Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Για τη Λαμπρινή Καρακώστα (με αφορμή την εμφάνισή της στη Σαντορίνη)

Το περασμένο Σάββατο (11 Οκτωβρίου), η Λαμπρινή Καρακώστα επισκέφτηκε τη Σαντορίνη, για μια εμφάνιση στο εντευκτήριο της Εστίας του Πύργου Καλλίστης. Μαζί της είχε την ικανότατη Δέσποινα Σπανού, η οποία τη συνόδευσε με το τσέλο και τα φωνητικά της, ενώ η ίδια, πέραν της φωνής, χειρίστηκε κλασική κιθάρα, μεταλλόφωνο και κρουστά.

Την Καρακώστα την είχα πρωτοδεί το 2012, σε ένα live στη μουσική σκηνή Πυρήνας, στην Αθήνα, την εποχή που εμφανιζόταν δίπλα στον τραγουδοποιό Νίκο Ζουρνή. Με εντυπωσίασε τότε (εδώ όσα είχα γράψει στο Mix Grill), όπως και την επόμενο χρονιά, που την είδα στο πλευρό του Σωκράτη Μάλαμα, στο Θέατρο Βράχων (περισσότερα εδώ). Όμως, τούτη ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ένα δικό της πρόγραμμα και να βγάλω κάποια πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα.

Είναι, λοιπόν, η Λαμπρινή Καρακώστα μια ιδιαίτερα αξιόλογη περίπτωση καλλιτέχνιδας: αυτάρκης περφόρμερ, σίγουρη, επικοινωνιακή, όσο χρειάζεται θεατρική -μια παρουσία λαμπερή, με ουσιαστικό τρόπο. Νιώθω, μάλιστα, ότι έχει πολλά περισσότερα να δώσει από άλλες συναδέλφους της, των οποίων, όμως, το όνομα και η δράση ακούγονται πολύ περισσότερο. Εκτός των άλλων, το εύρος των ακουσμάτων της, και ο τρόπος που τα ενσωματώνει στη σκηνική της παρουσία και στο ρεπερτόριο που επιλέγει, λέει πολλά για την αληθινά ενδιαφέρουσα ιδιοσυγκρασία της. Για την αναμενόμενη δισκογραφική της εργασία, όπου θα συστήνεται επισήμως και ως τραγουδοποιός, δεν μπορώ να πω ακόμα πολλά: το "Η Αγάπη Μένει", που υπάρχει ήδη στο YouTube (ακούστε το παρακάτω), είναι καλοστεκούμενο, και τα υπόλοιπα που μας παρουσίασε εκείνο το βράδυ το ίδιο, όμως θα χρειαστεί να περιμένουμε για το ολοκληρωμένο προϊόν. Σε κάθε περίπτωση, μόνο συν μπορεί να αποτελέσει για την ίδια η αποκάλυψη αυτού του νέου προσώπου της.

Ήμασταν-δεν ήμασταν 30 άτομα στο κοινό το περασμένο Σάββατο, σε μια συναυλία που είχε δωρεάν είσοδο. Δεν ξέρω αν η Καρακώστα παίζει συχνά σε τόσο μικρά ακροατήρια, πάντως η εν λόγω προσέλευση με έκανε να σκεφτώ ξανά τα εμπόδια που συναντούν οι άνθρωποι που επιλέγουν να ακολουθήσουν μια -λιγότερο ή περισσότερο- συνεπή μουσική "καριέρα". Το απαίδευτο κοινό, η αδιαφορία των μέσων ενημέρωσης (να με συγχωρείτε, αλλά η αναδημοσίευση δελτίων Τύπου δεν αποτελεί ένδειξη ουσιαστικού ενδιαφέροντος), το γενικότερο modus vivendi που έχει επικρατήσει στην επαρχία -οι ενάντιοι παράγοντες είναι πολλοί.

Όμως καλό είναι να αισιοδοξούμε, κινητοποιούμενοι παράλληλα προς την κατεύθυνση της στήριξης εκείνων των προσώπων που θέλουμε να έχουν ενεργό ρόλο στο τραγούδι μας.

Για μένα, η Λαμπρινή Καρακώστα είναι σίγουρα ένα από αυτά τα πρόσωπα.

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από τη Facebook σελίδα της Λαμπρινής Καρακώστα.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Συνέντευξη με τους And Also The Trees

Μπάντα με δυσανάλογο μικρό, σε σχέση με την αξία της, αντίκτυπο, οι And Also The Trees μετράνε πλέον κοντά 40 χρόνια δράσης. Συχνοί επισκέπτες της χώρας μας, επανέρχονται για μια βραδιά στη Death Disco, το Σάββατο 20 Οκτωβρίου. Ο μπροστάρης Simon Huw Jones απάντησε διεξοδικά στις ερωτήσεις που του έθεσα για λογαριασμό του Avopolis. Πατήστε εδώ για τη συνέχεια.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Μνήμη Γιώργου Μαυρομανωλάκη

Ήταν Τρίτη 17 Ιουλίου, που ο παλιός μου φίλος, ο Γιώργος Μαυρομανωλάκης, πέταξε από τα τείχη στο Κομμένο Μπεντένι Ηρακλείου για κάπου αλλού. Πάνε σχεδόν τρεις μήνες από τότε, αλλά είναι σαν να συνέβη μόλις. Είναι σαν να μη συνέβη ποτέ.

Πώς να δεχτώ ότι ο Μαύρος δεν υπάρχει πια, όταν υπήρχε πάντα στο μυαλό μου, κι ας μην ήταν κοντά; Όταν ερχόταν απρόσκλητος στη σκέψη μου, για να πει τη γνώμη του για ένα τραγούδι μου ή για να απαντήσει σε μια φράση μου, σε έναν διάλογο που δεν τελείωσε ποτέ;

Τον θυμάμαι να λέει συγκλονιστικά το "Αχ, στην αρχή των τραγουδιών..." εκείνο το βράδυ που έκανα πρεμιέρα με την κομπανία σε μια ταβέρνα στο Κουμ Καπί. Τον θυμάμαι να ενθουσιάζεται με μια μέτρια μουσική ιδέα μου. Ήταν πάντα ενθουσιώδης για τη μουσική, αλλά απογοητευόταν εύκολα από την κακία και τη μικρότητα των ανθρώπων.

Δούλευε πολύ από νέος: είχε το πάθος και την υπομονή. Στις μουσικές σκηνές των Χανίων έγινε από νωρίς περιζήτητος. Ξενυχτούσε στο πάλκο για το μεροκάματο, κι έπειτα σκάλιζε τα τραγούδια του και τα ηχογραφούσε στον υπολογιστή με τα πρωτόλεια προγράμματα της εποχής. Από εκείνον, κι από τον φίλο μας τον Ιωάννη Νούσια, έμαθα το n-Track, και μπήκα κι εγώ στον κόσμο των σπιτικών ηχογραφήσεων.

Είχε του κόσμου τα όργανα στο σπίτι του, κρεμασμένα στους τοίχους -και ήξερε να τα χειριστεί. Μου δάνεισε κάποτε, θυμάμαι, ένα μαντολίνο κι ένα ντέφι για μια ηχογράφηση. Τις κιθάρες του τις ονόμαζε: Μαρία, Ειρήνη κλπ. Και είχε δυνατό αφτί: άκουγε τα πάντα, τις αρμονίες και τις λεπτομέρειες στις μελωδικές κινήσεις.

Διαφωνούσαμε συχνά, για διάφορα θέματα. Μια μεγάλη μας κόντρα ήταν για το ποιος ήταν καλύτερος, ο Φοίβος Δεληβοριάς ή ο Αλκίννοος Ιωαννίδης: ήμουν με τον πρώτο, ήταν με τον δεύτερο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο που νοίκιαζε, μια μέρα, μου είπε "άκου αυτό" και έβαλε να παίξει το "Με Τόσα Ψέματα". Δεν με έπεισε ακριβώς, αλλά όποτε ακούω το τραγούδι, τον θυμάμαι. Μια άλλη φορά, που προσπαθούσε να βγάλει τα ακόρντα για τις "Κακές Συνήθειες", με ρώτησε τη γνώμη μου, αν στο ρεφρέν ήταν G/F# ή D/F#. Όταν του είπα, συμφώνησε. Κι εγώ ένιωσα καλά για τον εαυτό μου: αν ταυτιζόταν αυτό που ακούγαμε, δεν άκουγα και τόσο χάλια τελικά.

Δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ με τον χαμό του Μαύρου. Προσπαθώ να απεικονίσω, να αναμετρηθώ με τις τελευταίες στιγμές του. Προσπαθώ να μπω στη θέση του, να περπατήσω κι εγώ στους δρόμους της σκέψης που τον έφεραν εκεί. Αδύνατον.

Απομένει μόνο η μουσική.

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Υπογραμμίσεις XIV: Μάνος Ελευθερίου

Το είχα χωμένο σε κάποιο παράμερο ράφι της βιβλιοθήκης μου από τότε που μου το δώρισε η ξαδέρφη μου η Ντίνα (το καλοκαίρι του 2008), και χρειάστηκε ο πρόσφατος θάνατος του συγγραφέα του για να το θυμηθώ και να το ξεθάψω.

Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ. Μα τι τίτλος είναι αυτός; Για κακή γυναικεία λογοτεχνία μου κάνει... Ξεκίνησα να διαβάζω ανόρεχτα, σαν να έκανα αγγαρεία. Σκέφτηκα: ας μην διαβάσω για ένα καλοκαίρι κάτι του Stephen King, θα νομίζουν ότι είμαι μονομανής -καλά, εδώ που τα λέμε είμαι.

Δεν περίμενα να διαβάσω αυτά που διάβασα, δεν περίμενα να είναι τόσο κοντά στον Stephen King η συλλογή αυτή διηγημάτων του Μάνου Ελευθερίου. Οι ιστορίες του μοιάζουν να έρχονται από τον κόσμο του ονείρου -του εφιάλτη, καλύτερα-, μοιάζουν προϊόντα παραίσθησης ή βγαλμένες από εκείνο το σκοτεινό μέρος του μυαλού όπου κατοικεί το μεταφυσικό. Μοιάζουν ταιριαστές, βέβαια, αν σκεφτείς ότι γράφτηκαν από έναν άνθρωπο που ταλαιπωρούνταν από λογής φοβίες: υπάρχει παντού ένα στρίμωγμα, μια αγωνία ασφυκτική, μια αίσθηση ότι οι τοίχοι κλείνουν να σε πλακώσουν.

Υπάρχει ψωμί εδώ, υπάρχουν ιδέες εμπνευστικές, υπάρχει ένα σκοτάδι ανθηρό.

[...] οι αναμνήσεις, όπως λένε και πολλοί συγγραφείς, πληγώνουν περισσότερο από τα πιο φριχτά γεγονότα.
-----
Κάθισε στο βράχο και τακτοποίησε το φουστάνι της με την ίδια φροντίδα που θα καθάριζε μια γοργόνα την ουρά της από τα φύκια. Τη φαντάστηκα γοργόνα και ολόγυρά της άγριες και πεινασμένες γάτες να της τρώνε μπουκιά μπουκιά την ουρά, να κόβουν ένα κομμάτι και να πηγαίνουν στην άκρη να το απολαύσουν με την ησυχία τους.
-----
Αν ό,τι είχε συμβεί το 'βλεπαν στο χωριό οι πονηροί και καχύποπτοι γείτονες, ασφαλώς θα 'τρεχαν στον αστυνόμο, στο δάσκαλο και οπωσδήποτε στον ιερέα για να τους εξηγήσουν αυτό το σπάνιο φαινόμενο. Είναι σίγουρο ότι ο καθένας θα ‘δινε τη δική του ερμηνεία και ίσως οι γονείς ν’ άκουγαν λόγια που θα τους πίκραιναν βαθιά. Ότι αυτό που συνέβαινε στο παιδί τους δεν ήταν μήνυμα του Θεού αλλά έργο του Σατανά, ότι ουσιαστικά ήταν δικό τους έργο - ποιος ξέρει τι παλιές αμαρτίες τους πλήρωνε το αθώο παιδί, ποιος ξέρει σε τι ανομίες είχαν κάποτε μπλεχτεί, με ποιους ύποπτους και αμαρτωλούς είχαν συναλλαγές. Πώς, επιπλέον, τα κατάφερναν να ζουν τόσο καλά αφού δεν φημίζονταν για τα πλούτη τους. Θα ζητούσαν επιτακτικά να εξεταστούν σήμερα κιόλας, αυτήν ακριβώς την ώρα, όλα τα κακά σημάδια και περιστατικά που είχαν χτυπήσει το χωριό τους τα τελευταία χρόνια και βρέθηκαν και οι γονείς μπλεγμένοι.
-----
Όσο για τους προπετείς γείτονες, αν το μάθαιναν, θα συμβούλευαν τους γονείς να πάρουν πρώτα τη γνώμη του ιερέα τους, που φημιζόταν για φρόνιμος άνθρωπος, πριν το τρέξουν στους γιατρούς, όπως το μεγαλύτερο παιδί τους, και ιδού τα αποτελέσματα, που κατάντησε δηλαδή κοτζάμ άντρας με τα φάρμακα.
-----
Κάποια στιγμή, χωρίς να το θέλει, η μητέρα φαντάστηκε να της δίνουν ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για κάποιες εμφανίσεις του παιδιού της σ’ ένα θίασο ποικιλιών. Η καρδιά της σκίρτησε καθώς έπιασε να ιεραρχεί τις ανάγκες του σπιτιού της. Συνήλθε όμως γρήγορα. Ντράπηκε. Μετάνιωσε. Πώς ήταν δυνατόν να εκμεταλλευτεί το ίδιο της το παιδί, και μάλιστα την ιδιαιτερότητά του. Τα χρήματα θα γίνονταν θηλιά στο λαιμό της και στο λαιμό ολόκληρης της οικογένειας. Τα χρήματα, σκέφτηκε, θα κερδίζονταν δίχως κόπο. Επομένως θα ήταν καταραμένα. Και θα έπρεπε να περιμένουν την τιμωρία τους από στιγμή σε στιγμή.
-----
Στο κεφάλι του ξανάρχεται ο μεγάλος συγγραφέας τον οποίο θαυμάζει και φοβάται, και είναι αυτός που του υπαγορεύει τι θα γράψει και πώς θα το γράψει, ενώ, πολλές φορές, νιώθει πως το χέρι του είναι δεμένο με το σιδερένιο χέρι εκείνου και γράφει γρήγορα, χωρίς να σκέφτεται, για εικόνες και περιστάσεις που ποτέ δεν φαντάστηκε και δεν υπολόγισε.
-----
Μια φυσική άνεση που είχα να ξεφεύγω από τις παγίδες με δίδαξε πως η κακή μου πείρα είναι ο καλός μου σύμβουλος.
-----
Φαίνεται πως τα μάτια της φιλίας θολώνουν όταν πρόκειται να σε κρίνουν ή να σε προστατέψουν.
-----
Γιατί πάντα υπάρχει ένας εχθρός. Και τα χρόνια που έρχονται τον θρέφουν μυστικά και τον δυναμώνουν με το αίμα μου και μένει στη σκοτεινή γωνιά του αμίλητος. Αν βήξει, θα τον ακούσω. Μα ποιος μου λέει ότι δεν είναι κάποιος πιστός και ειλικρινής φίλος που αγρυπνάει από αγάπη για μένα!
-----
Σ’ αυτό το λευκό νεκρό δωμάτιο κανείς δεν έστεκε σκεφτικός, ούτε ξέχασε ή έχασε κάτι. Εδώ έρχονταν σιωπηλοί, με την ψυχή στο στόμα, κοίταζαν αλαφιασμένοι από τα φινιστρίνια της πόρτας, σαν να παρακολουθούσαν μια μυστική τελετή, κάτι το απαγορευμένο ή κάτι που έπρεπε να το δουν λίγοι, να το κρατήσουν στην καρδιά τους και να το ‘χουν εικόνα μέσα τους και για πάντα. Προσεύχονταν κι έφευγαν γρήγορα.
-----
Τώρα όλα πάλι είναι μπερδεμένα μέσα του. Κάτι γίνεται σε αφάνταστη μοναξιά και ησυχία. Ένας συνεχής οξύς θόρυβος που έρχεται κατευθείαν απ' τον ουρανό, σαν να σκίζει κάποιος με μανία εφημερίδες και σκληρά χαρτιά. Κι οι άγνωστοι περαστικοί μιλάνε αλαφιασμένα και κλαίγοντας, λες και μασάνε γυαλιά και φτύνουν συνεχώς αίμα και δόντια.
-----
Αλλά αυτός που είχε σε τέτοια υπόληψη το στιλ της γραφής δεν μπορεί τώρα στα ξαφνικά να τα ποδοπατήσει όλα. Δεν είναι μόνο η καλλιέπεια, είναι το ότι πρέπει να είσαι σαφής και σύντομος. Οι λέξεις να λειτουργούν χωρίς σχόλια και ερμηνευτικές παραπομπές. Να 'χουν σειρά και συνέχεια και να 'ναι απαραίτητες όπως όλα τα χαρτιά της τράπουλας.
-----
Φοβόταν κιόλας μην γίνει περίγελος στις συγκεντρώσεις του κόμματος, που ξύνανε τα νύχια τους να βρουν στον καθένα συνήθειες και χειρονομίες μιας τάξης ανθρώπων οριστικά χαμένων, παρακμιακών, όπως τους έλεγαν, αποτυχημένων και ίσως ηττοπαθών.
-----
Από το μαύρο κουτί της τηλεόρασης βγαίνουν αίματα και χύνονται στο πάτωμα του δωματίου του. Εντόσθια, σακατεμένα σώματα από τροχαία, ξεριζωμένοι μετανάστες, αδικημένοι που ζητάνε έλεος, ομαδικοί τάφοι σ' άλλες χώρες, υπουργοί που υπόσχονται καλύτερες ημέρες. Για κείνον το καλύτερο θα ήταν ν' αλλάξει σπίτι. Ν' ανέβαινε ίσως στο ρετιρέ που πουλιέται σε λογική τιμή. Πού να τρέχει σ' άλλη γειτονιά! Τουλάχιστον στα ψηλά θα 'ναι κάπως ανεξάρτητος. Θα 'χει περισσότερο φως και περισσότερο αέρα.
-----
[...] έβλεπε την προκλητική νωθρότητα και την προσβλητική αδιαφορία των κατοίκων και, κυρίως, την απαράδεκτη επιμονή τους -που εξαπλώθηκε σαν επιδημία- να τους δοθεί η δυνατότητα να χτίσουν ακόμα και πολυκατοικίες, γκρεμίζοντας ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της πόλης.
-----
Ο θρίαμβος του μίσους στην επαρχία, που φαρμακώνει τους ανθρώπους μέχρι του σημείου να εύχονται να βγάλει ο αντίπαλος το κακό σπυρί.
-----
"Όταν ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, τότε ακούω από πολύ μακριά κάτι σαν καλπασμούς αλόγων και κάτι σαν θρόισμα από μεταξωτά φορέματα. Κάνω λάθος; Εσύ είσαι; Και με πόσες γυναίκες; Και τι ρούχα φορούν, τέλος πάντων; Και γιατί όλα αυτά να γίνονται μόνο νύχτα; Όταν το πρωί με πηγαίνουν σηκωτό σ' εκείνα τα μέρη απ' όπου νόμισα ότι ερχόταν ο καλπασμός, νιώθω να με κοιτάζουν τα δέντρα με μια συμπόνοια που δεν είδα ποτέ σε άνθρωπο".
-----
Έρχονται οι γιατροί και εξετάζουν, υπολογίζουν, υποθέτουν χωρίς να ελπίζουν, μιλούν ψιθυριστά, κάπου κάπου χαμογελούν για να δίνουν θάρρος στους συγγενείς που τους κοιτούν με αγωνία. Κανείς δεν ακούει τι λένε και κανείς δεν καταλαβαίνει τα συνθηματικά αγγλικά όπως τα μιλούν, άγνωστες λέξεις, ορολογίες της ιατρικής με σπάνια ονόματα. Ποιος τα σκέφτηκε και ποιος τα κατοχύρωσε να κυλούν έτσι όμορφα στο στόμα;
-----
Η τύχη το 'φερε να κατοικώ στον Παράδεισο περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ζω εντελώς φανταστικά (αυτή τη λέξη δεν μπορώ να σας την εξηγήσω), και φυσικά μου δημιουργεί προβλήματα. Ένα απ' αυτά είναι πως δεν έχω κανέναν γνωστό μου για παρέα. Είναι περίεργο μέσα σε τόσες χιλιάδες να  μην μπορώ να διακρίνω έναν άνθρωπο της γειτονιάς μου. Όσο για κείνους που γνώριζα απ' τις εφημερίδες (επιστήμονες, αθλητές, καλλιτέχνες), αυτοί ζουν όπως τα ξέρετε και στη γη. Κήποι, μέγαρα, αυτοκίνητα, και βέβαια μαζί μας καμιά επαφή.
-----
Και κάποτε στη ζωή μου, λοιπόν, ήρθαν τα πιο θλιβερά. Έβλεπα να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο και το σπίτι μια εποχή μού φαινόταν άλλοτε πολύ μικρό κι άλλοτε απέραντο. Το επάνω πάτωμα είχε αχρηστευτεί σχεδόν, δεν ανέβαινα πια, παρόλο που άκουγα θορύβους και κάτι σαν λαχανιασμένα τρεχαλητά. Ήξερα, βέβαια, πως θα ήταν ανόητο να πιστέψω ότι υπάρχουν φαντάσματα, αλλά όσο οι θόρυβοι μεγάλωναν κάθε νύχτα, τόσο περισσότερο πίστευα πραγματικά στη μοναξιά μου. Έτσι και κάπως έτσι έμαθα να ζω στην απομόνωσή μου.
-----
Το κακό, όπως όλα τα κακά, άρχισε νύχτα. Σαν να 'γινε σεισμός ή να βομβαρδίστηκαν σπίτια και άνθρωποι, κι ο καθένας θα ήταν πια μόνος του με τη ζωή του. Όπως τις πρώτες μέρες της Δημιουργίας.
-----
Πολλοί τρώνε το ανθρώπινο κρέας και λένε πως είναι νόστιμο, και είναι αναρχικός και προδότης όποιος δεν φάει. Μερικοί κάνουν εμετό από την αηδία και την ταπείνωση. Τα έντερα τα φουσκώνουν και τα κάνουν μπαλόνια. Γλιστρούν τα χέρια τους από τα αίματα και τα πράσινα γλοιώδη υγρά.
-----
Φαίνεται ότι τα παιδιά (και όχι πάντα στον ύπνο τους) μιλούν την άγνωστη γλώσσα των δέντρων και των υδάτων.
-----
Τώρα όλα μοιάζουν μ' έναν δαιμόνιο συγγραφέα που γράφει και ξαναγράφει την ίδια πρόταση και δεν μένει ποτέ ευχαριστημένος και συνεχώς την αλλάζει και μετατοπίζει τις λέξεις, και η πρώτη γίνεται δεύτερη και η τρίτη πέμπτη· και ξανά απ' την αρχή, η πρώτη να γίνει πέμπτη, γιατί η πρόταση "ανασαίνει". Και δεν υπάρχει ξαφνικά τίποτα μέσα του για να φέγγει σ' αυτό τον κόσμο. Και γιατί τα χαρτιά που γράφει σκοτεινιάζουν περισσότερο τον κόσμο παρά τη ζωή του. Να μην φανεί, να φανεί η στέρησή του. Αμηχανία.
-----
Με την ανάγκη του κόσμου περπατάω στη μεγάλη νύχτα του. Ξαφνικά νιώθω τις ξεχασμένες μου επιθυμίες για νερό, τροφή και ξεκούραση. Είμαι τέλεια αποχαυνωμένος και παραιτημένος στα σεντόνια μου. Προσπαθώ να σκεφτώ τις ξαφνικές επιθυμίες των αρρώστων. Μοιάζουν με τις χώρες που δεν θα γνωρίσουμε. Ουράνιοι κήποι με ποτάμια που σέρνουν πουλιά, δέντρα, χρυσούς καρπούς. Λιοντάρια διασχίζουν τον αέρα κι η πεινασμένη φωνή τους ζωγραφίζει τα αμφιθέατρα μες στο μυαλό μου με αίμα και ταπείνωση. Σαν να κλαίω.
-----
"Τα δέντρα μπορεί να μην μιλούσαν, αλλά τον άφηναν να τους μιλάει εκείνος. Έμοιαζαν με κάποιες βασανισμένες γυναίκες που καταπίνουν τα φαρμάκια του βίου τους και δεν λένε λέξη. Τις σκέφτεσαι κάποτε και τις αγαπάς ξαφνικά και αφάνταστα. Αν δεν "υπάρχουν" πάντα τέτοιες γυναίκες είναι γιατί σιγά σιγά εξαφανίζονται τα δέντρα για να τις θυμίζουν, και όσα μένουν είναι τόσο γέρικα και τραυματισμένα, που δεν μένει τίποτ' άλλο παρά να τα κόψεις".

Μάνος Ελευθερίου, Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ, εκδόσεις Μεταίχμιο

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Ένα αντίο στον Geoff Emerick (1945-2018)

Μπορεί ο Geoff Emerick να μην κατάφερε ποτέ να κερδίσει τον τίτλο του "πέμπτου Beatle" (ελέω George Martin), όμως η συμβολή του στις ηχογραφήσεις των Σκαθαριών, ειδικά σε άλμπουμ όπως τα Revolver (1966) και Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band (1967), υπήρξε θεμελιώδης, ενώ αποδείχθηκε και εξαιρετικά επιδραστική (διαβάστε εδώ ένα σχετικό και πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Στυλιανού Τζιρίτα, στο οποίο συμμετέχω ως guest).

Ο Emmerick έζησε μια συναρπαστική ζωή, μπαίνοντας από τα 15 του χρόνια στον κόσμο του ήχου και των ηχογραφήσεων, ως δόκιμος υπάλληλος στα EMI Studios στο Λονδίνο. Στα 18 του ήταν ήδη κανονικός μηχανικός ήχου, ενώ η καριέρα του τον έφερε στην υπηρεσία και άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ο Elvis Costello, ο Jeff Beck, οι Nazareth, οι Ultravox κ.ά. Η ιστορία του αποτυπώνεται στην απολαυστική αυτοβιογραφία του, Here, There And Everywhere: My Life Recording The Music Of The Beatles, που εκδόθηκε το 2006.

Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Emerick υπήρξε συχνά ο μεγαλύτερος εχθρός του εαυτού του: εμφανιζόταν πάντα ιδιαίτερα αυτοαναφορικός στις αφηγήσεις του, και σφόδρα μεροληπτικός υπέρ του Paul McCartney σε ό,τι αφορά την ιστορία των Beatles, ενώ συχνά βρέθηκε εκτεθειμένος από εσφαλμένες παραθέσεις γεγονότων. Όμως το θάρρος του και οι πατέντες που έστησε για λογαριασμό του πιο επιδραστικού γκρουπ στην ιστορία της λαϊκής μουσικής άλλαξαν αναντίρρητα τις πρακτικές της καταγραφής και του χειρισμού του ήχου.

Υποκλίνομαι, παραθέτοντας μια απόλυτα φουτουριστική ηχογράφηση, η οποία, πολύ απλά, θα ακουγόταν εντελώς αλλιώς αν δεν υπήρχε η παρέμβασή του.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Εργαστήρι δημιουργικού αυτοσχεδιασμού από Καταχανά/Αλεξόπουλο

Εργαστήρι  Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού
     στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών    
  από τον Μιχάλη Καταχανά & τον Χρήστο Αλεξόπουλο

Αντικείμενο: Τεχνικές Αυτοσχεδιασμού. Πρακτική εφαρμογή.

Απευθύνεται σε: Σπουδαστές ή επαγγελματίες μουσικούς ξύλινων και χάλκινων πνευστών, εγχόρδων ορχήστρας και παραδοσιακών οργάνων  με μέτρια ή και καθόλου εμπειρία στον αυτοσχεδιασμό που ενδιαφέρονται να αναπτύξουν τις μουσικές τους δεξιότητες.

Παρουσιάζονται: 
Ενότητα 1η (Οκτώβριος – Ιανουάριος):  Μουσικές ασκήσεις και παιχνίδια ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που σταδιακά οδηγούν σε τεχνικές κατάλληλες για αυτοσχεδιασμό πάνω σε τρόπους ή/και άλλα μουσικά συστήματα.
Ενότητα 2η (Φεβρουάριος – Μάιος): Δημιουργικές τεχνικές ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που οδηγούν σε τεχνικές αυτόματης σύνθεσης.

Συχνότητα: 90 λεπτά  κάθε εβδομάδα σε μέρα και ώρα που θα συμφωνηθεί με τους συμμετέχοντες

Διάρκεια: 28 εβδομάδες     

Συντονιστές: Χρήστος Αλεξόπουλος (συνθέτης, ιδρυτής της δισκογραφικής Puzzlemusik) & Μιχάλης Καταχανάς (βιολίστας, αυτοσχεδιαστής, συνθέτης, παιδαγωγός)

Έναρξη εργαστηρίου: 1 Οκτωβρίου 2018

Ο μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων είναι 10 άτομα.

Για αναλυτικότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στα τηλέφωνα της γραμματείας του Ωδείου Ορφείο Αθηνών, 210- 3635320 και 210-3634432, καθώς και στο e-mail ergastiri2012@gmail.com.

Οι δηλώσεις συμμετοχής ξεκίνησαν από τη Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου και συνεχίζονται.

Μιχάλης Καταχανάς: Ο Μιχάλης Καταχανάς είναι απόφοιτος του Πειραματικού Μουσικού Γυμνασίου Παλλήνης και του Τμήματος Jazz του Ιονίου Πανεπιστημίου.
Είναι επίσης κάτοχος μεταπτυχιακού με ειδίκευση στον Σύγχρονο Αυτοσχεδιασμό, του New England Conservatory( Boston, U.S.A ) και υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright. Μαθήτευσε κοντά σε σημαντικούς καθηγητές, μεταξύ άλλων τον Charlie Banakos και Ran Blake. Στις αρχές του 2012 σχηματίζει το Michalis Katachanas Quartet και δίνει συναυλίες σε πολλές μουσικές σκηνές (Afrikana, Κεραμείο, Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων κ.α.), φεστιβάλ (2ο Jazz Φεστιβάλ Σύρου, Μέγαρο Μουσικής Αθήνας και Θεσσαλονίκης, Πανόραμα Ελληνικής Jazz στην Στέγη, Λιπάσματα 2017, Φεστιβάλ στη θάλασσα κ.α.) και ηχογραφήσεις για το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση (Τρίτο Πρόγραμμα, Ε.Ρ.Τ., Στο Κόκκινο κ.α.). Ως Jazz βιολίστας και συνθέτης έχει συνεργαστεί με πολλούς καταξιωμένους Έλληνες συνθέτες, (Νίκο Ξυδάκη, Μίμη Πλέσσα, Κατερίνα Φωτεινάκη, κ.α) και ξένους μουσικούς (Jackie Leven, Antony Coleman, Joe Tornabene κ.α.) με συμμετοχές σε συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Η.Π.Α, Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Αυστρία, Μαρόκο, Τουρκία). Συνθέτει και παίζει μουσική για θεατρικές παραστάσεις (Όρνιθες, Πόλεμος Τοπίων, Ένα Καρφί στον Τοίχο, Τρισεύγενη). Έχει στο ενεργητικό του δύο προσωπικούς δίσκους: Μurderess (κυκλοφόρησε το 2014) και Το Τρίτο Χρέος (ηχογραφήθηκε το 2017) και πολυάριθμες συμμετοχές σε ηχογραφήσεις εντός και εκτός Ελλάδας.  Είναι διδάσκων στο Τμήμα Jazz του Ωδείου Αθηνών και στο Ορφείο Ωδείο συνδιδάσκων στο Εργαστήρι Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού.

Χρήστος Αλεξόπουλος: Συνθέτης, ενεργός δισκογραφικά, από το 1999 ως σήμερα. Έχει επίσης συνθέσει μουσική για θέατρο, μεικτά θεάματα, ταινίες & ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, τηλεόραση.
Παράλληλα συμμετέχει στο project  ελεύθερου αυτοσχεδιασμού «The 3rd Man Element» το οποίο και συντονίζει.
Γράφει έργα μουσικής δωματίου και έργα για ορχήστρα. Έργα του έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα (από την Καμεράτα, την Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων, το ARTéfacts Ensemble κλπ) και στο εξωτερικό και έχουν διακριθεί στο International Youth Music Forum του M.I.C της Ουκρανίας και στον Διεθνή Διαγωνισμό Ηλεκτροακουστικής Σύνθεσης Musica Viva (Πορτογαλία).
Είναι ιδρυτικό μέλος της  δισκογραφικής εταιρείας Puzzlemusik και παραμένει υπεύθυνος των εκδόσεων των άλμπουμ της, από τη δημιουργία της (2006) ως σήμερα.
Διδάσκει στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών Θεωρητικά, Ανώτερα Θεωρητικά και Αρμονία Επίσης συντονίζει τα Εργαστήρια «Σύνθεσης Τραγουδιού» και «Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού».

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Επιστροφή στο Πολυτεχνείο

Στα ακουστικά τα #1 των Beatles και ποδαράτο: από τη Μακρυγιάννη μέχρι επάνω, στροφή δεξιά στην Ηρώων Πολυτεχνείου, είσοδος από το πορτάκι της φοιτητικής εστίας, ανάβαση μέχρι τα παλιά κτίρια των Ηλεκτρολόγων, Γενικές Έδρες μετά, πέρασμα από τον μεγάλο ανοιχτό χώρο μπροστά από το εστιατόριο, η Βιβλιοθήκη στα αριστερά και, τέλος, άφιξη στα νέα κτίρια. Είχα χρόνια να την κάνω τη διαδρομή (λογικά από το 2010, που πια είχα αμάξι) αλλά δεν την είχα ξεχάσει -δεν έχει αλλάξει κιόλας, ούτε στο ελάχιστο.

Νιώθω κάπως περίεργα όποτε επιστρέφω στην Πολυτεχνειούπολη. Από τη μία νιώθω ξένος: ίσως φταίει που μπήκα εκεί έχοντας τελειώσει Τ.Ε.Ι., οπότε και αντιμετωπίστηκα, όπως όλοι οι ΤΕΙ-τζήδες, με κάποιον σνομπισμό. Είναι κιόλας που έχω πια χάσει και τις λίγες διασυνδέσεις που είχα κάποτε: πρωτογράφτηκα προ αμνημονεύτων ετών και βάλε, και πια δεν γνωρίζω κανέναν εκεί, πέρα από τις φάτσες των καθηγητών. Από την άλλη νιώθω μια οικειότητα: ξέρω τον χώρο, τον έχω περπατήσει πολύ, γιατί πάντα μου άρεσε να περπατάω. Κι είναι και η γνώση, η επιστήμη: ένας τόπος που παραμένει μυστήριος, αλλά και παραδόξως δικός μου.

Δεν ξέρω αν αποτελεί διαστροφή, αλλά τη βρίσκω με τις γραπτές εξετάσεις. Αυτή τη μοναχική αναμέτρηση με τα θέματα, με το λευκό χαρτί μπροστά και τον χρόνο να μετράει, την έβρισκα πάντα απολαυστική. Δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει άλλον που να το βλέπει έτσι -ίσα ίσα, με θεωρούσαν παλαβό, από το σχολείο κιόλας, που δεν διαμαρτυρήθηκα όταν ξαφνικά μπήκαν οι εξετάσεις στο Γυμνάσιο.

Κάθε ακαδημαϊκό έτος έχει τρεις εξεταστικές περιόδους, κι έχω χάσει ελάχιστες όλα αυτά τα χρόνια. Επιστρέφω εκεί, δίνοντας ξανά και ξανά τα ίδια μαθήματα. Σπάνια πάω καλά διαβασμένος: με τα χρόνια έχω χάσει τη συγκέντρωση που απαιτείται. Όμως ποτέ δεν το παράτησα στη σκέψη μου το Πολυτεχνείο, κι ας το παράτησα κατά καιρούς στην πράξη. Ο διορισμός στη Δευτεροβάθμια Εκπαιδευση, που ήρθε πέρυσι, με έκανε να το δω πιο ζεστά το θέμα.

Θεωρητικά, είμαι κοντά στο τέλος: μένουν μερικά μαθήματα που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, και η διπλωματική εργασία. Δεν ξέρω πώς θα νιώσω αν και όποτε τελειώσω -ίσως και να μην νιώσω τίποτα. Ήδη, πάντως, σκέφτομαι τι θα σπουδάσω μετά: ίσως ένα μεταπτυχιακό στη Μουσική Τεχνολογία.

Οι δημοσιολογούντες, ειδικά όσοι πιάνουν στασίδι για την επερχόμενη (;) νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, χρησιμοποιούν τον όρο "αιώνιος φοιτητής" με απαξιωτική χροιά. Εγώ φέρω τον τίτλο υπερηφάνως.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Εργαστήρι Σύνθεσης Τραγουδιού από τον Χρήστο Αλεξόπουλο

Εργαστήρι Σύνθεσης Τραγουδιού 
στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών
από τον Χρήστο Αλεξόπουλο

Αντικείμενο: Τεχνικές Σύνθεσης Τραγουδιού. Πρακτική εφαρμογή.

Απευθύνεται σε: Το Εργαστήρι απευθύνεται σε όσους ήδη γράφουν (ή έχουν δοκιμάσει να γράψουν) τραγούδια και επιθυμούν να εξελίξουν τα εκφραστικά τους μέσα και να βελτιώσουν την τεχνική τους κατάρτιση πάνω στο αντικείμενο.

Παρουσιάζονται: Οι Βασικές Αρχές Τραγουδοποιοίας. Γίνεται ανάλυση γνωστών τραγουδιών διαφορετικών αισθητικών κατευθύνσεων και διαφορετικών τεχνικών σύνθεσης (σύστημα μείζονος/ελάσσονος, τροπικό, μικτές τεχνικές). Ασκήσεις που οδηγούν στη σύνθεση τραγουδιών.

Ιστορία: Το Εργαστήρι Σύνθεσης Τραγουδιού του Χρήστου Αλεξόπουλου λειτούργησε για πρώτη φορά το 2010 και από τότε μέχρι σήμερα έχουν συμμετάσχει σε αυτό τόσο καταρτισμένοι μουσικοί που ήδη έγραφαν με επιτυχία τα δικά τους τραγούδια αλλά ένιωθαν την ανάγκη να διευρύνουν τα εκφραστικά τους μέσα, όσο και ενδιαφερόμενοι που δοκίμαζαν να γράψουν τραγούδια αλλά επιθυμούσαν ένα ικανοποιητικότερο αποτέλεσμα.

Προαπαιτούμενα: Αρκεί οι συμμετέχοντες να μπορούν να παίξουν τις ιδέες τους σε μία κιθάρα ή ένα πιάνο.

Συχνότητα: Μία συνάντηση 90 λεπτών κάθε εβδομάδα σε μέρα και ώρα που θα συμφωνηθεί με τους συμμετέχοντες.

Διάρκεια: 28 εβδομάδες

Συντονιστής: Χρήστος Αλεξόπουλος (συνθέτης, παραγωγός, ιδρυτής της δισκογραφικής Puzzlemusik)

Έναρξη σεμιναρίου: 1 Οκτωβρίου 2018

Ο μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων είναι 8 άτομα.

Για αναλυτικότερες  πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στα τηλέφωνα της γραμματείας του Ωδείου Ορφείο Αθηνών, 210- 3635320 και 210-3634432 καθώς και στο e-mail ergastiri2012@gmail.com.

Οι δηλώσεις συμμετοχής ξεκίνησαν από την Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου και συνεχίζονται.

Χρήστος Αλεξόπουλος: Συνθέτης, ενεργός δισκογραφικά, από το 1999 ως σήμερα. Έχει επίσης συνθέσει μουσική για θέατρο, μεικτά θεάματα, ταινίες & ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, τηλεόραση.
Είναι ιδρυτικό μέλος της  δισκογραφικής εταιρείας Puzzlemusik και παραμένει υπεύθυνος των εκδόσεων των άλμπουμ της, από τη δημιουργία της (2006) ως σήμερα.
Γράφει έργα μουσικής δωματίου και έργα για ορχήστρα. Έργα του έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα (από την Καμεράτα, την Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων, το ARTéfactsEnsemble κλπ.) και στο εξωτερικό και έχουν διακριθεί στο InternationalYouthMusicForum του M.I.C της Ουκρανίας και στον Διεθνή Διαγωνισμό Ηλεκτροακουστικής Σύνθεσης MusicaViva (Πορτογαλία).
Παράλληλα συμμετέχει στο project  ελεύθερου αυτοσχεδιασμού «The 3rdManElement» το οποίο και συντονίζει.
Διδάσκει στο Ωδείο Ορφείο Αθηνών Θεωρητικά, Ανώτερα Θεωρητικά και Αρμονία Επίσης συντονίζει τα Εργαστήρια «Σύνθεσης Τραγουδιού» και «Δημιουργικού Αυτοσχεδιασμού».

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Συνέντευξη με τον Afrika Bambaataa

Τη φοβήθηκα τη συνέντευξη με τον Afrika Bambaataa, όπως φοβόμουν κάθε προηγούμενη με ανθρώπους που έχουν κάποιο ειδικό βάρος στον χώρο που κινούνται. Τελικά δεν χρειαζόταν το άγχος, καθότι ο 61χρονος βετεράνος χιπ χοπ DJ και παραγωγός, με την απόλυτα δική του οπτική στα πράγματα, είπε αυτά που ήθελε, ασχέτως αν ταίριαζαν απόλυτα με αυτά που τον ρωτούσα. Διαβάστε εδώ όλα τα απολαυστικά που μου απάντησε, ενόψει της αυριανής του εμφάνισης στο Six d.o.g.s.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Για το Δημόσιο Σχολείο (και την επιστροφή μου σε αυτό)

Πρωτάρης είσαι μόνο μια φορά. Κι εγώ πρωτάρης καθηγητής υπήρξα τη σχολική χρονιά που πέρασε, στο Ημερήσιο (ή 1ο, κι ας μην υπάρχει άλλο) ΕΠΑ.Λ. Θήρας. Δεν πρόκειται να την ξεχάσω εύκολα αυτή τη χρονιά.

Ως μαθητής, πήγα -με πήγαν- στο Δημόσιο Σχολείο. Κι εγώ την κόρη μου στο Δημόσιο την πήγα, όχι τόσο επειδή δεν είχα (και δεν έχω) την οικονομική δυνατότητα για κάτι "καλύτερο", αλλά κυρίως γιατί πιστεύω στη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία, και την υποστηρίζω. Πέρυσι κλήθηκα να την υπηρετήσω επισήμως, 8 χρόνια μετά την επιτυχία μου στον διαγωνισμό 5Π/2008 του Α.Σ.Ε.Π. (περισσότερα εδώ).

Άκουγα πάντα -από φίλους που εργάζονται χρόνια ως αναπληρωτές, αλλά και από δημοσιολογούντες- ότι το Δημόσιο Σχολείο έχει προβλήματα μεγάλα. Είχα την ευκαιρία να τα διαπιστώσω αυτά τα προβλήματα, ιδίοις όμμασι και ωσίν. Κενά στη στελέχωση που αργούν να καλυφθούν -ή δεν καλύπτονται ποτέ-, ανυπαρξία συμβούλων και βοήθειας σε νεο-εισερχόμενους σχετικά με τα καθήκοντα και την ύλη των μαθημάτων που καλούνται να διδάξουν, γραφειοκρατία που καθιστά αργές τις διαδικασίες σε πολλές πτυχές της λειτουργίας των σχολείων -ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Αλλά χειρότερη όλων, και συνδεόμενη με τα υπόλοιπα τελικά, είναι η όλη κουλτούρα που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας σχετικά με το τι είναι το Σχολείο, τι εξυπηρετεί, ποιος είναι ο ρόλος του.

Όμως, δίπλα σε όλα αυτά, συνειδητοποίησα και πολλά θετικά, ελπιδοφόρα πράγματα. Στο ΕΠ.Α.Λ. Θήρας, στον 50+-μελή σύλλογό μας, συνάντησα πολλούς ανθρώπους νέους (όχι μόνο ηλικιακά), με όρεξη, με διάθεση να προσφέρουν στα παιδιά και στους συναδέλφους τους, με νέες ιδέες και ικανότητες. Όπως συμβαίνει παντού, υπάρχουν κι εκείνοι που δεν έχουν καταλάβει ποιος είναι ο ρόλος τους (σίγουρα δεν είναι αυτός του θηριοδαμαστή, όπως νομίζεται), ή που τον έχουν ξεχάσει, όμως η συντριπτική πλειοψηφία υπήρξε άξια του ρόλου της, και παράδειγμα για εμένα, που ξεκινούσα εντελώς χαμένος.

Πέρασα μια καλή, αλλά δύσκολη, αγχωτική αλλά πολύ δημιουργική, πρώτη χρονιά στη Σαντορίνη. Το ξεκίνημα σχεδόν εφιαλτικό: για πολλές εβδομάδες πεταγόμουν στις 5 το πρωί, αγωνιώντας βασανιστικά για το πώς θα έμπαινα στην τάξη και πώς θα έλεγα όσα είχα (ή έπρεπε) να πω. Έχανα τα μαλλιά μου, έχανα την ψυχραιμία μου. Εγκλιματίστηκα, όμως, με τον καιρό, και συνειδητοποίησα ότι τα παιδιά χρειάζονταν κάποιον να τους προκαλέσει το ενδιαφέρον και να τους βάλει από πλαϊνές ή πίσω πόρτες στο μάθημα, καθότι είχαν οδηγηθεί στην αδιαφορία από πολύ νωρίς στη σχολική τους ζωή.

Πέρασα μια καλή χρονιά, επειδή ήμουν τυχερός. Βρέθηκα σε ένα σχολείο όπου συνάντησα ανθρώπους με τους οποίους όχι μόνο συνεννοήθηκα, αλλά συνεργάστηκα, συζήτησα, γέλασα, κοντραρίστηκα χωρίς παρεξηγήσεις. Απέκτησα εμπειρίες: έγινα υπεύθυνος εργαστηρίου, έπειτα Τομεάρχης 6 εργαστηρίων, πρόβαρα τη σχολική χορωδία στις γιορτές για το Πολυτεχνείο και την 25η Μαρτίου, συνόδευσα τη Γ' Τάξη στην πολυήμερη εκδρομή της στη Θεσσαλονίκη, χειρίστηκα το σύστημα VBI στις Πανελλήνιες Εξετάσεις. Έζησα το οικογενειακό κλίμα του Σχολείου, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Και κατάφερα να βγάλω τη χρονιά χωρίς να αποβάλω κάποιον μαθητή από την αίθουσα (κάτι που θεωρώ εύκολη λύση, ως ένα σημείο), παρότι μου δόθηκαν πολλές αφορμές.

Πέρασα μια καλή χρονιά, γεμάτη λάθη. Του χρόνου θα είμαι καλύτερος.

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Υπογραμμίσεις XIII: Βύρωνας Κριτζάς

Στο φετινό, δεύτερο βιβλίο του (μετά το πολύ καλό Bob Dylan - 100 Τραγούδια που εκδόθηκε το 2016), ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Βύρωνας Κριτζάς καταπιάνεται με 45 τραγούδια που, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, καθρεφτίζουν την Ελλάδα της περιόδου 1990-2017.

Το Οι Ωραίοι Έχουν Χρέη αποδείχθηκε ένα χαλαρό και διαφωτιστικό σε πολλές περιπτώσεις ανάγνωσμα. Παρότι ο Κριτζάς αναίρεσε πολύ γρήγορα εκείνο το "η αυτοβιογραφία μου μπορεί να περιμένει", που μου είχε πει στη συνέντευξη που κάναμε για το Avopolis, εμπλέκοντας πολλές φορές σε υπερβολικό βαθμό τον εαυτό του στην αφήγησή του, καταλήγει σε ουκ ολίγα ενδιαφέροντα συμπεράσματα και καταθέτει πολύ ενδιαφέρουσες ματιές πάνω στα περισσότερα από τα τραγούδια με τα οποία ασχολείται στο πόνημά του.

Νομίζω πως ο Κριτζάς επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό αυτό που είχε ως στόχο: στις 208 σελίδες του βιβλίου του, τις πολύ όμορφα εικονογραφημένες από τον ταλαντούχο ζωγράφο Αχιλλέα Ραζή, παρελαύνουν όχι μόνο (σχεδόν) όλες οι τάσεις τις οποίες ακολούθησε το τραγούδι μας, αλλά και η ιστορία και οι συνθήκες που αυτό κλήθηκε να συνοδεύσει ή να σχολιάσει. Μπορείς να διαφωνήσεις με το κάπως "ελαφρύ" στυλ γραφής (το οποίο, φαντάζομαι, απαιτείται για να εκδοθείς τη σήμερον ημέρα) ή με κάποια "πολιτικοποιημένα" σχόλιά του, όμως στο τέλος τον παραδέχεσαι τον συγγραφέα. Και αναγνωρίζεις ότι τέτοιου είδους βιβλία λείπουν από την εγχώρια βιβλιογραφία.

Η επανεπισκεψιμότητα, αν σε ενδιαφέρει όντως η μουσική και η σκέψη γύρω από αυτήν, είναι εγγυημένη.

[...] το μοντέρνο τραγούδι εξακολουθούσε να καταγράφει την τρελή πορεία της ζωής μας, τις καμπύλες και τις ευθείες της -και μάλιστα, με μεγαλύτερη ακρίβεια απ' ό,τι, για παράδειγμα, το weird wave του ελληνικού σινεμά. [...] υπάρχουν στιχάκια πρόσφατα τα οποία φανερώνουν αλήθειες για το ποιοι είμαστε (ή ποιοι θέλουμε να είμαστε, ή ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε) καλύτερα από οτιδήποτε [...].
-----
Σκέφτομαι πως μια αλήθεια έντιμη κι ελεύθερη σαν του Κηλαηδόνη σήμερα ίσως έμπαινε κάτω από την ταμπέλα του "μαζί τα φάγαμε", με λιντσάρισμα στα social media και συλλογικό κράξιμο. Ευτυχώς, ήδη από τότε δεν έλειπαν οι λοξοί τύποι που σε εποχές πολιτικού φανατισμού καβαλούν το άλογό τους και ξεφεύγουν από το πλήθος, σαν φτωχοί και μόνοι καουμπόηδες, που αποστασιοποιούνται συνειδητά από τη δράση του γουέστερν.
-----
Καθώς χαζεύω τα λικνίσματά τους μέσα στα μαγαζιά, τις φαντάζομαι γυμνές, απαλλαγμένες από τα ρούχα και τα φτιασίδια τους, να υπακούν χωρίς καμιά βαθιά σκέψη ή εκλογίκευση στις προσταγές του κορμιού τους. Μοιάζουν με τα τραγούδια που ακούνε, τα κορίτσια αυτά. Δεν είναι του πνεύματος, είναι του σώματος.
-----
[...] στην ελληνική τέχνη [...] εμφανίζεται συχνά μια μεγάλη παρανόηση περί αξίας. Ποιοτικό θεωρείται μονάχα το "σοβαρό", το οποίο συνήθως δεν αντέχουμε για περισσότερα από πέντε λεπτά, ή το περιφρονούμε ως "κουλτούρα να φύγουμε". Όμως το τραγούδι χορευτικής εκτόνωσης [...] δεν χρειάζεται απαραιτήτως να λύνει γρίφους. Εξυπηρετεί έναν σκοπό - και, ως εκ τούτου, έχει τη σημασία του.
-----
[...] μπορεί σήμερα τα σκονισμένα CD και τα βινύλια να καταλαμβάνουν τα ράφια μας σαν την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, σπουδαία και άχρηστα ταυτοχρόνως, ωστόσο οι πίστες διατηρούν τον κόσμο τους, το ίδιο και οι μουσικές σκηνές. Τα καλοκαιρινά φεστιβάλ έχουν παλμό, τα πανηγύρια πετάνε σπίθες, οι εγχώριοι καλλιτέχνες συγκεντρώνουν χιλιάδες θεατές στα live τους, πολλές φορές χωρίς καινούριο ή χωρίς δικό τους ρεπερτόριο. Ναι, αν μιλάμε για μουσική, τότε μπορούμε με ασφάλεια να ισχυριστούμε πως το σώμα νίκησε το πνεύμα.
-----
[...] μήπως σε τελευταία ανάλυση, δεν φταίει μονάχα "ο σάπιος κόσμος", αλλά κι εκείνοι που επέλεξαν τη στείρα ρητορική τού "καταδικάζουμε απερίφραστα", χωρίς να προτείνουν εφαρμόσιμες λύσεις;
Νομίζω πως ο Τριπολίτης θα συμφωνούσε πρώτος. Αλλά ίσως τελικά να είναι αυτή ακριβώς η απουσία αυτοκριτικής ένα από τα στοιχεία που ανάγουν το "Ανεμολόγιό" του σε εμβληματικό τραγούδι, φωτογραφία ενός πικραμένου κομμουνιστή των 90's, ο οποίος ήθελε να αλλάξουν όλα χωρίς να αλλάξει ο ίδιος.
-----
Την ίδια εποχή βάλαμε FilmNet, κι ένα βράδυ που λείπανε οι γονείς διακοπές πέτυχα κανονικό πορνό. Σκληρό, ψεύτικο, ακαλαίσθητο, καθόλου δε μ' άρεσε. Ευτυχώς κάποια στιγμή ήρθε το Ίντερνετ και σωθήκαμε. Όλοι μας.
-----
Προσωπικά, αισθάνομαι τυχερός που με τη βοήθεια της Άντζυς Σαμίου κατέβηκα με ομαλό τρόπο "πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά", χωρίς να δω από νωρίς τι ακριβώς συμβαίνει εκεί κάτω. Και όπως τότε μου άρεσε να ακούω το τραγούδι της γιατί με έκανε να νιώθω έξυπνος και μεγάλος, σήμερα θαυμάζω το θάρρος μιας mainstream λαϊκής τραγουδίστριας να εκφράσει δημόσια τη σεξουαλική της επιθυμία.
-----
Το τραγούδι αντανακλά την κοινωνία, ασφαλώς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λοιπόν, αυτό που ανατέλλει είναι ένας νέος εθνικισμός, του οποίου η φάλτσα κραυγή ενίοτε αγγίζει τα όρια του κιτς.
-----
[...] το "Μια Ελλάδα Φως" πατάει σε μια στρωτή μελωδία που, όταν φτάνει στο ρεφρέν, θες να την τραγουδήσεις. Είναι έξυπνο. Λειτουργεί. Και κυρίως πιάνει τον παλμό της εποχής: την παροδική, όσον αφορά τη μουσική, μόδα, αλλά και τη διαχρονική ανάγκη του Έλληνα να αντλεί δύναμη από το ένδοξο παρελθόν του.

Σε μια κοινωνία [...] που ο πατριωτισμός σταμπάρεται εύκολα ως εθνικισμός, το να αγαπάς τη χώρα σου χωρίς να το τραγουδάς, αλλά και χωρίς να ντρέπεσαι γι' αυτό, μοιάζει σήμερα δυσκολότερο από ποτέ.
-----
Πέρα από την κλισέ ερώτηση "έχεις σκεφτεί να φύγεις έξω;", υπάρχει και η κλισέ άποψη ότι "το εξωτερικό σού ανοίγει τα μάτια". Προσωπικά, έχω δει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι έζησαν έξω και τα μάτια τους είναι πιο κλειστά κι από τα μάτια της Νατάσας Μποφίλιου όταν τραγουδάει. Ένα scroll down στο timeline του Facebook, μια ερωτική σχέση, ένα στρυφνό αφεντικό μπορούν, πολλές φορές, να σου μάθουν περισσότερα για τη ζωή από ένα Erasmus. Ομοίως, ένα τραγούδι του Πορτοκάλογλου μπορεί να σου μεταδώσει πιο ουσιαστικά το αίσθημα αγάπης για την πατρίδα από μια έπαρση της ελληνικής σημαίας.
-----
[...] ο Ορφέας Περίδης, ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της γενιάς του, ένας δημιουργός που έγραψε σοβαρό λαϊκό τραγούδι για το ευρύ κοινό, ξανάγινε αυτό που ήταν πριν από τη "Φωτοβολίδα" και τις μετέπειτα επιτυχίες του: ένας ευγενικός τροβαδούρος χαμηλών ντεσιμπέλ, ο οποίος τραγουδούσε για λίγους. Αυτό που ήταν έγινε ξανά, μέσα απ' τη δικιά μας τη ματιά.
-----
Μολονότι συχνά ακαταλαβίστικο, στις καλές του στιγμές το έντεχνο προσπάθησε κι αυτό το έρμο να μας πει πέντε πράγματα για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, προς τα πού πηγαίνουμε, τι μας φταίει που κάποια βράδια δεν μπορούμε να κοιμηθούμε.
-----
[...] οι πιο χαρούμενοι τελικά είναι όσοι αντέχουν τη μοναξιά τους και την κοντρολάρουν. [...] Αυτούς που βλέπετε να είναι κάθε βράδυ έξω, αυτούς θα πρέπει να παρηγοράτε. Δεν αντέχουν το βάρος του εαυτού τους και το περιφέρουνε, μπας και τους βοηθήσει κανείς να το σηκώσουν.
-----
Κάτι [...] παράδοξοι τύποι διασκέδαζαν πάντα τα πλήθη στη νεότερη Ελλάδα, για να εισπράξουν μετά περιφρόνηση επειδή δεν ήταν "ποιοτικοί". Τι παρεξήγηση κι αυτή, τι χυδαία μεταβίβαση ευθύνης!
-----
Στο αιώνιο ερώτημα αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα, καλλιτέχνες και κοινό μπορούν να αποδίδουν αέναα ο ένας στον άλλον ευθύνες για τα όσα δεινά περνά το τραγούδι.
-----
Άραγε οι τόσες χιλιάδες κόσμου που χόρεψαν τη "Ρόζα" ήταν πράγματι απογοητευμένοι αριστεροί, ξεχασμένοι στου αιώνα την παράγκα; Ή μήπως τακτοποιημένοι μικροαστοί, που ζητούσαν ένα ιδεολογικό άλλοθι για να ξεδιπλώσουν τις χορευτικές αρετές τους εισπράττοντας παλαμάκια; Εξέφρασε πράγματι τη μουδιασμένη, ηττημένη Αριστερά που δεν ήξερε κομπιούτερ το τραγούδι αυτό; Ή την κουλτούρα της μαζικής διασκέδασης των ύστερων πασοκτζήδων του εκσυγχρονισμού;
-----
Του "Διθέσιου" οι ρόδες σε άλλον δρόμο κυλάνε. Άθελά τους ίσως, ασυνείδητα, τραγούδια σαν κι αυτό θα οδηγήσουν τον ελληνικό στίχο σε έναν αστικό νταλκά της μεγαλούπολης, ο οποίος παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του και εκδηλώνεται με δυσνόητες εκφράσεις ξεγυμνώματος ψυχής που ψηλαφούν την ποίηση χωρίς να την κατακτούν. Εδώ θα πατήσουν συγκεκριμένες δημοφιλείς τραγουδίστριες των επόμενων δεκαετιών, εδώ και μια διαστρεβλωμένη αντίληψη περί ποιότητας, που εξωθεί την ελαφρότητα της σχολής Κηλαηδόνη στο περιθώριο, ως κάτι παρωχημένο και ασήμαντο.
-----
Νομίζω πως οι άνθρωποι που θέτουν έναν σκοπό στη ζωή τους (επαγγελματικό, δημιουργικό) και βυθίζονται σε αυτόν, τείνουν να γίνονται απότομοι στα κοντινά τους πρόσωπα και συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις σχέσεις τους. Τύποι απόμακροι, μοναχικοί, κυκλοθυμικοί, λιγομίλητοι, τύποι που ξεχνάνε να σε πάρουν τηλέφωνο, δεν το σηκώνουν όταν τους παίρνεις εσύ και μοιάζουν να συντηρούν ένα υπερτροφικό Εγώ, χαρίζουν την αγάπη τους με άλλους τρόπους.
-----
[...] πόσο τρυφερό, πόσο ειλικρινές, ο άνθρωπος που κάποτε μιλούσε για υπόγειες διαδρομές και πονηρούς πολιτευτές και κοινότητες να αποζητά τώρα μονάχα τη συζυγική κατανόηση, βρίσκοντας την έμπνευσή του μέσω αυτής αλλά και μέσα σ' αυτήν;
-----
Αγάλι αγάλι, η παράδοση γίνεται το νέο "μαύρο", κατευθύνοντας το κοινό προς μια νέα μαζικότητα που θα οδηγήσει στα λαϊκά προσκυνήματα του Χαρούλη. Από τον Θανάση ξεκίνησε όμως. [...] Ο "Πεχλιβάνης" περνάει στο καλλιεργημένο κοινό αριστερής νοοτροπίας που έχει ήδη διαμορφωμένες πολιτικές απόψεις και ζητάει τραγούδια να τις σιγοντάρουν, περνάει σε αυτούς που είδαν φως και μπήκαν, περνάει στο μισο-ξεκούρδιστο μπαγλαμαδάκι του περιπλανώμενου μουσικού που τραγουδάει στην άκρη του πεζοδρομίου με μαύρες πατούσες. Αντίθετα με την "Πριγκιπέσα" του Μάλαμα, ο "Πεχλιβάνης" δεν περνάει στα μπουζουξίδικα, γιατί κουβαλάει κάτι πρωτόγονο και άκαμπτο.
-----
[...] εξακολουθούν να υφίστανται μια κριτική ότι μαϊμουδίζουν, την ώρα που η ξενομανία τους επαληθεύεται σε διάφορες πτυχές της ζωής τους (στον τρόπο που μιλάνε, στο ντύσιμο, στα στέκια τους) και επομένως είναι μια ειλικρινής, γενικότερη στάση. Το αγγλόφωνο τραγούδι, που βγαίνει μπροστά το 2001 με αιχμή του δόρατος το "Fake" των Raining Pleasure, fake δεν είναι. Μπορεί να μην εξελίσσει την ελληνική μουσική, μπορεί στο μεγαλύτερο μέρος του να μην εκφράζει την ελληνική κοινωνία μέσα από τα θέματα που θίγει, την εκφράζει ωστόσο μέσα από την ίδια την επιλογή της αγγλικής γλώσσας, τον μιμητισμό των ξενόφερτων τρόπων.
-----
Για τους περισσότερους, τα φοιτητικά χρόνια είναι περίοδος πολιτικής αφύπνισης. Για μένα ήταν η περίοδος που σιχάθηκα την πολιτική, βλέποντας από πρώτο χέρι τον χυδαίο προσηλυτισμό της, τα πρώτα μικρά ρουσφέτια, αλλά και κάτι απόπειρες φοιτητικών συνελεύσεων, θεατρικές παραστάσεις με ηθοποιούς χωρίς ταλέντο.
-----
Τηρουμένων των αναλογιών, τα Δεκεμβριανά ήταν το Πολυτεχνείο της γενιάς μας - και μολονότι το "Σιγά Μην Κλάψω" γράφτηκε πολύ πριν από τα γεγονότα, με κάποιον τρόπο τα φωτίζει, τα εμπεριέχει. Διέδωσε μια κραυγή προσωπικής ελευθερίας που αντήχησε στον συλλογικό νου, παρακινώντας μια γενιά να κρατήσει απόσταση από τον φόβο κάθε εξουσίας.
-----
Οι μεγάλοι έχουν να το καυχιούνται ότι ο χασάπης τούς γνωρίζει προσωπικά και τους δίνει το καλύτερο κρέας. Μας λένε πως οι καιροί είναι δύσκολοι, γι' αυτό να μάθουμε γλώσσες, να κάνουμε μεταπτυχιακά, σεμινάρια. Μιλούν για "εξασφάλιση". Θέλουν να μας δουν τακτοποιημένους με μια καλή δουλειά και μια καλή κοπέλα, τη στιγμή που ο βασικός μισθός δε φτάνει ούτε για να κεράσουμε αυτή την κοπέλα δυο ποτά. Ο χασάπης μας δίνει καλό κρέας γιατί μας ξέρει, αλλά όποιος δεν μας ξέρει μας πιάνει κορόιδα - και μάλλον εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
-----
Με βασικά όπλα του τον ελιγμό στα μουσικά είδη και ένα νεύρο το οποίο τινάζει ψηλά την εκάστοτε μελωδία, ο Νίκος Καρβέλας υπήρξε από τη Μεταπολίτευση και μετά ο πιο ακριβής μεταφραστής της δυτικής ποπ/ροκ στο εδώ και τώρα της Ελληνίδας που θέλει να ξεδώσει, ένας hitmaker αέναα φλεγόμενος από την ίδια του την έφεση στις επιτυχίες. Παρά τη σουξεδιάρικη λογική της, η τέχνη του δε στερείται ευαισθησίας ή ταλέντου - και παρέμεινε φτηνή για να πουλιέται και να αγοράζεται απ' όλους, ακριβώς όπως τα πρόστυχα μαύρα εσώρουχα που ο ίδιος ύμνησε.
-----
Αυτό είναι η τέχνη μάλλον. Η παρηγοριά σου και η μικρή η διαφορά σου από τους άλλους. Ένα κουσούρι τού να βλέπεις τη ζωή σαν ταινία, σαν τραγούδι ή σαν πίνακα ζωγραφικής, για να αντλείς δύναμη και να αποφεύγεις την πραγματικότητα. Μια ιδιαιτερότητα όμορφη μεν, αλλά και καταστροφική όταν τη νιώθεις να σε αποξενώνει από τον διπλανό σου.
-----
[...] το πατροπαράδοτα λαϊκό τραγούδι στέκει [...] αμέτοχο, άβουλο. Τσουγκρίζει τα ποτήρια του στο "Στην υγειά μας" κι αντί να μιλήσει στους 20άρηδες, γλεντάει το ένδοξο παρελθόν του στα χαμόγελα ηθοποιών που ανταλλάσσουν καλαμπούρια. Όταν πια σοβαρεύει, αναζητά έναν νέο Μπιθικώτση, τη στιγμή που δεν υπάρχει ούτε ένας νέος Θεοφάνους να του δώσει έναν νέο "Παλιόκαιρο".
-----
Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα ο κόσμος δεν ανταποκρίνεται τόσο ένθερμα στο τραγούδι του τόπου του.
-----
Δεν μπορούμε να το εκφράσουμε με λόγια, δε χρειάζεται κιόλας, αλλά ξέρουμε πως εμείς που αγαπάμε κάτι άυλο όπως η μουσική παραπατάμε ξέμπαρκοι σε ένα διαρκές χανγκόβερ μέσα στην πραγματικότητα, για να έρθουν κάτι μεθυσμένες στιγμές σαν κι αυτή που όλα αποκτούν το νόημά τους. Σταματάμε να μιλάμε και ακούμε το τραγούδι.
-----
Αποχαιρετώ το παρελθόν έχοντας περισώσει μέσα μου ό,τι αγάπησα σ' αυτό. Μέσα μου θα τη βρω τη λύση. Σιγά μην περίμενα από τους πολιτικούς και τους θρύλους του παρελθόντος.

Βύρωνας Κριτζάς, Οι Ωραίοι Έχουν Χρέη. Και 44 Ακόμα Τραγούδια Που Καθρεφτίζουν Την Ελλάδα Από Το 1990 Έως Το 2017, εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Διάλογος με την κόρη μου XLII

Προχτές το πρωί, καθώς άλειφα βούτυρο και μαρμελάδα σε μια μεγάλη φέτα ψωμί:
- Όλο αυτό θα φας;
- Τι να κάνω ρε Ελένη, έχω μεγάλη κοιλιά.
- Δεν τρως πολύ επειδή έχεις μεγάλη κοιλιά. Το αντίθετο γίνεται: έχεις μεγάλη κοιλιά επειδή τρως πολύ.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Σωκράτης Μάλαμας: βαθιά, συγκοινωνούντα πηγάδια

Είχα πολλά χρόνια να βρεθώ σε συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου (αν δεν με γελούν η μνήμη μου και το αρχείο του μπλογκ, από τον Ιούνιο του 2010) κι έτσι η εμφάνισή του, παρέα με τον Σωκράτη Μάλαμα, στη Σκάλα Λακωνίας, την Παρασκευή 3 Αυγούστου, είχε μπει από νωρίς στους στόχους του φετινού μου καλοκαιρινού προγράμματος.

Ενώπιον ενός κοινού περίπου 2.000 ατόμων, οι δύο σημαντικοί τραγουδοποιοί παρουσίασαν μια χορταστική παράσταση, τετράωρης διάρκειας παρακαλώ, στην οποία χώρεσαν πολλά από τα πλέον αγαπημένα τραγούδια τους. Άψογος φωτισμός και ηχητική απόδοση, και φυσικά μια καλοκουρδισμένη μπάντα, φρόντισαν για την τήρηση των υψηλών στάνταρ, που ούτως ή άλλως απαιτείται πλέον από ονόματα του δικού τους στάτους.

Από το ξεκίνημα κιόλας της συναυλίας, έγινε σαφές ότι ο πιο κεφάτος ήταν ο Μάλαμας: ο τρόπος που αλληλεπιδρούσε με το κοινό, οι ιστορίες που αφηγήθηκε, ο στεντόρειος τρόπος που τραγούδησε, αλλά και όσα έπιαναν τα μικρόφωνα από τα count-ins και τα σχόλια που υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να ακούσουμε, όλα μαρτυρούσαν την όρεξη και την ορμή του. Ο Παπακωνσταντίνου, από την άλλη, ήταν αρκετά συγκρατημένος, ενδεχομένως και κουρασμένος. Μοιράστηκε κι εκείνος, βέβαια, κάποιες σκέψεις του, αλλά και κάποιες χαρακτηριστικά αυτοσαρκαστικές ιστορίες (κάποιος παρκαδόρος κάποτε τον άφησε να παρκάρει γιατί ήταν "ο μπουζουξής του Σαββόπουλου", ενώ τη συγκεκριμένη βραδιά ένας από τους μουσικούς άκουσε μια κυρία να λέει στο τηλέφωνο ότι "παίζει ο Μάλαμας κι ένας άλλος"), όμως η επικοινωνία του εκείνο το βράδυ έγινε κυρίως μέσω των ερμηνειών του.

Ερμηνευτικά συνέδραμαν, βέβαια, και οι Φώτης Σιώτας και Ιουλία Καραπατάκη. Ο πρώτος, παλιά καραβάνα στις εμφανίσεις των δύο τραγουδοποιών, παλιά καραβάνα γενικότερα πλέον, υπήρξε άρτιος αλλά και πλούσιος συναισθηματικά (στα "Σαν Παιδί", "Αερικό", και στα δεύτερα φωνητικά). Η δεύτερη ήταν καλή μεν, με σαφείς αδυναμίες δε. Διαθέτοντας μια χροιά που ταιριάζει στον κόσμο και των δύο τραγουδοποιών, υπήρξε σαφώς καλύτερη στα σωκρατικά τραγούδια, καθώς δεν βρήκε ποτέ την ευαισθησία που απαιτείται για τα θανασικά. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να καταφέρει στη συνέχεια να διαχωρίσει την τονική άνοδο από την αύξηση της έντασης. Ξεχώρισαν επίσης ο εξαιρετικός σολίστ Δημήτρης Λάππας, που είχε και γενέθλια εκείνο το βράδυ ("το να παίζω με αυτούς τους ανθρώπους είναι το καλύτερο δώρο") και η πάγια πια συμμετοχή του Αλέξανδρου Κτιστάκη, με το συγκλονιστικό "Η Ουρά Του Αλόγου", το οποίο αποτέλεσε αναμενόμενα στιγμή ανάτασης.

Για μια μικρή κωμόπολη της Λακωνίας, μια τέτοια συναυλία δεν μπορεί παρά να αποτελέσει σταθμό. Και για αυτόν τον λόγο, αξίζουν μπράβο στην ομάδα Utopia, που τόλμησε και πέτυχε την πραγματοποίησή της, αλλά και στον Δήμο Ευρώτα, που συνέδραμε με τις απαραίτητες οικονομικές διευκολύνσεις. Καλή η Πέγκυ Ζήνα σε ρεπερτόριο Μίκη Θεοδωράκη, άγιος και ο Ματθαίος Γιαννούλης (αναφέρομαι ενδεικτικά σε δύο ονόματα που εμφανίζονταν εκείνες τις μέρες στα γύρω μέρη), αλλά μια μουσική παράσταση με ηλεκτρισμό, ηλεκτρονικές απολήξεις και με τραγούδια που δεν τα λες και εύκολα, αποτελεί ανάσα για τους μικρούς, ανήσυχους πυρήνες της επαρχίας.

Εκείνο, πάντως, που κυρίως κρατώ από τη συγκεκριμένη συναυλία (πέραν της θύμησης του αδικοχαμένου φίλου μου Γιώργου Μαυρομανωλάκη -πόσα από αυτά τα τραγούδια άκουσα πρώτη φορά από εκείνον;- και του ξελαρυγγιάσματός μου από το ακατάπαυστο τραγούδι) είναι η πυρηνική αντίδραση ανάμεσα στους δύο τραγουδοποιούς, της οποίας υπήρξα μάρτυρας. Είχα εκεί μπροστά μου δύο προσωπικότητες σαφέστατα συγγενικές, αλλά συνάμα τόσο διαφορετικές και αντίρροπες. Στη σκέψη μου, οι δύο μουσικοί φάνταζαν σαν δύο βαθιά, συγκοινωνούντα πηγάδια. Το ένα ανάβλυζε γάργαρο, δροσερό και διάφανο νερό -το έπινες και ξεδίψαγες αμέσως. Το άλλο έβγαζε κι εκείνο νερό που μπορούσε να σε ξεδιψάσει, όμως αυτό είχε κάθε φορά άλλο χρώμα και άλλη γεύση, πάντοτε κάπως απροσδιόριστη.

Από τη μια ο Μάλαμας, ένας μάλλον "τσιμεντωμένος" δημιουργός, με τους τρόπους και τις προτιμήσεις του "κλεισμένες" πια. Κι από την άλλη ο Παπακωνσταντίνου, που πειράζει συνεχώς τα τραγούδια του, τα οποία κρατούν πάντα καλά κρυμμένα τα μυστικά και τα μυστήριά τους. Στιβαρός, γήινος και άνετος ο πρώτος, γεμάτος αμφιβολία, ηλεκτρισμό και διερωτήσεις ο δεύτερος.

Η συνάντησή τους; Θυελλώδης.

Setlist:
1. Τειρεσίας
2. Με Το Κρασί Στο Αίμα
3. San Michele
4. Κάτω Απ' Το Μαξιλάρι
5. Σκέψη Μου Ξημερωμένη
6. Τα Παιδιά Μες Στην Πλατεία
7. Για Την Ελλάδα
8. Είχα Τον Κήπο Της Εδέμ
9. Αγρύπνια
10. Όνειρο
11. Ευτυχείς, Λυπημένοι Και Πότες
12. Της Σιωπής
13. Όλα Ζουν Αν Τα Θυμάσαι
14. Φεϊρούζ
15. Σαμπάχ
16. Σιμούν
17. Σαν Παιδί
18. Πουλί Σε Δέντρο Αρχοντικό
19. Του Ανέμου Το Φτερό
20. Ορυχεία
21. Ηλιόπετρα
22. Νεράιδα
23. Τίποτα Δε Χάθηκε
24. Οι Τρεις Ανθοί
25. Αερικό
26. Παλιά Πληγή
27. Όταν Χαράζει
28. Το Γράμμα
29. Το Τραγούδι Του Μεθυσμένου
30. Ο Κήπος
31. Η Τράτα
32. Τα Ξωτικά
33. Να Βάλω Τα Μεταξωτά
34. Έπιασε Βροχή
35. Το Ζητιανόξυλο
36. Τρία Ρουμπαγιάτ
37. Δρόμο Άλλαξε Ο Αέρας
38. Η Καλύβα
39. Τα Παξιμάδια
40. Ανδρομέδα
41. Τσιγάρο Ατέλειωτο
42. Πριγκιπέσα
43. Άσε Τα Ψέματα
44. Τα Πάγια
45. Πεχλιβάνης
46. Διάφανος
47. Μιλώ Για Σένα
48. Η Ουρά Του Αλόγου
49. Στην Αμερική
50. Αποσπερίτης
51. Έρημα Κορμιά
52. Στην Κοιλάδα Των Τεμπών

* Φωτογραφίες: Κυριακή Ήμελλου

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

Διάλογος με την κόρη μου XLI

Την Τετάρτη, στο αυτοκίνητο, καθώς ακούγαμε ειδήσεις από το ραδιόφωνο:
- Μπαμπά, τι σημαίνει "εμπορικός πόλεμος";
- Σημαίνει ότι μία χώρα βάζει εμπόδια σε μια άλλη, σε ό,τι αφορά τις εμπορικές συναλλαγές.
- Α. Εγώ νόμιζα ότι ήταν στο εμπόριο, για παράδειγμα στη λαϊκή, όταν πετάει ο ένας στον άλλον ντομάτες, αγγούρια και πιπεριές.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Ένα αντίο στον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (1978-2018)

Τον Γιώργο Μαυρομανωλάκη (πρέπει να) τον γνώρισα από το πρώτο κιόλας εξάμηνο των σπουδών μας στο τμήμα Ηλεκτρονικής του παραρτήματος του Τ.Ε.Ι. Κρήτης, στη Χαλέπα Χανίων -μιλάμε για το πρώτο εξάμηνο του 1997. Είχε έρθει η κοινή μας φίλη και συμφοιτήτρια Μαρία Βλασοπούλου και μου είχε μιλήσει για εκείνον, ότι ήταν μουσικός κι έπαιζε κιθάρα. "Να του πω να μιλήσετε, να βρεθείτε;" "Να τους πεις".

Πήγα και του μίλησα εγώ τελικά -το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα. Μου φάνηκε περίεργος τύπος, φευγάτος. Κουβεντιάσαμε λίγο, ήρθε μετά κι από το σπίτι μου -μέναμε κοντά. Ανακάλυψα ότι έπαιζε πολύ καλή κιθάρα, ήταν πάντα πολύ καλύτερος μουσικός από μένα. Βασικά, ήταν όντως μουσικός -εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Μου έδειξε εκείνο το απόγευμα και το μπαρέ που βασιζόταν στο ανοιχτό ντο.

Έπειτα ξαναβρεθήκαμε, μαζί με τον Βασίλη Κατσαούνο, που έπαιζε μπουζούκι, τούτη τη φορά. Στα χρόνια που ακολούθησαν κάναμε πολλές κουβέντες, διαφωνούσαμε συνέχεια, κοντραριζόμασταν: εγώ γούσταρα Δεληβοριά, εκείνος Ιωαννίδη, εκείνος λαϊκά και "έντεχνα", εγώ ποπ και ροκ, λάτρευε τα ακουστικά όργανα, ήθελα και τα ηλεκτρονικά από δίπλα. Μου έπαιζε τα τραγούδια του, του έπαιζα τα δικά μου. Ένα βράδυ, στο γιορτή του Αντώνη Γιαννακού, τον άκουσα να παίζει τον "Αποσπερίτη". "Δικό σου;", τον ρώτησα. "Όχι, είναι του Θανάση Παπακωνσταντίνου". Πρώτη φορά άκουγα το όνομα.

Τον έβλεπα συχνά στα μαγαζιά που έπαιζε, με τον Βασίλη, με τον Θοδωρή Γαρδίκο, με άλλους φίλους του μουσικούς. Το βράδυ που έφαγα "χυλόπιτα" κι ήμουνα χάλια, στο "Ανατολικό", στο Κουμ Καπί, ήρθαν με τον Βασίλη στο τραπέζι που καθόμουνα και μου έπαιξαν τους "Χαρταετούς" του Θεοδωράκη. Βούρκωσα.

Εκείνο που πίστευα ότι δεν θα γινόταν ποτέ, να παίξουμε μαζί δημοσίως δηλαδή, συνέβη τελικά όταν φτιάξαμε μια μπάντα με πολλούς μουσικούς από τη Σχολή μας: Κατσαούνος, Γαρδίκος, Χρήστος Χουτουρίδης. Γιώργος Μακρής, ένα παιδί που έπαιζε ντραμς (ξεχνάω το όνομά του), μια Αγγελική που τραγουδούσε, εκείνος κι εγώ. Προβάραμε διάφορα, από "Dust In The Wind" μέχρι Μάλαμα, και τα παρουσιάσαμε ένα ωραίο βράδυ, στο θεατράκι του Τ.Ε.Ι. Κάπου έχω φωτογραφίες τυπωμένες, ακόμα περισσότερες στη μνήμη μου.

Φεύγοντας από τα Χανιά οριστικά, χαθήκαμε και με τον Μαύρο. Μάθαινα τα νέα του από φίλους και συμφοιτητές. Βρισκόμασταν κάποιες φορές, αραιά, όποτε ανέβαινε Αθήνα: στο εργαστήριο ηλεκτρονικών κατασκευών των φίλων μας, για κανέναν καφέ, σε μια εμφάνισή του στο Zp87, ένα βράδυ του Γενάρη του '17 στον Κεραμεικό που κανόνισε εκείνος μάζωξη παλιών συμφοιτητών.

Κατάλαβα ότι σταδιακά ο Γιώργος είχε φύγει από εκείνα που ήξερα τότε ότι αγαπούσε: είχε ανοιχτεί στις μουσικές θάλασσες, ήταν πια βιρτουόζος ουτίστας που έπαιζε στο πλάι του Ross Daly και άλλων σπουδαίων μουσικών, δίδασκε, ταξίδευε, μάθαινε συνεχώς. Το 2014 μου χάρισε και το πρώτο του άλμπουμ, το Καρπός.

Δεν μιλούσαμε ποτέ στο τηλέφωνο με τον Γιώργο. Όμως τον σκεφτόμουνα. Τον σκέφτηκα ξανά μόλις πριν δυο-τρεις μέρες, όταν επανήλθε στη μνήμη μου, δεν ξέρω πώς ούτε γιατί, ένα τραγούδι του με τίτλο "Ο Γλάρος". Τον θυμάμαι να διορθώνει τους στίχους του στο εστιατόριο της Σχολής, τον θυμάμαι να μου το παίζει μετά. Πάντα έλεγα ότι εκείνο το τραγούδι δεν μου άρεσε, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε τη μνήμη μου: "Κι ο γλάρος που πλησίασε στου λιμανιού την άκρη, ούτε στιγμή δεν στάθηκε και μου 'φυγε ένα δάκρυ".

Ώσπου σήμερα το πρωί έμαθα, από ποσταρίσματα συμφοιτητών στο Facebook, ότι ο Γιώργος πέθανε. Ο ευαίσθητος, ο διαφορετικός, ο ποιητής φίλος μας, δεν υπάρχει πια. Μουδιασμένος και με την ψυχή μου μαυρισμένη, τον αποχαιρετώ με τους δικούς του στίχους, από ένα τραγούδι ακυκλοφόρητο, που είχε γράψει μαζί με τον Βασίλη εκείνα τα παλιά χρόνια. Τον ακούω καθαρά τώρα να το τραγουδά:

"Μια ζωή στο σώμα αυτό κρατώ
και θα στη δώσω να την έχεις στον λαιμό σου φυλαχτό
να μπορώ ένα κομμάτι να κρατώ κι εγώ
ένα κομμάτι τόσο δα απ' τον δικό σου τον καημό".

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Υπογραμμίσεις XII: Δημήτρης Πετσετίδης (II)

Ο Δημήτρης Πετσετίδης, το έχω ξαναγράψει, είναι ένας από τους συγγραφείς που αγαπώ ιδιαιτέρως -ένας από τους ανθρώπους που αγαπώ και με καθόρισαν, καλύτερα. Πέθανε ξαφνικά πέρυσι κι από τότε ήθελα να επιστρέψω στα βιβλία του -είχα ήδη διαβάσει τα περισσότερα.

Κατάφερα πριν λίγες μέρες να το κάνω, ξεκινώντας, μάλλον τυχαία, από το Εν Οίκω, ένα από τα τελευταία του και μάλλον από εκείνα που δεν είχα προσέξει τόσο. Το χάρηκα που το ξαναδιάβασα, απόλαυσα τη στεγνή και κάπως κυνική αφήγηση, τις σουρεαλιστικές στιγμές και τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η γραφή του πλέκει τη μνήμη με τη φαντασία. Νιώθω ότι διαβάζοντας τα διηγήματά του, βιώνω κάτι από την ιστορία του τόπου στον οποίο και οι δυο μεγαλώσαμε -σε εντελώς διαφορετικές εποχές, βέβαια.

Τότε στην Κατοχή, στη μεγάλη πείνα, ήρθε μια μέρα η γιαγιά Κλειώ, η πεθερά της γιαγιάς μου. Είπε μόνο δυο λέξεις:
- Με θέλετε;
Και η γιαγιά απάντησε με μία:
- Κάτσε.
-----
Και μια μέρα που ο μπαρμπα-Χρίστος καυχιόταν ότι έκανε τρία παιδιά που κατουράνε όρθια, πετάχτηκα κι εγώ και είπα: Και η γιαγιά μου κατουράει όρθια, καθώς πράγματι έτσι γινόταν.
-----
[...] τα βράδια βρίσκαμε έξω από την πόρτα μας προκηρύξεις που μιλούσαν εναντίον των μοναρχοφασιστών, πράγμα που σήμαινε ότι περνούσαν από τη γειτονιά και άτομα με άλλες ιδέες, αλλά με παρόμοια όπλα.
-----
Στην καμαρούλα εκείνη πέρασα πολλές ώρες παίζοντας μόνος διάφορα παιχνίδια, των οποίων σεμνύνομαι να λέω ότι ήμουν ο εφευρέτης. Αίφνης, είχα ένα μεγάλο τετράδιο, όπου είχα καταγράψει έξι ποδοσφαιρικές ομάδες: ΘΡΙΑΜΒΟΣ, ΔΟΞΑ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ κ.ά.τ. με ποδοσφαιριστές, ονόματα της εποχής και έκανα πρωταθλήματα. Τα όργανα που χρησιμοποιούσα ήταν δυο ζάρια και στρογγυλές τάπες, σαν μικρά κέρματα, που είχε ο πατέρας μου, μανιώδης κυνηγός, για το γέμισμα των φυσιγγιών του. Για τις ανωτέρω ομάδες, τους αγώνες, τις μετεγγραφές κ.λπ. έβγαζα και μια αθλητική εφημερίδα γραμμένη στο χέρι, της οποίας ήμουν και ο μοναδικός αναγνώστης.
-----
Ανάμεσα στις φωτογραφίες υπήρχαν και αρνητικά φιλμ. Δεν πρέπει να σώθηκαν πολλά τέτοια, γιατί ανακάλυψα πόσο ωραία φωσφόριζαν όταν καίγονταν.
-----
[...] μόνο στον Παράδεισο δεν υπάρχουν δωμάτια και όλοι οι κάτοικοί του αιωρούνται μετέωροι, έτσι όπως τους βλέπουμε στις ζωγραφιές. Και μόνο οι άγγελοι δεν έχουν πια την ανάγκη να ονειρευτούν μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ούτε να αγναντέψουν από τα παράθυρά του ούτε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι του.
-----
Η θεία Αγγελική, χρυσοχέρα μοδίστρα, ήταν γραμμένη και προγραμμένη στους καταλόγους που είχαν συντάξει μυστικά και είχαν αποστείλει στην Ένωση Εθνικοφρόνων του νομού οι επικεφαλής της εν λόγω οργάνωσης στο χωριό της. Οι κατάλογοι αυτοί είχαν προωθηθεί, εν συνεχεία, και σε κάθε αρμόδια κρατική υπηρεσία.
-----
Τι είχε κάνει η καημένη η θεία Αγγελική; Είχε ράψει δωρεάν τις στολές ανταρτών, όταν της είπαν ότι παίρνουν τα όπλα για να πολεμήσουν τους Γερμανοϊταλούς κατακτητές. Η πράξη της θεωρήθηκε βαρύ αμάρτημα από ικανή μερίδα συγχωριανών της. Η ίδια ήταν πεπεισμένη ότι η μικρή της προσφορά δεν είχε τίποτε το επιλήψιμο και μίλησε άσχημα στον Πότη Κοψάκο, όταν μια μέρα την κατηγόρησε ότι είχε προσχωρήσει με αυτή της την ενέργεια στις τάξεις των απάτριδων.
-----
Δεν είχα προλάβει καλά καλά να τελειώσω την ανάγνωση της επιστολής, όταν η μητέρα μου την άρπαξε από τα χέρια μου και την πέταξε στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι. Ύστερα με έσπρωξε προς την κουζίνα του σπιτιού μας, όπου υπήρχε κρεμασμένη μια τσίγκινη νιπτήρα και μου έπλυνε με το σαπούνι τα χέρια φωνάζοντας: Είναι φυματική, είναι και κουμμουνίστρια.
-----
Ένα βράδυ με μια φίλη της, την Αθηνά, και εγώ με τον Σπύρο, βγήκαμε παρέα και πήγαμε στον κινηματογράφο. Εγώ κάθισα δίπλα στη Μάρω, την αγκάλιασα και μου είπε κλαίγοντας ότι μοιάζω με τον Ερμή. Τη ρώτησα γιατί έκλαιγε και μου είπε: Έτσι, δεν ξέρω γιατί. Και τον Ερμή πού τον είδες; Να, επάνω στο σαπούνι, είπε. Ο Σπύρος δεν έκανε τίποτε με την Αθηνά. Κοιμήθηκε στο κάθισμά του και φύγαμε άρον άρον, ροχαλίζει απαίσια ο μπαγάσας...
-----
Έκανα να τρέξω πίσω της, αλλά βλέποντας τις στρατιές των μυρμηγκιών που είχαν κατακλύσει το δωμάτιο, σταμάτησα και γύρισα να συνεχίσω τη μάχη μαζί τους. Μπορεί και να προτίμησα τη μάχη εκείνη από την ερωτική, για την οποία δεν ήμουν και τόσο ετοιμοπόλεμος, παιδί δεκαεφτά χρόνων.

Την παραξενεύουν, την τρομάζουν ίσως τα λόγια που της λέω καμιά φορά για μερικούς άξεστους καραβανάδες, για την ανόητη έπαρση και την κουφότητα ανθρώπων που καμαρώνουν για τα γαλόνια τους και για την εξουσία που κατέχουν. Τώρα στην Κυβέρνηση της χώρας έχει εγκατασταθεί εκείνη η θλιβερή τριμελής παρέα.
-----
Το τραγούδι τελειώνει, πριν από λίγους μήνες ο Δημήτρης θα έβαζε κατόπιν το "Έεερχεται! Το καμάρι της Ελλάδος", τώρα αυτοί που κυβερνούν δεν επιτρέπουν τέτοια άσματα, καλά τον Θεοδωράκη, αλλά και τον δικό μας, ρε καρντάσια; Ποιος σας προώθησε, ποιος σας έδωσε τα γαλόνια, ρε αγνώμονες;
-----
Τότε, σε όλα τα μέσα, κυριαρχούσε το σύνθημα της χούντας: "Χριστός ανέστη, η Ελλάς ανέστη!" και εμείς κρυφά λέγαμε με τον Δημήτρη: "Η Ελλάς εχέστη!".
-----
Καθώς είχαμε ξαπλώσει ολόγυμνοι στην άμμο και λέγαμε διάφορα για γυναίκες, όντας και οι τρεις εν διεγέρσει με γενναίες στύσεις, ο Τάσος μάς ρώτησε:
- Τι θα κάναμε; Θα πηγαίναμε με τη μάνα μας αν τύχαινε να μείνουμε μόνοι στον Κόσμο με αυτή;
Εγώ είπα ναι και τότε ο Κυριάκος έσπευσε να μου πει:
- Καλά, για σένα δεν θα ήταν και αμάρτημα, αφού η κυρα-Τασία δεν είναι η πραγματική σου μάνα.
-----
[...] με έπιανε εκείνη η δυσάρεστη διάθεση ότι εμείς οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δεν είμαστε παρά δευτέρας διαλογής πολίτες. Βέβαια, η πεθερά μου ισχυριζόταν ότι ο γιατρός που είχε σύμβαση με το ΙΚΑ και της έγραφε τα φάρμακά της φερόταν με απέραντη ευγένεια και πάντα την εξυπηρετούσε. Και όλα αυτά, έλεγε η πεθερά μου, με ένα εικοσάρικο που του βάζω κάθε φορά μέσα στο βιβλιάριο.
-----
Είχα το γαλακτοπωλείο, ο πατέρας μου έφτιαχνε το καλύτερο γιαούρτι, όμως δεν πατούσε πόδι ανθρώπου. Ούτε φαντάροι στις εξόδους τους, που γέμιζαν ο δρόμος και η πλατεία στο χακί, άσε τους δικούς μας χαφιέδες. Ένας έφεδρος αξιωματικός, συγγενής της γυναίκας μου, μου είπε ότι τους είχαν δώσει καταλόγους με μαγαζιά στα οποία δεν έπρεπε να ψωνίζουν. Πρώτο και καλύτερο το δικό μου. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μας γιατί πήραμε το όπλο να πολεμήσουμε τον Γερμανό στην Κατοχή.
-----
Η κυρία υπουργός μιλάει από τηλεοράσεως και εκθειάζει το έργο που γίνεται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Έλα μια μέρα αποδώ και τα λέμε, κυρία μου. Κολονοσκόπηση αύριο, και να πίνεις όλη μέρα εκείνο το νερό με το φάρμακο. Τρέχεις στην τουαλέτα να προλάβεις και υπάρχει μια μοναδική λεκάνη για πενήντα άτομα που είμαστε στην παθολογική. Σκατά, κυρία μου.
-----
Με είχαν βάλει σε έναν θάλαμο με άλλα είκοσι τρία άτομα. Στο βάθος του θαλάμου ήταν εντοιχισμένη μια τεράστια επιγραφή: ΘΑΛΑΜΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Σκεφτόμουν ότι μάλλον για νεκροθάλαμο τον είχαν άλλοτε, και χωρίς να δώσω σημασία στις προειδοποιήσεις των γιατρών για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή μου, ζήτησα και πήρα εξητήριο "οικεία βουλήσει".
-----
Συμπληρώνουμε τα δελτία μας, περιμένοντας ανά πεντάλεπτο μήπως μας χαμογελάσει η τύχη, παρόλο που το ξέρουμε καλά και το διατυμπανίζουμε ότι όλα αυτά είναι στημένα, αλλά παίζουμε, ποιος ξέρει μπορεί καμιά φορά να αφήσουν και κανέναν να κερδίσει. Για διαφημιστικούς σκοπούς.
-----
Κολυμπάμε στα ποτάμια, πιάνουμε τζιτζίκια, κυνηγάμε πουλιά και οι μέρες είναι μεγάλες και χωράνε τα τόσα πολλά που κάνουμε, μαζί με όλα όσα ονειρευόμαστε να κάνουμε. Είχαμε και καναρίνι μέσα στο σπίτι, κι εγώ του έβαζα να τρώει σπόρους από κανναβούρι, ακόμη και κάρδαμου σπόρους. Και τώρα, κάποιες νύχτες, φτάνει μέσα στο μικρό μου δωμάτιο μακρινός ο απόηχος από το γλυκό κελάηδημά του.

Δημήτρης Πετσετίδης, Εν Οίκω, εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Υπογραμμίσεις XI: Orhan Pamuk

Το Χιόνι μού το έκαναν δώρο η Ντορίτα και ο Γιώργος, την πρωτοχρονιά του 2013. Το είχα ακούσει πολλές φορές το όνομα του Pamuk, αλλά άφηνα για χρόνια το βιβλίο να ξεκουράζεται στο ράφι της βιβλιοθήκης του σαλονιού. Ώσπου, φεύγοντας για Σαντορίνη τον περασμένο Αύγουστο, για να αναλάβω υπηρεσία στο ΕΠΑ.Λ., το μάζεψα μαζί με διάφορα άλλα βιβλία, για να το διαβάσω κατά τη μοναχική μου παραμονή στο νησί.

Το ξεκίνημα με δυσκόλεψε, ομολογουμένως: η γραφή μου φαινόταν απλοϊκή, η πλοκή σχεδόν ανύπαρκτη. Σκέφτηκα πολλές φορές να το παρατήσω και για έναν μήνα σχεδόν προχωρούσα με ρυθμούς χελώνας. Όμως σταδιακά άρχισα να βρίσκω ενδιαφέρον στην ιστορία του ποιητή Κα και στις αναζητήσεις/διερωτήσεις του, για τον έρωτα, την ευτυχία, τη θρησκεία και την πολιτική. Δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα τη συγκίνηση που μου έχουν χαρίσει άλλοι συγγραφείς -και δύσκολα θα ξαναπιάσω σύντομα κάποιο άλλο βιβλίο του Pamuk. Αλλά σίγουρα η ανάγνωση δεν ήταν μάταιη.

Ο Κα είχε καταλάβει πως η παρουσία του άντρα τον ηρεμούσε. Το είδος αυτό της ηρεμίας -δώδεκα χρόνια στη Γερμανία ο Κα δεν το είχε αισθανθεί ποτέ- το θυμόταν από τον καιρό που του άρεσε να νιώθει κατανόηση και στοργή για κάποιον λιγότερο δυνατό απ' τον εαυτό του.
-----
Με το δυνατό ένστικτο των ανθρώπων που από την ερωτική τους ζωή δεν έχουν να θυμούνται παρά μια σειρά από γεγονότα οδυνηρά και προσβλητικά, ο Κα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ερωτευτεί.
-----
Καθώς ο Κα άκουγε τα παιδιά να φωνάζουν και να βρίζονται κι ενώ το χιόνι χαμήλωνε την ένταση της φωνής τους, στο χλομό, κίτρινο φως από τα φώτα του δρόμου και κάτω απ' το χιόνι που έπεφτε, ένιωσε τόσο έντονα την απίστευτη ερημιά και την απόσταση αυτής της γωνιάς του κόσμου από τα πάντα, που σκέφτηκε το Θεό.
-----
Ο Κα ήταν από τους ηθικολόγους που έχουν πείσει τον εαυτό τους πως η μεγαλύτερη ευτυχία του ανθρώπου είναι να μην κάνει τίποτα για την προσωπική του ευτυχία.
-----
Ο Κα, αποφασισμένος να τιμωρήσει τη θρασύτατη επιθυμία του να γίνει ευτυχισμένος, για την οποία ντρεπόταν πια, φαντάστηκε την Ιπέκ να σκέφτεται για τους δυο τους και να λέει μια ακόμη πολύ σκληρή αλήθεια: "Αυτό που μας ενώνει είναι ότι έχουμε κι οι δυο περιορίσει τις προσδοκίες μας από τη ζωή".
-----
"Να το πούμε στην αστυνομία", είπε ο Κα, και θυμήθηκε ότι αυτή ήταν μια πρόταση που κάποτε μισούσαν οι αριστεροί.
-----
"Επειδή αποτύχαμε να βρούμε την ευτυχία στην ποίηση, κρυφτήκαμε στη σκιά της πολιτικής".
-----
Είχε γίνει δηλαδή το χειρότερο, είχαν μάθει να χάνουν στη ζωή κι είχαν συνηθίσει την αδυσώπητη αδικία τού κόσμου.
-----
"Εδώ ο κόσμος ή ήθελε να πεθάνει ή ήθελε να φύγει, αλλά εγώ δεν είχα πού να πάω. Λες κι είχα μείνει έξω από τον πολιτισμό, έξω από την ιστορία. Ο πολιτισμός ήταν τόσο μακριά, που δεν είχα καταφέρει ούτε να τον μιμηθώ. Ο Θεός δεν μου χάριζε ούτε ένα παιδί, να ονειρευτώ ότι θα έκανε όσα δεν κατάφερα να κάνω εγώ, ότι μια μέρα θα γινόταν ένας άνθρωπος με δυτική σκέψη, μοντέρνος, με προσωπικότητα".
-----
"Ο μισοωφελιμιστής και μισοορθολογιστής διάολος που ζούσε μέσα μου από την εποχή που ήμουν άθεος, είχε αρχίσει πάλι να με τσιγκλάει. Τύποι σαν εμένα νιώθουν καλά μόνο όταν είναι σ' ένα πολιτικό κόμμα και τρώγονται με τους ομοίους τους για κάποιο θέμα".
-----
"[...] φοβόταν μην αρχίσει ο Μουχτάρ να του διηγείται κι άλλες ιστορίες και τότε ο Κα διαπιστώσει ότι ο συνομιλητής του είναι πιο κουτός απ' όσο νόμιζε μέχρι τώρα, κι έτσι χαθεί ο θαυμασμός που ήθελε να νιώθει για την Ιπέκ, αφού θ' αναρωτιόταν πώς είχε μείνει τόσα χρόνια παντρεμένη μ' έναν τέτοιο άνθρωπο.
-----
Αν και ο Κα ήξερε από την αρχή ότι στην Τουρκία πιστεύω στο Θεό δεν σημαίνει συναντώ με τη σκέψη μου το μεγαλύτερο δημιουργό, αλλά ανήκω σε μια κοινότητα, μπαίνω σ' έναν κύκλο, απογοητεύτηκε όταν ο Μουχτάρ, χωρίς ν' αναφερθεί καθόλου στο Θεό και στην πίστη του ανθρώπου στο θείο, του μίλησε για τα καλά της κοινότητας.
-----
"[...] ο εξευρωπαϊσμένος άνθρωπος, ο μοναχικός άνθρωπος που η πίστη του στο Θεό είναι προσωπική του υπόθεση, σε τρομάζει. Έχεις περισσότερη εμπιστοσύνη στον άθεο που είναι μέλος μιας κοινότητας παρά σ' αυτόν που πιστεύει αλλά δεν ανήκει πουθενά. Κατά τη γνώμη σου, ο μοναχικός άνθρωπος είναι πιο κακός και πιο άθλιος απ' αυτόν που δεν πιστεύει".
-----
"Κανείς σ' αυτή τη χώρα δεν μπορεί να προσευχηθεί με την ησυχία του αν δεν βασίζεται στην εργατικότητα των άθεων που χειρίζονται μ' επιτυχία όλες τις εκτός θρησκείας υποθέσεις, την πολιτική και το εμπόριο με τη Δύση".
-----
"Στη ζωή δεν μπορείτε να πετύχετε τίποτα αν δεν εμπιστεύεστε τους ανθρώπους".
-----
"Τις πιο πολλές φορές δεν είναι ο Ευρωπαίος που μας περιφρονεί. Κοιτάζοντας εμείς αυτόν, περιφρονούμε τον εαυτό μας. Δεν μεταναστεύουμε μόνο για να γλιτώσουμε από την τυραννία του σπιτιού μας, αλλά και για να φτάσουμε στα βάθη της ψυχής μας. Και κάποια μέρα, πάντα γυρίζει πίσω κανείς για ν' απελευθερώσει όσους δεν έχουν το θάρρος να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, και τους συνενόχους."
-----
"Εγώ θέλω ένα Θεό που για να επικοινωνήσω μαζί του δεν θα χρειάζεται να βγάλω τα παπούτσια μου, να φιλήσω τα χέρια κάποιων και να πέσω στα γόνατα. Ένα Θεό που θα κατανοεί τη μοναξιά μου".
-----
"Ήμουν άθεος, και κατά κάποιον τρόπο περήφανος γι' αυτό. Τώρα όμως θέλω να πιστέψω στο Θεό που ρίχνει αυτό το όμορφο χιόνι. Υπάρχει ένας Θεός που φροντίζει να διατηρεί την κρυφή συμμετρία του κόσμου, που θα μας κάνει πιο πολιτισμένους, πιο εκλεπτυσμένους".
"Και βέβαια υπάρχει, παιδί μου", είπε ο σεΐχης.
"Δεν είναι όμως εδώ, ανάμεσά σας. Είναι έξω, στην άδεια νύχτα, στο σκοτάδι, στο χιόνι που πέφτει πάνω στις καρδιές των φτωχών".
"Αν θέλεις να βρεις το Θεό μόνος σου, φύγε. Μες στη νύχτα ας γεμίσει το χιόνι την καρδιά σου με την αγάπη του Θεού. Ας μη σε σταματάμε. Μην ξεχνάς όμως ότι οι ξυπασμένοι άνθρωποι μένουν μόνοι. Ο Θεός δεν αγαπάει τους υπερόπτες. Ο διάβολος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο επειδή ήταν υπερόπτης".
-----
"Σου ζητώ συγγνώμη εκ μέρους των φίλων μου που σε είπαν άθεο. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή τους που βλέπουν άθεο. Αν και στην πραγματικότητα εσύ δεν μπορεί να είσαι άθεος, είσαι πολύ καλός άνθρωπος".
-----
[...] το χιόνι τής θύμιζε πόσο όμορφη και πόσο σύντομη είναι η ζωή, την έκανε να νιώθει πόσο μοιάζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, παρά τις εχθρότητές τους, ότι το σύμπαν κι ο χρόνος είναι απέραντα, ενώ ο κόσμος του ανθρώπου είναι περιορισμένος. Όταν χιονίζει, οι άνθρωποι στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Λες και το χιόνι, πέφτοντας πάνω στα μίση, τα πάθη, τους θυμούς, φέρνει τον ένα κοντά στον άλλο.
-----
"Μόνο οι άθεοι που δεν έχουν υποφέρει ποτέ σκέφτονται ότι τα βάσανα είναι μάταια", είπε η Καντιφέ. "Γιατί οι άθεοι που έχουν πονέσει έστω και λίγο, μετά από καιρό δεν αντέχουν να μην πιστεύουν σε τίποτα και στο τέλος πιστεύουν".
-----
Υπάρχουν δυο ειδών κομμουνιστές: οι αλαζόνες, που γίνονται αριστεροί για να εκπολιτίσουν το λαό, να ξυπνήσουν τη χώρα· και οι αθώοι, που ό,τι κάνουν το κάνουν για ισότητα και δικαιοσύνη. Οι αλαζόνες θέλουν εξουσία, λένε σε όλους τι να κάνουν, αυτοί μόνο κακό προκαλούν στους άλλους. Αντίθετα, οι αθώοι μόνο στον εαυτό τους κάνουν κακό: άλλωστε αυτό είναι και το μόνο που θέλουν. Θέλοντας να μοιραστούν με τους φτωχούς τον πόνο τους, ζουν τα χειρότερα.
-----
"Είσαι δηλαδή ερωτευμένος μαζί μου επειδή δεν με ξέρεις καθόλου; Αλήθεια, είναι έρωτας αυτό, κατά τη γνώμη σου;"
"Έτσι είναι ο έρωτας για τον οποίο θα έδινε κάποιος ό,τι έχει και δεν έχει", είπε ο Κα.
-----
"Η μοναξιά είναι υπόθεση περηφάνιας· ο άνθρωπος βυθίζεται με περηφάνια στην ίδια του τη μυρωδιά. Η απορία του αληθινού ποιητή είναι πάντοτε ίδια. Αν μείνει πολύ καιρό ευτυχισμένος, εκχυδαΐζεται. Αν μείνει πολύ καιρό δυστυχισμένος, τότε δεν βρίσκει στον εαυτό του τη δύναμη που του χρειάζεται για να κρατήσει το ποίημά του ζωντανό... Αληθινή ποίηση κι ευτυχία δεν πάνε μαζί. Μετά από λίγο καιρό ή η ευτυχία εκχυδαΐζει τον ποιητή και το ποίημά του, ή το αληθινό ποίημα καταστρέφει την ευτυχία".
-----
"Πόσο όμορφος είν' ο κόσμος!" ψιθύρισε ο Νετζίπ.
"Κατά τη γνώμη σου, ποια είναι η ωραιότερη πλευρά του;" ρώτησε ο Κα.
Σώπασαν. "Όλες", είπε ο Νετζίπ σαν ν' αποκάλυπτε μυστικό.
"Ναι, αλλά δεν μας κάνει δυστυχισμένους η ζωή;"
"Ναι, εμείς όμως φταίμε γι' αυτό. Κι όχι ο κόσμος ή ο δημιουργός του κόσμου".
-----
"Μετά από είκοσι χρόνια, όταν θα είσαι περίπου τριάντα επτά χρονών, θα έχεις επιτέλους καταλάβει ότι όλα τα κακά του κόσμου, οι φτωχοί που είναι τόσο φτωχοί κι άμυαλοι, και οι πλούσιοι τόσο πλούσιοι κι έξυπνοι, η αγένεια, η ένταση και η αδράνεια, δηλαδή οτιδήποτε σε κάνει να θέλεις να πεθάνεις και σου δημιουργεί αισθήματα ενοχής, οφείλονται στο ότι όλοι σκέφτονται ίδια", είπε ο Κα. "Σ' αυτό λοιπόν το χώρο όπου όλοι θα παρουσιάζονται ως ηθικοί, θα γίνονται ολοένα πιο ηλίθιοι και θα πεθαίνουν, εσύ θα έχεις καταλάβει ότι θα μπορείς να είσαι καλός ενώ θα δείχνεις κακός κι ανήθικος".
-----
Το κρύο για μια στιγμή ξάφνιασε τον Κα, ένιωσε πόσο μικρά κι ασήμαντα είναι μπροστά στο κρύο του Καρς οι επιθυμίες και τα όνειρα των ανθρώπων, η πολιτική και οι καθημερινές μηχανορραφίες. [...] Η ερημιά των κάτασπρων δρόμων καθώς περπατούσαν στα χιονισμένα πεζοδρόμια και το γεγονός ότι σ' ολόκληρη την πόλη περπατούσαν μόνο οι δυο τους, τον γέμισαν ευτυχία. Κι όχι μόνο επειδή η χιονισμένη, όμορφη πόλη και τα παλιά, άδεια αρχοντικά έκαναν τον άνθρωπο να θέλει να γευτεί τη χαρά της ζωής, να επιθυμεί ν' αγαπηθεί: του Κα του άρεσε που βρισκόταν τώρα τόσο κοντά στην εξουσία.
-----
"Πρώτος ο Χέγκελ παρατήρησε ότι η ιστορία και το θέατρο είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό", είπε ο Σουνάι. "Μας θυμίζει ότι η ιστορία, όπως και το θέατρο, αναθέτει σε κάποιους κάποιο "ρόλο". Κι ότι οι γενναίοι εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας όπως και στη σκηνή του θεάτρου..."
-----
"[...] στη χώρα μας ο θεατής δεν είναι σε θέση να καταλάβει τη μοντέρνα τέχνη. Γι' αυτό κι εγώ στα έργα μου έχω και χορεύτριες που χορεύουν τσιφτετέλι και τον τερματοφύλακα Βουράλ που μας διηγείται τις περιπέτειές του. Πρώτα δίνω στον κόσμο αυτό που θέλει κι έπειτα του δίνω και μια δόση από ανόθευτο, μοντέρνο "θέατρο της ζωής". Προτιμώ να κάνω τέχνη για το λαό, χαμηλού και υψηλού μαζί επιπέδου, παρά ν' ανεβάζω στην Ιστανμπούλ με τη στήριξη των τραπεζών κωμωδίες που μιμούνται μπουλβάρ.

"Ένας καλός ηθοποιός", είπε ο Σουνάι με ύφος λίγο θεατρικό, "εκπροσωπεί τις δυνάμεις που στη διάρκεια της ιστορίας σωρεύονται, στριμώχνονται σε μια γωνιά, δεν ξεσπάνε, δεν έχουν ποτέ αποκτήσει φωνή. Σ' όλη του τη ζωή, στις πιο απόμακρες περιοχές, σε δρόμους που ποτέ κανείς δεν έχει περπατήσει, σε μακρινές θεατρικές σκηνές, ψάχνει να βρει τη φωνή που θα του χαρίσει την αληθινή ελευθερία. Κι όταν τη βρει, πρέπει άφοβα να προχωρήσει μέχρι το τέλος".
-----
"Φοβάσαι πως θα βρεθείς σε δύσκολη θέση αν δουν οι Ευρωπαίοι όσα κάνουμε εδώ; Ξέρεις πόσους κρέμασαν αυτοί ώσπου να στήσουν το μοντέρνο κόσμο τους που εσύ τόσο πολύ θαυμάζεις;"
-----
"Για να μπορεί να παίρνει ανάσα κάθε εξευρωπαϊσμένος κάτοικος αυτής της χώρας κι ιδιαίτερα οι ψηλομύτες διανοούμενοι που περιφρονούν το λαουτζίκο, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένας λαϊκός στρατός, διαφορετικά οι φανατικοί θα κάνουν κομματάκια με τα μαχαίρια τους αυτούς και τις μακιγιαρισμένες γυναίκες τους. Αυτοί όμως, οι εξυπνάκηδες διανοούμενοι, νομίζουν πως είναι Ευρωπαίοι και σνομπάρουν τους στρατιώτες που στην πραγματικότητα τους φροντίζουν. Τη μέρα που το Καρς θα γίνει Ιράν, έχεις την εντύπωση ότι θα θυμάται κανείς τα δάκρυα που εσύ, ο καλόκαρδος φιλελεύθερος, έχυσες για τα παιδιά της Ιερατικής Σχολής; Θα σε σκοτώσουν την ίδια μέρα, επειδή έχεις εξευρωπαϊστεί, ή επειδή από φόβο ξεχνάς τα λόγια και της πιο απλής προσευχής, είσαι σνομπ, φοράς γραβάτα, ή ακόμα κι επειδή φοράς αυτό το παλτό".
-----
"Αυτή η χώρα μπορεί να διοικηθεί μόνο με το φόβο της θρησκείας, κάτι που όταν συμβαίνει, όπως αποδεικνύεται αργότερα, είναι η σωστή κίνηση. Αν ο λαός δεν φοβηθεί τους φανατικούς και δεν ζητήσει να βρει καταφύγιο στην κυβέρνησή του, στο στρατό του, θα έχει ν' αντιμετωπίσει την αναρχία και την οπισθοδρόμηση, όπως γίνεται σε κάποια υπανάπτυκτα κράτη στη Μέση Ανατολή και στην Ασία".
-----
"Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου! Κι αν ακόμη τον πιστεύεις, όταν τον πιστεύεις μόνος σου, δεν έχει νόημα. Το θέμα είναι να τον πιστεύεις όπως τον πιστεύουν οι φτωχοί και να είσαι ένας απ' αυτούς. Πιστεύεις στο δικό τους Θεό μόνο όταν τρως ό,τι τρώνε αυτοί, ζεις μαζί τους, γελάς με ό,τι γελάνε και θυμώνεις με ό,τι θυμώνουν αυτοί. Δεν μπορείς να ζεις μια διαφορετική ζωή και να πιστεύεις στον ίδιο Θεό. Ο Θεός είναι τόσο δίκαιος, που ξέρει ότι είναι θέμα ζωής κι όχι πίστης ή λογικής".
-----
"Μπα, ο ποιητής μας είν' ερωτευμένος;" είπε χειρονομώντας ο Σουνάι Ζαΐμ. "Μόνο οι πολύ αφελείς ποιητές μπορούν να είν' ερωτευμένοι όταν γίνεται επανάσταση".
"Δεν είναι αφελής ποιητής, είναι αφελής ερωτευμένος", είπε η Φουνντά.
-----
Πολλά χρόνια πριν, ο Κα μου είχε πει ότι ένας καλός ποιητής, όταν έρχεται αντιμέτωπος με δύσκολες αλήθειες που αναγνωρίζει ότι είναι σωστές αλλά δεν θέλει να το πιστέψει από φόβο μήπως του χαλάσουν την ποίησή του, πρέπει απλώς να περιστρέφεται γύρω απ' αυτές και πως η μυστική μουσική αυτής της περιστροφής είναι η τέχνη του.
-----
"Αυτό που μας δένει τόσο πολύ με το Θεό μας δεν είναι η φτώχεια μας, όπως νομίζουν οι Δυτικοί, είναι που θέλουμε να ξέρουμε γιατί βρισκόμαστε σ' αυτό τον κόσμο και τι θα γίνουμε στον άλλο".
-----
"Η Δύση που φαίνεται να πιστεύει στη δημοκρατία, το πολύ σημαντικό αυτό δημιούργημά της, περισσότερο απ' όσο πιστεύει στο λόγο του Θεού, θα εναντιωθεί στο στρατιωτικό πραξικόπημα στο Καρς που αντιτίθεται στη δημοκρατία;" ρώτησε κάνοντας μια εντυπωσιακή χειρονομία. "Ή μήπως το να μιμείται ο υπόλοιπος κόσμος τη Δύση είναι πιο σημαντικό από τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα; Η Δύση θα ανεχτεί μια δημοκρατία των εχθρών της που είναι τόσο διαφορετικοί απ' αυτήν;"
-----
[...] ο Κα καταλάβαινε τώρα πια πολύ καλά πως η ζωή, εκτός από την ευτυχία που ακολουθεί τον έρωτα, είναι μια σειρά από συνηθισμένα γεγονότα χωρίς νόημα που δεν συνδέονται μεταξύ τους.
-----
Μες στη σιωπή, ο Κα σκέφτηκε πως το σίριαλ το έβλεπε όλο το Καρς: οι νοικοκυρές που είχαν γυρίσει απ' την αγορά και οι άντρες τους, οι μαθήτριες του γυμνασίου κι οι ηλικιωμένοι. Συνειδητοποίησε ότι εξαιτίας του σίριαλ, άδεια δεν ήταν μόνο τα μελαγχολικά σοκάκια του Καρς αλλά κι οι δρόμοι όλης της Τουρκίας, ότι οι διανοουμενίστικες επιτηδεύσεις, οι πολιτικοί προβληματισμοί κι ο ελιτίστικος σνομπισμός κρατούσαν τη ζωή του μακριά από τα συναισθήματα που αποκάλυπτε αυτό το σίριαλ, κι ότι αιτία που ζούσε ολομόναχος ήταν η βλακεία του.
-----
"Δεν φτάνει να είναι κανείς καταπιεσμένος, πρέπει να είναι και δίκαιος. Και οι περισσότεροι καταπιεσμένοι είναι άδικοι μέχρι αηδίας".
-----
[...] ο Κα συνειδητοποίησε ότι μετά τη σημασία των μελοδραματισμών είχε ανακαλύψει κι άλλη μια μεγάλη αλήθεια: ότι κάποιες γυναίκες θα μπορούσαν να βρουν ιδιαίτερα ελκυστικούς τους άντρες που δεν πίστευαν παρά μόνο στον έρωτα...
-----
Ίσως έχουμε φτάσει στην καρδιά της ιστορίας μας. Είναι δυνατό, και σε ποιο βαθμό, να καταλάβουμε τον πόνο, τον έρωτα κάποιου; Πόσο καταλαβαίνουμε αυτούς που ζουν με περισσότερες ελλείψεις απ' τις δικές μας, με πιο έντονα αισθήματα μειονεξίας, με πιο πολύ πόνο; Εάν "καταλαβαίνω" θα πει "βάζω τον εαυτό μου στη θέση αυτού που είναι διαφορετικός από μένα", τότε οι πλούσιοι του κόσμου, οι δικαστές, καταλαβαίνουν τους δύσμοιρους που ζουν στο περιθώριο;
-----
Καθώς τριγύριζα στο Διεθνές Κέντρο Σεξ, ανάμεσα σε άντρες μοναχικούς σαν φαντάσματα, για να βρω κι άλλες κασέτες της Μελίντα, σκέφτηκα ότι το μόνο πράγμα που ενώνει τους ταλαίπωρους άντρες του κόσμου είναι οι πορνοταινίες που βλέπουν γεμάτοι ενοχές, αποτραβηγμένοι στη γωνιά τους. Όσα έχω δει στη Νέα Υόρκη, στους κινηματογράφους τής 42ης οδού, στην Κάιζερστρασε της Φρανκφούρτης, στους κινηματογράφους στα στενά πίσω από το Μπέγιογλου, αποδεικνύουν πως όταν οι ταλαίπωροι αυτοί άντρες βλέπουν πορνοταινίες, μ' ένα αίσθημα ντροπής, αθλιότητας κι αποπροσανατολισμού, αποφεύγοντας να κοιταχτούν στα διαλείμματα στις άθλιες αίθουσες αναμονής των κινηματογράφων, μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, που μπορούν ν' αχρηστέψουν όλες τις εθνικιστικές προκαταλήψεις και τις ανθρωπολογικές θεωρίες.
-----
"Ίσως να λυπούνται καθέναν από τους φτωχούς χωριστά, όταν όμως ένα έθνος είναι φτωχό, το πρώτο που σκέφτονται είναι ότι αποτελείται από βλάκες, άμυαλους, τεμπέληδες, βρόμικους κι ανίκανους ανθρώπους. Τότε δεν τους λυπούνται, γελάνε εις βάρος τους. Θεωρούν τον πολιτισμό τους, τα έθιμά τους, τις συνήθειές τους γελοία. Ο καιρός περνάει κι αυτοί καμιά φορά ντρέπονται για τις σκέψεις τους και σταματάνε να γελάνε, και για να μην επαναστατήσουν οι μετανάστες που προέρχονται απ' αυτό το έθνος, που σφουγγαρίζουν τα πατώματά τους και δουλεύουν στις χειρότερες δουλειές τους, οι άλλοι προσποιούνται ότι βρίσκουν ενδιαφέροντα τον πολιτισμό τους, συμπεριφέρονται σαν να έχουν κάνει λάθος".
-----
"[...] ακόμη κι αν μου δώσουνε βίζα, εγώ δεν θα πάω στη Γερμανία".
"Κανείς δεν πρόκειται να δώσει σ' εσένα τον άνεργο βίζα για την Ευρώπη".
[...]
"Σωστά, δεν θα μου δώσουνε", είπε ταπεινά ο παθιασμένος νεαρός. "Αλλ' ακόμη κι αν μου δώσουνε και πάω, και ο πρώτος Δυτικός που θα συναντήσω στο δρόμο είναι καλός άνθρωπος και δεν νιώσει περιφρόνηση για μένα, εγώ θα νομίζω ότι θα νιώσει και θα ενοχληθώ. Στη Γερμανία, μου είπαν, αμέσως καταλαβαίνουν τους Τούρκους... Το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος για να μην τον περιφρονήσουν είναι ν' αποδείξει ότι σκέφτεται σαν αυτούς. Κι αυτό δεν είναι μόνο αδύνατο, είναι και ταπεινωτικό".
-----
"Κύριοι, συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε πιο έξυπνοι και πιο σημαντικοί από τους Δυτικούς, αν όμως έρθουν σήμερα οι Γερμανοί στο Καρς, ανοίξουν ένα προξενείο εδώ κι αρχίσουν να δίνουν σε όλους δωρεάν βίζες, σας διαβεβαιώνω ότι σε μια βδομάδα θ' αδειάσει όλο το Καρς".
-----
"Το θέμα είναι ότι είμαστε φτωχοί κι ασήμαντοι", είπε ο Φαζίλ, και το πάθος του παραξένεψε τον Κα. "Στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπάρχει θέση για μας τους κακόμοιρους. Μια μέρα όλοι εμείς που ζούμε στη μίζερη αυτή πόλη τους Καρς θα ψοφήσουμε και κανείς δεν θα μας θυμάται, κανείς δεν θα ενδιαφερθεί για μας. Θα μείνουμε ασήμαντα ανθρωπάκια που θα σκοτώνονται μεταξύ τους για το τι θα φοράνε στο κεφάλι τους οι γυναίκες, που θα πνίγονται στους μικρούς, ασήμαντους καβγάδες τους. Όλοι θα μας ξεχάσουν. Όσο βλέπω ότι θα φύγουμε απ' αυτή τη ζωή έχοντας ζήσει τόσο ανούσια, χωρίς ν' αφήσουμε κανένα σημάδι μας, τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω ότι στη ζωή το μόνο που υπάρχει είναι ο έρωτας".
-----
[...] να διατηρούνται οι αναμνήσεις ζωντανές, κι αυτό με τη δύναμη της φαντασίας, αυτό ήταν παράδεισος για τον Κα.
-----
Στα πρώτα νεανικά του χρόνια, ο θάνατος για έναν πολιτικό ή πνευματικό σκοπό, η θυσία της ίδιας του της ζωής για κάτι που θα είχε γράψει, αποτελούσαν για τον Κα τα ύψιστα ηθικά επίπεδα στα οποία θα μπορούσε να φτάσει. Γύρω στα τριάντα, τον απομάκρυνε απ' αυτή τη σκέψη η ματαιότητα της ζωής πολλών φίλων και γνωστών του που πέθαναν από βασανιστήρια υπερασπίζοντας ανόητες και μοχθηρές αρχές, δολοφονήθηκαν στους δρόμους από πολιτικές συμμορίες, έχασαν τη ζωή τους ληστεύοντας τράπεζες ή, ακόμα χειρότερα, από βόμβες που έφτιαχναν οι ίδιοι κι έσκασαν στα χέρια τους. Το γεγονός ότι είχε μείνει τόσα χρόνια εξόριστος στη Γερμανία εξαιτίας πολιτικών πεποιθήσεων που δεν ασπαζόταν πια, είχε διαρρήξει στο μυαλό του κάθε σχέση μεταξύ αυτοθυσίας και πολιτικής. Όταν, όσον καιρό ήταν στη Γερμανία, διάβαζε στις τουρκικές εφημερίδες ότι ο τάδε αρθρογράφος είχε -κατά πάσα πιθανότητα- δολοφονηθεί για πολιτικούς λόγους από πολιτικούς ισλαμιστές, ένιωθε οργή για το περιστατικό, σεβασμό για το νεκρό, αλλά κανέναν ιδιαίτερο θαυμασμό για τον αρθρογράφο που είχε χάσει τη ζωή του.
-----
Ο Κα ένιωθε οργή όχι τόσο για τις εφημερίδες της Ιστανμπούλ και της Δύσης, που αδιαφορούσαν για τους ενθουσιώδεις αυτούς συγγραφείς ή για τους δημοσιογράφους που για παρόμοιους λόγους δέχονταν μια σφαίρα στο κεφάλι σε κάποιο στενό μιας μακρινής επαρχιακής πόλης, όσο για το γεγονός ότι όλοι αυτοί προέρχονταν από μια κουλτούρα που μετά από λίγο καιρό ξεχνούσε για πάντα ποιος από τους αδικοχαμένους συγγραφείς της έφαγε ποιον, κι έβλεπε καθαρά πόσο πιο έξυπνο ήταν να κάθεται κανείς σε μια γωνιά και να φροντίζει να είν' ευτυχισμένος.
-----
Παντού στον κόσμο, ακόμη και στην Αμερική, οι εφημερίδες δημοσιεύουν τις ειδήσεις που θέλουν να διαβάζουν οι συνδρομητές μας. Αν ο αναγνώστης θέλει να διαβάσει ψευδείς ειδήσεις, κανείς στον κόσμο δεν θα μειώσει τις πωλήσεις του γράφοντας την αλήθεια.
-----
[...] πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ένιωθε κομμάτι μιας οικογένειας· παρ' όλα τα προβλήματα και τις ευθύνες, καταλάβαινε τώρα ότι αυτό που λέγεται "οικογένεια" στηρίζεται στην απεγνωσμένη επιμονή για σύμπνοια, κάτι που με λύπη διαπίστωνε πως είχε λείψει απ' τη ζωή του. [...] Το θέμα είναι η σύμπνοια, η δυνατότητα να συγκροτήσει κάποιος ένα κέντρο από δύο άτομα, όπου ο κόσμος ολόκληρος θα μένει απέξω.
-----
Κι ενώ έκανε έρωτα με την Ιπέκ όλη τη νύχτα, ο Κα κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι πέρα από την ευτυχία, κι ότι οι μέχρι τότε εμπειρίες του απ' τη ζωή και τον έρωτα δεν ήταν αρκετές ώστε να νιώσει αυτή την έξω απ' το χρόνο και το πάθος περιοχή.
-----
"Μου αρέσει όμως που παραδέχεσαι ότι είσαι δειλός. Κι εγώ μια από τα ίδια είμαι. Πίστεψέ με. Σ' αυτή τη χώρα μόνο οι δειλοί επιβιώνουν. Όμως κι οι δειλοί πρέπει να ονειρεύονται ότι μια μέρα θα κάνουν κάτι πολύ ηρωικό".
-----
"Άκουσέ με: δεν ζεις για τις αρχές σου, ζεις για να είσ' ευτυχισμένος".
"Ναι, αλλά χωρίς αρχές και χωρίς πίστη, κανείς δεν είν' ευτυχισμένος", είπε η Καντιφέ.
"Σωστά. Δεν είναι όμως έξυπνο να καταστρέψει κανείς τον εαυτό του για τις αρχές του σε μια χώρα τυραννική, όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμιά αξία. Αρχές και πίστη είναι για όσους ζούνε σε πλούσιες χώρες".
"Δεν έχεις δίκιο. Στις φτωχές χώρες ο άνθρωπος δεν έχει παρά μόνο τα πιστεύω του", είπε η Καντιφέ.
Ο Κα δεν είπε, όπως του ήρθε εκείνη τη στιγμή να πει, "Μόνο που πιστεύει σε λάθος πράγματα!".
-----
"Σ' αυτή τη χώρα, μόνο αν έχεις πίσω σου ολόκληρο το στρατό μπορείς να καυχιέσαι ότι είσαι άθεος".
-----
"Δεν φοβάσαι το θάνατο;" ρώτησε μετά από λίγο.
"Αν αυτό είναι απειλή -όχι, δεν τον φοβάμαι. Αν με ρωτάς από φιλικό ενδιαφέρον -ναι, τον φοβάμαι".
-----
"Τι είναι η ευτυχία;"
"Να βρεις έναν κόσμο όπου θα μπορέσεις να ξεχάσεις όλο αυτό το τίποτα, αυτή την αίσθηση μειονεξίας. Να μπορείς να κρατάς κάποιον σαν να είναι ο κόσμος όλος..." είπε ο Κα.
-----
Κατάλαβε ότι ανάμεσα στον Σουνάι και το συνταγματάρχη υπήρχε ένα είδος επικοινωνίας, χαρακτηριστικό των ανθρώπων που στα παιδικά τους χρόνια έχουν διαβάσει τα ίδια βιβλία.
-----
"[...] ο άνθρωπος μόνο όταν κινδυνεύει προσηλώνεται στη ζωή", είπε η Χανντέ.
-----
[...] όποιος αρκείται στην ευτυχία, δεν μπορεί να είν' ευτυχισμένος".
-----
[...] ήταν ωραίο να κλαίει αγκαλιασμένος με κάποιον, ότι μπορεί και η Ιπέκ να ανακάλυπτε για πρώτη φορά στη ζωή της πόσο οδυνηρό αλλά και πόσο ευχάριστο είναι να τριγυρίζεις μαζί με κάποιον άλλο στην περιοχή της αναποφασιστικότητας, ανάμεσα στην ήττα και σε μια καινούργια ζωή.
-----
Αντίθετα απ' ό,τι νομίζουμε, ο άνθρωπος μπορεί αν θέλει να μείνει μακριά από τον έρωτα.
-----
[...] ένιωθαν τη μαγική αίσθηση του "εμείς", που μόνο οι πολίτες των υπερβολικά καταπιεστικών κι εθνικιστικών κρατών μπορούν να νιώσουν.
-----
"Οι γυναίκες αυτοκτονούν με την ελπίδα να κερδίσουν", είπε η Καντιφέ. "Οι άντρες όταν βλέπουν ότι δεν τους έχει μείνει καμιά ελπίδα να κερδίσουν".
-----
"Αν γράψετε και για μένα στο μυθιστόρημά σας που θα εκτυλίσσεται στο Καρς, θα ήθελα να πως στους αναγνώστες σας να μην πιστέψουν όσα θα γράψετε για μένα, για μας. Κανείς απ' όσους ζουν μακριά μας δεν μπορεί να μας καταλάβει".
"Μα και κανείς δεν πιστεύει όσα διαβάζει σ' ένα μυθιστόρημα".
"Όχι, τα πιστεύουν", είπε με αγωνία. "Για να πειστούν πως είναι έξυπνοι, ανώτεροι και διαθέτουν ανθρωπιά, θα θελήσουν να πιστέψουν ότι εμείς είμαστε γελοίοι και συμπαθητικοί, κι ότι μπορούν και μας αγαπούν στα χάλια που είμαστε. Αν όμως βάλετε αυτή τη φράση μου στο βιβλίο σας, θα τους δημιουργηθούν κάποιες αμφιβολίες".

Orhan Pamuk, Χιόνι, μετάφραση Στέλλας Βρετού, εκδόσεις Ωκεανίδα

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες