος Τις Νύχτες..."

Κάπου στο γύρισμα της χιλιετίας, όμως, οι Πυξ Λαξ άλλαξαν: άρχισαν να τραγουδάνε κάτι κακόμοιρα και βαρύγδουπα τραγούδια, κι ήρθε και για μένα η ευκαιρία της αποδόμησής τους. Έκτοτε είμαι στην αντιπολίτευση, ειδικά απέναντι στους αδαείς που νομίζουν ότι ακούγοντας "έντεχνο" κάνουν κάποιου είδους "ποιοτική" επιλογή.

Όταν καλείσαι, βέβαια, να κάνεις μια συνολική αποτίμηση του έργου ενός καλλιτέχνη, οφείλεις να αφήσεις, στο μέτρο του δυνατού, τις προσωπικές σου απόψεις εκτός. Ή, καλύτερα, να τις επανεξετάσεις. Πάντα το προσπαθώ, και στην περίπτωση των Πυξ Λαξ όντως επανεκτίμησα όσα ωραία έκαναν στην πρώτη περίοδό τους. Για τα μετέπειτα παραμένω άπιστος Θωμάς, ακόμα περισσότερο ίσως.

Ο οδηγός ακρόασης για τη δισκογραφία των Πυξ Λαξ ήταν η δεύτερη αποστολή που μου ανατέθηκε από τον Βύρωνα Κριτζά, στα πλαίσια του υπερφιλόδοξου σχεδίου του για ένα ελληνικό All Music -ή κάτι τέτοιο. Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν στις αρχές του 2016, τότε που ακόμα το Sound Greek to me ήταν απλώς μια ιδέα, η οποία πολλοί φοβόμασταν ότι δεν θα υλοποιούνταν ποτέ -και διαψευστήκαμε από το πείσμα του Βύρωνα. Απλώς "χτενίστηκαν" και συμπληρώθηκαν, λίγο πριν τη δημοσίευσή τους, στις 13 Φεβρουαρίου 2019.

Διαβάζετε πατώντας εδώ.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

Υπογραμμίσεις XXII: Γιάννης Παλαβός

Το όνομα του Γιάννη Παλαβού το έμαθα τον Ιούνιο, όταν, σε κάποια παραλία, είδα ένα βιβλίο του στα χέρια της Πέννυς. Λίγες μέρες μετά, εκείνη μου δώρησε ένα άλλο(;) βιβλίο του, με τίτλο Το Παιδί. Δεν το διάβασα το καλοκαίρι γιατί ήθελα να του δώσω την προσοχή που αξίζει σε κάθε δώρο -η σειρά του ήρθε τον Σεπτέμβρη.

Ο Παλαβός είναι ένας νέος άνθρωπος, που γράφει "ξερά", και αφηγείται κάπως σκοτεινές ιστορίες από την παιδική του ηλικία και τον τόπο καταγωγής του, το Βελβεντό Κοζάνης. Από πολλές απόψεις, μου θύμισε τον αγαπημένο μου διηγηματογράφο Δημήτρη Πετσετίδη -χωρίς να προσπαθώ να πω ότι ο Παλαβός δεν έχει τον δικό του μύθο και κόσμο. Οι ιστορίες του και ο τρόπος του έχουν οπωσδήποτε κάτι που σε τραβάει εντός τους, και σε κάνει να θες να αναζητήσεις και τα υπόλοιπα γραπτά του.

Όσο προχωρούσε η ώρα, στα γύρω στενά η κίνηση αύξανε. Τελευταίες αγορές πριν τη γιορτή. Καφέδες, μηχανάκια. Τα αρώματα των λουλουδιών υποχωρούσαν μαζί με τον ήλιο. Η σκιά του καμπαναριού μάκραινε. Δεκαοχτούρες στις σκεπές. Την περισσότερη ώρα δεν λέγαμε τίποτα. Περιμέναμε.
-----
Ο Καραλιός κλοτσούσε και χτυπούσε. Κάπου κάπου βλέπαμε αίματα στις ρωγμές, στα χόρτα που φύτρωναν πλάι στις μυρμηγκοφωλιές. Ώσπου είδαμε τον μικρό απ' τον Συνοικισμό με μια κοτρόνα στα χέρια, την είχε πάρει απ' το παρτέρι. Πήγε πίσω απ' τον Καραλιό και με μια παράδοξη ησυχία, σαν να έκοβε λουλούδια, σαν να χάιδευε τα μαλλιά νεογέννητου, την κατέβασε στο κεφάλι του. Ο Καραλιός γύρισε ζαλισμένος, παραπάτησε κι ύστερα ο μικρός την κατέβασε άλλη μια, αυτή τη φορά στο πρόσωπο, έπειτα μια φορά ακόμα. Ο Καραλιός ξαπλώθηκε.
-----
Την πομπή, ακριβώς πίσω απ' τον παπά, οδηγούσε ο μικρός. Ανέκφραστος παρά το πλήθος στην πλατεία, ατάραχος ακόμα κι όταν μεσάνυχτα άστραψαν πάνω μας γαλαζοπράσινα τα πυροτεχνήματα - λες και δεν ήταν Πάσχα, λες κι ήταν μια Τρίτη βράδυ, Ιούλιος με τις ζέστες κι όλος ο Συνοικισμός στις αυλές, στις πλαστικές καρέκλες, να πίνει μπύρες σιωπηλός.

[...] κανένας -ακόμα κι οι λίγοι που τον έπαιρναν στο ψιλό, που τον έλεγαν σαλεμένο-, κανένας δεν τον αποστρεφόταν. Απεναντίας: τον καλούσαν σε τσιμπούσια και συλλείτουργα, τον πότιζαν ρακί κι αυτός κούρδιζε το λαούτο κι άρχιζε τις ιστορίες. Ήταν λατέρνα ζωντανή, αλλά δεν ήταν ξένο σώμα. Δεν ήταν περίγελος. Ο Γιάννης ήταν ο αφηγητής, εστία με φωτιά, ο κόσμος ζέσταινε τα χέρια του.
-----
Η Γεωργία προχωρά κι απασχολεί το μυαλό της με χίλια δυο: με μια χελώνα που λιάζεται στη χλόη, με τους μαιάνδρους των μίσχων, με το σφύριγμα των μπεκ που βρέχουν τους γύρω αγρούς. Όμως, καθώς πιάνει τον ανήφορο προς ναΐσκο -ασβεστωμένο και λαμπρό μέσα στα καραγάτσια-, νιώθει σαν σήτα που πάνω της κολλούν μύγες. Δεν ανεβαίνει αυτή το ύψωμα, έτσι νιώθει· είναι αλλού, ένα χιλιόμετρο πέρα κι από αγνάντι βλέπει μια κουκκίδα να ροκανίζει τα σκαλιά, να τραβά τον σύρτη της περίφραξης. Μπαίνει στην αυλή κι απλώνει τα πρησμένα της πόδια στο πεζούλι. Κάθε μέρα η ίδια σκέψη: πρώτα δεν ήθελε κανέναν, μετά δεν έβρισκε κανέναν.

Γιάννης Παλαβός, Το Παιδί, εκδόσεις Νεφέλη, 2019

* Φωτογραφία από εδώ

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2019

Η νέα χρονιά ξεκινά πάντα τον Σεπτέμβρη

Με θυμάμαι παιδί, να παίζω στο πάτωμα, στο σπίτι της οδού Ευαγγελιστρίας. Τέλη Αυγούστου/αρχές Σεπτέμβρη, και στο στομάχι μου να νιώθω ένα πετάρισμα να εναλλάσσεται με ένα σφίξιμο: ξεκινούσε το πανηγύρι του Μυστρά και θα έπαιρνα κάποιο δώρο, αλλά λίγο μετά ξεκινούσαν και τα σχολεία.

Πέρασαν τα χρόνια, κάποια στιγμή ο καταναγκασμός του σχολείου τελείωσε. Οι σπουδές ήταν διαφορετική υπόθεση: δεν ήσουν υποχρεωμένος να είσαι πάντα εκεί, υπήρχε μια ελευθερία και μια "ισότητα" με τους "μεγάλους". Ο Σεπτέμβριος ήταν και πάλι, όμως, ένα ξεκίνημα: επιλογή μαθημάτων, καινούρια τετράδια και γραφική ύλη, στόχοι και σχέδια: τι θα παρακολουθήσω, ποια πρέπει/θέλω να περάσω... Και το σημαντικότερο: με τι θα καταπιαστώ στον ελεύθερο χρόνο μου, τι θα φτιάξω, τι θα ξεκινήσω;

Έπιασα τα 41, και, καλώς ή κακώς, δεν θυμάμαι χρονιά χωρίς εξεταστική Σεπτεμβρίου, χωρίς ανανέωση εγγραφής, χωρίς το νέο ξεκίνημα να έρχεται μετά τις ζεστές μέρες του Αυγούστου. Ακόμα και η "δουλειά" που αναπάντεχα μου ανατέθηκε πριν δύο χρόνια, σε αυτόν τον περιοδικό κύκλο εντάσσεται. Η επίσημη αλλαγή χρονιάς, τον Γενάρη, είναι απλώς μια ευκαιρία για γιορτή και ανταλλαγή δώρων: δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα, πέρα από την ημερομηνία που πρέπει να συνηθίσω να γράφω αλλιώς.

Η νέα χρονιά ξεκινά πάντα τον Σεπτέμβρη. Φέτος με νέα καθήκοντα, με νέα σχέδια, με νέες ιδέες και καινούριες προκλήσεις.

Στο κυνήγι τους, λοιπόν, κι ας ξέρω ότι τα περισσότερα θα 'ρθουν του χρόνου τέτοιον καιρό να μου χτυπήσουν τον ώμο παραπονεμένα.

* Φωτογραφία από εδώ

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες