Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Υπογραμμίσεις XIII: Βύρωνας Κριτζάς

Στο φετινό, δεύτερο βιβλίο του (μετά το πολύ καλό Bob Dylan - 100 Τραγούδια που εκδόθηκε το 2016), ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Βύρωνας Κριτζάς καταπιάνεται με 45 τραγούδια που, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, καθρεφτίζουν την Ελλάδα της περιόδου 1990-2017.

Το Οι Ωραίοι Έχουν Χρέη αποδείχθηκε ένα χαλαρό και διαφωτιστικό σε πολλές περιπτώσεις ανάγνωσμα. Παρότι ο Κριτζάς αναίρεσε πολύ γρήγορα εκείνο το "η αυτοβιογραφία μου μπορεί να περιμένει", που μου είχε πει στη συνέντευξη που κάναμε για το Avopolis, εμπλέκοντας πολλές φορές σε υπερβολικό βαθμό τον εαυτό του στην αφήγησή του, καταλήγει σε ουκ ολίγα ενδιαφέροντα συμπεράσματα και καταθέτει πολύ ενδιαφέρουσες ματιές πάνω στα περισσότερα από τα τραγούδια με τα οποία ασχολείται στο πόνημά του.

Νομίζω πως ο Κριτζάς επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό αυτό που είχε ως στόχο: στις 208 σελίδες του βιβλίου του, τις πολύ όμορφα εικονογραφημένες από τον ταλαντούχο ζωγράφο Αχιλλέα Ραζή, παρελαύνουν όχι μόνο (σχεδόν) όλες οι τάσεις τις οποίες ακολούθησε το τραγούδι μας, αλλά και η ιστορία και οι συνθήκες που αυτό κλήθηκε να συνοδεύσει ή να σχολιάσει. Μπορείς να διαφωνήσεις με το κάπως "ελαφρύ" στυλ γραφής (το οποίο, φαντάζομαι, απαιτείται για να εκδοθείς τη σήμερον ημέρα) ή με κάποια "πολιτικοποιημένα" σχόλιά του, όμως στο τέλος τον παραδέχεσαι τον συγγραφέα. Και αναγνωρίζεις ότι τέτοιου είδους βιβλία λείπουν από την εγχώρια βιβλιογραφία.

Η επανεπισκεψιμότητα, αν σε ενδιαφέρει όντως η μουσική και η σκέψη γύρω από αυτήν, είναι εγγυημένη.

[...] το μοντέρνο τραγούδι εξακολουθούσε να καταγράφει την τρελή πορεία της ζωής μας, τις καμπύλες και τις ευθείες της -και μάλιστα, με μεγαλύτερη ακρίβεια απ' ό,τι, για παράδειγμα, το weird wave του ελληνικού σινεμά. [...] υπάρχουν στιχάκια πρόσφατα τα οποία φανερώνουν αλήθειες για το ποιοι είμαστε (ή ποιοι θέλουμε να είμαστε, ή ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε) καλύτερα από οτιδήποτε [...].
-----
Σκέφτομαι πως μια αλήθεια έντιμη κι ελεύθερη σαν του Κηλαηδόνη σήμερα ίσως έμπαινε κάτω από την ταμπέλα του "μαζί τα φάγαμε", με λιντσάρισμα στα social media και συλλογικό κράξιμο. Ευτυχώς, ήδη από τότε δεν έλειπαν οι λοξοί τύποι που σε εποχές πολιτικού φανατισμού καβαλούν το άλογό τους και ξεφεύγουν από το πλήθος, σαν φτωχοί και μόνοι καουμπόηδες, που αποστασιοποιούνται συνειδητά από τη δράση του γουέστερν.
-----
Καθώς χαζεύω τα λικνίσματά τους μέσα στα μαγαζιά, τις φαντάζομαι γυμνές, απαλλαγμένες από τα ρούχα και τα φτιασίδια τους, να υπακούν χωρίς καμιά βαθιά σκέψη ή εκλογίκευση στις προσταγές του κορμιού τους. Μοιάζουν με τα τραγούδια που ακούνε, τα κορίτσια αυτά. Δεν είναι του πνεύματος, είναι του σώματος.
-----
[...] στην ελληνική τέχνη [...] εμφανίζεται συχνά μια μεγάλη παρανόηση περί αξίας. Ποιοτικό θεωρείται μονάχα το "σοβαρό", το οποίο συνήθως δεν αντέχουμε για περισσότερα από πέντε λεπτά, ή το περιφρονούμε ως "κουλτούρα να φύγουμε". Όμως το τραγούδι χορευτικής εκτόνωσης [...] δεν χρειάζεται απαραιτήτως να λύνει γρίφους. Εξυπηρετεί έναν σκοπό - και, ως εκ τούτου, έχει τη σημασία του.
-----
[...] μπορεί σήμερα τα σκονισμένα CD και τα βινύλια να καταλαμβάνουν τα ράφια μας σαν την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, σπουδαία και άχρηστα ταυτοχρόνως, ωστόσο οι πίστες διατηρούν τον κόσμο τους, το ίδιο και οι μουσικές σκηνές. Τα καλοκαιρινά φεστιβάλ έχουν παλμό, τα πανηγύρια πετάνε σπίθες, οι εγχώριοι καλλιτέχνες συγκεντρώνουν χιλιάδες θεατές στα live τους, πολλές φορές χωρίς καινούριο ή χωρίς δικό τους ρεπερτόριο. Ναι, αν μιλάμε για μουσική, τότε μπορούμε με ασφάλεια να ισχυριστούμε πως το σώμα νίκησε το πνεύμα.
-----
[...] μήπως σε τελευταία ανάλυση, δεν φταίει μονάχα "ο σάπιος κόσμος", αλλά κι εκείνοι που επέλεξαν τη στείρα ρητορική τού "καταδικάζουμε απερίφραστα", χωρίς να προτείνουν εφαρμόσιμες λύσεις;
Νομίζω πως ο Τριπολίτης θα συμφωνούσε πρώτος. Αλλά ίσως τελικά να είναι αυτή ακριβώς η απουσία αυτοκριτικής ένα από τα στοιχεία που ανάγουν το "Ανεμολόγιό" του σε εμβληματικό τραγούδι, φωτογραφία ενός πικραμένου κομμουνιστή των 90's, ο οποίος ήθελε να αλλάξουν όλα χωρίς να αλλάξει ο ίδιος.
-----
Την ίδια εποχή βάλαμε FilmNet, κι ένα βράδυ που λείπανε οι γονείς διακοπές πέτυχα κανονικό πορνό. Σκληρό, ψεύτικο, ακαλαίσθητο, καθόλου δε μ' άρεσε. Ευτυχώς κάποια στιγμή ήρθε το Ίντερνετ και σωθήκαμε. Όλοι μας.
-----
Προσωπικά, αισθάνομαι τυχερός που με τη βοήθεια της Άντζυς Σαμίου κατέβηκα με ομαλό τρόπο "πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά", χωρίς να δω από νωρίς τι ακριβώς συμβαίνει εκεί κάτω. Και όπως τότε μου άρεσε να ακούω το τραγούδι της γιατί με έκανε να νιώθω έξυπνος και μεγάλος, σήμερα θαυμάζω το θάρρος μιας mainstream λαϊκής τραγουδίστριας να εκφράσει δημόσια τη σεξουαλική της επιθυμία.
-----
Το τραγούδι αντανακλά την κοινωνία, ασφαλώς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λοιπόν, αυτό που ανατέλλει είναι ένας νέος εθνικισμός, του οποίου η φάλτσα κραυγή ενίοτε αγγίζει τα όρια του κιτς.
-----
[...] το "Μια Ελλάδα Φως" πατάει σε μια στρωτή μελωδία που, όταν φτάνει στο ρεφρέν, θες να την τραγουδήσεις. Είναι έξυπνο. Λειτουργεί. Και κυρίως πιάνει τον παλμό της εποχής: την παροδική, όσον αφορά τη μουσική, μόδα, αλλά και τη διαχρονική ανάγκη του Έλληνα να αντλεί δύναμη από το ένδοξο παρελθόν του.

Σε μια κοινωνία [...] που ο πατριωτισμός σταμπάρεται εύκολα ως εθνικισμός, το να αγαπάς τη χώρα σου χωρίς να το τραγουδάς, αλλά και χωρίς να ντρέπεσαι γι' αυτό, μοιάζει σήμερα δυσκολότερο από ποτέ.
-----
Πέρα από την κλισέ ερώτηση "έχεις σκεφτεί να φύγεις έξω;", υπάρχει και η κλισέ άποψη ότι "το εξωτερικό σού ανοίγει τα μάτια". Προσωπικά, έχω δει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι έζησαν έξω και τα μάτια τους είναι πιο κλειστά κι από τα μάτια της Νατάσας Μποφίλιου όταν τραγουδάει. Ένα scroll down στο timeline του Facebook, μια ερωτική σχέση, ένα στρυφνό αφεντικό μπορούν, πολλές φορές, να σου μάθουν περισσότερα για τη ζωή από ένα Erasmus. Ομοίως, ένα τραγούδι του Πορτοκάλογλου μπορεί να σου μεταδώσει πιο ουσιαστικά το αίσθημα αγάπης για την πατρίδα από μια έπαρση της ελληνικής σημαίας.
-----
[...] ο Ορφέας Περίδης, ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της γενιάς του, ένας δημιουργός που έγραψε σοβαρό λαϊκό τραγούδι για το ευρύ κοινό, ξανάγινε αυτό που ήταν πριν από τη "Φωτοβολίδα" και τις μετέπειτα επιτυχίες του: ένας ευγενικός τροβαδούρος χαμηλών ντεσιμπέλ, ο οποίος τραγουδούσε για λίγους. Αυτό που ήταν έγινε ξανά, μέσα απ' τη δικιά μας τη ματιά.
-----
Μολονότι συχνά ακαταλαβίστικο, στις καλές του στιγμές το έντεχνο προσπάθησε κι αυτό το έρμο να μας πει πέντε πράγματα για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, προς τα πού πηγαίνουμε, τι μας φταίει που κάποια βράδια δεν μπορούμε να κοιμηθούμε.
-----
[...] οι πιο χαρούμενοι τελικά είναι όσοι αντέχουν τη μοναξιά τους και την κοντρολάρουν. [...] Αυτούς που βλέπετε να είναι κάθε βράδυ έξω, αυτούς θα πρέπει να παρηγοράτε. Δεν αντέχουν το βάρος του εαυτού τους και το περιφέρουνε, μπας και τους βοηθήσει κανείς να το σηκώσουν.
-----
Κάτι [...] παράδοξοι τύποι διασκέδαζαν πάντα τα πλήθη στη νεότερη Ελλάδα, για να εισπράξουν μετά περιφρόνηση επειδή δεν ήταν "ποιοτικοί". Τι παρεξήγηση κι αυτή, τι χυδαία μεταβίβαση ευθύνης!
-----
Στο αιώνιο ερώτημα αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα, καλλιτέχνες και κοινό μπορούν να αποδίδουν αέναα ο ένας στον άλλον ευθύνες για τα όσα δεινά περνά το τραγούδι.
-----
Άραγε οι τόσες χιλιάδες κόσμου που χόρεψαν τη "Ρόζα" ήταν πράγματι απογοητευμένοι αριστεροί, ξεχασμένοι στου αιώνα την παράγκα; Ή μήπως τακτοποιημένοι μικροαστοί, που ζητούσαν ένα ιδεολογικό άλλοθι για να ξεδιπλώσουν τις χορευτικές αρετές τους εισπράττοντας παλαμάκια; Εξέφρασε πράγματι τη μουδιασμένη, ηττημένη Αριστερά που δεν ήξερε κομπιούτερ το τραγούδι αυτό; Ή την κουλτούρα της μαζικής διασκέδασης των ύστερων πασοκτζήδων του εκσυγχρονισμού;
-----
Του "Διθέσιου" οι ρόδες σε άλλον δρόμο κυλάνε. Άθελά τους ίσως, ασυνείδητα, τραγούδια σαν κι αυτό θα οδηγήσουν τον ελληνικό στίχο σε έναν αστικό νταλκά της μεγαλούπολης, ο οποίος παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του και εκδηλώνεται με δυσνόητες εκφράσεις ξεγυμνώματος ψυχής που ψηλαφούν την ποίηση χωρίς να την κατακτούν. Εδώ θα πατήσουν συγκεκριμένες δημοφιλείς τραγουδίστριες των επόμενων δεκαετιών, εδώ και μια διαστρεβλωμένη αντίληψη περί ποιότητας, που εξωθεί την ελαφρότητα της σχολής Κηλαηδόνη στο περιθώριο, ως κάτι παρωχημένο και ασήμαντο.
-----
Νομίζω πως οι άνθρωποι που θέτουν έναν σκοπό στη ζωή τους (επαγγελματικό, δημιουργικό) και βυθίζονται σε αυτόν, τείνουν να γίνονται απότομοι στα κοντινά τους πρόσωπα και συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις σχέσεις τους. Τύποι απόμακροι, μοναχικοί, κυκλοθυμικοί, λιγομίλητοι, τύποι που ξεχνάνε να σε πάρουν τηλέφωνο, δεν το σηκώνουν όταν τους παίρνεις εσύ και μοιάζουν να συντηρούν ένα υπερτροφικό Εγώ, χαρίζουν την αγάπη τους με άλλους τρόπους.
-----
[...] πόσο τρυφερό, πόσο ειλικρινές, ο άνθρωπος που κάποτε μιλούσε για υπόγειες διαδρομές και πονηρούς πολιτευτές και κοινότητες να αποζητά τώρα μονάχα τη συζυγική κατανόηση, βρίσκοντας την έμπνευσή του μέσω αυτής αλλά και μέσα σ' αυτήν;
-----
Αγάλι αγάλι, η παράδοση γίνεται το νέο "μαύρο", κατευθύνοντας το κοινό προς μια νέα μαζικότητα που θα οδηγήσει στα λαϊκά προσκυνήματα του Χαρούλη. Από τον Θανάση ξεκίνησε όμως. [...] Ο "Πεχλιβάνης" περνάει στο καλλιεργημένο κοινό αριστερής νοοτροπίας που έχει ήδη διαμορφωμένες πολιτικές απόψεις και ζητάει τραγούδια να τις σιγοντάρουν, περνάει σε αυτούς που είδαν φως και μπήκαν, περνάει στο μισο-ξεκούρδιστο μπαγλαμαδάκι του περιπλανώμενου μουσικού που τραγουδάει στην άκρη του πεζοδρομίου με μαύρες πατούσες. Αντίθετα με την "Πριγκιπέσα" του Μάλαμα, ο "Πεχλιβάνης" δεν περνάει στα μπουζουξίδικα, γιατί κουβαλάει κάτι πρωτόγονο και άκαμπτο.
-----
[...] εξακολουθούν να υφίστανται μια κριτική ότι μαϊμουδίζουν, την ώρα που η ξενομανία τους επαληθεύεται σε διάφορες πτυχές της ζωής τους (στον τρόπο που μιλάνε, στο ντύσιμο, στα στέκια τους) και επομένως είναι μια ειλικρινής, γενικότερη στάση. Το αγγλόφωνο τραγούδι, που βγαίνει μπροστά το 2001 με αιχμή του δόρατος το "Fake" των Raining Pleasure, fake δεν είναι. Μπορεί να μην εξελίσσει την ελληνική μουσική, μπορεί στο μεγαλύτερο μέρος του να μην εκφράζει την ελληνική κοινωνία μέσα από τα θέματα που θίγει, την εκφράζει ωστόσο μέσα από την ίδια την επιλογή της αγγλικής γλώσσας, τον μιμητισμό των ξενόφερτων τρόπων.
-----
Για τους περισσότερους, τα φοιτητικά χρόνια είναι περίοδος πολιτικής αφύπνισης. Για μένα ήταν η περίοδος που σιχάθηκα την πολιτική, βλέποντας από πρώτο χέρι τον χυδαίο προσηλυτισμό της, τα πρώτα μικρά ρουσφέτια, αλλά και κάτι απόπειρες φοιτητικών συνελεύσεων, θεατρικές παραστάσεις με ηθοποιούς χωρίς ταλέντο.
-----
Τηρουμένων των αναλογιών, τα Δεκεμβριανά ήταν το Πολυτεχνείο της γενιάς μας - και μολονότι το "Σιγά Μην Κλάψω" γράφτηκε πολύ πριν από τα γεγονότα, με κάποιον τρόπο τα φωτίζει, τα εμπεριέχει. Διέδωσε μια κραυγή προσωπικής ελευθερίας που αντήχησε στον συλλογικό νου, παρακινώντας μια γενιά να κρατήσει απόσταση από τον φόβο κάθε εξουσίας.
-----
Οι μεγάλοι έχουν να το καυχιούνται ότι ο χασάπης τούς γνωρίζει προσωπικά και τους δίνει το καλύτερο κρέας. Μας λένε πως οι καιροί είναι δύσκολοι, γι' αυτό να μάθουμε γλώσσες, να κάνουμε μεταπτυχιακά, σεμινάρια. Μιλούν για "εξασφάλιση". Θέλουν να μας δουν τακτοποιημένους με μια καλή δουλειά και μια καλή κοπέλα, τη στιγμή που ο βασικός μισθός δε φτάνει ούτε για να κεράσουμε αυτή την κοπέλα δυο ποτά. Ο χασάπης μας δίνει καλό κρέας γιατί μας ξέρει, αλλά όποιος δεν μας ξέρει μας πιάνει κορόιδα - και μάλλον εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
-----
Με βασικά όπλα του τον ελιγμό στα μουσικά είδη και ένα νεύρο το οποίο τινάζει ψηλά την εκάστοτε μελωδία, ο Νίκος Καρβέλας υπήρξε από τη Μεταπολίτευση και μετά ο πιο ακριβής μεταφραστής της δυτικής ποπ/ροκ στο εδώ και τώρα της Ελληνίδας που θέλει να ξεδώσει, ένας hitmaker αέναα φλεγόμενος από την ίδια του την έφεση στις επιτυχίες. Παρά τη σουξεδιάρικη λογική της, η τέχνη του δε στερείται ευαισθησίας ή ταλέντου - και παρέμεινε φτηνή για να πουλιέται και να αγοράζεται απ' όλους, ακριβώς όπως τα πρόστυχα μαύρα εσώρουχα που ο ίδιος ύμνησε.
-----
Αυτό είναι η τέχνη μάλλον. Η παρηγοριά σου και η μικρή η διαφορά σου από τους άλλους. Ένα κουσούρι τού να βλέπεις τη ζωή σαν ταινία, σαν τραγούδι ή σαν πίνακα ζωγραφικής, για να αντλείς δύναμη και να αποφεύγεις την πραγματικότητα. Μια ιδιαιτερότητα όμορφη μεν, αλλά και καταστροφική όταν τη νιώθεις να σε αποξενώνει από τον διπλανό σου.
-----
[...] το πατροπαράδοτα λαϊκό τραγούδι στέκει [...] αμέτοχο, άβουλο. Τσουγκρίζει τα ποτήρια του στο "Στην υγειά μας" κι αντί να μιλήσει στους 20άρηδες, γλεντάει το ένδοξο παρελθόν του στα χαμόγελα ηθοποιών που ανταλλάσσουν καλαμπούρια. Όταν πια σοβαρεύει, αναζητά έναν νέο Μπιθικώτση, τη στιγμή που δεν υπάρχει ούτε ένας νέος Θεοφάνους να του δώσει έναν νέο "Παλιόκαιρο".
-----
Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα ο κόσμος δεν ανταποκρίνεται τόσο ένθερμα στο τραγούδι του τόπου του.
-----
Δεν μπορούμε να το εκφράσουμε με λόγια, δε χρειάζεται κιόλας, αλλά ξέρουμε πως εμείς που αγαπάμε κάτι άυλο όπως η μουσική παραπατάμε ξέμπαρκοι σε ένα διαρκές χανγκόβερ μέσα στην πραγματικότητα, για να έρθουν κάτι μεθυσμένες στιγμές σαν κι αυτή που όλα αποκτούν το νόημά τους. Σταματάμε να μιλάμε και ακούμε το τραγούδι.
-----
Αποχαιρετώ το παρελθόν έχοντας περισώσει μέσα μου ό,τι αγάπησα σ' αυτό. Μέσα μου θα τη βρω τη λύση. Σιγά μην περίμενα από τους πολιτικούς και τους θρύλους του παρελθόντος.

Βύρωνας Κριτζάς, Οι Ωραίοι Έχουν Χρέη. Και 44 Ακόμα Τραγούδια Που Καθρεφτίζουν Την Ελλάδα Από Το 1990 Έως Το 2017, εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Διάλογος με την κόρη μου XLII

Προχτές το πρωί, καθώς άλειφα βούτυρο και μαρμελάδα σε μια μεγάλη φέτα ψωμί:
- Όλο αυτό θα φας;
- Τι να κάνω ρε Ελένη, έχω μεγάλη κοιλιά.
- Δεν τρως πολύ επειδή έχεις μεγάλη κοιλιά. Το αντίθετο γίνεται: έχεις μεγάλη κοιλιά επειδή τρως πολύ.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Σωκράτης Μάλαμας: βαθιά, συγκοινωνούντα πηγάδια

Είχα πολλά χρόνια να βρεθώ σε συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου (αν δεν με γελούν η μνήμη μου και το αρχείο του μπλογκ, από τον Ιούνιο του 2010) κι έτσι η εμφάνισή του, παρέα με τον Σωκράτη Μάλαμα, στη Σκάλα Λακωνίας, την Παρασκευή 3 Αυγούστου, είχε μπει από νωρίς στους στόχους του φετινού μου καλοκαιρινού προγράμματος.

Ενώπιον ενός κοινού περίπου 2.000 ατόμων, οι δύο σημαντικοί τραγουδοποιοί παρουσίασαν μια χορταστική παράσταση, τετράωρης διάρκειας παρακαλώ, στην οποία χώρεσαν πολλά από τα πλέον αγαπημένα τραγούδια τους. Άψογος φωτισμός και ηχητική απόδοση, και φυσικά μια καλοκουρδισμένη μπάντα, φρόντισαν για την τήρηση των υψηλών στάνταρ, που ούτως ή άλλως απαιτείται πλέον από ονόματα του δικού τους στάτους.

Από το ξεκίνημα κιόλας της συναυλίας, έγινε σαφές ότι ο πιο κεφάτος ήταν ο Μάλαμας: ο τρόπος που αλληλεπιδρούσε με το κοινό, οι ιστορίες που αφηγήθηκε, ο στεντόρειος τρόπος που τραγούδησε, αλλά και όσα έπιαναν τα μικρόφωνα από τα count-ins και τα σχόλια που υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να ακούσουμε, όλα μαρτυρούσαν την όρεξη και την ορμή του. Ο Παπακωνσταντίνου, από την άλλη, ήταν αρκετά συγκρατημένος, ενδεχομένως και κουρασμένος. Μοιράστηκε κι εκείνος, βέβαια, κάποιες σκέψεις του, αλλά και κάποιες χαρακτηριστικά αυτοσαρκαστικές ιστορίες (κάποιος παρκαδόρος κάποτε τον άφησε να παρκάρει γιατί ήταν "ο μπουζουξής του Σαββόπουλου", ενώ τη συγκεκριμένη βραδιά ένας από τους μουσικούς άκουσε μια κυρία να λέει στο τηλέφωνο ότι "παίζει ο Μάλαμας κι ένας άλλος"), όμως η επικοινωνία του εκείνο το βράδυ έγινε κυρίως μέσω των ερμηνειών του.

Ερμηνευτικά συνέδραμαν, βέβαια, και οι Φώτης Σιώτας και Ιουλία Καραπατάκη. Ο πρώτος, παλιά καραβάνα στις εμφανίσεις των δύο τραγουδοποιών, παλιά καραβάνα γενικότερα πλέον, υπήρξε άρτιος αλλά και πλούσιος συναισθηματικά (στα "Σαν Παιδί", "Αερικό", και στα δεύτερα φωνητικά). Η δεύτερη ήταν καλή μεν, με σαφείς αδυναμίες δε. Διαθέτοντας μια χροιά που ταιριάζει στον κόσμο και των δύο τραγουδοποιών, υπήρξε σαφώς καλύτερη στα σωκρατικά τραγούδια, καθώς δεν βρήκε ποτέ την ευαισθησία που απαιτείται για τα θανασικά. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να καταφέρει στη συνέχεια να διαχωρίσει την τονική άνοδο από την αύξηση της έντασης. Ξεχώρισαν επίσης ο εξαιρετικός σολίστ Δημήτρης Λάππας, που είχε και γενέθλια εκείνο το βράδυ ("το να παίζω με αυτούς τους ανθρώπους είναι το καλύτερο δώρο") και η πάγια πια συμμετοχή του Αλέξανδρου Κτιστάκη, με το συγκλονιστικό "Η Ουρά Του Αλόγου", το οποίο αποτέλεσε αναμενόμενα στιγμή ανάτασης.

Για μια μικρή κωμόπολη της Λακωνίας, μια τέτοια συναυλία δεν μπορεί παρά να αποτελέσει σταθμό. Και για αυτόν τον λόγο, αξίζουν μπράβο στην ομάδα Utopia, που τόλμησε και πέτυχε την πραγματοποίησή της, αλλά και στον Δήμο Ευρώτα, που συνέδραμε με τις απαραίτητες οικονομικές διευκολύνσεις. Καλή η Πέγκυ Ζήνα σε ρεπερτόριο Μίκη Θεοδωράκη, άγιος και ο Ματθαίος Γιαννούλης (αναφέρομαι ενδεικτικά σε δύο ονόματα που εμφανίζονταν εκείνες τις μέρες στα γύρω μέρη), αλλά μια μουσική παράσταση με ηλεκτρισμό, ηλεκτρονικές απολήξεις και με τραγούδια που δεν τα λες και εύκολα, αποτελεί ανάσα για τους μικρούς, ανήσυχους πυρήνες της επαρχίας.

Εκείνο, πάντως, που κυρίως κρατώ από τη συγκεκριμένη συναυλία (πέραν της θύμησης του αδικοχαμένου φίλου μου Γιώργου Μαυρομανωλάκη -πόσα από αυτά τα τραγούδια άκουσα πρώτη φορά από εκείνον;- και του ξελαρυγγιάσματός μου από το ακατάπαυστο τραγούδι) είναι η πυρηνική αντίδραση ανάμεσα στους δύο τραγουδοποιούς, της οποίας υπήρξα μάρτυρας. Είχα εκεί μπροστά μου δύο προσωπικότητες σαφέστατα συγγενικές, αλλά συνάμα τόσο διαφορετικές και αντίρροπες. Στη σκέψη μου, οι δύο μουσικοί φάνταζαν σαν δύο βαθιά, συγκοινωνούντα πηγάδια. Το ένα ανάβλυζε γάργαρο, δροσερό και διάφανο νερό -το έπινες και ξεδίψαγες αμέσως. Το άλλο έβγαζε κι εκείνο νερό που μπορούσε να σε ξεδιψάσει, όμως αυτό είχε κάθε φορά άλλο χρώμα και άλλη γεύση, πάντοτε κάπως απροσδιόριστη.

Από τη μια ο Μάλαμας, ένας μάλλον "τσιμεντωμένος" δημιουργός, με τους τρόπους και τις προτιμήσεις του "κλεισμένες" πια. Κι από την άλλη ο Παπακωνσταντίνου, που πειράζει συνεχώς τα τραγούδια του, τα οποία κρατούν πάντα καλά κρυμμένα τα μυστικά και τα μυστήριά τους. Στιβαρός, γήινος και άνετος ο πρώτος, γεμάτος αμφιβολία, ηλεκτρισμό και διερωτήσεις ο δεύτερος.

Η συνάντησή τους; Θυελλώδης.

Setlist:
1. Τειρεσίας
2. Με Το Κρασί Στο Αίμα
3. San Michele
4. Κάτω Απ' Το Μαξιλάρι
5. Σκέψη Μου Ξημερωμένη
6. Τα Παιδιά Μες Στην Πλατεία
7. Για Την Ελλάδα
8. Είχα Τον Κήπο Της Εδέμ
9. Αγρύπνια
10. Όνειρο
11. Ευτυχείς, Λυπημένοι Και Πότες
12. Της Σιωπής
13. Όλα Ζουν Αν Τα Θυμάσαι
14. Φεϊρούζ
15. Σαμπάχ
16. Σιμούν
17. Σαν Παιδί
18. Πουλί Σε Δέντρο Αρχοντικό
19. Του Ανέμου Το Φτερό
20. Ορυχεία
21. Ηλιόπετρα
22. Νεράιδα
23. Τίποτα Δε Χάθηκε
24. Οι Τρεις Ανθοί
25. Αερικό
26. Παλιά Πληγή
27. Όταν Χαράζει
28. Το Γράμμα
29. Το Τραγούδι Του Μεθυσμένου
30. Ο Κήπος
31. Η Τράτα
32. Τα Ξωτικά
33. Να Βάλω Τα Μεταξωτά
34. Έπιασε Βροχή
35. Το Ζητιανόξυλο
36. Τρία Ρουμπαγιάτ
37. Δρόμο Άλλαξε Ο Αέρας
38. Η Καλύβα
39. Τα Παξιμάδια
40. Ανδρομέδα
41. Τσιγάρο Ατέλειωτο
42. Πριγκιπέσα
43. Άσε Τα Ψέματα
44. Τα Πάγια
45. Πεχλιβάνης
46. Διάφανος
47. Μιλώ Για Σένα
48. Η Ουρά Του Αλόγου
49. Στην Αμερική
50. Αποσπερίτης
51. Έρημα Κορμιά
52. Στην Κοιλάδα Των Τεμπών

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

Διάλογος με την κόρη μου XLI

Την Τετάρτη, στο αυτοκίνητο, καθώς ακούγαμε ειδήσεις από το ραδιόφωνο:
- Μπαμπά, τι σημαίνει "εμπορικός πόλεμος";
- Σημαίνει ότι μία χώρα βάζει εμπόδια σε μια άλλη, σε ό,τι αφορά τις εμπορικές συναλλαγές.
- Α. Εγώ νόμιζα ότι ήταν στο εμπόριο, για παράδειγμα στη λαϊκή, όταν πετάει ο ένας στον άλλον ντομάτες, αγγούρια και πιπεριές.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Ένα αντίο στον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (1978-2018)

Τον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (πρέπει να) τον γνώρισα από το πρώτο κιόλας εξάμηνο των σπουδών μας στο τμήμα Ηλεκτρονικής του παραρτήματος του Τ.Ε.Ι. Κρήτης, στη Χαλέπα Χανίων -μιλάμε για το πρώτο εξάμηνο του 1997. Είχε έρθει η κοινή μας φίλη και συμφοιτήτρια Μαρία Βλασοπούλου και μου είχε μιλήσει για εκείνον, ότι ήταν μουσικός κι έπαιζε κιθάρα. "Να του πω να μιλήσετε, να βρεθείτε;" "Να τους πεις".

Πήγα και του μίλησα εγώ τελικά -το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα. Μου φάνηκε περίεργος τύπος, φευγάτος. Κουβεντιάσαμε λίγο, ήρθε μετά κι από το σπίτι μου -μέναμε κοντά. Ανακάλυψα ότι έπαιζε πολύ καλή κιθάρα, ήταν πάντα πολύ καλύτερος μουσικός από μένα. Βασικά, ήταν όντως μουσικός -εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Μου έδειξε εκείνο το απόγευμα και το μπαρέ που βασιζόταν στο ανοιχτό ντο.

Έπειτα ξαναβρεθήκαμε, μαζί με τον Βασίλη Κατσαούνο, που έπαιζε μπουζούκι, τούτη τη φορά. Στα χρόνια που ακολούθησαν κάναμε πολλές κουβέντες, διαφωνούσαμε συνέχεια, κοντραριζόμασταν: εγώ γούσταρα Δεληβοριά, εκείνος Ιωαννίδη, εκείνος λαϊκά και "έντεχνα", εγώ ποπ και ροκ, λάτρευε τα ακουστικά όργανα, ήθελα και τα ηλεκτρονικά από δίπλα. Μου έπαιζε τα τραγούδια του, του έπαιζα τα δικά μου. Ένα βράδυ, στο γιορτή του Αντώνη Γιαννακού, τον άκουσα να παίζει τον "Αποσπερίτη". "Δικό σου;", τον ρώτησα. "Όχι, είναι του Θανάση Παπακωνσταντίνου". Πρώτη φορά άκουγα το όνομα.

Τον έβλεπα συχνά στα μαγαζιά που έπαιζε, με τον Βασίλη, με τον Θοδωρή Γαρδίκο, με άλλους φίλους του μουσικούς. Το βράδυ που έφαγα "χυλόπιτα" κι ήμουνα χάλια, στο "Ανατολικό", στο Κουμ Καπί, ήρθαν με τον Βασίλη στο τραπέζι που καθόμουνα και μου έπαιξαν τους "Χαρταετούς" του Θεοδωράκη. Βούρκωσα.

Εκείνο που πίστευα ότι δεν θα γινόταν ποτέ, να παίξουμε μαζί δημοσίως δηλαδή, συνέβη τελικά όταν φτιάξαμε μια μπάντα με πολλούς μουσικούς από τη Σχολή μας: Κατσαούνος, Γαρδίκος, Χρήστος Χουτουρίδης. Γιώργος Μακρής, ένα παιδί που έπαιζε ντραμς (ξεχνάω το όνομά του), μια Αγγελική που τραγουδούσε, εκείνος κι εγώ. Προβάραμε διάφορα, από "Dust In The Wind" μέχρι Μάλαμα, και τα παρουσιάσαμε ένα ωραίο βράδυ, στο θεατράκι του Τ.Ε.Ι. Κάπου έχω φωτογραφίες τυπωμένες, ακόμα περισσότερες στη μνήμη μου.

Φεύγοντας από τα Χανιά οριστικά, χαθήκαμε και με τον Μαύρο. Μάθαινα τα νέα του από φίλους και συμφοιτητές. Βρισκόμασταν κάποιες φορές, αραιά, όποτε ανέβαινε Αθήνα: στο εργαστήριο ηλεκτρονικών κατασκευών των φίλων μας, για κανέναν καφέ, σε μια εμφάνισή του στο Zp87, ένα βράδυ του Γενάρη του '17 στον Κεραμεικό που κανόνισε εκείνος μάζωξη παλιών συμφοιτητών.

Κατάλαβα ότι σταδιακά ο Γιώργος είχε φύγει από εκείνα που ήξερα τότε ότι αγαπούσε: είχε ανοιχτεί στις μουσικές θάλασσες, ήταν πια βιρτουόζος ουτίστας που έπαιζε στο πλάι του Ross Daly και άλλων σπουδαίων μουσικών, δίδασκε, ταξίδευε, μάθαινε συνεχώς. Το 2014 μου χάρισε και το πρώτο του άλμπουμ, το Καρπός.

Δεν μιλούσαμε ποτέ στο τηλέφωνο με τον Γιώργο. Όμως τον σκεφτόμουνα. Τον σκέφτηκα ξανά μόλις πριν δυο-τρεις μέρες, όταν επανήλθε στη μνήμη μου, δεν ξέρω πώς ούτε γιατί, ένα τραγούδι του με τίτλο "Ο Γλάρος". Τον θυμάμαι να διορθώνει τους στίχους του στο εστιατόριο της Σχολής, τον θυμάμαι να μου το παίζει μετά. Πάντα έλεγα ότι εκείνο το τραγούδι δεν μου άρεσε, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε τη μνήμη μου: "Κι ο γλάρος που πλησίασε στου λιμανιού την άκρη, ούτε στιγμή δεν στάθηκε και μου 'φυγε ένα δάκρυ".

Ώσπου σήμερα το πρωί έμαθα, από ποσταρίσματα συμφοιτητών στο Facebook, ότι ο Γιώργος πέθανε. Ο ευαίσθητος, ο διαφορετικός, ο ποιητής φίλος μας, δεν υπάρχει πια. Μουδιασμένος και με την ψυχή μου μαυρισμένη, τον αποχαιρετώ με τους δικούς του στίχους, από ένα τραγούδι ακυκλοφόρητο, που είχε γράψει μαζί με τον Βασίλη εκείνα τα παλιά χρόνια. Τον ακούω καθαρά τώρα να το τραγουδά:

"Μια ζωή στο σώμα αυτό κρατώ
και θα στη δώσω να την έχεις στον λαιμό σου φυλαχτό
να μπορώ ένα κομμάτι να κρατώ κι εγώ
ένα κομμάτι τόσο δα απ' τον δικό σου τον καημό".

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Υπογραμμίσεις XII: Δημήτρης Πετσετίδης (II)

Ο Δημήτρης Πετσετίδης, το έχω ξαναγράψει, είναι ένας από τους συγγραφείς που αγαπώ ιδιαιτέρως -ένας από τους ανθρώπους που αγαπώ και με καθόρισαν, καλύτερα. Πέθανε ξαφνικά πέρυσι κι από τότε ήθελα να επιστρέψω στα βιβλία του -είχα ήδη διαβάσει τα περισσότερα.

Κατάφερα πριν λίγες μέρες να το κάνω, ξεκινώντας, μάλλον τυχαία, από το Εν Οίκω, ένα από τα τελευταία του και μάλλον από εκείνα που δεν είχα προσέξει τόσο. Το χάρηκα που το ξαναδιάβασα, απόλαυσα τη στεγνή και κάπως κυνική αφήγηση, τις σουρεαλιστικές στιγμές και τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η γραφή του πλέκει τη μνήμη με τη φαντασία. Νιώθω ότι διαβάζοντας τα διηγήματά του, βιώνω κάτι από την ιστορία του τόπου στον οποίο και οι δυο μεγαλώσαμε -σε εντελώς διαφορετικές εποχές, βέβαια.

Τότε στην Κατοχή, στη μεγάλη πείνα, ήρθε μια μέρα η γιαγιά Κλειώ, η πεθερά της γιαγιάς μου. Είπε μόνο δυο λέξεις:
- Με θέλετε;
Και η γιαγιά απάντησε με μία:
- Κάτσε.
-----
Και μια μέρα που ο μπαρμπα-Χρίστος καυχιόταν ότι έκανε τρία παιδιά που κατουράνε όρθια, πετάχτηκα κι εγώ και είπα: Και η γιαγιά μου κατουράει όρθια, καθώς πράγματι έτσι γινόταν.
-----
[...] τα βράδια βρίσκαμε έξω από την πόρτα μας προκηρύξεις που μιλούσαν εναντίον των μοναρχοφασιστών, πράγμα που σήμαινε ότι περνούσαν από τη γειτονιά και άτομα με άλλες ιδέες, αλλά με παρόμοια όπλα.
-----
Στην καμαρούλα εκείνη πέρασα πολλές ώρες παίζοντας μόνος διάφορα παιχνίδια, των οποίων σεμνύνομαι να λέω ότι ήμουν ο εφευρέτης. Αίφνης, είχα ένα μεγάλο τετράδιο, όπου είχα καταγράψει έξι ποδοσφαιρικές ομάδες: ΘΡΙΑΜΒΟΣ, ΔΟΞΑ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ κ.ά.τ. με ποδοσφαιριστές, ονόματα της εποχής και έκανα πρωταθλήματα. Τα όργανα που χρησιμοποιούσα ήταν δυο ζάρια και στρογγυλές τάπες, σαν μικρά κέρματα, που είχε ο πατέρας μου, μανιώδης κυνηγός, για το γέμισμα των φυσιγγιών του. Για τις ανωτέρω ομάδες, τους αγώνες, τις μετεγγραφές κ.λπ. έβγαζα και μια αθλητική εφημερίδα γραμμένη στο χέρι, της οποίας ήμουν και ο μοναδικός αναγνώστης.
-----
Ανάμεσα στις φωτογραφίες υπήρχαν και αρνητικά φιλμ. Δεν πρέπει να σώθηκαν πολλά τέτοια, γιατί ανακάλυψα πόσο ωραία φωσφόριζαν όταν καίγονταν.
-----
[...] μόνο στον Παράδεισο δεν υπάρχουν δωμάτια και όλοι οι κάτοικοί του αιωρούνται μετέωροι, έτσι όπως τους βλέπουμε στις ζωγραφιές. Και μόνο οι άγγελοι δεν έχουν πια την ανάγκη να ονειρευτούν μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ούτε να αγναντέψουν από τα παράθυρά του ούτε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι του.
-----
Η θεία Αγγελική, χρυσοχέρα μοδίστρα, ήταν γραμμένη και προγραμμένη στους καταλόγους που είχαν συντάξει μυστικά και είχαν αποστείλει στην Ένωση Εθνικοφρόνων του νομού οι επικεφαλής της εν λόγω οργάνωσης στο χωριό της. Οι κατάλογοι αυτοί είχαν προωθηθεί, εν συνεχεία, και σε κάθε αρμόδια κρατική υπηρεσία.
-----
Τι είχε κάνει η καημένη η θεία Αγγελική; Είχε ράψει δωρεάν τις στολές ανταρτών, όταν της είπαν ότι παίρνουν τα όπλα για να πολεμήσουν τους Γερμανοϊταλούς κατακτητές. Η πράξη της θεωρήθηκε βαρύ αμάρτημα από ικανή μερίδα συγχωριανών της. Η ίδια ήταν πεπεισμένη ότι η μικρή της προσφορά δεν είχε τίποτε το επιλήψιμο και μίλησε άσχημα στον Πότη Κοψάκο, όταν μια μέρα την κατηγόρησε ότι είχε προσχωρήσει με αυτή της την ενέργεια στις τάξεις των απάτριδων.
-----
Δεν είχα προλάβει καλά καλά να τελειώσω την ανάγνωση της επιστολής, όταν η μητέρα μου την άρπαξε από τα χέρια μου και την πέταξε στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι. Ύστερα με έσπρωξε προς την κουζίνα του σπιτιού μας, όπου υπήρχε κρεμασμένη μια τσίγκινη νιπτήρα και μου έπλυνε με το σαπούνι τα χέρια φωνάζοντας: Είναι φυματική, είναι και κουμμουνίστρια.
-----
Ένα βράδυ με μια φίλη της, την Αθηνά, και εγώ με τον Σπύρο, βγήκαμε παρέα και πήγαμε στον κινηματογράφο. Εγώ κάθισα δίπλα στη Μάρω, την αγκάλιασα και μου είπε κλαίγοντας ότι μοιάζω με τον Ερμή. Τη ρώτησα γιατί έκλαιγε και μου είπε: Έτσι, δεν ξέρω γιατί. Και τον Ερμή πού τον είδες; Να, επάνω στο σαπούνι, είπε. Ο Σπύρος δεν έκανε τίποτε με την Αθηνά. Κοιμήθηκε στο κάθισμά του και φύγαμε άρον άρον, ροχαλίζει απαίσια ο μπαγάσας...
-----
Έκανα να τρέξω πίσω της, αλλά βλέποντας τις στρατιές των μυρμηγκιών που είχαν κατακλύσει το δωμάτιο, σταμάτησα και γύρισα να συνεχίσω τη μάχη μαζί τους. Μπορεί και να προτίμησα τη μάχη εκείνη από την ερωτική, για την οποία δεν ήμουν και τόσο ετοιμοπόλεμος, παιδί δεκαεφτά χρόνων.

Την παραξενεύουν, την τρομάζουν ίσως τα λόγια που της λέω καμιά φορά για μερικούς άξεστους καραβανάδες, για την ανόητη έπαρση και την κουφότητα ανθρώπων που καμαρώνουν για τα γαλόνια τους και για την εξουσία που κατέχουν. Τώρα στην Κυβέρνηση της χώρας έχει εγκατασταθεί εκείνη η θλιβερή τριμελής παρέα.
-----
Το τραγούδι τελειώνει, πριν από λίγους μήνες ο Δημήτρης θα έβαζε κατόπιν το "Έεερχεται! Το καμάρι της Ελλάδος", τώρα αυτοί που κυβερνούν δεν επιτρέπουν τέτοια άσματα, καλά τον Θεοδωράκη, αλλά και τον δικό μας, ρε καρντάσια; Ποιος σας προώθησε, ποιος σας έδωσε τα γαλόνια, ρε αγνώμονες;
-----
Τότε, σε όλα τα μέσα, κυριαρχούσε το σύνθημα της χούντας: "Χριστός ανέστη, η Ελλάς ανέστη!" και εμείς κρυφά λέγαμε με τον Δημήτρη: "Η Ελλάς εχέστη!".
-----
Καθώς είχαμε ξαπλώσει ολόγυμνοι στην άμμο και λέγαμε διάφορα για γυναίκες, όντας και οι τρεις εν διεγέρσει με γενναίες στύσεις, ο Τάσος μάς ρώτησε:
- Τι θα κάναμε; Θα πηγαίναμε με τη μάνα μας αν τύχαινε να μείνουμε μόνοι στον Κόσμο με αυτή;
Εγώ είπα ναι και τότε ο Κυριάκος έσπευσε να μου πει:
- Καλά, για σένα δεν θα ήταν και αμάρτημα, αφού η κυρα-Τασία δεν είναι η πραγματική σου μάνα.
-----
[...] με έπιανε εκείνη η δυσάρεστη διάθεση ότι εμείς οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δεν είμαστε παρά δευτέρας διαλογής πολίτες. Βέβαια, η πεθερά μου ισχυριζόταν ότι ο γιατρός που είχε σύμβαση με το ΙΚΑ και της έγραφε τα φάρμακά της φερόταν με απέραντη ευγένεια και πάντα την εξυπηρετούσε. Και όλα αυτά, έλεγε η πεθερά μου, με ένα εικοσάρικο που του βάζω κάθε φορά μέσα στο βιβλιάριο.
-----
Είχα το γαλακτοπωλείο, ο πατέρας μου έφτιαχνε το καλύτερο γιαούρτι, όμως δεν πατούσε πόδι ανθρώπου. Ούτε φαντάροι στις εξόδους τους, που γέμιζαν ο δρόμος και η πλατεία στο χακί, άσε τους δικούς μας χαφιέδες. Ένας έφεδρος αξιωματικός, συγγενής της γυναίκας μου, μου είπε ότι τους είχαν δώσει καταλόγους με μαγαζιά στα οποία δεν έπρεπε να ψωνίζουν. Πρώτο και καλύτερο το δικό μου. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μας γιατί πήραμε το όπλο να πολεμήσουμε τον Γερμανό στην Κατοχή.
-----
Η κυρία υπουργός μιλάει από τηλεοράσεως και εκθειάζει το έργο που γίνεται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Έλα μια μέρα αποδώ και τα λέμε, κυρία μου. Κολονοσκόπηση αύριο, και να πίνεις όλη μέρα εκείνο το νερό με το φάρμακο. Τρέχεις στην τουαλέτα να προλάβεις και υπάρχει μια μοναδική λεκάνη για πενήντα άτομα που είμαστε στην παθολογική. Σκατά, κυρία μου.
-----
Με είχαν βάλει σε έναν θάλαμο με άλλα είκοσι τρία άτομα. Στο βάθος του θαλάμου ήταν εντοιχισμένη μια τεράστια επιγραφή: ΘΑΛΑΜΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Σκεφτόμουν ότι μάλλον για νεκροθάλαμο τον είχαν άλλοτε, και χωρίς να δώσω σημασία στις προειδοποιήσεις των γιατρών για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή μου, ζήτησα και πήρα εξητήριο "οικεία βουλήσει".
-----
Συμπληρώνουμε τα δελτία μας, περιμένοντας ανά πεντάλεπτο μήπως μας χαμογελάσει η τύχη, παρόλο που το ξέρουμε καλά και το διατυμπανίζουμε ότι όλα αυτά είναι στημένα, αλλά παίζουμε, ποιος ξέρει μπορεί καμιά φορά να αφήσουν και κανέναν να κερδίσει. Για διαφημιστικούς σκοπούς.
-----
Κολυμπάμε στα ποτάμια, πιάνουμε τζιτζίκια, κυνηγάμε πουλιά και οι μέρες είναι μεγάλες και χωράνε τα τόσα πολλά που κάνουμε, μαζί με όλα όσα ονειρευόμαστε να κάνουμε. Είχαμε και καναρίνι μέσα στο σπίτι, κι εγώ του έβαζα να τρώει σπόρους από κανναβούρι, ακόμη και κάρδαμου σπόρους. Και τώρα, κάποιες νύχτες, φτάνει μέσα στο μικρό μου δωμάτιο μακρινός ο απόηχος από το γλυκό κελάηδημά του.

Δημήτρης Πετσετίδης, Εν Οίκω, εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Υπογραμμίσεις XI: Orhan Pamuk

Το Χιόνι μού το έκαναν δώρο η Ντορίτα και ο Γιώργος, την πρωτοχρονιά του 2013. Το είχα ακούσει πολλές φορές το όνομα του Pamuk, αλλά άφηνα για χρόνια το βιβλίο να ξεκουράζεται στο ράφι της βιβλιοθήκης του σαλονιού. Ώσπου, φεύγοντας για Σαντορίνη τον περασμένο Αύγουστο, για να αναλάβω υπηρεσία στο ΕΠΑ.Λ., το μάζεψα μαζί με διάφορα άλλα βιβλία, για να το διαβάσω κατά τη μοναχική μου παραμονή στο νησί.

Το ξεκίνημα με δυσκόλεψε, ομολογουμένως: η γραφή μου φαινόταν απλοϊκή, η πλοκή σχεδόν ανύπαρκτη. Σκέφτηκα πολλές φορές να το παρατήσω και για έναν μήνα σχεδόν προχωρούσα με ρυθμούς χελώνας. Όμως σταδιακά άρχισα να βρίσκω ενδιαφέρον στην ιστορία του ποιητή Κα και στις αναζητήσεις/διερωτήσεις του, για τον έρωτα, την ευτυχία, τη θρησκεία και την πολιτική. Δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα τη συγκίνηση που μου έχουν χαρίσει άλλοι συγγραφείς -και δύσκολα θα ξαναπιάσω σύντομα κάποιο άλλο βιβλίο του Pamuk. Αλλά σίγουρα η ανάγνωση δεν ήταν μάταιη.

Ο Κα είχε καταλάβει πως η παρουσία του άντρα τον ηρεμούσε. Το είδος αυτό της ηρεμίας -δώδεκα χρόνια στη Γερμανία ο Κα δεν το είχε αισθανθεί ποτέ- το θυμόταν από τον καιρό που του άρεσε να νιώθει κατανόηση και στοργή για κάποιον λιγότερο δυνατό απ' τον εαυτό του.
-----
Με το δυνατό ένστικτο των ανθρώπων που από την ερωτική τους ζωή δεν έχουν να θυμούνται παρά μια σειρά από γεγονότα οδυνηρά και προσβλητικά, ο Κα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ερωτευτεί.
-----
Καθώς ο Κα άκουγε τα παιδιά να φωνάζουν και να βρίζονται κι ενώ το χιόνι χαμήλωνε την ένταση της φωνής τους, στο χλομό, κίτρινο φως από τα φώτα του δρόμου και κάτω απ' το χιόνι που έπεφτε, ένιωσε τόσο έντονα την απίστευτη ερημιά και την απόσταση αυτής της γωνιάς του κόσμου από τα πάντα, που σκέφτηκε το Θεό.
-----
Ο Κα ήταν από τους ηθικολόγους που έχουν πείσει τον εαυτό τους πως η μεγαλύτερη ευτυχία του ανθρώπου είναι να μην κάνει τίποτα για την προσωπική του ευτυχία.
-----
Ο Κα, αποφασισμένος να τιμωρήσει τη θρασύτατη επιθυμία του να γίνει ευτυχισμένος, για την οποία ντρεπόταν πια, φαντάστηκε την Ιπέκ να σκέφτεται για τους δυο τους και να λέει μια ακόμη πολύ σκληρή αλήθεια: "Αυτό που μας ενώνει είναι ότι έχουμε κι οι δυο περιορίσει τις προσδοκίες μας από τη ζωή".
-----
"Να το πούμε στην αστυνομία", είπε ο Κα, και θυμήθηκε ότι αυτή ήταν μια πρόταση που κάποτε μισούσαν οι αριστεροί.
-----
"Επειδή αποτύχαμε να βρούμε την ευτυχία στην ποίηση, κρυφτήκαμε στη σκιά της πολιτικής".
-----
Είχε γίνει δηλαδή το χειρότερο, είχαν μάθει να χάνουν στη ζωή κι είχαν συνηθίσει την αδυσώπητη αδικία τού κόσμου.
-----
"Εδώ ο κόσμος ή ήθελε να πεθάνει ή ήθελε να φύγει, αλλά εγώ δεν είχα πού να πάω. Λες κι είχα μείνει έξω από τον πολιτισμό, έξω από την ιστορία. Ο πολιτισμός ήταν τόσο μακριά, που δεν είχα καταφέρει ούτε να τον μιμηθώ. Ο Θεός δεν μου χάριζε ούτε ένα παιδί, να ονειρευτώ ότι θα έκανε όσα δεν κατάφερα να κάνω εγώ, ότι μια μέρα θα γινόταν ένας άνθρωπος με δυτική σκέψη, μοντέρνος, με προσωπικότητα".
-----
"Ο μισοωφελιμιστής και μισοορθολογιστής διάολος που ζούσε μέσα μου από την εποχή που ήμουν άθεος, είχε αρχίσει πάλι να με τσιγκλάει. Τύποι σαν εμένα νιώθουν καλά μόνο όταν είναι σ' ένα πολιτικό κόμμα και τρώγονται με τους ομοίους τους για κάποιο θέμα".
-----
"[...] φοβόταν μην αρχίσει ο Μουχτάρ να του διηγείται κι άλλες ιστορίες και τότε ο Κα διαπιστώσει ότι ο συνομιλητής του είναι πιο κουτός απ' όσο νόμιζε μέχρι τώρα, κι έτσι χαθεί ο θαυμασμός που ήθελε να νιώθει για την Ιπέκ, αφού θ' αναρωτιόταν πώς είχε μείνει τόσα χρόνια παντρεμένη μ' έναν τέτοιο άνθρωπο.
-----
Αν και ο Κα ήξερε από την αρχή ότι στην Τουρκία πιστεύω στο Θεό δεν σημαίνει συναντώ με τη σκέψη μου το μεγαλύτερο δημιουργό, αλλά ανήκω σε μια κοινότητα, μπαίνω σ' έναν κύκλο, απογοητεύτηκε όταν ο Μουχτάρ, χωρίς ν' αναφερθεί καθόλου στο Θεό και στην πίστη του ανθρώπου στο θείο, του μίλησε για τα καλά της κοινότητας.
-----
"[...] ο εξευρωπαϊσμένος άνθρωπος, ο μοναχικός άνθρωπος που η πίστη του στο Θεό είναι προσωπική του υπόθεση, σε τρομάζει. Έχεις περισσότερη εμπιστοσύνη στον άθεο που είναι μέλος μιας κοινότητας παρά σ' αυτόν που πιστεύει αλλά δεν ανήκει πουθενά. Κατά τη γνώμη σου, ο μοναχικός άνθρωπος είναι πιο κακός και πιο άθλιος απ' αυτόν που δεν πιστεύει".
-----
"Κανείς σ' αυτή τη χώρα δεν μπορεί να προσευχηθεί με την ησυχία του αν δεν βασίζεται στην εργατικότητα των άθεων που χειρίζονται μ' επιτυχία όλες τις εκτός θρησκείας υποθέσεις, την πολιτική και το εμπόριο με τη Δύση".
-----
"Στη ζωή δεν μπορείτε να πετύχετε τίποτα αν δεν εμπιστεύεστε τους ανθρώπους".
-----
"Τις πιο πολλές φορές δεν είναι ο Ευρωπαίος που μας περιφρονεί. Κοιτάζοντας εμείς αυτόν, περιφρονούμε τον εαυτό μας. Δεν μεταναστεύουμε μόνο για να γλιτώσουμε από την τυραννία του σπιτιού μας, αλλά και για να φτάσουμε στα βάθη της ψυχής μας. Και κάποια μέρα, πάντα γυρίζει πίσω κανείς για ν' απελευθερώσει όσους δεν έχουν το θάρρος να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, και τους συνενόχους."
-----
"Εγώ θέλω ένα Θεό που για να επικοινωνήσω μαζί του δεν θα χρειάζεται να βγάλω τα παπούτσια μου, να φιλήσω τα χέρια κάποιων και να πέσω στα γόνατα. Ένα Θεό που θα κατανοεί τη μοναξιά μου".
-----
"Ήμουν άθεος, και κατά κάποιον τρόπο περήφανος γι' αυτό. Τώρα όμως θέλω να πιστέψω στο Θεό που ρίχνει αυτό το όμορφο χιόνι. Υπάρχει ένας Θεός που φροντίζει να διατηρεί την κρυφή συμμετρία του κόσμου, που θα μας κάνει πιο πολιτισμένους, πιο εκλεπτυσμένους".
"Και βέβαια υπάρχει, παιδί μου", είπε ο σεΐχης.
"Δεν είναι όμως εδώ, ανάμεσά σας. Είναι έξω, στην άδεια νύχτα, στο σκοτάδι, στο χιόνι που πέφτει πάνω στις καρδιές των φτωχών".
"Αν θέλεις να βρεις το Θεό μόνος σου, φύγε. Μες στη νύχτα ας γεμίσει το χιόνι την καρδιά σου με την αγάπη του Θεού. Ας μη σε σταματάμε. Μην ξεχνάς όμως ότι οι ξυπασμένοι άνθρωποι μένουν μόνοι. Ο Θεός δεν αγαπάει τους υπερόπτες. Ο διάβολος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο επειδή ήταν υπερόπτης".
-----
"Σου ζητώ συγγνώμη εκ μέρους των φίλων μου που σε είπαν άθεο. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή τους που βλέπουν άθεο. Αν και στην πραγματικότητα εσύ δεν μπορεί να είσαι άθεος, είσαι πολύ καλός άνθρωπος".
-----
[...] το χιόνι τής θύμιζε πόσο όμορφη και πόσο σύντομη είναι η ζωή, την έκανε να νιώθει πόσο μοιάζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, παρά τις εχθρότητές τους, ότι το σύμπαν κι ο χρόνος είναι απέραντα, ενώ ο κόσμος του ανθρώπου είναι περιορισμένος. Όταν χιονίζει, οι άνθρωποι στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Λες και το χιόνι, πέφτοντας πάνω στα μίση, τα πάθη, τους θυμούς, φέρνει τον ένα κοντά στον άλλο.
-----
"Μόνο οι άθεοι που δεν έχουν υποφέρει ποτέ σκέφτονται ότι τα βάσανα είναι μάταια", είπε η Καντιφέ. "Γιατί οι άθεοι που έχουν πονέσει έστω και λίγο, μετά από καιρό δεν αντέχουν να μην πιστεύουν σε τίποτα και στο τέλος πιστεύουν".
-----
Υπάρχουν δυο ειδών κομμουνιστές: οι αλαζόνες, που γίνονται αριστεροί για να εκπολιτίσουν το λαό, να ξυπνήσουν τη χώρα· και οι αθώοι, που ό,τι κάνουν το κάνουν για ισότητα και δικαιοσύνη. Οι αλαζόνες θέλουν εξουσία, λένε σε όλους τι να κάνουν, αυτοί μόνο κακό προκαλούν στους άλλους. Αντίθετα, οι αθώοι μόνο στον εαυτό τους κάνουν κακό: άλλωστε αυτό είναι και το μόνο που θέλουν. Θέλοντας να μοιραστούν με τους φτωχούς τον πόνο τους, ζουν τα χειρότερα.
-----
"Είσαι δηλαδή ερωτευμένος μαζί μου επειδή δεν με ξέρεις καθόλου; Αλήθεια, είναι έρωτας αυτό, κατά τη γνώμη σου;"
"Έτσι είναι ο έρωτας για τον οποίο θα έδινε κάποιος ό,τι έχει και δεν έχει", είπε ο Κα.
-----
"Η μοναξιά είναι υπόθεση περηφάνιας· ο άνθρωπος βυθίζεται με περηφάνια στην ίδια του τη μυρωδιά. Η απορία του αληθινού ποιητή είναι πάντοτε ίδια. Αν μείνει πολύ καιρό ευτυχισμένος, εκχυδαΐζεται. Αν μείνει πολύ καιρό δυστυχισμένος, τότε δεν βρίσκει στον εαυτό του τη δύναμη που του χρειάζεται για να κρατήσει το ποίημά του ζωντανό... Αληθινή ποίηση κι ευτυχία δεν πάνε μαζί. Μετά από λίγο καιρό ή η ευτυχία εκχυδαΐζει τον ποιητή και το ποίημά του, ή το αληθινό ποίημα καταστρέφει την ευτυχία".
-----
"Πόσο όμορφος είν' ο κόσμος!" ψιθύρισε ο Νετζίπ.
"Κατά τη γνώμη σου, ποια είναι η ωραιότερη πλευρά του;" ρώτησε ο Κα.
Σώπασαν. "Όλες", είπε ο Νετζίπ σαν ν' αποκάλυπτε μυστικό.
"Ναι, αλλά δεν μας κάνει δυστυχισμένους η ζωή;"
"Ναι, εμείς όμως φταίμε γι' αυτό. Κι όχι ο κόσμος ή ο δημιουργός του κόσμου".
-----
"Μετά από είκοσι χρόνια, όταν θα είσαι περίπου τριάντα επτά χρονών, θα έχεις επιτέλους καταλάβει ότι όλα τα κακά του κόσμου, οι φτωχοί που είναι τόσο φτωχοί κι άμυαλοι, και οι πλούσιοι τόσο πλούσιοι κι έξυπνοι, η αγένεια, η ένταση και η αδράνεια, δηλαδή οτιδήποτε σε κάνει να θέλεις να πεθάνεις και σου δημιουργεί αισθήματα ενοχής, οφείλονται στο ότι όλοι σκέφτονται ίδια", είπε ο Κα. "Σ' αυτό λοιπόν το χώρο όπου όλοι θα παρουσιάζονται ως ηθικοί, θα γίνονται ολοένα πιο ηλίθιοι και θα πεθαίνουν, εσύ θα έχεις καταλάβει ότι θα μπορείς να είσαι καλός ενώ θα δείχνεις κακός κι ανήθικος".
-----
Το κρύο για μια στιγμή ξάφνιασε τον Κα, ένιωσε πόσο μικρά κι ασήμαντα είναι μπροστά στο κρύο του Καρς οι επιθυμίες και τα όνειρα των ανθρώπων, η πολιτική και οι καθημερινές μηχανορραφίες. [...] Η ερημιά των κάτασπρων δρόμων καθώς περπατούσαν στα χιονισμένα πεζοδρόμια και το γεγονός ότι σ' ολόκληρη την πόλη περπατούσαν μόνο οι δυο τους, τον γέμισαν ευτυχία. Κι όχι μόνο επειδή η χιονισμένη, όμορφη πόλη και τα παλιά, άδεια αρχοντικά έκαναν τον άνθρωπο να θέλει να γευτεί τη χαρά της ζωής, να επιθυμεί ν' αγαπηθεί: του Κα του άρεσε που βρισκόταν τώρα τόσο κοντά στην εξουσία.
-----
"Πρώτος ο Χέγκελ παρατήρησε ότι η ιστορία και το θέατρο είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό", είπε ο Σουνάι. "Μας θυμίζει ότι η ιστορία, όπως και το θέατρο, αναθέτει σε κάποιους κάποιο "ρόλο". Κι ότι οι γενναίοι εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας όπως και στη σκηνή του θεάτρου..."
-----
"[...] στη χώρα μας ο θεατής δεν είναι σε θέση να καταλάβει τη μοντέρνα τέχνη. Γι' αυτό κι εγώ στα έργα μου έχω και χορεύτριες που χορεύουν τσιφτετέλι και τον τερματοφύλακα Βουράλ που μας διηγείται τις περιπέτειές του. Πρώτα δίνω στον κόσμο αυτό που θέλει κι έπειτα του δίνω και μια δόση από ανόθευτο, μοντέρνο "θέατρο της ζωής". Προτιμώ να κάνω τέχνη για το λαό, χαμηλού και υψηλού μαζί επιπέδου, παρά ν' ανεβάζω στην Ιστανμπούλ με τη στήριξη των τραπεζών κωμωδίες που μιμούνται μπουλβάρ.

"Ένας καλός ηθοποιός", είπε ο Σουνάι με ύφος λίγο θεατρικό, "εκπροσωπεί τις δυνάμεις που στη διάρκεια της ιστορίας σωρεύονται, στριμώχνονται σε μια γωνιά, δεν ξεσπάνε, δεν έχουν ποτέ αποκτήσει φωνή. Σ' όλη του τη ζωή, στις πιο απόμακρες περιοχές, σε δρόμους που ποτέ κανείς δεν έχει περπατήσει, σε μακρινές θεατρικές σκηνές, ψάχνει να βρει τη φωνή που θα του χαρίσει την αληθινή ελευθερία. Κι όταν τη βρει, πρέπει άφοβα να προχωρήσει μέχρι το τέλος".
-----
"Φοβάσαι πως θα βρεθείς σε δύσκολη θέση αν δουν οι Ευρωπαίοι όσα κάνουμε εδώ; Ξέρεις πόσους κρέμασαν αυτοί ώσπου να στήσουν το μοντέρνο κόσμο τους που εσύ τόσο πολύ θαυμάζεις;"
-----
"Για να μπορεί να παίρνει ανάσα κάθε εξευρωπαϊσμένος κάτοικος αυτής της χώρας κι ιδιαίτερα οι ψηλομύτες διανοούμενοι που περιφρονούν το λαουτζίκο, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένας λαϊκός στρατός, διαφορετικά οι φανατικοί θα κάνουν κομματάκια με τα μαχαίρια τους αυτούς και τις μακιγιαρισμένες γυναίκες τους. Αυτοί όμως, οι εξυπνάκηδες διανοούμενοι, νομίζουν πως είναι Ευρωπαίοι και σνομπάρουν τους στρατιώτες που στην πραγματικότητα τους φροντίζουν. Τη μέρα που το Καρς θα γίνει Ιράν, έχεις την εντύπωση ότι θα θυμάται κανείς τα δάκρυα που εσύ, ο καλόκαρδος φιλελεύθερος, έχυσες για τα παιδιά της Ιερατικής Σχολής; Θα σε σκοτώσουν την ίδια μέρα, επειδή έχεις εξευρωπαϊστεί, ή επειδή από φόβο ξεχνάς τα λόγια και της πιο απλής προσευχής, είσαι σνομπ, φοράς γραβάτα, ή ακόμα κι επειδή φοράς αυτό το παλτό".
-----
"Αυτή η χώρα μπορεί να διοικηθεί μόνο με το φόβο της θρησκείας, κάτι που όταν συμβαίνει, όπως αποδεικνύεται αργότερα, είναι η σωστή κίνηση. Αν ο λαός δεν φοβηθεί τους φανατικούς και δεν ζητήσει να βρει καταφύγιο στην κυβέρνησή του, στο στρατό του, θα έχει ν' αντιμετωπίσει την αναρχία και την οπισθοδρόμηση, όπως γίνεται σε κάποια υπανάπτυκτα κράτη στη Μέση Ανατολή και στην Ασία".
-----
"Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου! Κι αν ακόμη τον πιστεύεις, όταν τον πιστεύεις μόνος σου, δεν έχει νόημα. Το θέμα είναι να τον πιστεύεις όπως τον πιστεύουν οι φτωχοί και να είσαι ένας απ' αυτούς. Πιστεύεις στο δικό τους Θεό μόνο όταν τρως ό,τι τρώνε αυτοί, ζεις μαζί τους, γελάς με ό,τι γελάνε και θυμώνεις με ό,τι θυμώνουν αυτοί. Δεν μπορείς να ζεις μια διαφορετική ζωή και να πιστεύεις στον ίδιο Θεό. Ο Θεός είναι τόσο δίκαιος, που ξέρει ότι είναι θέμα ζωής κι όχι πίστης ή λογικής".
-----
"Μπα, ο ποιητής μας είν' ερωτευμένος;" είπε χειρονομώντας ο Σουνάι Ζαΐμ. "Μόνο οι πολύ αφελείς ποιητές μπορούν να είν' ερωτευμένοι όταν γίνεται επανάσταση".
"Δεν είναι αφελής ποιητής, είναι αφελής ερωτευμένος", είπε η Φουνντά.
-----
Πολλά χρόνια πριν, ο Κα μου είχε πει ότι ένας καλός ποιητής, όταν έρχεται αντιμέτωπος με δύσκολες αλήθειες που αναγνωρίζει ότι είναι σωστές αλλά δεν θέλει να το πιστέψει από φόβο μήπως του χαλάσουν την ποίησή του, πρέπει απλώς να περιστρέφεται γύρω απ' αυτές και πως η μυστική μουσική αυτής της περιστροφής είναι η τέχνη του.
-----
"Αυτό που μας δένει τόσο πολύ με το Θεό μας δεν είναι η φτώχεια μας, όπως νομίζουν οι Δυτικοί, είναι που θέλουμε να ξέρουμε γιατί βρισκόμαστε σ' αυτό τον κόσμο και τι θα γίνουμε στον άλλο".
-----
"Η Δύση που φαίνεται να πιστεύει στη δημοκρατία, το πολύ σημαντικό αυτό δημιούργημά της, περισσότερο απ' όσο πιστεύει στο λόγο του Θεού, θα εναντιωθεί στο στρατιωτικό πραξικόπημα στο Καρς που αντιτίθεται στη δημοκρατία;" ρώτησε κάνοντας μια εντυπωσιακή χειρονομία. "Ή μήπως το να μιμείται ο υπόλοιπος κόσμος τη Δύση είναι πιο σημαντικό από τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα; Η Δύση θα ανεχτεί μια δημοκρατία των εχθρών της που είναι τόσο διαφορετικοί απ' αυτήν;"
-----
[...] ο Κα καταλάβαινε τώρα πια πολύ καλά πως η ζωή, εκτός από την ευτυχία που ακολουθεί τον έρωτα, είναι μια σειρά από συνηθισμένα γεγονότα χωρίς νόημα που δεν συνδέονται μεταξύ τους.
-----
Μες στη σιωπή, ο Κα σκέφτηκε πως το σίριαλ το έβλεπε όλο το Καρς: οι νοικοκυρές που είχαν γυρίσει απ' την αγορά και οι άντρες τους, οι μαθήτριες του γυμνασίου κι οι ηλικιωμένοι. Συνειδητοποίησε ότι εξαιτίας του σίριαλ, άδεια δεν ήταν μόνο τα μελαγχολικά σοκάκια του Καρς αλλά κι οι δρόμοι όλης της Τουρκίας, ότι οι διανοουμενίστικες επιτηδεύσεις, οι πολιτικοί προβληματισμοί κι ο ελιτίστικος σνομπισμός κρατούσαν τη ζωή του μακριά από τα συναισθήματα που αποκάλυπτε αυτό το σίριαλ, κι ότι αιτία που ζούσε ολομόναχος ήταν η βλακεία του.
-----
"Δεν φτάνει να είναι κανείς καταπιεσμένος, πρέπει να είναι και δίκαιος. Και οι περισσότεροι καταπιεσμένοι είναι άδικοι μέχρι αηδίας".
-----
[...] ο Κα συνειδητοποίησε ότι μετά τη σημασία των μελοδραματισμών είχε ανακαλύψει κι άλλη μια μεγάλη αλήθεια: ότι κάποιες γυναίκες θα μπορούσαν να βρουν ιδιαίτερα ελκυστικούς τους άντρες που δεν πίστευαν παρά μόνο στον έρωτα...
-----
Ίσως έχουμε φτάσει στην καρδιά της ιστορίας μας. Είναι δυνατό, και σε ποιο βαθμό, να καταλάβουμε τον πόνο, τον έρωτα κάποιου; Πόσο καταλαβαίνουμε αυτούς που ζουν με περισσότερες ελλείψεις απ' τις δικές μας, με πιο έντονα αισθήματα μειονεξίας, με πιο πολύ πόνο; Εάν "καταλαβαίνω" θα πει "βάζω τον εαυτό μου στη θέση αυτού που είναι διαφορετικός από μένα", τότε οι πλούσιοι του κόσμου, οι δικαστές, καταλαβαίνουν τους δύσμοιρους που ζουν στο περιθώριο;
-----
Καθώς τριγύριζα στο Διεθνές Κέντρο Σεξ, ανάμεσα σε άντρες μοναχικούς σαν φαντάσματα, για να βρω κι άλλες κασέτες της Μελίντα, σκέφτηκα ότι το μόνο πράγμα που ενώνει τους ταλαίπωρους άντρες του κόσμου είναι οι πορνοταινίες που βλέπουν γεμάτοι ενοχές, αποτραβηγμένοι στη γωνιά τους. Όσα έχω δει στη Νέα Υόρκη, στους κινηματογράφους τής 42ης οδού, στην Κάιζερστρασε της Φρανκφούρτης, στους κινηματογράφους στα στενά πίσω από το Μπέγιογλου, αποδεικνύουν πως όταν οι ταλαίπωροι αυτοί άντρες βλέπουν πορνοταινίες, μ' ένα αίσθημα ντροπής, αθλιότητας κι αποπροσανατολισμού, αποφεύγοντας να κοιταχτούν στα διαλείμματα στις άθλιες αίθουσες αναμονής των κινηματογράφων, μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, που μπορούν ν' αχρηστέψουν όλες τις εθνικιστικές προκαταλήψεις και τις ανθρωπολογικές θεωρίες.
-----
"Ίσως να λυπούνται καθέναν από τους φτωχούς χωριστά, όταν όμως ένα έθνος είναι φτωχό, το πρώτο που σκέφτονται είναι ότι αποτελείται από βλάκες, άμυαλους, τεμπέληδες, βρόμικους κι ανίκανους ανθρώπους. Τότε δεν τους λυπούνται, γελάνε εις βάρος τους. Θεωρούν τον πολιτισμό τους, τα έθιμά τους, τις συνήθειές τους γελοία. Ο καιρός περνάει κι αυτοί καμιά φορά ντρέπονται για τις σκέψεις τους και σταματάνε να γελάνε, και για να μην επαναστατήσουν οι μετανάστες που προέρχονται απ' αυτό το έθνος, που σφουγγαρίζουν τα πατώματά τους και δουλεύουν στις χειρότερες δουλειές τους, οι άλλοι προσποιούνται ότι βρίσκουν ενδιαφέροντα τον πολιτισμό τους, συμπεριφέρονται σαν να έχουν κάνει λάθος".
-----
"[...] ακόμη κι αν μου δώσουνε βίζα, εγώ δεν θα πάω στη Γερμανία".
"Κανείς δεν πρόκειται να δώσει σ' εσένα τον άνεργο βίζα για την Ευρώπη".
[...]
"Σωστά, δεν θα μου δώσουνε", είπε ταπεινά ο παθιασμένος νεαρός. "Αλλ' ακόμη κι αν μου δώσουνε και πάω, και ο πρώτος Δυτικός που θα συναντήσω στο δρόμο είναι καλός άνθρωπος και δεν νιώσει περιφρόνηση για μένα, εγώ θα νομίζω ότι θα νιώσει και θα ενοχληθώ. Στη Γερμανία, μου είπαν, αμέσως καταλαβαίνουν τους Τούρκους... Το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος για να μην τον περιφρονήσουν είναι ν' αποδείξει ότι σκέφτεται σαν αυτούς. Κι αυτό δεν είναι μόνο αδύνατο, είναι και ταπεινωτικό".
-----
"Κύριοι, συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε πιο έξυπνοι και πιο σημαντικοί από τους Δυτικούς, αν όμως έρθουν σήμερα οι Γερμανοί στο Καρς, ανοίξουν ένα προξενείο εδώ κι αρχίσουν να δίνουν σε όλους δωρεάν βίζες, σας διαβεβαιώνω ότι σε μια βδομάδα θ' αδειάσει όλο το Καρς".
-----
"Το θέμα είναι ότι είμαστε φτωχοί κι ασήμαντοι", είπε ο Φαζίλ, και το πάθος του παραξένεψε τον Κα. "Στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπάρχει θέση για μας τους κακόμοιρους. Μια μέρα όλοι εμείς που ζούμε στη μίζερη αυτή πόλη τους Καρς θα ψοφήσουμε και κανείς δεν θα μας θυμάται, κανείς δεν θα ενδιαφερθεί για μας. Θα μείνουμε ασήμαντα ανθρωπάκια που θα σκοτώνονται μεταξύ τους για το τι θα φοράνε στο κεφάλι τους οι γυναίκες, που θα πνίγονται στους μικρούς, ασήμαντους καβγάδες τους. Όλοι θα μας ξεχάσουν. Όσο βλέπω ότι θα φύγουμε απ' αυτή τη ζωή έχοντας ζήσει τόσο ανούσια, χωρίς ν' αφήσουμε κανένα σημάδι μας, τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω ότι στη ζωή το μόνο που υπάρχει είναι ο έρωτας".
-----
[...] να διατηρούνται οι αναμνήσεις ζωντανές, κι αυτό με τη δύναμη της φαντασίας, αυτό ήταν παράδεισος για τον Κα.
-----
Στα πρώτα νεανικά του χρόνια, ο θάνατος για έναν πολιτικό ή πνευματικό σκοπό, η θυσία της ίδιας του της ζωής για κάτι που θα είχε γράψει, αποτελούσαν για τον Κα τα ύψιστα ηθικά επίπεδα στα οποία θα μπορούσε να φτάσει. Γύρω στα τριάντα, τον απομάκρυνε απ' αυτή τη σκέψη η ματαιότητα της ζωής πολλών φίλων και γνωστών του που πέθαναν από βασανιστήρια υπερασπίζοντας ανόητες και μοχθηρές αρχές, δολοφονήθηκαν στους δρόμους από πολιτικές συμμορίες, έχασαν τη ζωή τους ληστεύοντας τράπεζες ή, ακόμα χειρότερα, από βόμβες που έφτιαχναν οι ίδιοι κι έσκασαν στα χέρια τους. Το γεγονός ότι είχε μείνει τόσα χρόνια εξόριστος στη Γερμανία εξαιτίας πολιτικών πεποιθήσεων που δεν ασπαζόταν πια, είχε διαρρήξει στο μυαλό του κάθε σχέση μεταξύ αυτοθυσίας και πολιτικής. Όταν, όσον καιρό ήταν στη Γερμανία, διάβαζε στις τουρκικές εφημερίδες ότι ο τάδε αρθρογράφος είχε -κατά πάσα πιθανότητα- δολοφονηθεί για πολιτικούς λόγους από πολιτικούς ισλαμιστές, ένιωθε οργή για το περιστατικό, σεβασμό για το νεκρό, αλλά κανέναν ιδιαίτερο θαυμασμό για τον αρθρογράφο που είχε χάσει τη ζωή του.
-----
Ο Κα ένιωθε οργή όχι τόσο για τις εφημερίδες της Ιστανμπούλ και της Δύσης, που αδιαφορούσαν για τους ενθουσιώδεις αυτούς συγγραφείς ή για τους δημοσιογράφους που για παρόμοιους λόγους δέχονταν μια σφαίρα στο κεφάλι σε κάποιο στενό μιας μακρινής επαρχιακής πόλης, όσο για το γεγονός ότι όλοι αυτοί προέρχονταν από μια κουλτούρα που μετά από λίγο καιρό ξεχνούσε για πάντα ποιος από τους αδικοχαμένους συγγραφείς της έφαγε ποιον, κι έβλεπε καθαρά πόσο πιο έξυπνο ήταν να κάθεται κανείς σε μια γωνιά και να φροντίζει να είν' ευτυχισμένος.
-----
Παντού στον κόσμο, ακόμη και στην Αμερική, οι εφημερίδες δημοσιεύουν τις ειδήσεις που θέλουν να διαβάζουν οι συνδρομητές μας. Αν ο αναγνώστης θέλει να διαβάσει ψευδείς ειδήσεις, κανείς στον κόσμο δεν θα μειώσει τις πωλήσεις του γράφοντας την αλήθεια.
-----
[...] πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ένιωθε κομμάτι μιας οικογένειας· παρ' όλα τα προβλήματα και τις ευθύνες, καταλάβαινε τώρα ότι αυτό που λέγεται "οικογένεια" στηρίζεται στην απεγνωσμένη επιμονή για σύμπνοια, κάτι που με λύπη διαπίστωνε πως είχε λείψει απ' τη ζωή του. [...] Το θέμα είναι η σύμπνοια, η δυνατότητα να συγκροτήσει κάποιος ένα κέντρο από δύο άτομα, όπου ο κόσμος ολόκληρος θα μένει απέξω.
-----
Κι ενώ έκανε έρωτα με την Ιπέκ όλη τη νύχτα, ο Κα κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι πέρα από την ευτυχία, κι ότι οι μέχρι τότε εμπειρίες του απ' τη ζωή και τον έρωτα δεν ήταν αρκετές ώστε να νιώσει αυτή την έξω απ' το χρόνο και το πάθος περιοχή.
-----
"Μου αρέσει όμως που παραδέχεσαι ότι είσαι δειλός. Κι εγώ μια από τα ίδια είμαι. Πίστεψέ με. Σ' αυτή τη χώρα μόνο οι δειλοί επιβιώνουν. Όμως κι οι δειλοί πρέπει να ονειρεύονται ότι μια μέρα θα κάνουν κάτι πολύ ηρωικό".
-----
"Άκουσέ με: δεν ζεις για τις αρχές σου, ζεις για να είσ' ευτυχισμένος".
"Ναι, αλλά χωρίς αρχές και χωρίς πίστη, κανείς δεν είν' ευτυχισμένος", είπε η Καντιφέ.
"Σωστά. Δεν είναι όμως έξυπνο να καταστρέψει κανείς τον εαυτό του για τις αρχές του σε μια χώρα τυραννική, όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμιά αξία. Αρχές και πίστη είναι για όσους ζούνε σε πλούσιες χώρες".
"Δεν έχεις δίκιο. Στις φτωχές χώρες ο άνθρωπος δεν έχει παρά μόνο τα πιστεύω του", είπε η Καντιφέ.
Ο Κα δεν είπε, όπως του ήρθε εκείνη τη στιγμή να πει, "Μόνο που πιστεύει σε λάθος πράγματα!".
-----
"Σ' αυτή τη χώρα, μόνο αν έχεις πίσω σου ολόκληρο το στρατό μπορείς να καυχιέσαι ότι είσαι άθεος".
-----
"Δεν φοβάσαι το θάνατο;" ρώτησε μετά από λίγο.
"Αν αυτό είναι απειλή -όχι, δεν τον φοβάμαι. Αν με ρωτάς από φιλικό ενδιαφέρον -ναι, τον φοβάμαι".
-----
"Τι είναι η ευτυχία;"
"Να βρεις έναν κόσμο όπου θα μπορέσεις να ξεχάσεις όλο αυτό το τίποτα, αυτή την αίσθηση μειονεξίας. Να μπορείς να κρατάς κάποιον σαν να είναι ο κόσμος όλος..." είπε ο Κα.
-----
Κατάλαβε ότι ανάμεσα στον Σουνάι και το συνταγματάρχη υπήρχε ένα είδος επικοινωνίας, χαρακτηριστικό των ανθρώπων που στα παιδικά τους χρόνια έχουν διαβάσει τα ίδια βιβλία.
-----
"[...] ο άνθρωπος μόνο όταν κινδυνεύει προσηλώνεται στη ζωή", είπε η Χανντέ.
-----
[...] όποιος αρκείται στην ευτυχία, δεν μπορεί να είν' ευτυχισμένος".
-----
[...] ήταν ωραίο να κλαίει αγκαλιασμένος με κάποιον, ότι μπορεί και η Ιπέκ να ανακάλυπτε για πρώτη φορά στη ζωή της πόσο οδυνηρό αλλά και πόσο ευχάριστο είναι να τριγυρίζεις μαζί με κάποιον άλλο στην περιοχή της αναποφασιστικότητας, ανάμεσα στην ήττα και σε μια καινούργια ζωή.
-----
Αντίθετα απ' ό,τι νομίζουμε, ο άνθρωπος μπορεί αν θέλει να μείνει μακριά από τον έρωτα.
-----
[...] ένιωθαν τη μαγική αίσθηση του "εμείς", που μόνο οι πολίτες των υπερβολικά καταπιεστικών κι εθνικιστικών κρατών μπορούν να νιώσουν.
-----
"Οι γυναίκες αυτοκτονούν με την ελπίδα να κερδίσουν", είπε η Καντιφέ. "Οι άντρες όταν βλέπουν ότι δεν τους έχει μείνει καμιά ελπίδα να κερδίσουν".
-----
"Αν γράψετε και για μένα στο μυθιστόρημά σας που θα εκτυλίσσεται στο Καρς, θα ήθελα να πως στους αναγνώστες σας να μην πιστέψουν όσα θα γράψετε για μένα, για μας. Κανείς απ' όσους ζουν μακριά μας δεν μπορεί να μας καταλάβει".
"Μα και κανείς δεν πιστεύει όσα διαβάζει σ' ένα μυθιστόρημα".
"Όχι, τα πιστεύουν", είπε με αγωνία. "Για να πειστούν πως είναι έξυπνοι, ανώτεροι και διαθέτουν ανθρωπιά, θα θελήσουν να πιστέψουν ότι εμείς είμαστε γελοίοι και συμπαθητικοί, κι ότι μπορούν και μας αγαπούν στα χάλια που είμαστε. Αν όμως βάλετε αυτή τη φράση μου στο βιβλίο σας, θα τους δημιουργηθούν κάποιες αμφιβολίες".

Orhan Pamuk, Χιόνι, μετάφραση Στέλλας Βρετού, εκδόσεις Ωκεανίδα

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Ένα αντίο στον Χάρρυ Κλυνν (1940-2018)

Ο Χάρρυ Κλυνν ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την (όποια) αίσθηση του χιούμορ που διαθέτω. Οι Πατάτες (που είχαμε σε βινύλιο) και το Έθνος Ανάδελφον (που είχαμε σε κασέτα και ακούγαμε στο αυτοκίνητο) μου έχουν χαρίσει γέλιο, αλλά και αντίληψη, και προοπτική για τα πράγματα. Φυσικά, είναι τώρα που μεγάλωσα που μπορώ να καταλάβω πλήρως τη σάτιρα και την κριτική που ασκούσε στο τότε σκηνικό ο Κλυνν -δεν έχουν χάσει τίποτα από τη δύναμή τους, παρεμπιπτόντως.

Ο Κλυνν ήταν γέννημα της εποχής του, αλλά και συνδιαμορφωτής της, όμως δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε να τον καταλάβει ένας σημερινός πιτσιρικάς. Δεν ξέρω κιόλας αν θεωρείται σήμερα πρέπον να βάζει ένας πατέρας στα παιδιά του (που πάνε στο Δημοτικό ή το πολύ στο Γυμνάσιο) να ακούν πράγματα όπως τα προαναφερθέντα, ή να βλέπουν σε βιντεοκασέτα το Made In Greece και το Αλαλούμ. Ο δικός μου πάντως το έκανε και τον χιλιοευχαριστώ.

Τον παρακολουθούσα και μεγαλύτερος τον Χάρρυ: άκουσα το The X-Klynn Files Ανάποδα, όπου διέγνωσα ότι τον είχε εγκαταλείψει η μεγάλη έμπνευση, μετά τον είδα να παρουσιάζει τις ποιητικές συλλογές του στην τηλεόραση και να έχει χάσει μάλλον το χιούμορ του, τα τελευταία χρόνια τον ακολουθούσα και στα social media. Είχε πάψει να με απασχολεί η σκέψη του, αλλά δεν του "κάκιωσα" ποτέ, γιατί ήξερα και ξέρω ότι θα του χρωστάω πάντα. Συν τοις άλλοις, στους δίσκους του είχε πάντα έξοχη μουσική και τραγούδια.

Χάρρυ αντίο. Παίζω ξανά το παρακάτω και συνειδητοποώ ότι έχεις φτιάξει έναν από τους αγαπημένους μου δίσκους ever.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Συνέντευξη με τους Selefice

Οι Selefice είναι μια metal μπάντα η οποία σε λίγες μέρες (Σάββατο 28 Απριλίου, Crow Club) επιστρέφει ξανά στη σκηνή έπειτα από 24 χρόνια.

Η πρώτη φάση τους έτρεξε στις αρχές των '90s, οπότε και κυκλοφόρησε το μοναδικό μέχρι στιγμής άλμπουμ τους, Where Is The Heaven. Διαλύθηκαν μάλλον άδοξα, όμως πρόσφατα, τα ιδρυτικά μέλη Μίλτος Τζαλαγιάννης (κιθάρα/φωνή) και Πέτρος Μιχόπουλος (κιθάρα), παρακινημένοι και από τον υπόγειο μύθο που χτίστηκε με τα χρόνια γύρω από το όνομα των Selefice, θέλησαν να επαναφέρουν στη ζωή το παλιό τους γκρουπ. Και το κατάφεραν, με τη συνδρομή του Μάνου Μιχαηλίδη (μπάσο) και του Βαγγέλη Βαφία (τύμπανα) -αμφότεροι μέλη των Necromancy.

Την ιστορία των Selefice είχα την τύχη να την ακούσω, τότε που ακόμα η επανασύνδεσή τους ήταν απλώς μια σκέψη, από τα χείλη του Μιχόπουλου, πίνοντας μπύρες κάπου στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Με τον Πέτρο είμαστε, άλλωστε, φίλοι, έχουμε κάνει πολλές κουβέντες κι έχουμε μοιραστεί και τη σκηνή πριν κάποια χρόνια. Ήταν χαρά και τιμή μου, λοιπόν, που είχα την ευκαιρία να του πάρω την πρώτη μεγάλη συνέντευξη για την επιστροφή των Selefice που δημοσιεύεται στον ελληνικό Τύπο -στο Avopolis, φυσικά.

Διαβάστε την εδώ.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Η μαύρη τρύπα στο ιλουστρασιόν τοπίο της Σαντορίνης

Στις 22 Οκτωβρίου 2017, ο Ηλίας Κασιδιάρης βρέθηκε στη Σαντορίνη για την παρουσίαση ενός βιβλίου του. Διόλου τυχαία, μία εβδομάδα αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου, είχαμε τα γνωστά επεισόδια στο χωριό Εμπορείο: η παρέλαση ακυρώθηκε, έπειτα από "παρέμβαση" Χρυσαυγιτών και κατοίκων του χωριού, επειδή η σημαιοφόρος του Γυμνασίου ήταν Αλβανικής καταγωγής. Η ΧΑ ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τα γεγονότα.

Κι αν τότε θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Δήμος Σαντορίνης και το τοπικό αστυνομικό τμήμα αιφνιδιάστηκαν, 5 μήνες μετά αυτή η δικαιολογία δεν υπάρχει. Κι όμως, το πρωί της 25ης Μαρτίου 2018 συνέβησαν και πάλι έκτροπα στο Εμπορείο.

Γνωρίζοντας όσα είχαν συμβεί εις βάρος της μαθήτριας, αλλά και των συναδέλφων καθηγητών, τον Οκτώβρη, πολλοί συνάδελφοι από διάφορα σχολεία του νησιού, καθώς και μέλη του Δ.Σ. της Ε.Λ.Μ.Ε. Θήρας, αποφασίσαμε να είμαστε δίπλα στους συναδέλφους του Γυμνασίου Εμπορείου.

Φτάνοντας έξω από το σχολείο εκείνο το πρωί, στις 9:35, αντικρύσαμε την απίστευτη εικόνα της οξυγονοκολλημένης εξωτερικής πόρτας του σχολείου (αλλά και των άλλων θυρών πρόσβασης) και των λαδιών που είχαν χυθεί ακριβώς μπροστά της. Ο στόχος προφανής: να μην μπορέσει η σημαία να βγει από το σχολείο και άρα να μην παρελάσει η συγκεκριμένη μαθήτρια ως σημαιοφόρος του σχολείου της. Σημειωτέον, η συγκεκριμένη μαθήτρια είναι άλλη από τη σημαιοφόρο της 28ης Οκτωβρίου: οι τρεις πρώτες σε βαθμολογία μαθήτριες του σχολείου είναι όλες αλβανικής καταγωγής.

Λίγο αργότερα έφτασαν στο σημείο ο αντιδήμαρχος του Δήμου Θήρας κ. Μάρκος Καφούρος και ελάχιστοι -τρεις ή τέσσερις- αστυνομικοί. Επίσης, εμφανίστηκε μια ομάδα ενηλίκων και κάποιων ανηλίκων, κατοίκων του χωριού -πρόσωπα γνωστά από τα προηγούμενα επεισόδια, αλλά χωρίς τις μπλούζες της ΧΑ αυτή τη φορά. Άρχισαν διάφορες συζητήσεις, ο χρόνος περνούσε. Εκεί υπήρξε η πρώτη απόπειρα εκφοβισμού: κάποιοι από την εν λόγω ομάδα κινήθηκαν απειλητικά και με φωνές εναντίον συναδέλφων που τραβούσαν φωτογραφίες με τα κινητά τους τηλέφωνα. Έπειτα από λίγο αποχώρησαν, αφού, όμως, πήραν μαζί τους όλους τους μαθητές που βρίσκονταν εκεί για να παρελάσουν. Πίσω έμεινε μόνο η σημαιοφόρος και κάποιοι από τους παραστάτες.

Συγκλήθηκε επί τόπου μια σύσκεψη των διδασκόντων καθηγητών του Γυμνασίου, παρουσία του αντιδημάρχου. Κατέληξαν ότι δεν θα μπουν στη διαδικασία να ανοίξουν την πόρτα και ότι θα οδεύσουν προς την πλατεία του χωριού, για τον εκκλησιασμό, κι έπειτα θα λήξει το θέμα εκεί. Είδα μία συνάδελφο να απομακρύνεται από τη σύσκεψη κλαίγοντας, λέγοντας ότι νιώθει εξευτελισμένη. Εκείνη τη στιγμή πήρα μιαν απόφαση: πλησίασα τον αντιδήμαρχο και μπροστά σε όσους καθηγητές ήταν ακόμα γύρω του, του είπα περίπου αυτά: "Αυτή τη στιγμή, η πολιτειακή και αστυνομική ηγεσία του νησιού υποτάσσεται στις απειλές 30 ανθρώπων. Είμαι δημοσιογράφος από την Αθήνα και αυτά είμαι αναγκασμένος να τα γράψω".

Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο αυτό που είπα, πάντως τελικά περιμέναμε ώσπου να έρθει η Πυροσβεστική -η οποία υποτίθεται ότι είχε κληθεί από ώρα αλλά έφτασε με μεγάλη καθυστέρηση, στις 10:40- και να σπάσει το λουκέτο. Η σημαιοφόρος αποδείχθηκε γενναία και δέχτηκε να σηκώσει τη σημαία και να παραστεί στην απονομή στεφάνων στο μνημείο της πλατείας. Οι συνάδελφοι περιβάλαμε τη σημαία και κινηθήκαμε προς την πλατεία. Μόλις ξεπροβάλαμε εκεί, οι κάτοικοι του χωριού χειροκρότησανν αυθορμήτως. Η γνωστή ομάδα ξεκίνησε τότε γιουχαΐσματα και εκτόξευσε απειλές προς τη Διευθύντρια του σχολείου. Αγνοώντας τους, φτάσαμε στο μνημείο, όπου αναμείναμε τον παπά της ενορίας -τον παπά που είχε προετοιμάσει το κλίμα την προηγούμενη φορά, με ένα κύρηγμα μίσους περί "εσωτερικού εχθρού". Όσο βρισκόμασταν εκεί, δύο κυρίες του Συλλόγου Γονέων του σχολείου δεν σταμάτησαν να φωνάζουν, κατηγορώντας μας ότι πήγαμε και τους ανακατώσαμε.

Ο παπάς βγαίνει, ψέλνει τα απαραίτητα, γίνεται η κατάθεση στεφάνων. Καθ' όλη τη διάρκεια, η γνωστή ομάδα παραμένει απέναντι, συζητώντας συνεχώς με τους αστυνομικούς. Όταν τελειώνει η όλη τελετή, επιστρέφουμε προς το σχολείο, αφού η "συμφωνία" που είχε γίνει ήταν να μην παρελάσει η σημαία του σχολείου, για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Οι μαθητές του σχολείου παρέλασαν τελικά πίσω από τη σημαία του Πολιτιστικού Συλλόγου.

Καθώς κατηφορίζουμε προς το σχολείο, ένας συνάδελφος, ο οποίος δυσκολευόταν να συγκρατηθεί όλο το πρωί, απευθύνεται σε έντονο ύφος σε έναν αστυνομικό, διαμαρτυρόμενος για την όντως γλυκανάλατη στάση της αστυνομίας στον χώρο. Τον ακούν από την ομάδα των "διαμαρτυρόμενων" και θεωρούν ότι απευθύνεται σε εκείνους. Είμαι ακριβώς πίσω του εκείνη τη στιγμή. Δύο από αυτούς κινούνται γρήγορα εναντίον του, φωνάζοντας και βρίζοντάς τον. Προσπαθώ να τους συγκρατήσω, όμως γρήγορα έρχονται κι άλλοι -ακόμα δεν τους έχουν πάρει χαμπάρι. Πολύ γρήγορα βρισκόμαστε περικυκλωμένοι από 15 (ίσως και περισσότερα) άτομα, τα οποία έχουν στριμώξει τον καθηγητή στο πλάι ενός αυτοκινήτου. Οι περισσότεροι, ξέροντας ότι ήδη έχουν "μαρκαριστεί" από τα γεγονότα της 28ης, κυρίως τον απειλούν και τον βρίζουν, υπάρχουν όμως δύο που θέλουν να τον χτυπήσουν. Ένας τον αρπάζει από τον λαιμό. Τελικά επεμβαίνουν οι ψυχραιμότεροι: ένας μαθητής μας από το ΕΠΑ.Λ., μέλος της ομάδας, αρπάζει έναν και τον απομακρύνει σηκωτό, οι αστυνομικοί μπαίνουν στη μέση, ένας από τους γεροντότερους της ομάδας προσπαθεί να τους μαζέψει. Βλέπω τον πανικό στο βλέμμα του -ξέρει πολύ καλά ότι με την παραμικρή μήνυση θα έχουν τεράστιο πρόβλημα. Τον καθησυχάζω ότι όλοι έκαναν πίσω.

Κανείς δεν μπορεί να πει ότι όσα συνέβησαν ήταν αναπάντεχα: με βάση τις πιέσεις και απειλές που δέχονταν η διευθύντρια και οι καθηγητές του Γυμνασίου Εμπορίου τον προηγούμενο καιρό, ίσως και να ήταν λίγα αυτά που είδαμε εκείνη τη μέρα. Όσα καταγγέλλει ο Σύλλογος Διδασκόντων (εδώ) θεωρώ ότι δίνουν μια μυρωδιά μόνο του κλίματος που επικρατεί στο χωριό.

Τις μέρες που ακολούθησαν το συμβάν είχα την ευκαιρία να συζητήσω με κάποιους από τους μαθητές που στις 25/3 στέκονταν πλάι στην ομάδα των ταραξιών. Έγινε σαφές ότι τα παιδιά έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου με τη ρητορεία περί "αίματος και τιμής" της ΧΑ, μεγαλώνοντας σε ένα κλίμα σκοταδισμού. Αδυνατούν να σκεφτούν πολλές φορές, κάτι που είχα διαπιστώσει και σε συζητήσεις κατά τις ώρες των μαθημάτων: δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μου είπε ένας μαθητής όταν συζητούσαμε για την καταστροφή του περιβάλλοντος, ότι "για όλα φταίνε οι επιστήμονες". Αυτά τα παιδιά είναι, βέβαια, πολύ εύκολο να τα "ψαρέψεις" και να καταλάβεις ότι ξέρουν πολύ καλά εκείνους που έκαναν τις δολιοφθορές στις πόρτες του Γυμνασίου, ότι Δήμος και Αστυνομία θεωρούνται "δικοί" τους κι ότι "δεν πρόκειται να μας κάνουν τίποτα". Ένας, μάλιστα, κοκορευόταν ότι μετά τα συμβάντα έπινε καφέ στο γραφείο του Διοικητή της Αστυνομίας. Όσο για τη διαμαρτυρία τους ότι κακώς τους αποκαλούν Χρυσαυγίτες, οι φωτογραφίες τους πλάι στον Κασιδιάρη, χωρίς αλλοιωμένα πρόσωπα, που μοστράρει στην επίσημη ιστοσελίδα του το εν λόγω κόμμα, όχι μόνο τους διαψεύδει, αλλά λέει πολλά και για τον τρόπο που τους εκμεταλλεύεται η ΧΑ, η οποία κάνει κρα για να δείχνει ότι έχει "νεολαίους".

Είναι προφανείς, λοιπόν, οι ευθύνες των τοπικών αρχών, για το ότι για μια ακόμα φορά παραβιάστηκε η νομιμότητα. Φυσικά υπάρχουν ευθύνες και μεγάλου μέρους της κοινωνίας του νησιού, το οποίο μοιάζει να τελεί εν υπνώσει, αποκοιμισμένο από τους πακτωλούς χρήματος που ρέουν προς το μέρος του μέσω του τουρισμού.

Οι ευθύνες, φυσικά, φτάνουν πολύ πιο πάνω, στους βουλευτές Κυκλάδων (οι οποίοι είχαν ενημερωθεί αλλά δεν εμφανίστηκαν), στα Υπουργεία Παιδείας και Δημόσιας Τάξης, μέχρι και την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό, καθώς ήταν ευρέως γνωστά τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου. Και ατυχείς ανακοινώσεις (εδώ) κατόπιν εορτής μόνο γέλωτα προκαλούν.

Είναι υπόλογοι, εν ολίγοις, όλοι οι κατέχοντες εξουσία για την υπόθεση αυτή. Πρώτον, επειδή δεν φροντίζουν να τηρείται η νομιμότητα και να προστατεύεται το έργο, η ψυχική ισορροπία και η σωματική ακεραιότητα παιδιών, εκπαιδευτικών και πολιτών, αλλά και η δημόσια περιουσία. Δεύτερον, γιατί επιτρέπουν σε μια μικρή μειοψηφία κατοίκων, οι οποίοι άγονται και φέρονται από τη ΧΑ, να αμαυρώνουν την εικόνα του μεγαλύτερου χωριού της Σαντορίνης, αλλά και τη συνολικότερη εικόνα του νησιού, που τόσο διαφημίζεται ως ταξιδιωτικός προορισμός. Και τρίτον, επειδή επιτρέπουν να διαιωνίζεται μια κατάσταση που οδηγεί τα νέα παιδιά κατευθείαν μέσα στη μαύρη τρύπα της άγνοιας και του μίσους, καθιστώντας τα υποχείρια των παιχνιδιών της σκοτεινότερης κάστας που γνώρισε η σύγχρονη Ελλάδα.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Παναγιώτης Κελάνδριας: Τα νέα παιδιά είναι κάτι για το οποίο αξίζει να παλέψεις

Ο Παναγιώτης Κελάνδριας είναι ένας δημιουργός που από το 2011, οπότε και κυκλοφόρησε, μέσα από το σχήμα Μικρόκοσμοι, την πρώτη του δουλειά, Κάθε Μέρα Όπως Πάντα, κινείται με διακριτικότητα στον χώρο της δισκογραφίας αλλά και των ζωντανών εμφανίσεων. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει ακόμη δύο εργασίες (Αγγελοστάλσημο (2014), Via Negativa (2017)), συνεργαζόμενος συχνά με νέους ερμηνευτές και στιχουργούς.

Την Παρασκευή 30 Μαρτίου, ο Κελάνδριας θα πραγματοποιήσει μία από τις σπάνιες εμφανίσεις του, στον Πολυχώρο Αίτιον (Τζιραίων 8-10, Ακρόπολη, Αθήνα). Με αυτή την αφορμή, έκανα μαζί του μια ειλικρινή και ενδιαφέρουσα κουβέντα, η οποία, μάλιστα, είναι χαρά μου που αποτελεί την πρώτη που έγινε αποκλειστικά για τούτο το μπλογκ.

Ξεκινώ από την αφορμή για αυτήν την κουβέντα μας, την εμφάνισή σας, δηλαδή, στον Πολυχώρο Αίτιον, την Παρασκευή 30 Μαρτίου. Με ποιους συνεργάτες θα βρεθείτε εκεί και τι θα παρουσιάσετε; Τι δηλώνει ο τίτλος «Χθες, σήμερα, αύριο...»;

Θα βρεθώ για μια ακόμα φορά με τις αγαπημένες Αρετή Κοκκίνου και Θέλμα Καραγιάννη, όπου η Αρετή θα παίξει κιθάρα και μαντολίνο και η Θέλμα θα ερμηνεύσει όπως μόνο αυτή ξέρει και θ’ αναλάβει και τα κρουστά. Θα παρουσιάσουμε τραγούδια απ’ όλη την πορεία μου μέχρι σήμερα, καθώς και νέο, ακυκλοφόρητο υλικό, κάποια τραγούδια μάλιστα σε... διαπλανητική πρώτη (γέλια). Αυτό δηλώνει και ο τίτλος άλλωστε: τραγούδια από προηγούμενες δουλειές, από τον δίσκο που τρέχει σήμερα και από τη δισκογραφία που έρχεται.

Οι ζωντανές εμφανίσεις σας είναι μάλλον αραιές. Είναι κάτι τέτοιο επιλογή σας ή απλώς μια αναγκαστική κατάσταση;

Περισσότερο αναγκαστική κατάσταση θα έλεγα. Το γεγονός ότι μένω μόνιμα στην Κέρκυρα λόγω της δουλειάς μου δεν μου επιτρέπει να εμφανίζομαι όσο θα ήθελα. Κάνω και κάποιες εμφανίσεις στο νησί, ελάχιστες όμως, το κοινό δεν είναι πολύ. Θεωρητικά θα μπορούσα να εμφανίζομαι συχνότερα στην Αθήνα και αλλού, αλλά οι μετακινήσεις από την Κέρκυρα δεν είναι πάντα εύκολες και θα έπρεπε επίσης να έχω μουσικούς σε αναμονή στην Αθήνα για να προβάρουμε όποτε θα μπορούσα. Αυτό καταλαβαίνετε ότι δεν μπορεί να γίνει.

Προτιμάτε την επαφή με τον κόσμο μέσα από τις συναυλίες ή τη μοναχικότητα που κρύβει η δουλειά στο στούντιο; Τι είναι πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία σας;

Αγαπάω και τα δύο. Απλώς πρόκειται για δύο διαφορετικές καταστάσεις. Η επαφή με τον κόσμο, βέβαια, είναι κάτι το ανεπανάληπτο κι εκεί καταλαβαίνεις περισσότερο από οπουδήποτε αλλού την πραγματική αξία της δουλειάς σου. Το στούντιο, πάλι, έχει τη δική του γοητεία, αλλά αφορά μόνο ανθρώπους της δουλειάς και, αν και κατ’ εξοχήν δημιουργική διαδικασία και με πολύ λιγότερη αγωνία από μια συναυλία, ορισμένες φορές με κουράζει περισσότερο.

Μας συστηθήκατε δισκογραφικά μέσω ενός άλμπουμ με το συγκρότημα Μικρόκοσμοι. Ο τρόπος που συνεχίσατε ήρθε σε μεγάλη αντίθεση με εκείνο το ξεκίνημα: πλέον ακολουθείτε πιο «παραδοσιακά» μονοπάτια και προτιμάτε στίχους άλλων, όχι τους δικούς σας. Για ποιους λόγους συνέβη αυτό; Υπάρχει περίπτωση να σας δούμε να αλλάζετε ξανά ρότα;

Συνέχισα όπως συνέχισα για δύο λόγους. Ο ένας ήταν ότι διαλύθηκαν οι Μικρόκοσμοι και, ενώ στην αρχή είχα σκεφτεί να συνεχίσω με άλλα μέλη, αποδείχθηκε ότι ήταν μάλλον αδύνατο, με δεδομένη την προσφορά μουσικών που ν’ αγαπούν αυτό το μουσικό είδος στην Κέρκυρα. Ο άλλος λόγος έχει να κάνει με το γεγονός ότι θέλω να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα. Θα μπορούσα να συνεχίσω με ανάλογες μουσικές φόρμες, ήθελα, όμως, να δω και άλλες δυνατότητες. Όσο για τους στίχους, ήθελα να δοκιμάσω την εμπειρία της τραγουδοποιίας πάνω σε λόγια άλλων ανθρώπων, να δω πώς είναι να ξεκλειδώνεις σκέψεις και συναισθήματα που δεν είναι δικά σου, στην αρχή τουλάχιστον. Πως θα με δείτε ν’ αλλάζω ρότα είναι μάλλον βέβαιο, έχω πολλά τραγούδια σε δικούς μου στίχους και ορισμένα από αυτά θα τα δισκογραφήσω κάποια στιγμή και έχω σκεφτεί ήδη και κάποιες αλλιώτικες μουσικές φόρμες.

Με το EP Αγγελοστάλσημο και το άλμπουμ Via Negativa συνεχίζετε την προσωπική σας πορεία, επιμένοντας σε «χειροπιαστές» εκδόσεις. Ποια είναι τα συμπεράσματά σας: μπορούν αυτές ακόμα να τα καταφέρουν στην εγχώρια αγορά;

Δύσκολο το βλέπω. Πλέον, σχεδόν κανείς δεν αγοράζει CD σε υλική μορφή όταν μπορεί με κάποιον τρόπο να το κατεβάσει από το διαδίκτυο και, μάλιστα, δωρεάν τις περισσότερες φορές. Δεν είναι μόνο το οικονομικό πρόβλημα, έχει αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο ακούμε μουσική. Η πλειοψηφία του κόσμου ακούει μουσική από τον υπολογιστή ή στο αυτοκίνητο. Αυτό που πιστεύω είναι ότι αργά ή γρήγορα το υλικό μέσο θα εξαφανιστεί, γιατί δεν θα έχει πια λόγο ύπαρξης. Μέχρι τότε, όμως, εμείς θα επιμένουμε παραδοσιακά, στον βαθμό, βέβαια, που θα έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε. Ας μην ξεχνάμε ότι το κόστος της εκτύπωσης ενός δίσκου δεν είναι καθόλου ασήμαντο και το επιβαρύνεται σχεδόν πάντα ο δημιουργός, γνωρίζοντας ότι δεν θα κάνει ποτέ απόσβεση.

Ακούγοντας τα τραγούδια σας, νιώθω να επικρατεί μια ηπιότητα και διακριτικότητα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το μουσικό κομμάτι. Αυτό μοιάζει να συνάδει με την «ήσυχη» παρουσία σας στη μουσική δημοσιότητα. Είναι, όμως, όντως έτσι τα πράγματα;

Μάλλον έτσι είναι. Δεν μου αρέσει να κάνω φασαρία και πιστεύω ότι είναι καλύτερο ν’ αφήνεις τη δουλειά σου να μιλάει για σένα. Για να είμαι ειλικρινής, θέλω τα τραγούδια μου να παίζονται στα ραδιόφωνα και ν’ ακούγονται απ’ όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο, θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν το αντίθετο. Όμως δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου η φυσική αναγνωρισιμότητα, να περπατάω, δηλαδή, στον δρόμο και να με αναγνωρίζουν, να με χαιρετάνε, τέτοια πράγματα. Το ιδανικό θα ήταν να μην ξέρει κανείς πώς μοιάζω αλλά αυτό μόνο ένας συγγραφέας μπορεί να το πετύχει.

Δεν διστάζετε να εκφράζετε τις πολιτικές σας θέσεις, στις συνεντεύξεις σας αλλά και στις παρεμβάσεις σας στα social media. Θα τη σκαπουλάρει, λέτε, ξανά ο καπιταλισμός ή οδεύει προς το τέλος του, όπως υποστηρίζουν κάποιοι;

Νομοτελειακά ο καπιταλισμός είναι τελειωμένος. Αν μας δείχνει κάτι η εποχή που ζούμε είναι ότι πλέον δεν μπορεί να ξεπεράσει τα αδιέξοδά, του παρά μόνο με ολοκληρωτικό παγκόσμιο πόλεμο. Αλλά ένας τέτοιος πόλεμος δεν θ’ αφήσει ίχνος ζωής στον πλανήτη και αυτό πιστεύω ότι το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι οι καπιταλιστές. Γι' αυτό και προσπαθούν να εκτονώσουν την κατάσταση με περιφερειακές συγκρούσεις. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εναλλακτική λύση που θα πείσει τον κόσμο, όχι τόσο για την αναγκαιότητα, αλλά κυρίως για τη δυνατότητα της ανατροπής. Κι εδώ φαίνεται πόσο καλή δουλειά έχουν κάνει οι ρυθμιστές της τύχης των λαών σε ψυχολογικό και πολιτιστικό επίπεδο, γιατί εκεί παίζεται κατά τη γνώμη μου το παιχνίδι.

Δηλώνετε, επίσης, οπαδός της ΑΕΚ, πράγμα που μοιάζει οξύμωρο, δεδομένων των πολιτικών σας θέσεων, αλλά και της σύγχρονης κατάστασης, όπου οι ομάδες είναι πια Ανώνυμες Εταιρείες, που σκοπό έχουν το κέρδος. Θέλετε να μας εξηγήσετε την οπτική σας;

Κοιτάξτε, αγαπάω την ΑΕΚ γιατί γεννήθηκα και μεγάλωσα στην έδρα της, τη Νέα Φιλαδέλφεια. Κανείς δεν μας είπε να γίνουμε ΑΕΚ αλλά η ΑΕΚ ήταν ταυτισμένη με την καταγωγή μας, την ιστορία μας, τις ρίζες μας και, παρόλο που δεν το καταλαβαίναμε όταν ήμασταν πιτσιρικάδες, αυτό με κάποιον τρόπο αποτυπώθηκε αμετάκλητα μέσα μας. Οι πολιτικές μου θέσεις δεν μου απαγορεύουν ν’ αγαπάω το ποδόσφαιρο. Διαφωνώ, βέβαια, ριζικά με το καθεστώς εμπορευματοποίησης, όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά σε όλα τα αθλήματα. Αλλά η ΑΕΚ δεν παύει να είναι κομμάτι του εαυτού μου και στην κοινωνία που ονειρεύομαι η ΑΕΚ, όπως και οι άλλες ομάδες, δεν θα είναι μηχανή παραγωγής κερδών, αλλά ένα σωματείο που θα έχει ως στόχο να συντελεί στην ηθική και ψυχική ανύψωση του ανθρώπου.

Πέρα από το ποδόσφαιρο, έχετε άλλες ασχολίες/χόμπι; Με τι γεμίζετε τον ελεύθερο χρόνο σας;

Δεν έχω ελεύθερο χρόνο. Το Πανεπιστήμιο είναι απαιτητική δουλειά και όποιος δεν το έχει ζήσει επαγγελματικά δεν μπορεί να το καταλάβει. Η μέρα μου μοιράζεται ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο και τη μουσική. Τα αγαπάω και τα δύο εξίσου. Παρ’ ολ’ αυτά, προσπαθώ να βρίσκω χρόνο για να διαβάζω και μη επιστημονικά βιβλία, μυθιστορήματα και ποιήματα κυρίως, και όποτε μπορώ να περνάω λίγες ώρες με ανθρώπους που σέβομαι κι εκτιμώ και μπορώ να μάθω κάτι από αυτούς.

Εδώ και αρκετό καιρό γινόμαστε μάρτυρες αποκαλύψεων γύρω από τον αμαρτωλό ρόλο της ΑΕΠΙ και των ιδιοκτητών της, αλλά και ενός σχίσματος στις τάξεις των δημιουργών με αφορμή την επόμενη μέρα. Τελευταία εξέλιξη σε αυτή την ιστορία ήταν η ανάκληση της άδειας της ΑΕΠΙ. Ποια είναι τα σχόλια και οι απόψεις σας επί όλων αυτών;

Λοιπόν, επειδή θέλω να είμαι ειλικρινής, θα πω ότι έτσι όπως το βλέπω το πρόβλημα με την ΑΕΠΙ ξεκινάει από τους ίδιους τους δημιουργούς. Όλοι λίγο-πολύ ήξεραν τι συμβαίνει αλλά αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι στο κοινωνικό στρώμα των δημιουργών αντανακλώνται οι ίδιες αντιθέσεις που υπάρχουν στην κοινωνία, οι δυνατοί και οι αδύναμοι. Εκείνοι που είχαν τη δύναμη να αντισταθούν αποτελεσματικά, οι περισσότεροι τουλάχιστον, δεν έκαναν τίποτα, προφανώς γιατί δεν αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα, κι εκείνοι που ήθελαν να κάνουν κάτι διότι φυτοζωούσαν, δεν μπορούσαν. Έχω την εντύπωση ότι για τους περισσότερους σημασία έχει πρώτ’ απ’ όλα το δικό τους συμφέρον κι εκεί αποδίδω και το σχίσμα στο οποίο αναφερθήκατε. Αν το δούμε αντικειμενικά, το συμφέρον όλων των δημιουργών είναι κοινό, αλλά, όπως φαίνεται, παντού υπάρχουν πατρίκιοι και πληβείοι.

Έχετε ανακοινώσει παλαιότερα έναν δίσκο σε στίχους της Μαρίας Παπαδάκη, με συμμετοχή του Μίλτου Πασχαλίδη, αλλά και άλλους ακόμα δίσκους που είχατε προς ηχογράφηση. Σε τι στάδιο βρίσκονται όλα αυτά τα project;

Αυτή τη στιγμή προσπαθούμε με τη Μαρία να καταλήξουμε στους ερμηνευτές των τραγουδιών για να ξεκινήσουμε τις ενορχηστρώσεις. Προσωπικά θα ήθελα αυτή η δουλειά να κυκλοφορήσει το πρώτο δίμηνο του 2019 κι ελπίζω να τα καταφέρουμε, εκτός απροόπτου. Ο αμέσως επόμενος δίσκος θα είναι μάλλον τραγούδια με δικούς μου στίχους. Υπάρχει και άλλη μια ιδέα για κάτι που θέλω να κάνω εδώ και καιρό, αλλά δεν θα πω περισσότερα, είναι ακόμα στο στάδιο της επεξεργασίας.

Αναφερθήκατε ήδη στην "πρωινή" σας δουλειά, εκείνη του καθηγητή Οικονομικής Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Στην περίπτωση που θα καταφέρνατε να ζήσετε από τη μουσική, θα εγκαταλείπατε αυτή την άλλη σας ταυτότητα ή σας είναι και αυτή απαραίτητη;

Τώρα μου βάζετε δύσκολα. Την "πρωινή" μου δουλειά την αγαπάω πάρα πολύ. Όμως, αυτό που συντελείται τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο είναι μια εντελώς χυδαία εμπορευματοποίηση της Παιδείας και της γνώσης, με τους αγράμματους και ακαλλιέργητους μάνατζερ-τεχνοκράτες να προσπαθούν να μετρήσουν με όρους αγοράς πράγματα που δεν μετριούνται έτσι, πράγματα όπως η πρωτότυπη σκέψη, η δημιουργικότητα και η φαντασία, πράγματα που χωρίς αυτά αναιρείται η ουσία και ο λόγος ύπαρξης του Πανεπιστημίου. Δεν μετριούνται τα πάντα με το υποδεκάμετρο ούτε με οικονομικά κριτήρια. Το Πανεπιστήμιο διαμορφώνει ανθρώπους, δεν είναι μηχανή παραγωγής χρημάτων και εξειδικευμένων ηλίθιων, όπως θέλει τους φοιτητές το νεοφιλελεύθερο όραμα. Επειδή, λοιπόν, αυτό το Πανεπιστήμιο που πάνε να φτιάξουν είναι ένα αηδιαστικό εξάμβλωμα που δεν έχει καμία σχέση με το Πανεπιστήμιο που αγάπησα και ορκίστηκα να υπηρετώ, κι επειδή οι δυνάμεις οι δικές μου και κάποιων ακόμα συναδέλφων δεν μπορούν να αντιστρέψουν την πορεία των πραγμάτων, σας λέω ειλικρινά πως πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι αν η μουσική μπορούσε να μου εξασφαλίσει ένα ανάλογο βιοτικό επίπεδο, να ζω δηλαδή με μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια, μη φανταστείτε τίποτα παραπάνω, θα αφοσιωνόμουν ολοκληρωτικά σε αυτήν. Ο μόνος λόγος που θα με απέτρεπε από κάτι τέτοιο είναι οι φοιτητές μου. Τα νέα παιδιά είναι κάτι για το οποίο αξίζει να παλέψεις, ακόμα και όταν πιστεύεις ότι η μάχη είναι χαμένη.

Μετά την εμφάνιση στο Αίτιον, τι άλλο περιλαμβάνει η ατζέντα σας;

Εκτός από την προετοιμασία του επόμενου δίσκου δεν έχω κάτι συγκεκριμένο. Θέλω να δω αν μπορέσω το καλοκαίρι να κάνω κάποιες εμφανίσεις που να έχουν νόημα να γίνουν και να αρχίσω να ετοιμάζω σιγά-σιγά κάποια πράγματα για τον επόμενο χειμώνα.

Φωτογραφίες: Δημήτρης Καρβουντζής

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες