Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2020

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXXI

 Η στήλη Gimme 10 ξεκίνησε με προτροπή του Γιώργου Μπαλιώτη και αρχικά φιλοξενούσε δικές μου λίστες με τραγούδια γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Γρήγορα κατάλαβα ότι κάτι τέτοιο θα εξαντλούνταν σύντομα, κι έτσι ο Μπαλιώτης μού βρήκε τη λύση: γιατί να μην καλείται κάθε εβδομάδα ένας καλλιτέχνης, που θα επιλέγει και σχολιάζει 10 δικές του αγαπημένες επιλογές;

Κάπως έτσι, η στήλη τρέχει για πάνω από δεκαετία πλέον, έχοντας παρουσιάσει στους αναγνώστες του Mix Grill καλλιτέχνες από όλο το φάσμα του εγχώριου, αλλά και του διεθνούς, μουσικού σκηνικού, αλλά και από διάφορες βαθμίδες αναγνωρισιμότητας.

Εδώ θα βρείτε την 31η πεντάδα, καθώς ανατρέχω με χρονολογική σειρά στις δημοσιεύσεις:

Mechanimal

Μιρέλα Πάχου

Πάνος Ράπτης

My Drunken Haze

Ξένια Ροδοθεάτου

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2020

Διάλογος με την κόρη μου L

Πριν λίγο, στο αυτοκίνητο, διάλογος με τον παππού:

- Τι μέρα είναι σήμερα;

- Σάββατο.

- Τι;! Τόσο γρήγορα περνάει το Σαββατοκύριακο; Θα ήθελα να είχα πέντε μέρες.

- Ε, τα Χριστούγεννα πάλι. Είναι και η 28η, δεν έχει παρέλαση, οπότε θα κάτσεις σπίτι.

- Σιγά μην πήγαινα στην παρέλαση. Το πιο βαρετό πράγμα μετά την εκκλησία.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2020

Θυμήθηκα τον Θεοδόση

 

Κυριακάτικη εκδρομή σε απόμερη παραλία, έπειτα στάση για φαγητό με θέα τη θάλασσα, κάτω από μια μουριά. Στα πόδια μας ένας πανέμορφος γάτος, που θα τον συμπαθούσε ακόμα και κάποιος που δεν είναι ιδιαίτερα φίλος του είδους -καλή ώρα. "Τον λένε Θεοδόση", μάς είπε το αφεντικό. Κι εγώ θυμήθηκα ξανά έναν παλιό μου συμμαθητή που είχε το ίδιο όνομα.

Ο Θεοδόσης ήρθε με μεταγραφή στο σχολείο μας. Πρέπει να ήτανε στην Γ΄, ή στη Δ΄ Δημοτικού, σίγουρα ήταν στο 4ο Δημοτικό Σχολείο Σπάρτης, στα μέσα της δεκαετίας του '80. Εμφανισιακά θύμιζε τον Freddie Mercury -θα μας τον θύμιζε, δηλαδή, αν νογάγαμε τότε από ξένη μουσική. Μεγάλα, πεταχτά δόντια, αδύνατος σαν οδοντογλυφίδα. Δεν ήταν καλός στην ανάγνωση, θυμάμαι ότι χάναμε την υπομονή μας όποτε ερχόταν η σειρά του να διαβάσει μέσα από το βιβλίο.

Πρέπει να είχε δεχτεί μπόλικο bullying ο Θεοδόσης. Εκείνες τις εποχές, βέβαια, πουθενά δεν ακουγόταν ο όρος, έχω δει μπροστά στα μάτια μου απίστευτους εξευτελισμούς παιδιών, συνήθως αδύναμων ή ιδιαίτερων, οι οποίοι απλώς συνέβαιναν, και δεν έτρεχε και τίποτα. Ήμασταν αγόρια, κι όλα έμοιαζαν να είναι όπως έπρεπε να είναι, μεταξύ αγοριών.

Μια μέρα, στην ώρα της γυμναστικής, θα κάναμε χορό. Σχηματίζοντας τον κύκλο, κανείς δεν ήθελε να βρεθεί δίπλα στον Θεοδόση, κανείς δεν ήθελε να τον πιάσει απ' το χέρι. Πήγα εγώ και τον έπιασα.

Η μνήμη είναι περίεργο κι αβέβαιο μέρος. Νομίζεις ότι θυμάσαι κάτι, αλλά πολλές φορές το κρατάς έτσι όπως θα ήθελες να έχει συμβεί, ή όπως το διαστρέβλωσες, επιστρέφοντας εκεί ξανά και ξανά. Θέλησα άραγε από μόνος μου να πάω δίπλα στον Θεοδόση; Μήπως πήγα σπίτι, τα αφηγήθηκα στους γονείς μου κι εκείνοι με συμβούλεψαν να του σταθώ; Δεν το έκανα ποτέ, παρότι το σκέφτηκα;

Το μόνο σίγουρο είναι πως οι γονείς όντως με παρότρυναν να κάνω παρέα με τον Θεοδόση, κι έτσι κι έγινε. Πήγα κάποιες φορές στο σπίτι του, που ήταν απέναντι από το δικό μας, γνώρισα τα αδέρφια του -πολυμελής οικογένεια-, παίξαμε Κάστρα Και Πολιορκητές.

Τον θυμάμαι τον παλιό μου συμμαθητή τον Θεοδόση. Κι αναρωτιέμαι τι να απέγινε, κι αν κατάφερε να βγει αλώβητος από τη σκληρότητα που δείχνουν οι άνθρωποι σε αγαθά πρόσωπα σαν και το δικό του.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Διάλογος με την κόρη μου XLIX

Χτες, στο πατρικό μου σπίτι, στη Σπάρτη, καθώς μετακινούσα τα βινύλια του πατέρα μου, έκανα ένα επαινετικό σχόλιο για το εύρος του ρεπερτορίου. Οπότε η Ελένη ρώτησε:
- Κι όλα αυτά ελληνικά ε;
- Όχι, έχει και ξένα.
- Ευτυχώς!
- Γιατί το λες;
- Γιατί τα ελληνικά, εκτός από του Κηλαηδόνη και μερικά ακόμα, δεν έχουνε μελωδία. Και μπορείς να το καταλάβεις πολύ εύκολα.

Εκκολαπτόμενη μουσικοκριτικός, ετών 10.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

Ο Morrissey, ο Καραμπεάζης, και μια εφαρμογή της Θεωρίας του Χάους

Στις 17 Νοεμβρίου 2017, ο Steven Patrick Morrissey κυκλοφόρησε το 11ο στούντιο άλμπουμ του ως σόλο καλλιτέχνης. Low In High School ο τίτλος του, 12 τα τραγούδια που περιείχε. Ένα τέτοιο γεγονός, λόγω της εμβέλειάς του, πάντοτε πυροδοτεί άλλα, μικρότερης σημασίας συνήθως, γεγονότα. Εδώ εξιστορείται μια αλυσίδα εν Ελλάδι εξελίξεων, η οποία μπορεί να μην έχει παρά ελάχιστη σημασία, έχει όμως την πλάκα της.

Εκείνο τον καιρό έγραφα στο Avopolis, είχα όμως μετακομίσει και στη Σαντορίνη, όπου υπηρετούσα την πρώτη μου χρονιά ως εκπαιδευτικός, στο Ημερήσιο ΕΠΑ.Λ. του νησιού. Ήταν μια περίοδος ιδιαίτερα δύσκολη, από όλες τις απόψεις.

Δεν θυμάμαι αν εγώ πρότεινα στον αρχισυντάκτη Χάρη Συμβουλίδη να αναλάβω την κριτική για το Low In High School, ή αν μου το ανέθεσε εκείνος. Θυμάμαι, όμως, πως ο δίσκος μού άρεσε, κυρίως μουσικά, αλλά μου άφηνε και μια αίσθηση αποπροσανατολισμού ως προς το στιχουργικό κομμάτι: ένιωθα ότι εντός του μεταφέρονταν πολλά αντιφατικά, μεταξύ τους, μηνύματα. Έγραψα, λοιπόν, μια κριτική που συνδύαζε το συμπαθητικό 6άρι της βαθμολογίας με μια ιδιαιτέρως δηκτική, σε κάποια σημεία της, αναφορά στη σύγχρονη εκδοχή της περσόνας Morrissey. 

Είναι εύκολο, ομολογουμένως, και συχνά διασκεδαστικό, να γράφεις τέτοιες κριτικές, ειδικά όταν ξέρεις ότι το "θύμα" είναι απίθανο να τις διαβάσει ποτέ. Βέβαια, τον ρόλο της υπεράσπισης συχνά τον αναλαμβάνουν οι φαν. Κι άμα είναι και πιο ειδικοί στο θέμα από εσένα, την πάτησες.

Λίγες ώρες, λοιπόν, μετά τη δημοσίευση του κειμένου μου, στις 22 Δεκεμβρίου 2017, ο Άρης Καραμπεάζης ανάρτησε στον τοίχο του στο Facebook το παρακάτω ποστ (κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση):

Ήταν ένα χειρουργικά βιτριολικό ποστ, ένα αμένσιοτο που χτυπούσε σε πολλά περισσότερα, πέραν των προφανών, σημεία. Κι αυτά τα κείμενα, βέβαια, γράφονται εύκολα -έχω γράψει του λόγου μου κάμποσα-, καθότι έχει ιδιαίτερη πλάκα να τα σκαρώνεις. Ειδικά αφού δεν αναφέρουν ονομαστικά τον στόχο τους, κι αφού η θέση μπροστά στην οθόνη και το πληκτρολόγιο προσφέρει μιαν ασφάλεια και μιαν αίσθηση "άκακου" -η οποία, όμως, συνήθως απέχει από την πραγματικότητα.

Εγώ άργησα να το πάρω πρέφα το θέμα, καθότι εκείνη την ημέρα ταξίδευα από το νησί για Αθήνα, για να περάσω τις γιορτές με τους δικούς μου. Το είδα την επομένη, και, περιττό να πω, μού χάλασε τρομερά τη διάθεση. Δεν ήταν τόσο τα 45 like που είχαν πέσει, ούτε το αναμενόμενο πανηγυράκι από κάτω, στα 53 σχόλια. Ήταν περισσότερο ότι το είχε γράψει ο Καραμπεάζης, ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα των δύο χεριών μουσικογραφιάδες που διαβάζω πάντα -και που, αν έχετε σώας τας φρένας, πρέπει να διαβάζετε κι εσείς.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να παίξω αντεπίθεση, γράφοντας κάποιο αιχμηρό σχόλιο από κάτω. Έπειτα σκέφτηκα ότι ίσως θα "πονούσε" περισσότερο αν το έπαιζα -γιατί δεν ήμουν- ψύχραιμος. Κι έτσι έγραψα το παρακάτω, το οποίο παραμένει ως τελευταίο σχόλιο του ποστ (κλικ για μεγέθυνση):

Η φαγωμάρα, όμως, δεν υποχωρούσε: μέχρι και με τη γυναίκα μου τσακώθηκα, παραμονή Χριστουγέννων, εξαιτίας της κακής μου διάθεσης. Έπρεπε κάπως πιο έντονα να αντιδράσω, κάπως να ξεσπάσω. Το πώς, το βρήκα σχεδόν στον ύπνο μου, ξημερώνοντας Χριστούγεννα: δίπλα στα βιντεάκια με Θανάση Παπακωνσταντίνου, θα ανέβαζα κι ένα με Morrissey. Και θα 'κανα κι ένα δικό μου αμένσιοτο.

Σηκώθηκα πολύ πρωί, πριν από όλους τους άλλους -ήμασταν κάμποσοι από το σόι στο σπίτι στη Σαλαμίνα, για να γιορτάσουμε μαζί. Βρήκα τα ακόρντα και τους στίχους του τραγουδιού "Spent The Day In Bed", που ήταν το αγαπημένο μου μέσα από το Low In High School, κλείστηκα στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου με την κουτσή κιθάρα του αδερφού μου, κι έφτιαξα, μέσα σε πολύ λίγη ώρα, το παρακάτω:

Κι έπειτα το πόσταρα στο Facebook, ως εξής (κλικ για μεγέθυνση):

Φυσικά, μόνο εκείνοι που γνώριζαν τα προηγούμενα μπορούσαν να καταλάβουν τι σήμαινε όλο αυτό. Εγώ, πάντως, το είχα βγάλει από μέσα μου. Και συνέχισα τη ζωή μου, χωρίς να ασχοληθώ ξανά με το συγκεκριμένο βίντεο. Κι ας έβλεπα ότι σιγά σιγά τα views ανέβαιναν...

Ώσπου, 2,5 χρόνια μετά, ήρθε στο inbox ένα "συγχαρητήρια!" από τον Βύρωνα Κριτζά -ένας ακόμα από εκείνους που οφείλετε να διαβάζετε. Τον ευχαρίστησα, αλλά δεν ήξερα για ποιον λόγο με συνέχαιρε. Τελικά είχε συμβεί το αδιανόητο: ο Morrissey είχε, με κάποιον τρόπο, ανακαλύψει το βίντεο, και το είχε ανεβάσει στο προσωπικό του μπλογκ, μαζί με άλλα από διάφορα μέρη του κόσμου, σε ένα ποστ με τίτλο "I TRAVELED TO A MYSTICAL TIME ZONE BUT I MISSED MY BED SO I CAME STRAIGHT HOME":

Κάπως έτσι, μια αλυσίδα γεγονότων που ξεκίνησε από έναν δίσκο του Morrissey, έκλεισε(;) από τον ίδιο.

Ευτυχώς, να λέτε, που δεν ανακάλυψε ακόμα εκείνη την κριτική μου...

* Φωτογραφία Morrissey από εδώ

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020

Πολύ Μεγάλες Αλήθειες XL

Χωρίς πολλά λόγια, χτυπώντας στο ψαχνό, λέγοντας τα πράγματα όπως τα νιώθω...

Εάν όλα έχουν ήδη γραφτεί, τότε τίποτα δεν έχει ακόμα γραφτεί._

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

Περί Πίστεως

Είμαι από εκείνα τα παιδιά που οι γονείς τους τα έγραψαν στο ωδείο, χωρίς να τα ρωτήσουν. Εκείνη την πρώτη μέρα -τρίτη δημοτικού πήγαινα- η μάνα μου σχεδόν με έσυρε μέχρι εκεί, κι εγώ έκλαιγα. Δεν ήξερα γιατί έπρεπε να πάω, ήθελα απλώς να παίξω μπάλα.

Πέρασαν πολλά χρόνια για να μπορέσω να εκτιμήσω εκείνη την απόφαση των δικών μου. Ασχέτως αν δεν νοσταλγώ καθόλου τις ώρες που πέρασα μέσα στις επίσημες διεργασίες εκμάθησης της μουσικής. Ήταν μάλλον άχαρα όλα, γεμάτα ορισμούς, και χωρίς καθόλου παιχνίδι. Υπήρχε μια αυστηρότητα που καθόλου δεν ταίριαζε με τις μελωδίες, οι οποίες συχνά με έκαναν να βουρκώνω.

Ένα από τα πράγματα που με ζόριζαν ιδιαιτέρως μέσα σε εκείνο το πλαίσιο ήταν οι "επιδείξεις" που γίνονταν προς το τέλος της κάθε σχολικής χρονιάς. Ξέρετε, εκείνες όπου μαζεύονταν όλοι οι γονείς, τα αδέρφια και λοιποί συγγενείς, για να "καμαρώσουν" τα παιδάκια που σκάλιζαν το πιάνο. 25 τόσα χρόνια μετά, δεν έχω πάρει είδηση να έχει αλλάξει κάτι σε όλο αυτό: εξακολουθούν τα παιδιά που βγαίνουν στη σκηνή να μη γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το κάνουν. Το μόνο που ήξερα εγώ τότε ήταν ότι έπρεπε όλα να είναι άψογα. Κι αγχωνόμουν πολύ.

Τα κατάφερνα καλά γενικά, και στις επιδείξεις, και στις εξετάσεις. Και κατάφερνα να αποσπώ από τη δασκάλα μου, την κυρία Φωτεινή Δημάκου-Σακκέτα, επαίνους, λεκτικούς αλλά και πρακτικούς: ήταν κάμποσες οι φορές που έπαιζε μαζί μου στο πιάνο, και κατάφερνα να την ακολουθώ απόλυτα. Μια μέρα που μάς άκουσε ο σύζυγός της μπαίνοντας, φάνηκε αληθινά έκπληκτος βλέποντας εμένα, κι όχι κάποιο αστέρι του ωδείου, δίπλα της.

Υπάρχει όμως ένα περιστατικό, από την επίδειξη του 1991 μάλλον, που με σημάδεψε βαθιά. Είχα για εκείνη τη βραδιά, αλλά και για τις εξετάσεις που θα ακολουθούσαν, να ετοιμάσω τη σονατίνα αρ. 6 του Friedrich Kuhlau (1786-1832), από το βιβλίο 12 Sonatine, Op. 20, 55, 59, Per Pianoforte. Για την ακρίβεια, είχα να παίξω μόνο τις τρεις πρώτες σελίδες, το Allegro con spirito μέρος, της Op. 55, N.3. Η πρώτη σελίδα ήταν μονής αρίθμησης, άρα είτε έπρεπε να βρω τρόπο να γυρνώ "αναίμακτα" τη σελίδα καθώς έπαιζα, είτε να την αποστηθίσω και να έχω ανοιχτό το βιβλίο στις δύο επόμενες. Φυσικά η αποστήθιση ήρθε πολύ εύκολα, κι έτσι κατέληξα στη δεύτερη επιλογή.

Τη μεγάλη μέρα, οι μαθητές και οι μαθήτριες περιμέναμε στις αίθουσες του ωδείου, που αποτελούσαν τα παρασκήνια για την περίσταση. Ώσπου να έρθει η σειρά μας να μπούμε στην παραδίπλα μεγάλη αίθουσα, όπου είχαν στηθεί καρέκλες για το κοινό, να καθίσουμε στο πιάνο και να ιδρώσουμε ενώπιόν του.

Ήμασταν όμως πολλά παιδιά, το πρόγραμμα μεγάλο, η ώρα δεν περνούσε. Οπότε ανέλαβαν δράση ο Κώστας Γιαξόγλου και ο Γρηγόρης Αθανασιάδης, από τους μεγαλύτερους σε ηλικία μαθητές του ωδείου. Ο πρώτος στο πιάνο, ο δεύτερος στο τραγούδι, άρχισαν να ξεδιπλώνουν το ρεπερτόριό τους από τζαζ, μπλουζ και ροκ εντ ρολ επιτυχίες. Κι οι υπόλοιποι το διασκεδάζαμε. Εγώ ήμουν όλο χαμόγελο, μέχρι που ψιλοχόρευα κιόλας -κάτι ιδιαιτέρως τολμηρό για τον πολύ ντροπαλό τότε εαυτό μου.

Μ' αυτά και μ' αυτά, η αναμονή έγινε πολύ ελαφρύτερη, σχεδόν ξεχάστηκε το "ικρίωμα" που μάς περίμενε. Ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι η αυτοσυγκέντρωσή μου είχε πάει περίπατο -κι η ώρα μου πλησίαζε. Τότε άρχισα να αμφιβάλλω: κι αν ξεχνούσα κάτι από την πρώτη σελίδα, έτσι που είχα αφεθεί και ευθυμήσει; Μήπως να τη διάβαζα κι αυτήν από μέσα και να έπαιρνα ένα δευτερόλεπτο για να τη γυρίσω; Αυτό αποφάσισα τελικά. Κι ήταν μοιραίο λάθος.

Μπήκα στην τιγκαρισμένη αίθουσα, προχώρησα στον στενό διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, κάθισα μπροστά στο όρθιο πιάνο. Ξεκίνησα. Κι έπαιξα άψογα την πρώτη σελίδα. Γύρισα. Συνέχισα.

Οι σελίδες όμως, που είχαν "κάτσει" καιρό σε συγκεκριμένη θέση, αλλά τώρα είχαν "πατηθεί" ώστε να σταθούν ανοιγμένες διαφορετικά, άρχισαν, καθώς έπαιζα, να γυρνούν αργά πίσω... Ώσπου επέστρεψε μπροστά μου η πρώτη σελίδα, αποκρύβοντάς μου όσα έπρεπε να έχω μπροστά μου εκείνη τη στιγμή.

Πάγωσα. Προσπάθησα να τις ισιώσω, όμως εκείνες επέμειναν. Έχασα τον βηματισμό μου, σταμάτησα. Επενέβη η κυρία Σόνια Φιλιπποπούλου, μια από τις δασκάλες, που καθόταν εκεί δίπλα: κράτησε τις σελίδες στη θέση τους για να τελειώσω ό,τι είχα αρχίσει.

Τα είχα σκατώσει. Ελάχιστοι ίσως από το κοινό παρακολουθούσαν πραγματικά, ακόμα λιγότεροι όντως θα κατάλαβαν, όμως εγώ το ήξερα καλά. Κι ούτε το κάπως προσποιητό μπράβο της δασκάλας μου καθώς έβγαινα, ούτε τα λόγια των γονιών μου καθώς περπατούσαμε έπειτα για το σπίτι, μπόρεσαν να με παρηγορήσουν. Πρόβαλα, βέβαια, διάφορα άσχετα, προσπάθησα, ως παιδί που ήμουν, να ρίξω το φταίξιμο σε άλλα πράγματα (κυρίως στο ότι εκείνη η Clavinova που είχαμε δεν ήταν κατάλληλη για εξάσκηση), όμως μέσα μου ήξερα ότι έφταιγα μονο εγώ.

Είχα λιγοψυχήσει. Δεν πίστεψα ότι μπορούσα. Αμφέβαλα ότι θα θυμόμουν εκείνες τις λίγες σειρές, τις οποίες είχα προβάρει εκατοντάδες φορές και ποτέ δεν είχα ζοριστεί να παίξω από στήθους.

Η μνήμη είναι περίεργο μέρος, κι ευμετάβλητο. Κάθε που το επισκέπτεσαι, αλλάζει η διαρρύθμιση. Όμως, εκείνη η μοιραία στιγμή που με πλήγωσε τόσο, απαθανατίστηκε και από τον παρόντα φωτογράφο. Και να 'μαι εγώ, ακίνητος, με τις σελίδες μπροστά μου να χορεύουν, τη στιγμή που συνειδητοποιώ ότι το παιχνίδι χάνεται, ανήμπορος, με τα χέρια κολλημένα στα πλήκτρα.

Είναι κορνιζαρισμένη αυτή η φωτογραφία, από τη μάνα μου. Βρίσκεται στο σπίτι στη Σαλαμίνα, ακουμπισμένη πάνω στην παλιά Clavinova. Αρκετά κρυμμένη απ' τα μάτια μου, ώστε να μη χρειάζεται να την αντικρίζω συχνά, αλλά όχι τόσο ώστε να ξεχάσω διά παντός όσα με διαπέρασαν κάποτε.

Δεν ξέρω αν μαθαίνεται το να πιστεύεις στον εαυτό σου, το να τον εμπιστεύεσαι. Σίγουρα παίζει κάποιο ρόλο η στήριξη των άλλων, όμως μάλλον θα πρέπει να βιώσεις κάποιες επιτυχίες σου, ώστε να ξέρεις ότι μπορείς να πετύχεις πράγματα. Όπως κάθε αληθινή πίστη, είναι κάτι που χτίζεται μέσα από εμπειρίες, μέσα από δοκιμές, κι έπειτα από κάμποσες τούμπες που θα φας.

Στην περίπτωσή μου αυτές οι τελευταίες υπήρξαν πολλές. Αλλά το μεγάλο μάθημα το πήρα από τη συγκεκριμένη μία.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXX

Ιδού η 30ή πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στο Gimme 10. Μιλάμε δηλαδή για 150 ερμηνευτές/μουσικούς/συνθέτες/τραγουδοποιούς/συγκροτήματα που έδωσαν το παρών στον χώρο που μου παραχωρεί το Mix Grill για την εβδομαδιαία αυτή στήλη. Και βρισκόμαστε μόλις στο 2014...





Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XXIX

Η στήλη Gimme 10, την οποία επιμελούμαι στο φιλόξενο Mix Grill, έκλεισε πριν λίγες μέρες τα 11 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στην ύλη του site.

Πρόκειται για ένα εγχείρημα που αλλιώς ξεκίνησε κι αλλιώς εξελίχθηκε. Έπειτα από πρόταση του Γιώργου Μπαλιώτη να αναλάβω μια εβδομαδιαία στήλη, ξεκίνησα με μια δική του ιδέα: να φτιάχνω λίστες με τραγούδια, ορμώμενος από ένα συγκεκριμένο θέμα κάθε φορά. Προέκυψε σύντομα, όμως, ένας εύλογος προβληματισμός: κάποτε, στο όχι μακρινό μέλλον, τα θέματα θα τελείωναν -άσε που το concept απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς για να βγει.

Τη λύση την έδωσε και πάλι ο Μπαλιώτης: γιατί δεν ζητάς από καλλιτέχνες να φτιάξουν εκείνοι της δικές τους λίστες; Το ξεκίνησα ως εναλλακτική αρχικά, αλλά γρήγορα η στήλη παγιώθηκε ως χώρος φιλοξενίας. Και συνεχίζει να φέρνει στο φως τις προτιμήσεις των μουσικών, όχι μόνο σε ό,τι αφορά δίσκους και τραγούδια, αλλά και σε κάθε τι άλλο μπορεί ή θέλει ο καθένας να προτείνει. Οι καλλιτέχνες που έχει κατά καιρούς φιλοξενήσει μετρώνται πια σε εκατοντάδες και η εστίαση παραμένει προσανατολισμένη σε εκείνους που κάνουν το ξεκίνημά τους ή δεν έχουν λάβει την προσοχή που τους αναλογεί. Χωρίς να αποκλείονται και οι επιτυχημένοι, φυσικά.

Εδώ καταγράφονται οι φιλοξενούμενοι, ανά πεντάδες, με χρονολογική σειρά εμφάνισης. Έχω να ποστάρω από το 2015, οπότε καταλαβαίνετε ότι πάνε πολύ πίσω τούτες οι συμμετοχές...





Τρίτη, 2 Ιουνίου 2020

Οδηγοί ακρόασης V: Γιάννης Χαρούλης

Υπάρχει μια αλήθεια για τον Γιάννη Χαρούλη, η οποία δεν επιδέχεται αμφισβήτησης: πρόκειται για τον πιο δημοφιλή ερμηνευτή των νεότερων χρόνων, σε συναυλιακό επίπεδο. Από εκεί και πέρα, είναι πολλά εκείνα που μπορεί να κριτικάρει κανείς σχετικά με τον ερμηνευτή και μουσικό από την Κρήτη. Και κάτι τέτοιο κάνω, στον οδηγό ακρόασης που ανέβηκε σήμερα στο Sounds Greek to me. Αν σας βαστάει, πατήστε εδώ.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Ένα παράπονο με αφορμή το ντοκιμαντέρ The Last Dance

Υπάρχει μια στιχομυθία που έρχεται στη μνήμη μου συχνά. Απέναντι από την Ευαγγελίστρια, επιστρέφοντας από ένα από τα αμέτρητα παιχνίδια μπάσκετ, στον Άγιο-Νικόλα ή στο προαύλιο του ΤΕΛ. Εγώ, ο Σταν, ο Χρήστος, ίσως ο ξάδερφός μου ο Λεωνίδας, και ποιος θυμάται ποιοι άλλοι.

- Τον Jordan τον μισώ.
- Κι εγώ τον ολόκληρο.

Τόσα χρόνια μετά, παραμένει μισητή περσόνα ο Michael Jordan, κι άλλο τόσο λατρεμένη, όσο υπήρξε και για εκείνη την παρέα εφήβων που μεγάλωναν στη σκιερή Σπάρτη των '90s. Τα γιατί, για όσους δεν τα γνωρίζουν ή τα έχουν ξεχάσει, ξετυλίγονται στα 10 ωριαία επεισόδια του ντοκιμαντέρ The Last Dance. Του οποίου μόλις ολοκλήρωσα την παρακολούθηση, "ρουφώντας" το μέσα σε τρεις μέρες.

Δεν θα προβώ σε spoilers εδώ, ούτε έχω, φοβάμαι, να αποκαλύψω κάποια πλευρά του όλου θεάματος που έμεινε αφώτιστη από τη σχετική συζήτηση και αρθρογραφία. Καταγράφω μόνο ότι πρόκειται για δουλειά αριστοτεχνικά στημένη, ώστε να δώσει μια αρκετά σφαιρική εικόνα της εποχής και της επικρατούσας κατάστασης στο αμερικανικό μπάσκετ, και το πώς αυτές γέννησαν το φαινόμενο Air Jordan/Chicago Bulls.

Όμως θέλω να καταθέσω ένα ερώτημα -παράπονο καλύτερα- το οποίο μου προκύπτει όποτε βλέπω αντίστοιχες παραγωγές του εξωτερικού: θα δούμε άραγε ποτέ εμείς ένα τέτοιας ποιότητας πορτρέτο, για το φαινόμενο Νίκος Γκάλης/Άρης Θεσσαλονίκης/Εθνική Ελλάδος, π.χ.; Θα μάς δοθεί η ευκαιρία να ανατρέξουμε στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού και να ανακαλύψουμε άγνωστες ή ξεχασμένες πτυχές της; Θα υπάρξει ποτέ μια συλλογική, ψύχραιμη και όσο το δυνατόν σφαιρική αποτίμηση οροσήμων της αθλητικής κουλτούρας του τόπου και των ανθρώπων του;

Δεν αφορά, βέβαια, το προαναφερθέν παράπονο μόνο τον αθλητισμό, αφού και η ευρύτερη πολιτιστική παρακαταθήκη της χώρας σπάνια έλαβε την προσοχή που της άξιζε -με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά. Το μέγεθος της "αγοράς" ίσως δικαιολογεί το γεγονός, όμως πια, με την τεχνολογία να είναι περισσότερο από ποτέ προσιτή, απαιτείται μάλλον περισσότερο μεράκι και τεχνογνωσία, παρά κάποια μεγάλη δεξαμενή χρηματοδότησης.

Θα αφεθεί η εξιστόρηση μόνο στους διαχειριστές της τρέχουσας ενημέρωσης; Θα μιλούν οι πρωταγωνιστές μόνο σε εκπομπές αισθητικής ταβερνείου ή σαλονάτου γλεντιού; Αν δεν ειπωθεί η ιστορία που μάς έφερε ως εδώ, πώς διάβολο θα βρούμε πού ακριβώς θέλουμε να πάμε;

Στο ντοκιμαντέρ που πρόβαλε το Netflix, ο Τελευταίος Χορός των Chicago Bulls είναι η κατάληξη. Η όλη μαγεία είναι στο πώς έφτασαν ως εκεί. Και στο ότι το αναλύουν και το αφηγούνται όχι μόνο οι πρωταγωνιστές και οι φίλοι τους, αλλά και οι αντίπαλοι.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Μάθημα Μουσικής από τον Victor L. Wooten

Όντας παιδί του ωδείου, και έχοντας ξεφυλλίσει/διαβάσει αμέτρητα περιοδικά και βιβλία εκμάθησης οργάνων, άργησα να συνειδητοποιήσω πόσο λίγο -πόσο... καθόλου, για να είμαι πιο ακριβής- αφιερώνεται εκεί χρόνος και χώρος στη φιλοσοφία της Μουσικής, και στη σύνδεσή της με την ίδια τη Ζωή. Αυτό είναι το κενό που έρχεται να καλύψει ένα πολυσυζητημένο (στους μουσικούς κύκλους τουλάχιστον) βιβλίο, που έγραψε ο πολυβραβευμένος Αμερικανός μπασίστας Victor L. Wooten.

Το The Music Lesson: A Spiritual Search For Growth Through Music (Penguin, 2006) έφτασε στα χέρια μου με το ταχυδρομείο πέρυσι τον Ιούνιο: ήταν το δώρο της Καλίνας και του Άλεξ για τα γενέθλιά μου, έπειτα από πρόταση του δεύτερου, που το είχε διαβάσει. Έμεινε στο ράφι για αρκετούς μήνες, κι ίσως αν δεν υπήρχε η Μουσική Συλλογικότητα Σαντορίνης και η ανάγκη μου να αντλήσω έμπνευση από κάπου ώστε να μπορώ να κάνω νύξεις στις εισηγήσεις μου προς τα μέλη της, να παρέμενε για πολύ καιρό ακόμα παραμελημένο. Πόσο λάθος έκανα που το αγνοούσα...

Ο Wooten δεν έγραψε ένα ακόμα εγχειρίδιο, αλλά χρησιμοποίησε τη φόρμα του μυθιστορήματος. Υψηλή λογοτεχνία δεν τη λες, όμως η ιστορία που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο λειτουργεί μια χαρά ως όχημα ανάπτυξης των ιδεών που θέλει να κοινωνήσει. Και είναι αυτές οι τελευταίες που αναδεικνύονται σε πραγματικές πρωταγωνίστριες του βιβλίου.

Οπωσδήποτε ετούτο δεν είναι ένα βιβλίο για τεχνοκράτες ή για όσους στοχεύουν στο να γίνουν τέτοιοι. Όσα αναπτύσσει ή υπαινίσσεται εδώ ο Wooten έχουν να κάνουν με τη χαρά και την ελευθερία που θα έπρεπε να εμπλέκονται στην ενασχόληση με τη Μουσική. Μπορώ να φανταστώ πολλές από τις απόψεις του να απορρίπτονται με ευκολία ως "χίπικες", όμως η προσέγγιση του κειμένου προϋποθέτει μιαν ανοιχτότητα προκειμένου αυτό να αποκαλύψει τους καρπούς του.

Η Μουσική, παρότι είναι η πιο αφηρημένη και μαγική τέχνη, έχει πολύ συχνά απομαγευτεί και εγκλωβιστεί σε ασφυκτικές νόρμες από τους ίδιους τους κήρυκές της. Πολλά από τα οφέλη της αποσιωπούνται, πολλές ποιότητές της αποκρύπτονται, η ίδια της η φύση αμφισβητείται, προκειμένου να συστηματοποιηθεί η προσέγγισή της και να δικαιολογηθεί η ύπαρξη "ιερατείου". Ο Wooten στέκεται απέναντι σε όλα αυτά, προωθώντας ιδέες που δεν είναι τόσο πρωτότυπες, όσο ξεχασμένες.

Το The Music Lesson δεν είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται μόνο σε μπασίστες, ούτε αποκλειστικά σε μουσικούς. Μπορεί εύκολα να διαβαστεί από οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για μιαν άλλη ποιότητα ύπαρξης και σκέψης, για μια διαφορετική προσέγγιση στη διαδικασία της μάθησης, για μιαν ανανέωση της σχέσης του με την ίδια τη Ζωή.

* Φωτογραφία από εδώ

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Διάλογος με την κόρη μου XLVIII

Σήμερα το μεσημέρι, τρώγοντας κουτσομούρες, καθώς μάς αφηγούνταν πράγματα που έμαθε για τον Μέγα Αλέξανδρο κατά το εξ αποστάσεως μάθημα με τον δάσκαλό της, είχε τον παρακάτω διάλογο με τη Σάντη:
- Στην Αίγυπτο τον ανακήρυξαν Φαραώ και θεό τους! Του έστρωσαν κόκκινο χαλί.
- Σοβαρά; Και για ποιον λόγο;
- Ήταν λίγο κότες.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

Οδηγοί ακρόασης IV: Ορφέας Περίδης

Τον Ορφέα Περίδη τον έμαθα όπως οι περισσότεροι, ακούγοντας τη "Φωτοβολίδα" του δηλαδή, που στα μέσα των '90s έπαιζε κυριολεκτικά παντού. Είναι ένα τραγούδι που εξακολουθώ να ακούω, αντλώντας πάντα την ίδια απόλαυση. Είναι ένας απίστευτα στιβαρός μελωδός ο Περίδης, κι έχει δώσει βεβαίως πολλά δείγματα αυτής του της ποιότητας, κερδίζοντας έναν αθόρυβο μεν, σταθερό δε σεβασμό και θαυμασμό.

Θα είχα σπαστεί που τα κείμενα για τους πρώτους, σπουδαίους δίσκους του για τον οδηγό ακρόασης του Sounds Greek to me τα ανέλαβε άλλος, αν αυτός ο άλλος δεν ήταν ο Αντώνης Ξαγάς, συνάδελφος από τους πιο εκλεκτούς. Χαρά και τιμή που μοιράστηκα μαζί του την αποτίμηση του εν λόγω ρεπερτορίου, που δημοσιεύθηκε στις 24/3/2020 και μπορείτε να βρείτε εδώ.

Κυριακή, 3 Μαΐου 2020

Διάλογος με την κόρη μου XLVII

Πριν λίγο, παίζοντας Scrabble:
Σάντη: Έχω 186 πόντους.
Εγώ: Μ' αρέσει που χάρηκα που έπιασα τους 80.
Ελένη: Εγώ έχω 108. Μ' αρέσει που είσαι και δάσκαλος.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες