Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

Gimme 10: Η Μαρία Κρασοπούλου για τα τραγούδια που αγαπά

Η Μαρία Κρασοπούλου είναι ερμηνεύτρια, στιχουργός και ποιήτρια.

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα, όπου φοίτησε στο τοπικό Μουσικό Σχολείο. Είναι απόφοιτος του τμήματος Βιολογικής Γεωργίας Ιονίων Νήσων, αλλά και του τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας Και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Η πρώτη της δισκογραφική συμμετοχή ήρθε το 2012, στο πρώτο άλμπουμ του συνθέτη Γρηγόρη Πολύζου, Σε Τόπους Που Δεν Ξέρω (παραγωγή Νίκου Ζούδιαρη), ενώ το 2016 υπήρξε η βασική ερμηνεύτρια του δεύτερου δίσκου του Πολύζου, Αποστάσεις, όπου υπέγραψε και τους στίχους δύο τραγουδιών. Το 2018 συνεργάστηκε με τον Παντελή Θαλασσινό στο τραγούδι "Ο Αντώνης Που Έφερε Τον Ήλιο" (μουσική Γρηγόρη Πολύζου, στίχοι Πόλυ Κυριάκου), και τον περασμένο Μάρτιο ερμήνευσε το "Αγάπη (2023 edition)", μια επετειακή επανεκτέλεση ενός κομματιού από το δισκογραφικό ντεμπούτο της. Ως στιχουργός, έχει συνεργαστεί επίσης με τον τραγουδοποιό Νίκο Σαμαρά. Είναι  μέλος του μουσικού σχήματος Bit gia Bit.

Η Μαρία Κρασοπούλου έχει εκδόσει και δύο ποιητικές συλλογές: Ήχοι Αθόρυβοι (Γαβριηλίδης, 2016), και Το Ύστερα Του Κόσμου (24 Γράμματα, 2020).

Με αφορμή το νέο τραγούδι της με τίτλο "Μειοψηφία", σε μουσική Μιχάλη Λιόντα και στίχους Δημήτρη Τσιμπούκη, που κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγες μέρες, φιλοξενούμε σήμερα με χαρά τη Μαρία Κρασοπούλου, για να μας αποκαλύψει 10 από τα τραγούδια που αγαπά.

-----

Θα αποφύγω να βάλω εντός των δέκα κομματιών που με έχουν με έναν τρόπο κατακτήσει, τραγούδια που έχω ερμηνεύσει η ίδια δισκογραφικά ή στα οποία έχω βάλει στίχο, γιατί μου είναι πάντα τρομερά δύσκολο να τα ξεχωρίσω.

1. Ερωτικό - Χάρις Αλεξίου
(Θάνος Μικρούτσικος - Άλκης Αλκαίος)
Τι να πει κάποιος για τη "δική μας" πιρόγα. Ερμηνευτικά απαιτητικό αλλά και αβανταδόρικο ταυτόχρονα στη φωνή. Σπουδαία εκτέλεση από την απόλυτη Χαρούλα Αλεξίου. Αν τύχει να το τραγουδάω ή όταν το ακούω τυχαία σε έναν σταθμό πάντα νιώθω την ανάγκη να πω στο τέλος του... "βρίζοντας οι Αμερικάνοι". Γιατί άραγε τόσα χρόνια να υπάρχει η ίδια ανάγκη;

2. Μαλαματένια Λόγια - Λάκης Χαλκιάς/Χαράλαμπος Γαργανουράκης/Λιζέτα Νικολάου
(Γιάννης Μαρκόπουλος - Μάνος Ελευθερίου)
Το μουσικό απόσταγμα της ελληνικής κοινωνίας. Ένα ποίημα που έγινε ένα σπουδαίο τραγούδι. Φωνές γάργαρες στην πρώτη του εκτέλεση και ο στίχος "πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή" σε τρυπάει μια φορά αλλά για πάντα.

3. Μαύρο Μου Χελιδόνι
(παραδοσιακό από την περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας)
Καθιστικό τραγούδι που μιλάει για την ξενιτιά. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, που οι κάθε είδους ξενιτιές είναι για τον άνθρωπο παράξενα οικείες πια.

4. Ανδρονίκη
(Αφηγηματικό τραγούδι από την περιοχή της Κύπρου)
Υπάρχουν διάφορες μικροπαραλλαγές στον στίχο του. Όλες με έναν αφηγηματικό τρόπο μιλούν για τη δεινή θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία. Η Ανδρονίκη φορά τα παντελόνια και πάει στον καφενέ, σε μια εποχή που αυτό είναι ανήκουστο για γυναίκα. Παίζει χαρτιά. Η Ανδρονίκη αγάπησε έναν νέο από μόνη της, χωρίς προξενιό. Το κουτσομπολιό του κόσμου έφερε την οργή του αδελφού της, ο οποίος τη σκοτώνει, περιφέροντάς την ανάμεσα στα σπίτια της γειτονιάς. Η τιμή της οικογένειας είχε αποκατασταθεί. Πείτε μου τώρα, τα τρία τελευταία χρόνια πόσες σύγχρονες Ανδρονίκες είχαμε; Τι λένε οι στατιστικές στο λήμμα "γυναικοκτονία";

5. Τα Παξιμάδια - Σωκράτης Μάλαμας
(Θανάσης Παπακωνσταντίνου)
Αν θες να μιλήσεις για τον θάνατο αυτό είναι το τραγούδι. Αγαπημένο του πατέρα μου, που του άρεσαν, όπως έλεγε, οι "κορνέτες" του. Να φεύγουν οι άνθρωποι και τα κουπιά του βαρκάρη να λιώνουν στο νερό, γιατί τίποτα δεν είναι πιο απόλυτο από τον θάνατο. 

6. Του Αη Γιώργη - Άλκηστις Πρωτοψάλτη
(Goran Bregovic - Λίνα Νικολακοπούλου)
Το τραγούδι που στέκεται και μόνο του και σαν εικόνα. Μια μελωδία που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, ακόμη και αν σήμερα για κάποιον λόγο ξύπνησες ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος.

7. Τι Να Θυμηθώ - Απόστολος Ρίζος
(Νίκος Ζούδιαρης) 
Εδώ είναι όλες οι φοιτητικές μου διαδρομές, με ακουστικά, στα υπεραστικά ΚΤΕΛ, κι αυτό είναι πράγμα ιερό για τον καθένα!

8. Κάτι Ελλάδες - Δάφνη Λέμπερου
(Νίκος Μερτζάνος - Νίκος Μωραΐτης) 
Το άκουσα τυχαία σε έναν σταθμό. Δεν θυμάμαι πότε, ούτε πού. Λοιπόν, αυτό το τραγούδι πρέπει να το διδάσκουν στα σχολεία. Για ευνόητους λόγους.

9. Κατάρτι Κι Ατμός - Μιχάλης Παπαζήσης
(Γιώργος Καζαντζής)
Αν είναι να μιλήσεις για έρωτα, αυτό είναι το τραγούδι. Μέλος και λόγος εδώ είναι μαγικός ρεαλισμός.

10. Φυσική Ιστορία - Τζίμης Πανούσης
(Τζίμης Πανούσης)
Εδώ είναι όλη η σύγχρονη πραγματικότητά μας. Η ολική μας καθήλωση. Ήταν σχεδόν προφητικός εδώ ο δημιουργός. Ειδικά τις ημέρες του εγκλεισμού μας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν απίστευτη η μεταφορά του στο παρόν. Και φυσικά το "τραγουδάω και κλαίω". Ε, σε αυτή την αντίθεση είναι όλο το θέμα.


Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023

Gimme 10: Οι επιρροές των Storyville Ragtimers

Οι Storyville Ragtimers είναι μια επταμελής μπάντα από την Αθήνα, που δρα από το 2015, έχοντας ως οδηγό την dixieland/ragtime/blues παράδοση. Την αποτελούν οι Γιάννης Καραγιαννάκης (κορνέτα), Κωστής Βαζούρας (σοπράνο σαξόφωνο, κλαρινέτο), Βασίλης Παναγιωτόπουλος (τρομπόνι), Μελέτης Πόγκας (κιθάρα, μπάντζο, φωνή), Μάνος Λούτας (κοντραμπάσο), Βασίλης Τζαβάρας (πιάνο, φωνή) και Θεόδωρος Χριστοδούλου (τύμπανα). Κάποια από τα μέλη έχουν και πρότερη κοινή δράση, μέσα από τους Black Jack και τους Take The Money And Run.

Η πρώτη δισκογραφική δουλειά των Storyville Ragtimers κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο, έχει τον τίτλο The Storyville Ragtimers Live At Almagesti, και περιέχει 12 ζωντανά ηχογραφημένα κομμάτια. Είναι με αφορμή αυτή την κυκλοφορία, αλλά και λόγω του live τους στην Αλμαγέστη (Πλαταιών 44, Κεραμεικός), την Κυριακή 15 Οκτωβρίου, που τους υποδεχόμαστε σήμερα στο Gimme 10, για να μας κάνουν μια περιδιάβαση των βασικότερων επιρροών τους.

-----

Οι κοινές αναφορές μας είναι η αγάπη για τη Νέα Ορλεάνη, το Storyville (τη συνοικία της Νέας Ορλεάνης όπου γεννήθηκε η jazz), τα «sporting houses» της Basin’ Street, η «Lulu White» και οι «professors» που έπαιζαν εκεί, οι μπάντες των «parades» με τους «second liners» και οι μπάντες των ποταμόπλοιων του Mississippi. Επίσης, μας αρέσουν οι βωβές ταινίες, το κλασικό σινεμά, ο Woody Allen, o Hopper, τα blues, ο Fats Waller και ο Django Reinhardt.

Από τους πρωτεργάτες της τζαζ μας έχουν επηρεάσει ο Louis Armstrong, o Sidney Bechet, o Jelly Roll Morton, o King Oliver, o Bix Beiderbecke, o W.C. Handy.

Ο Jelly Roll Morton και ο King Oliver είναι οι μουσικοί με τη μεγαλύτεροι επίδραση στην πορεία της παραδοσιακής τζαζ και όχι μόνο, δύο πρωτοπόροι, γέννημα-θρέμμα της Νέας Ορλεάνης, που πρόλαβαν να ζήσουν τους Κυριακάτικους χορούς στην Congo Square -μια παράδοση από την εποχή των σκλάβων-, τη γέννηση αλλά και το κλείσιμο του Storyville, και να μορφοποιήσουν αυτό που από τα τέλη της δεκαετίας του '10 ονομάστηκε τζαζ. Ο Louis Armstrong έλεγε για τον μέντορα και δάσκαλό του King Oliver ότι ήταν ο εφευρέτης της τζαζ τρομπέτας, και όταν μια τέτοια κουβέντα βγαίνει από τα χείλη του Pops αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του ανδρός. Όσο για τον Morton, ο ίδιος έλεγε ότι αυτός εφηύρε την τζαζ. Σίγουρα υπερέβαλε αλλά δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι μέσα από το το πιανιστικό του στυλ έγινε η μετάβαση από το ragtime στο stride, ενώ ταυτόχρονα ενσωμάτωσε στις συνθέσεις του  όλα τα διαφορετικά μουσικά ιδιώματα που άκουγε στο λιμάνι της Νέας Ορλεάνης και στα ατελείωτα ταξίδια του στον αμερικανικό νότο, εμπλουτίζοντας έτσι αυτό το μουσικό μωσαϊκό που λέγεται τζαζ.

Μια από τις μεγαλύτερες επίσης επιρροές για εμάς είναι ο W.C Handy. Ο W.C Handy θεωρείται ο πατέρας του blues, και όχι τυχαία. Όταν ήταν νεαρός κορνετίστας γύρισε όλο τον αμερικανικό νότο σαν μέλος μιας ορχήστρας τσίρκου και ταυτόχρονα κατέγραψε όλες τις μουσικές φόρμες που άκουγε, από τραγούδια εργασίας στα βαμβακοχώραφα μέχρι τα θρησκευτικά χορωδιακά τραγούδια στης εκκλησίες, και από τα barrelhouse blues στα κακόφημα καμπαρέ και μπορντέλα μέχρι τα τραγούδια των ζητιάνων στις γωνίες των δρόμων. Χωρίς αυτήν την καταγραφή ένα τεράστιο κομμάτι της αφροαμερικάνικης μουσικής παράδοσης δεν θα είχε διαδοθεί.

Δύο καλλιτέχνες που επίσης μας επηρέασαν είναι ο Louis Armstrong και ο Sidney Bechet. Ο Louis και ο Sidney γεννήθηκαν στην ίδια πόλη, στη Νέα Ορλεάνη, περίπου την ίδια εποχή. Έζησαν ως παιδιά τη χρυσή εποχή του Storyville και άκουσαν όλους εκείνους τους πρωτοπόρους μουσικούς που έθεσαν τα θεμέλια της τζαζ, όπως ο Buddy Bolden. Έπαιξαν και ηχογράφησαν σε κάποιες στιγμές της καριέρας τους μαζί, αλλά συνάμα έζησαν βίους παράλληλους. Ο μεν Bechet εγκατέλειψε τη χώρα πολύ νωρίς -κάποιοι λένε λόγω προβλημάτων που είχε με τον νόμο και κάποιοι επειδή δεν άντεχε τις φυλετικές διακρίσεις- και έκανε τεράστια καριέρα στην Ευρώπη. Ο δε Armstrong παρέμεινε και εδραιώθηκε ως ο κορυφαίος αντιπρόσωπος της αφροαμερικάνικης μουσικής και ένας πραγματικά μεγάλος entertainer, κάτι για το οποίο καμάρωνε. Ο Duke Ellington είχε χαρακτηρίσει τον Louis ως τον "Mr. Jazz" και τον Sidney ως τον "jazz innovator". Δεν νομίζουμε ότι υπάρχει πιο κατάλληλη περιγραφή για αυτούς τους δύο μουσικούς, που "με το όργανο στο χέρι" σφράγισαν τη μουσική του περασμένου αιώνα.

Τέλος, ένας άλλος πρωτοπόρος κα ταυτόχρονα μια μεγάλη πηγή έμπνευσης για εμάς είναι ο Bix Beiderbecke. Ο Bix ήταν πρωτοπόρος σε πολλούς τομείς, έζησε γρήγορα και πέθανε νέος, στερώντας από την τέχνη τα μελλοντικά του αριστούργημα. Αλλά ταυτόχρονα έμεινε άφθαρτος στη μνήμη μας, σαν ένας άλλος James Dean της τζαζ κουλτούρας. Αλλά η πραγματικά μεγάλη πρωτοπορία του Bix ήταν ότι τη δεκαετία του '20, την περίφημη "jazz age", όταν όλη η Αμερική καίγονταν στην κυριολεξία από την hot jazz, εμφανίστηκε από το πουθενά ένας λευκός νεαρός κορνετίστας, γόνος μεσοαστικής οικογένειας από την Indiana, που έπαιζε τα στάνταρντ της εποχής με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ο ήχος του και οι σολιστικές του επιλογές διακρίνονταν από έναν λυρισμό πρωτόγνωρο για εκείνον τον καιρό και σύντομα τον έκανε να ξεχωρίσει και να γίνει σολίστας στα αναλόγια της ορχήστρας του Paul Whiteman, όπου τα σόλο του απογείωσαν τον ήχο της ορχήστρας και άλλαξαν ριζικά την ενορχηστρωτική προσέγγιση του Whiteman. Πολλοί ισχυρίζονται ότι τότε έγινε η γέννηση του cool, είκοσι χρόνια πριν την επίσημη καταγραφή του από τον Chet Baker -άποψη την οποία συμμερίζομαι απόλυτα. Ο Bix, με συνδετικό κρίκο τον Bobby Hackett, έδωσε τη σκυτάλη στον Chet Baker, ο οποίος σίγουρα είχε ακούσει τη δουλειά τους και είχε επηρεαστεί από αυτούς -ο ήχος του και η αυτοσχεδιαστική του προσέγγιση το αποδεικνύουν άλλωστε. Ο Bix ήταν λάτρης του Ravel και του Debussy, και πολλές φορές αναρωτιέμαι αν ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός, μέσα από το λυρικό του παίξιμο, ενσωματώθηκε στο αφροαμερικάνικο ιδίωμα. Μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ, αλλά σίγουρα πάντα τα σόλι του θα μας καθηλώνουν όπως την πρώτη φορά.


Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

Gimme 10: Οι επιλογές των Spiral Meth

Οι Spiral Meth είναι μια αθηναϊκή μπάντα με alternative/prog metal χαρακτήρα. Την αποτελούν οι Σταύρος Παπαδάκης (κιθάρα), Κώστας Έξαρχος (φωνή), Τάσος Κακογιάννης (μπάσο, φωνητικά) και Περικλής Ρούσσης (τύμπανα, κρουστά).

Παρότι έχει σχεδόν δεκαετή ιστορία πίσω της, η ομάδα παρουσίασε το ντεμπούτο άλμπουμ της μόλις πέρυσι. Πρόκειται για μια συλλογή 10 κομματιών, που φέρει τον τίτλο Blues For The Superhuman.

Ως σημερινοί μας φιλοξενούμενοι, οι Spiral Meth αποκαλύπτουν και σχολιάζουν παρακάτω 10 από τα άλμπουμ που καθόρισαν την καλλιτεχνική τους υπόσταση.

-----

1. Sabbath Bloody Sabbath - Black Sabbath (1973)
Μετά την παράνοια του Master Of Reality και την έναρξη των πάντων με το ομώνυμο και το Paranoid, ήρθε και έδεσε αυτό το αριστούργημα. Ηχητικοί πειραματισμοί, πολλές ασυνήθιστες μελωδίες, στοιχεία '60s και φολκ. Προσωπικά το θεωρώ το πιο progressive άλμπουμ που έχουν ηχογραφήσει.

2. Physical Graffiti - Led Zeppelin (1975)
Νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι και λόγω διάρκειας (είναι μιάμιση ώρα) το soundtrack μιας ταινίας που εξιστορεί την ιστορία της rock. To συγκρότημα είναι πιο ώριμο από ποτέ... είναι έτοιμο να κατακτήσει τον κόσμο! Blues, funk, groove, ethnic, metal... Μάλλον η καλύτερη στιγμή της ιστορίας της rock. "In My Time Of Dying", "The Rover", "Wanton Song", κλπ. Και μέσα σε όλα το "Kashmir"!

3. Aenima - Tool (1996)
Όταν τον άκουσα για πρώτη φορά αδυνατούσα να αρθρώσω λέξεις. O δίσκος-κλειδί. Ένας δίσκος με βαθιές ρίζες στο παρελθόν και ταυτόχρονα αποκομμένος από το παρόν, προετοιμάζοντας το μέλλον. Κομμάτια που ακούς τα όργανα και τη φωνή και όλα μοιάζουν με αυτόνομες οντότητες, δημιουργώντας μία απόλυτη συνοχή. Είναι σαν να συνθέτουν όλα μαζί μία δήλωση. Δεν είναι concept. Eίναι κάτι άλλο, πιο ξεχωριστό. Είναι ένα παζλ που παρουσιάζει τη σύγχρονη μουσική υπό το δικό τους πρίσμα. Σε αυτόν τον δίσκο διέλυσαν το rock και το metal σε κομμάτια και ξανάφτιαξαν σκληρή μουσική κάτω από το δικό τους πρίσμα.

4. Rage Against The Machine - Rage Against The Machine (1992)
Και εκεί που νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα, σκάει το πρώτο άλμπουμ των R.A.T.M. Είναι urban, είναι επιθετικοί, είναι τόσο επιθετικοί που πάρα πολλοί DJs σε rock και metal clubs δεν παίζουν τραγούδια τους γιατί ο κόσμος αγριεύει. Τραγούδια που μπορούν να ξεκινήσουν επανάσταση, πορείες, riots, με το άκουσμα ενός ριφ. Τρομερό blend πεντατονικών blues ριφ με '70s bass lines και εξωφρενικό, ποιητικό hip hop. In your face, in your soul... Νομίζω ότι από την πρώτη εποχή του punk είχε να ακουστεί κάτι τόσο ωμό και αληθινό.

5. Superunknown - Soundgarden (1994)
Το άλμπουμ μουσικά συνδυάζει metal, hard και stoner rock. Αν προσθέσουμε psychedelic και alternative rock, έχουμε το πιο ολοκληρωμένο έργο της εποχής του grunge. Τρομερές συνθέσεις, εξωτικά κουρδίσματα, η καλύτερη hard rock φωνή από την εποχή του Plant.

6. From Mars To Sirius - Gojira (2005)
Το extreme στα καλύτερά του. Ήχος από ερπύστριες, εναλλαγές από mid tempo και blast, δυστοπική ατμόσφαιρα. Ένα υπέροχο διαστημικό ταξίδι. Από τη Γαλλία με αγάπη.

7. 1984 - Van Halen (1984)
Ασύγκριτo μέγεθος, ένα άλμπουμ τεράστιο σε όλα του, το οποίο εν πολλοίς καθόρισε τον εμπορικό rock ήχο των '80s. Είναι εντυπωσιακό πως το εμπορικό τους peak επιτεύχθηκε συγχρόνως με το καλλιτεχνικό τους απόγειο, καθώς τα "Jump" και "Panama" υπήρξαν τα mega hits, δίπλα στο "Hot For Teacher", "House Of Pain" και το "Girl Gone Bad". Ο Eddie χαράζει το μονοπάτι προς την αιωνιότητα.

8. Piece Of Mind - Iron Maiden (1983)
Μεγάλη αγάπη. Το πιο σκοτεινό άλμπουμ των Maiden. Έπος! Φοβερές εμπνεύσεις, μυθολογία, Dune, μάχες, αίμα και ιδρώτας. Σαν σύνολο συνδυάζει καλύτερα από όλα τα άλλα άλμπουμ τους το σκοτάδι, την ατμόσφαιρα, τον πειραματισμό και την εμπορικότητα.

9. Made In Japan - Deep Purple (1972)
Μεγαλειώδες, απόλυτα live (χωρίς το παραμικρό overdub), η απόδοση των πέντε μουσικών αγγίζει το τέλειο. Για πρώτη φορά στην ιστορία του rock έχουμε έναν τέτοιο live χείμαρρο. Εξακολουθεί να είναι αξεπέραστο.

10. London Calling - The Clash (1979)
Επιτέλους ένα punk άλμπουμ με φοβερούς μουσικούς και ποικίλες επιρροές. Αντισυστημικό, αληθινό. Περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο την Αγγλία της εποχής, αφουγκράζεται την πολυπολιτισμικότητα, και δημιουργεί έναν καμβά γεμάτο απελπισία, οργή και τέχνη. Άσε που μπορεί να έχει και το καλύτερο εξώφυλλο όλων των εποχών...


Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2023

Gimme 10: Οι επιλογές του Γιάννη Φύσσα

Ο Γιάννης Φύσσας, Έλληνας μετανάστης στον Καναδά από το 1981, είναι τραγουδοποιός και παραγωγός.

Η καλλιτεχνική του πορεία ξεκίνησε το 1992 στο Βανκούβερ, και μέσα στα χρόνια είχε την ευκαιρία να εξελίξει τις ικανότητές του, δουλεύοντας και ως sound designer σε γνωστές εταιρείες των video games, όπως οι Electronic Arts και Fuzzy Wuzzy Games Inc.

Τον περασμένο Αύγουστο κυκλοφόρησε το τρίτο προσωπικό του άλμπουμ, που φέρει τον τίτλο Ξενιτεμένα Τραγούδια. Σε αυτό περιέχονται 13 κομμάτια, με τον ίδιο να υπογράφει στίχους, μελωδίες, ενορχηστρώσεις, και να παίζει πληθώρα οργάνων.

Με χαρά υποδεχόμαστε, λοιπόν, τον Γιάννη Φύσσα, στο πρώτο Gimme 10 της νέας χρονιάς -αλλά και πρώτο στο παρόν μπλογκ, έπειτα από 14 χρόνια θητείας στο Mix Grill. Λόγω της χαρούμενης περίστασης, επετράπη στον καλλιτέχνη να καταστρατηγήσει τον περιορισμό των 10 επιλογών...

-----

1. Άγιος Φεβρουάριος - Δήμος Μούτσης (1977)
Δίσκος που παίχτηκε πολύ στο σπίτι μας πριν καν καταλάβω τι σημαίνει μουσική. Δηλαδή απορροφήθηκε μεν, αλλά χωρίς συνειδητοποίηση από μένα.

2. Μικρά Ασία - Απόστολος Καλδάρας (1977)
...ένας άλλος δίσκος που ακούστηκε πολύ στο σπίτι. Το '72 είμαι μόλις 2 χρονών. Όταν πολύ αργότερα άκουσα αυτόν τον δίσκο (και του Μούτση τον Άγιο Φεβρουάριο στα 26 μου) στο Βανκούβερ πια, έπαθα ΤΗΝ πλάκα. Δάκρυα, the feels, κυριολεκτικά δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήξερα κάθε τραγούδι. Και απο πού; Γουάτ δε φακ. Αργότερα κατάλαβα: ό,τι ενσωματωθεί από μικρή ηλικία, παραμένει πάντα μέσα μας ως προσβάσιμο υλικό για μελλοντική χρήση. Άσ' τα. Κλάψ.

3. Outlandos D' Amour - The Police (1978)
Οχτώ χρονών αρχίζω μία τρέλα με τη μουσική και από τότε αρχίζει να μονοπωλεί τα ενδιαφέρον μου. Κιθάρα είχε βρεθεί του μπαμπά, και αμέσως μετά αρχίζω να αγοράζω δίσκους από χαρτζιλίκι και γενέθλια, παππούδες κτλ. Για το "Roxanne" μιλούσαν τα μεγαλύτερα παιδιά στο Ζωγράφου για τον στίχο κτλ, αλλά δεν ήξερα αγγλικά. Άρα η μουσική αρκούσε για τότε. Και ΤΙ μουσική! Και αργότερα άκουγα και Sting αβέρτα.

4. Hotel California - The Eagles (1977)
Το title track με σημάδεψε άγρια... μάλλον και το σόλο μιας από τις δύο κιθάρες. Πάντως όταν μεγαλώνεις με τέτοια τραγούδια, arrangements, παραγωγή και μιξαρίσματα, είναι λογικό τα τραγούδια του 2023 να μη σε γοητεύουν εύκολα. 3η Δημοτικού, Ζωγράφου, πρώτη φορά που φίλησα κορίτσι σε πάρτι χορεύοντας slow dance το "Hotel California"... τη λέγανε Νατάσα. Αυτά...

5. Dire Straits - Dire Straits (1978)
Έπεσα στα δίχτυα του Knopfler και ποτέ δεν ξέμπλεξα. Ούτε καν με ενδιέφερε να παίξω γρήγορη κιθάρα στα '80s. Όχι ότι δεν το προσπάθησα... αλλά ΔΕΝ...

6. Δοξάστε Με - Χάρρυ Κλυνν (1979)
Αυτός ο δίσκος ίσως πρωτοακούστηκε σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή (who knows?) αλλά τον είχαμε μάθει κυριολεκτικά απ' έξω, εγώ, οι θείοι μου, τα ξαδέρφια, όλο το σόι. Κάθε φράση, κάθε ομοιοκαταληξία, κάθε νότα. Τι αριστούργημα, τι ατάκες. Ο Χάρης Ρεζίλης είναι (και θα παραμένει) A-α-α-άπιαστος! Εδώ μάθαμε (lesson for whoever was paying attention) ότι τα τραγούδια που μοιάζουν το ένα με το άλλο δεν είναι επιθυμητά, άρα σε μια δισκογραφική δουλειά η επανάληψη ισούται με τεμπελιά ή βαρεμάρα.

7. Τα Τραγούδια Της Χαρούλας - Μάνος Λοΐζος/Χάρις Αλεξίου (1979)
Η σκούρα φωνή, το behind the beat phrasing, η ενορχήστρωση, η απλότητα μελωδίας και κιθάρας (που κρύβει μέσα πολλά δύσκολα) και η γενική μινόρε vibe, με διέλυσε. Λοΐζος forever after.

8. Για Μια Μέρα Ζωής - Μάνος Λοΐζος (1980)
Άλλος ένας δίσκος που δεν έχει ουδεμία επανάληψη συνθετικά/στιχουργικά και από ενορχήστρωση. Λίγοι οι δίσκοι που έχουν καταφέρει τέτοια φρεσκάδα από όλο το υλικό. Έχει πέσει πολύ μάθημα εδώ.

9. Blackout/Love At First Sting/World Wide Live - Scorpions (1982/1984/1085)
Αυτές οι δυο κιθάρες στην αρχή του "No One Like You" με τράβηξαν και άρχισε ο έρωτας με τους Σκορπιούς που ακόμα δεν έχει τελειώσει. Σαρώνει ακόμα και σήμερα.

10. Τα Τραγούδια Μου - Γιώργος Νταλάρας (1983)
Όλα τα τραγούδια και οι ερμηνείες είναι πέρα από συγκλονιστικά. Τα έμαθα όλα και έγιναν το standard με το οποίο θα μετρούσα τους επόμενους ελληνικούς δίσκους. Διαβάζοντας πολύ αργότερα περί αυτού, κατάλαβα... Ήταν η πιο σοβαρή live προσπάθεια του Θείου να βγει έξω απ' τα συνηθισμένα κέντρα και να προσφέρει μουσική απλά, χωρίς γαρύφαλλα και σπασμένα πιάτα σε μπουζουκτσίδικο. Δηλαδή μουσική, όχι entertainment, και φακ γιού στο σύστημα. Σημαντική αυτή η διάκριση. Πολύ μπροστά η κίνηση.

Τα παρακάτω είναι εξίσου επιδραστικά και δεν μπορούσα να τα αφήσω απέξω:

Piece Of Mind/Powerslave/Live After Death - Iron Maiden (1983/1984/1985) 
Τι τραγούδια, τι φωνή, τι κιθάρες, πρώτη/σεγόντο. Άκουγα τη διπλή κασέτα (LAD) τουλάχιστον για δύο χρόνια στο λύκειο με το γουόκμαν. Είχα σκαρφιστεί έναν τρόπο να βάζω την κασέτα στην τσέπη του πουκαμίσου ώστε να φαίνεται μόνο το Iron Maiden, για να ξέρουμε τι σοβαρός μεταλλάς ήμουν. Ναούμ.

Rio/Seven And The Ragged Tiger/Arena - Duran Duran (1982/1983/1984)
Κίλλερ τραγούδια, μπαλάντες και παραγωγές. Πολύ πιο μινόρε φάσεις από τα άλλα ανάλογα synthpop της εποχής. Γενικά το new wave με άφηνε κρύο, εκτός από Ντουράν. Μαθήματα ενορχήστρωσης -και όχι μόνο. Όλες οι μπαλάντες που έχω γράψει προσπαθούν (μάταια) να προσεγγίσουν το "Save A Prayer". Τι να κάνουμε, μερικές επιρροές δεν σβήνουν!

High N Dry/PyromaniaHysteria - Def Leppard (1981/1983/1987) 
Το Pyromania βινύλιο αγοράστηκε Καναδά και ταξίδευε Ελλάδα-Καναδά-Ελλάδα-Καναδά για 2 καλοκαίρια. Φυσικά όταν ερχόμουνα Ελλάδα, κουβαλούσα ηλεκτρική κιθάρα, μικρό ενισχυτή για παραμόρφωση (Traynor) και το λιγότερο 40 κασέτες για να έχω να ακούω. Καταβρόχθιζα μουσική 24-7 με γουόκμαν και πικάπ.  Εντυπωσιακή παραγωγή και μιξάρισμα. Ούτε που ήξερα τι ήταν αυτά στα 13 μου, αλλά ήξερα ότι ο δίσκος σάρωνε αβέρτα. Εδώ μάθαμε παραγωγή, και όχι μόνο...

Out Of The Cellar - Ratt (1984)
Το "Round And Round" με μάγεψε από την πρώτη ακρόαση και χωρίς να το ξέρω, έμαθα τι εστί 1 maj >1min, και b6#4. Θυμάμαι να ενοχλώ όλους στο σχολείο παίζοντας την κασέτα στο διάλειμμα. Είχα φωτογραφίες Ratt/Twisted Sister/Duran Duran στο locker μου και για κάποιον περίεργο λόγο να προβληματίζει περαστικούς γιατί άκουγα μέταλ και Duran και Sister. Δηλαδή δεν είχα επιλέξει το ένα ή το άλλο «όπως θα έπρεπε». Δεν μου φάνηκε καθόλου περίεργο.

Χαιρετίσματα - Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1987)
Παραγωγή/τραγούδια/στίχοι/κιθάρες, άψογα όλα! ΚΑΙ Άσιμος, όχι παίζουμε. Και τι ερμηνείες από τον Βασίλη. Θεός. Έμαθα ότι το πραγματικό Ροκ και το Ελληνικό μπορούν να μένουν κάτω από την ίδια στέγη. Το "Ευσεβείς Πόθοι" (Ξενιτεμένα Τραγούδια, 2023) είναι μάλλον «Ωδή στον Βασίλη» από μένα. (Βασίλη, αν διαβάζεις, σ’ αγαπώ!).


Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Άνθρωποι, όχι ίσκιοι: Ο Φοίβος Δεληβοριάς στο Θέατρο Βράχων

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μακρής

Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Φοίβο Δεληβοριά από κοντά -ο ίδιος αποκλείεται να το θυμάται- ήταν τον Ιούνιο του 2007, μετά τη μεγάλη –για τα τότε δεδομένα του- αθηναϊκή του συναυλία στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα. Με τον φίλο μου τον Γιάννη περιμέναμε υπομονετικά στην ουρά για να μπούμε στο καμαρίνι του, ανταλλάξαμε δυο-τρεις μάλλον τυπικές κουβέντες με τον καλλιτέχνη, και μάς υπόγραψε ό,τι κρατάγαμε.

Την περασμένη Δευτέρα, 16 (και κάτι) χρόνια μετά, βρέθηκα πάλι μπροστά του, στο ίδιο θέατρο, στο ίδιο καμαρίνι. Τούτη τη φορά δεν χρειαζόταν να βιαστώ (η συναυλία θα ξεκινούσε σε καμιά ώρα), κι έτσι είπα να του πιάσω κουβέντα, ρωτώντας τον αν έχει άγχος πριν από τα live. Μου απάντησε ότι ναι, έχει· κυρίως όταν έχει περάσει καιρός από τo προηγούμενo, αλλά και σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, όπου τα μεγέθη είναι μεγάλα, και τα βλέμματα επάνω του χιλιάδες. Τη νευρικότητά του ενέτεινε και το γεγονός ότι βρισκόταν εκεί και το κινηματογραφικό συνεργείο του Αριστοτέλη Παπακωνσταντίνου, με σκοπό να απαθανατίσει τη βραδιά -με 11 κάμερες, παρακαλώ.
Το άγχος αυτό, πάντως, έγινε εμφανές μόνο σε ένα λαχάνιασμά του, την ώρα που έλεγε το πρώτο τραγούδι, το “Γκόσπελ”. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι αμελητέο το ρίσκο να ανοίγεις τη μεγάλη σου εμφάνιση με ένα κομμάτι που δεν έχει κυκλοφορήσει επισήμως. Το πράγμα, μάλιστα, έγινε ακόμα πιο... risky, όταν ο Δεληβοριάς αποφάσισε να το ακολουθήσει με ένα πολιτικά φορτισμένο λογύδριο: «Να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ίσκιοι, ότι είμαστε άνθρωποι» ήταν μια από τις φράσεις που χρησιμοποίησε, καθώς αναφερόταν στο κάλεσμα που έκανε τις προηγούμενες ημέρες για συγκέντρωση ειδών πρώτης ανάγκης για τους πληγέντες από τις καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία. Η ανταπόκριση των προσερχομένων υπήρξε συγκινητική και δικαίωσε την επιλογή του να μην αναβάλει τη συναυλία.

Η βραδιά έμελλε να περιλάβει μερικές ακόμα ιδιαίτερα αιχμηρές επιθέσεις του Δεληβοριά: στους εξουσιαστές (μας), στους δημοσιογράφους, στους δημοσιολογούντες που επιλέγουν να επιτεθούν στον αδύναμο ή στον ξένο, και όχι στους ισχυρούς. Την ίδια ώρα, λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα, στην Τεχνόπολη, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης έκανε κάτι αντίστοιχο στη δική του εμφάνιση, συμβάλλοντας στην άτυπη ομοβροντία εναντίον των κακώς κειμένων. Φυσικά, τα λογύδρια του Δεληβοριά δεν περιορίστηκαν στην πολιτικοκοινωνική μαύρη επικαιρότητα, αλλά είχαν και ποικίλες άλλες υφές, από ιστορίες για τα τραγούδια του μέχρι σχόλια για τις ερωτικές σχέσεις και αυθόρμητα γκάλοπ διά βοής, όλα διανθισμένα με γενναίες δόσεις του απολαυστικού χιούμορ του.
Με αυτά και μ’ εκείνα, η ροή της βραδιάς εξελίχθηκε μέσα σε μια σχεδόν πηχτή ένταση, σε μια αδιάκοπη πάλη για την έκβαση της κάθε στιγμής. Ή έτσι, τέλος πάντων, το εισέπραξα εγώ. Γιατί οφείλω να ομολογήσω ότι το πλήθος γύρω μου έμοιαζε να το ζει εντελώς αλλιώς. Αλλά πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Ήμουν ένας σαρανταπεντάρης ανάμεσα σε (πολύ) νεότερά μου άτομα, και το βλέμμα μου, παρότι έψαχνε απεγνωσμένα όλο το βράδυ να συναντήσει εκείνο κάποιου συνομηλίκου, δεν τα κατάφερε τελικά: ζευγάρια στα είκοσι και στα τριάντα, παρέες φοιτητών, νέες μαμάδες με τις δωδεκάχρονες κόρες τους, ως εκεί που έφτανε το μάτι... Ακόμα και όταν επιχείρησα, προς το τέλος, να διασχίσω το πυκνό πλήθος, όλο νεαρόκοσμο διέκοπτα -από τον χορό, από τις αγκαλιές και τα φιλιά ή το λογής λογής πιώμα...

Είχα χρόνια να δω τον Δεληβοριά σε live, και η προηγούμενη φορά, το 2019, ήταν σε πολύ πιο ελεγχόμενες συνθήκες -για τη Σπάρτη μιλάμε άλλωστε... Έτσι ομολογώ ότι σοκαρίστηκα όταν, με το που ήχησε “Ο Μπάσταρδος Γιος”, το πλήθος εκστασιάστηκε κι άρχισε να τραγουδά δυνατά όλους τους στίχους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με άλλα τραγούδια: με το “Μόνο Ψέματα”, που στη ζωντανή εκδοχή του διατήρησε σχεδόν ανέπαφη τη σπαραξικάρδια αστική μελαγχολία του, με το “Χάλια”, που πια ανήκει στον Δεληβοριά τόσο όσο ανήκει και στον Waits, με τον “Καθρέφτη”, που παραμένει τραγουδάρα, παρά τα όσα θέλουν να πιστεύουν διάφοροι όψιμοι επικριτές χωρίς αιτία. Αυτό το πέρασμα του Δεληβοριά σε ανθρώπους είκοσι και τριάντα χρόνια νεότερούς του είναι κάτι που αξίζει να μελετηθεί, κι ας το έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες, αλίμονο.
Πάντως, αν είναι να δοθεί μια εξήγηση για το γεγονός, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ότι η δημοφιλία του Δεληβοριά έχει απογειωθεί, την ίδια στιγμή που εκείνος επιμένει εδώ και πάνω από μια δεκαετία πια να ασελγεί βάναυσα, να ξεγυμνώνει και να μαστιγώνει δημοσίως, τα παλιά -και πλέον αγαπημένα στο πυρηνικό κοινό του- τραγούδια του. Είναι κάτι που πια δεν εκπλήσσει, που το κοινό το έχει αποδεχτεί και το αναμένει -πράγμα που εκτός των άλλων αποδεικνύει ότι ο καλλιτέχνης μπορεί, αν το θέλει, να εκπαιδεύσει καταλλήλως το κοινό του. Τώρα, το ότι όλη αυτή η... βαναυσότητα περνάει από τα χέρια της ικανότατης μπάντας του (Κωστής Χριστοδούλου, Κώστας Παντέλης, Yoel Soto, Χρήστος Λαϊνάς, Σωτήρης Ντούβας) δεν είμαι σίγουρος αν την κάνει πιο ευκολοχώνευτη ή πιο συντριπτική...

Πολλές ακόμα στιγμές αξίζει να κρατήσει κανείς από εκείνη τη βραδιά. Κάμποσες από αυτές εμπλέκουν τη Νεφέλη Φασούλη, που βγήκε στη σκηνή κάπου στο μέσο, είπε τρία τραγούδια από το ντεμπούτο της (Ο Κόσμος Σου, 2021), κι έπειτα έμεινε για να προσθέσει τη φωνή της στο ηχητικό τείχος της μπάντας. Η Φασούλη είναι παρουσία εντυπωσιακή, από κάθε άποψη, και νομίζω ότι, παρά την κριτική που της έχει ασκηθεί (όχι πάντα αδίκως) και παρά το ότι η δυσυπόστατη φύση της δεν βοηθά τις εξελίξεις να τρέξουν με μεγάλη ταχύτητα υπέρ της, θα βρει τελικά έναν δικό της δρόμο στο ελληνικό τραγούδι των επόμενων χρόνων. Άλλη στιγμή με συγκίνηση ήταν όταν, στο “Και Του Χρόνου”, ο Δεληβοριάς κάλεσε επί σκηνής τους συνεργάτες του από τα τηλεοπτικά Νούμερα (αναμένονται ανακοινώσεις για την τύχη της σειράς), αλλά και όταν έδωσε βήμα στον ταλαντούχο Pablo Soto, γιο του Yoel, να βγει για πρώτη φορά σε μεγάλη σκηνή. Ο μικρός φάνηκε να το διαχειρίζεται μια χαρά, και μάλιστα τόλμησε να παίξει ένα δικό του τραγούδι που αφορούσε σε όλα εκείνα που τον ενοχλούν κατά τη μετακίνησή του με τα αστικά λεωφορεία.

Σε εκείνο το σημείο η συναυλία βρισκόταν προς το τέλος της, κι ο Δεληβοριάς αναφέρθηκε στο γεγονός ότι οσονούπω κλείνει τα 50 του χρόνια. Είναι αυτό ένα συνήθως δυσάρεστο ορόσημο στη ζωή του καθενός, μα ο τραγουδοποιός φαίνεται να το έχει πάρει ψύχραιμα: διέκρινα στο βλέμμα του μια ζεστασιά και μια αποδοχή, καθώς συνόδευε, αμέσως μετά, τη Φασούλη στο υπέροχο “Ο Κόσμος Σου”. Κι έπειτα έκλεισε με τη “Μπαλάντα”, κάνοντας μια αναφορά στους τροβαδούρους του παρελθόντος, αλλά και σε εκείνους που θα ακολουθήσουν. Όταν οι στίχοι τελείωσαν, αποχαιρέτισε τους φίλους του και άφησε τους μουσικούς του να επιδοθούν σε έναν τελευταίο γύρο ξεσαλώματος: η μπλε-άσπρη Fender Squire του Λαϊνά πέρασε τα πάνδεινα, τόσο στα χέρια του όσο και συγκρουόμενη με διάφορες σκληρές επιφάνειες. Τα ουρλιαχτά της ακόμα ηχούν στα αφτιά μου...

Πίσω στα καμαρίνια, και πάλι ο τραγουδοποιός υποδέχεται τους φίλους του, γνωστούς και αγνώστους, που κι αυτοί υπομονετικά περιμένουν· για μια φωτογραφία, ένα αυτόγραφο, μια αγκαλιά. Παρότι έχει πίσω του σχεδόν τρεις ώρες επί σκηνής (και ποιος ξέρει πόσες ακόμα για soundcheck και λοιπές ετοιμασίες), φοράει το καλύτερο χαμόγελό του, το πιο ζεστό βλέμμα του. Λίγο αργότερα, η Βάσω Καβαλιεράτου μού μιλάει για το πόσο εισπράττει και η ίδια το άγχος του συντρόφου της, καθώς οι μέρες για τη συναυλία λιγοστεύουν. «Το διαπιστώνω όταν τελειώνει, πόσο σφιγμένη είμαι στη διάρκειά της». Μου διηγείται και διάφορα ξεκαρδιστικά που λέει ο Φοίβος, που πότε φοβάται ότι θα τα κάνει θάλασσα, και πότε ότι θα βγει στη σκηνή και το θέατρο θα είναι άδειο.

Φορώντας ένα πάσο Access All Areas (μου το παραχώρησε η αξιαγάπητη Ιόλη Δεληβοριά, που όλοι την ξέρουν κι έτσι δεν της χρειαζόταν) είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω και να γυροφέρω, να βρεθώ καταμεσής του πλήθους αλλά και backstage. Πολλά είδα και άκουσα, πολλά έμαθα -μεταξύ αυτών και ότι αν έχεις το εν λόγω καρτελάκι περασμένο στον λαιμό όλοι θα νιώσουν ότι οπωσδήποτε ξέρεις κατά πού πέφτουν οι τουαλέτες...
Κάπου, κάποτε, αξίζει, θαρρώ, να καταγραφούν περισσότερα, από τη συγκεκριμένη βραδιά κι από άλλες. Ο Φοίβος Δεληβοριάς, άλλωστε, άσχετα αν μέσα από τα έργα του διαγράφεται ως κανονικός άνθρωπος κι όχι ως ακαθόριστος ίσκιος, είναι μια προσωπικότητα που αξίζει να «σκαλίσει» κανείς περαιτέρω. Ελπίζοντας ότι κάτι θα αποκαλύψει από την αύρα εκείνη που διαπνέει μερικά από τα πιο ξύπνια και περπατημένα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα.

Setlist:
1. Γκόσπελ
2. Απόψε Είμαι Κοντά Σου
3. Ο Μπάσταρδος Γιος
4. Μόνο Ψέματα
5. Κάποια Παιδάκια
7. Ελεφαντάκι/Κροκοδειλάκι
8. Ο Λωτοφάγος
9. Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι
10. Χάλια
11. Bolero
12. Ο Ξένος
13. Βόλτα
14. Για Ένα Καλοκαίρι
15. Στην Αχερουσία
16. Το Περίπτερο
17. Η Υβρεοπομπή
18. Άγρια Ορχιδέα
19. Ελένη Τοπαλούδη
20. Ο Καθρέφτης
21. Και Του Χρόνου
22. Αυτή Που Περνάει
23. Θέλω Να Σε Ξεπεράσω
24. Εκείνη
Encore
25. Λεωφορείο
26. Ο Κόσμος Σου
27. Η Κική Κάθε Βράδυ
28. Μπαλάντα

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2023

Gimme 10: Οι φιλοξενούμενοι XLV

Φτάνουμε αισίως στην 45η πεντάδα καλλιτεχνών που φιλοξενήθηκαν στη στήλη Gimme 10. Πρόκειται για δημοσιεύσεις που έγιναν από τον Ιούλιο του 2017 έως και τον Φεβρουάριο του 2018.



Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023

Για την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, που τραγούδησε στη Σπάρτη

Έχει άραγε κάποια αξία η αποτύπωση σκέψεων και συναισθημάτων που γεννήθηκαν εξαιτίας μιας συναυλίας, σχεδόν έναν μήνα μετά την πραγματοποίησή της; Και, για να ‘χουμε καλό ρώτημα, τα live reviews -έτσι δεν τα λένε και στο δικό σας το χωριό;- εν γένει, τι σημασία έχουν, από τη στιγμή που το γεγονός με το οποίο καταπιάνονται δεν πρόκειται να βιωθεί ξανά; ΟΚ, την κριτική δίσκου να τη δεχτούμε: κάποιος μπορεί να παρακινηθεί να ακούσει το άλμπουμ. Η κριτική όμως μιας εμφάνισης ενός οσοδήποτε σπουδαίου καλλιτέχνη σε ένα επαρχιακό θέατρο τι κέρδος μπορεί να έχει για τη μεγάλη πλειοψηφία;

Καθόλου ρητορικό δεν είναι το παραπάνω ερώτημα, να το ξέρετε. Και η απάντηση είναι ότι φυσικά και έχει αξία η οποιαδήποτε καταγραφή, οποιουδήποτε γεγονότος. Μιλάμε για την Ιστορία εδώ, η οποία δεν στοιχειοθετείται μόνο από τα μείζονα γεγονότα και τις κοσμοϊστορικές διεργασίες, αλλά, αντίθετα, την  αφορούν και οι μικρότερου βεληνεκούς αφηγήσεις, τα μικρότερης εμβέλειας βιώματα. Και, τέλος πάντων, όταν πρόκειται περί τέχνης, δεν συμφωνείτε ότι είναι κομματάκι οξύμωρο να αναζητούμε μονάχα «τη μεγάλη εικόνα»; Ας προχωρήσουμε όμως, υπάρχουν και παρακάτω απαντήσεις…

Παρότι είναι πολύ αγαπημένη μου καλλιτέχνις, και λόγω φωνής και (πολύ περισσότερο) λόγω ρεπερτορίου, είχα σχεδόν 10 χρόνια να τη δω επί σκηνής την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. Από εκείνη τη σύμπραξή της με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, επί σκηνής Διογένης Studio, είχα μείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις, κι έτσι η προγραμματισμένη για τις 10 Ιουλίου εμφάνισή της στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο της Σπάρτης μπήκε από νωρίς στην οικογενειακή ατζέντα.

Η παράσταση με την οποία η ερμηνεύτρια περιοδεύει φέτος ανά την Ελλάδα έχει τον τίτλο «Έξω καρδιά», και φιλοδοξεί να αποτελέσει ακριβώς αυτό: ένα πανηγύρι θετικών συναισθημάτων, ένα απλωμένο χέρι προς τα φιλόμουσα πλήθη. Κάτι που, φυσικά, σημαίνει διάφορα (εύκολα συναγόμενα) πράγματα, και σε ό,τι αφορά τα τραγούδια από τα ρεπερτόριό της που βρίσκουν θέση στη setlist, και σε ό,τι έχει να κάνει με το πώς αυτά τα τραγούδια παρουσιάζονται επί σκηνής.

Πριν από αυτά, όμως, υπάρχει ένα άλλο ερώτημα, που πάντοτε τρυπώνει σε σκέψεις και συζητήσεις γύρω από καλλιτέχνες που μετράνε πολλές δεκαετίες καριέρας. Τουτέστιν, πόσο καλά «κρατιέται» η Άλκηστις Πρωτοψάλτη αυτόν τον καιρό; Η προ διετίας αυτοψία μου επί της κατάστασης της φωνής της Αρβανιτάκη, για παράδειγμα, έβ(γ)αλε ζητήματα φθοράς. Ήμουν όμως σχεδόν σίγουρος ότι με την Πρωτοψάλτη δεν θα ήταν έτσι: κάτι η σχέση της με τον (πρωτ)αθλητισμό (τον κανονικό αλλά και εκείνον του τραγουδιού), κάτι οι απίστευτες επιδόσεις της την προηγούμενη φορά, ήθελα να πιστεύω ότι μπροστά μας είχαμε μια βραδιά ονειρική.

Το ξεκίνημα, όμως, με το “Ο Άγγελός Μου”, με έκανε να νιώσω ένα μούδιασμα: το τραγούδι παρουσιάστηκε κάπως απονευρωμένο, και η Πρωτοψάλτη το είπε σχεδόν όλο μια οκτάβα κάτω σε σχέση με την ηχογράφηση. Δηλαδή έτσι θα το πήγαινε όλο το βράδυ; Κι εκείνες οι ρωγμές στη φωνή της; Μήπως σχετίζονταν με κάποιο σοβαρό ρήγμα;
Ε λοιπόν, όχι! Το συγκρατημένο -αλλά καθ’ όλα συγκροτημένο- μπάσιμο ήταν προφανώς απαραίτητο για να ζεσταθεί η φωνή -αλλά και να εξασφαλιστεί μια πρώτη -διά της μειλιχειότητας- σύνδεση με τον καθένα και την καθεμιά στις κερκίδες. Γενικά, τα πρώτα τραγούδια , όλα μπαλάντες, είχαν στόχο να ζεσταθεί σιγά σιγά το κοινό -να επιτευχθεί μια σταδιακή συσσώρευση της ενέργειας στον χώρο. Οι ρυθμοί όμως ολοένα και ανέβαιναν, το ίδιο και οι (εν)τάσεις. Άσε που, από το τρίτο κιόλας κομμάτι, το (ούτως ή άλλως εξαιρετικό) “Διθέσιο”, η στόχευση της μπάντας για όχι ακριβώς αναμενόμενα πράγματα φάνηκε από το εκλεπτυσμένο παιχνίδι της με τις άρσεις και τις θέσεις –παιχνίδι που συνεχίστηκε όλο το βράδυ. Ευτυχές το γεγονός: μπορεί το παιγνιώδες της μουσικής εμπειρίας να θεωρείται εξ ορισμού αυτονόητο κομμάτι της -«παίζω μουσική» δεν λέμε;-, όμως τελικά έχουμε υποφέρει από υπερβολικά πολλές άχαρες και δήθεν «σοβαρές» προσεγγίσεις της…

Υπήρξαν παιχνιδιάρηδες αλλά ταυτόχρονα… άπαιχτοι, λοιπόν, οι πέντε μουσικοί συνεργάτες της Πρωτοψάλτη. Ο πιανίστας Θωμάς Κοντογεώργης είχε πρόχειρα σωρό ευρήματα, ο μπασίστας Πέτρος Βαρθακούρης («της γνωστής οικογενείας των Βαρθακουρέων», όπως μας ενημέρωσε λίγο πριν το τέλος η ερμηνεύτρια) έχτιζε πάντα στιβαρές ρυθμικές και αρμονικές βάσεις, ο Ανδρέας Λάσος λύγιζε επιδέξια τις χορδές των κιθάρων του, και ο Κώστας Μυλωνάς έκανε αριστοτεχνικές ασκήσεις ισορροπίας επί των χρονικών συμβάσεων πάνω στα δέρματα των τυμπάνων του. Ειδική μνεία χρειάζεται να γίνει στον Κώστα Καρακατσάνη, που υπήρξε πολυεργαλείο (σε βιολί, κιθάρα και φυσαρμόνικα). Απίστευτο που για χρόνια ένας τέτοιος μουσικός «κρύφτηκε» στα μετόπισθεν των Ονιράμα… Πολύτιμη αποδείχθηκε και η συμβολή του τελευταίου, καθώς και των Κοντογεώργη, Βαρθακούρη, στα δεύτερα φωνητικά.

Τα είχε, λοιπόν, όλα καλά στρωμένα η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, αλλά πάνω απ’ όλα είχε τη δική της, κατακτημένη επικυριαρχία επί όσων ξέρει να κάνει καλά. Ερμήνευσε -με το φουλ της σημασίας του χρησιμοποιείται εδώ ο όρος- πολλές από τις μεγάλες της επιτυχίες, αλλά και κάποια από τα νεότερα τραγούδια που μάς έχει προτείνει τα τελευταία χρόνια, δίνοντας σεμινάριο για το πώς μπορεί να στέκεται εν έτει 2023 μια τραγουδίστρια με πολλές δεκαετίες στην πλάτη της, με απόλυτο σεβασμό στον παρελθόν, στον μύθο της, αλλά και στο κοινό που έχει απέναντί της. Αν και, θα γίνει εύκολα σαφές σε όποιον/α την παρακολουθήσει φέτος το καλοκαίρι, ότι αν χρησιμοποιήσουμε την περίπτωσή της ως μέτρο για τις live εμφανίσεις, το πιθανότερο είναι ότι η πλειοψηφία των καλλιτεχνών της γενιάς της θα βρεθεί να υπολείπεται κατά πολύ.
Η Πρωτοψάλτη είναι σήμερα σχεδόν 69 ετών -μια νέα της εποχής, όπως θα έλεγε ο Ζαμπέτας. Και τι δεν έκανε αυτή η γυναίκα εκείνο το βράδυ του Ιουλίου στη Σπάρτη: χόρεψε, έπαιξε ηλεκτρική κιθάρα (στο “Όλα Αυτά Που Φοβάμαι”), έπιασε μπαγκέτες και κοπάνησε μανιασμένα τα τύμπανα (στο “Να ‘ταν Η Χαρά Οικόπεδο”), έριξε αβέρτα χιουμοριστικές ατάκες κι έπαιξε απίστευτα παιχνίδια με το κοινό. Το οποίο κοινό κυριολεκτικά την προσκύνησε: την αποθέωσε πολλάκις, με ουρλιαχτά κι επευφημίες, ενώ προς το τέλος τραγουδούσε και χειροκροτούσε όρθιο. Στο κλείσιμο δε, με το reprise του “Θα Στο Λέω” (μια μεταγλώττιση του “Bamboléo” των Gypsy Kings που αποτελεί το πιο πρόσφατο σινγκλ της), κατέβηκε μαζικά απ’ τις κερκίδες μετά από πρόσκλησή της, και ξεβιδώθηκε στον χορό.
Πέρασε ένας μήνας από τότε, αλλά οι μνήμες επιμένουν και ζητούν διέξοδο. Κι αυτό έχει να κάνει κυρίως με τη στάση και τη χειρονομία της Πρωτοψάλτη όλο εκείνο το δίωρο που βρέθηκε ενώπιόν μας. Ντυμένη στα μπλε, με τα άσπρα αθλητικά παπούτσια της να συμπληρώνουν το γαλανόλευκο ενδυματολογικό concept, η μεγάλη αυτή κυρία του τραγουδιού μας όντως υλοποίησε τον «έξω καρδιά» χαρακτήρα των φετινών της εμφανίσεων. Πήρε τις καρδιές μας –της τις δώσαμε, δηλαδή, χωρίς κανέναν δισταγμό- και μας τις μάλαξε με την αστείρευτη προσφορά της, με το δώσιμο της δικής της καρδιάς -και με το… χώσιμο της αστείρευτης ενέργειάς της.
Υπάρχει κάτι το ιερό και μυστηριακό στην αίσθηση ότι άνθρωποι σαν κι αυτήν μοιάζει να προσέχουν υπερβολικά τον εαυτό τους, να διαφυλάττουν πάση θυσία την ψυχική και σωματική τους υγεία, όχι λόγω κάποιας ματαιόδοξης πρόθεσης να ξεγελάσουν τον χρόνο, αλλά απλώς για να μπορούν να είναι αυτοί που πρέπει, απολύτως παρόντες και δοτικοί, τότε που εμείς θα τους χρειαστούμε.

Ίσως περνάει ως αφέλεια, ως φαυλότητα ή τεμενάς αυτό που προσπαθώ να πω εδώ· όμως, τότε, εκεί, έτσι το ένιωσα. Κι έτσι ακόμα το νιώθω.

Setlist:
1. Ο Άγγελός Μου
2. Post-Love
3. Διθέσιο
4. Η Δουλειά
5. Αλεξάνδρεια
6. Ανθρώπων Έργα
7. Ζήτα Μου Ό,τι Θες
8. Εφήμερες Αγάπες
9. Άδωνις/Willkomen
10. Θα Στο Λέω (Bamboléo)
11. Σ’ Αγαπώ
12. Μάμπο Μπραζιλέιρο
13. Πάμε Χαβάη (Its A Pity)
14. Τα Ήσυχα Βράδια
15. Η Σωτηρία Της Ψυχής
16. Θεός Αν Είναι
17. Τρίτο Στεφάνι
18. Να Ζήσω Ή Να Πεθάνω (Flamenco)
19. Βενζινάδικο
20. Να ‘ταν Η Χαρά Οικόπεδο (Borino Oro)
21. Τράβα Σκανδάλη
22. Όλα Αυτά Που Φοβάμαι
23. Σε Όλα Τα Νησιά (Κρίνα Του Γιαλού)
24. Τα Πιο Ωραία Λαϊκά
25. Παρουσίαση ορχήστρας
Encore
26. Το Χειροκρότημα
27. Κάθε Φορά Που Με Κοιτάζεις
28. Θα Στο Λέω (Bamboléo)

* Φωτογραφίες συναυλίας: Κυριακή Ήμελλου

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Είδα τον Μανώλη Μητσιά στο Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο

Μια συναυλία ενός κοσμαγάπητου ερμηνευτή, με δωρεάν είσοδο; Αυτό μάλιστα: ήταν μια καθωσπρέπει έναρξη για το πολιτιστικό καλοκαίρι του Σαϊνοπούλειου Ιδρύματος, που πραγματοποιείται και φέτος, για 36η χρονιά παρακαλώ, στον χώρο-όαση του ομώνυμου αμφιθεάτρου, που βρίσκεται 5 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Σπάρτης. Η εκδήλωση διαφημίστηκε όπως της άρμοζε, με τετρασέλιδο φυλλάδιο που διανεμήθηκε από πόρτα σε πόρτα. Άλλο τώρα αν ο ανώνυμος συντάκτης των κειμένων αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων, αναγράφοντας λανθασμένα το όνομα του Χατζιδάκι (αυτό μάλλον δεν θα πάψει ποτέ να συμβαίνει...), και αποδίδοντας το “Αγάπη Που ‘Γινες Δίκοπο Μαχαίρι” αποκλειστικά στον Τσιτσάνη, και το “Αυτά Τα Χέρια” στον Θεοδωράκη...

Εκείνο το «δωρεάν», πάντως, σήμαινε πως η εμφάνιση του σπουδαίου Μανώλη Μητσιά επί λακωνικού εδάφους  θα γινόταν υπό κάποιους συγκεκριμένους όρους. Πρώτον, πέρα από τους δύο «δικούς του» μουσικούς που τον συνόδευσαν (Αχιλλέας Γουάστωρ στα πλήκτρα, Ηρακλής Ζάκκας στο μπουζούκι), η βασική μπάντα της βραδιάς θα ήταν η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου Σπάρτης. Δεύτερον, ένα σεβαστό ποσοστό (περί το 30%) του ρεπερτορίου θα έπεφτε στις πλάτες ντόπιων ερμηνευτών. Μιλάμε δηλαδή γαι επιλογές που σαφώς μείωσαν το οικονομικό κόστος της συναυλίας, επιτρέποντας την ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Μήπως, όμως, αποτέλεσαν και παράγοντες που «νέρωσαν» το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα;

Για τον ρόλο της Φιλαρμονικής, δεν μπορεί κανείς παρά να παραδεχτεί, ακόμα κι αν εκείνο το βράδυ Τετάρτης –εξ αναβολής, λόγω της βροχής την προηγούμενη, που ήταν η αρχικά προγραμματισμένη ημέρα- την παρακολούθησε για πρώτη φορά, ότι πρόκειται για εξαιρετικό σύνολο. Η έναρξη της ιστορίας του πάει, άλλωστε, πίσω στα 1895, ενώ υπό τη στιβαρή μπαγκέτα του Σαράντου Κανελλάκου, που μετρά πια 33 χρόνια στη θέση του Αρχιμουσικού, επιδεικνύει μια ποιοτική σταθερότητα αξιοθαύμαστη. Οι απόλυτα λειτουργικές ενορχηστρώσεις, και ο τρόπος που αυτές αποδόθηκαν, έπιασαν ως επί το πλείστον πολύ υψηλά στάνταρ, καταφέρνοντας έναν διττό στόχο: να παρέχουν όλα όσα είναι συνυφασμένα με το πώς ακούγονται αυτά τα τραγούδια στις πρώτες τους εκτελέσεις, και ταυτόχρονα να μην κλέβουν την παράσταση από το κυρίως σώμα αυτών. Όσο για τις δύο ή τρεις περιπτώσεις όπου υπήρξε εμφανής ασυνεννοησία ανάμεσα στον ερμηνευτή και τον μαέστρο, αυτές προφανώς οφείλονταν στην έλλειψη από κοινού προβών.
Στους νεότερους ερμηνευτές τώρα. Πρώτος βγήκε, ανοίγοντας τη βραδιά, ο Τάσος Σκιαδάς, καλλιτέχνης με γερό υπόβαθρο σπουδών και με παρουσία στα μουσικά πράγματα της περιοχής από τα μαθητικά του χρόνια ακόμα, στα ‘90s. Υπήρξε άψογος τεχνικά, και όσο θα έπρεπε μετρημένος. Μάς χάρισε τις ωραίες χαμηλές του στο “Το Παλιό Ρολόι”, αλλά μάλλον κινήθηκε υπερβολικά κοντά στον Μάριο Φραγκούλη στο “Αχ Χελιδόνι Μου”. Η νεαρή Έλενα Φουντά, γνωστή και από το πέρασμά της από το The Voice Of Greece, που πήρε έπειτα τη σκυτάλη, ήταν ακόμα πιο συγκρατημένη στις ερμηνείες της, αρκούμενη σε τεχνικά ολόσωστες αποδόσεις, αν και με κάποια ζητήματα στην άρθρωση που έκαναν δυσδιάκριτες κάποιες συλλαβές. Υπήρξε η μόνη που επέστρεψε στη σκηνή, για να πει τρία ακόμα τραγούδια (συνολικά έξι). Όσο για τον Νίκο Βορίλα, που στάθηκε στο μικρόφωνο κάπου στο μέσο της setlist, στάθηκε νομίζω σαφώς καλύτερα ως μπουζουξής, αφού τα νταλαρικά τραγούδια που επέλεξε αποκάλυψαν κάποια ντεζαβαντάζ της φωνής και του τρόπου του: υπερβολικά πολλά λαϊκά «τσακίσματα», και ψηλές που "τρύπαγαν" τα αφτιά.
Νομίζω ότι οι τρεις φωνές στάθηκαν συνολικά αξιοπρεπώς: δεν εκτέθηκαν, αλλά ούτε και εξέπληξαν. Ερμηνεύοντας κοσμαγάπητα τραγούδια, γέμισαν το πρόγραμμα, χωρίς να αφήσουν προσωπικό στίγμα, και προδίδοντας ότι κάποιες φορές δεν είχαν απόλυτη επαφή με το περιεχόμενο των κομματιών.

Ο Μανώλης Μητσιάς, από την άλλη, είναι ένας ερμηνευτής από μια εντελώς άλλη εποχή -κι έτσι δεν τίθεται θέμα συγκρίσεων. Βγήκε απ’ τα παρασκήνια με τη γνωστή ταπεινή κίνησή του, κι έπειτα από ένα «να σας πω μια καλησπέρα, όχι τίποτα άλλο» έδωσε το σήμα για την εκκίνηση.

Ο Μητσιάς είναι σήμερα 77 ετών, σε μια ηλικία, δηλαδή, που οι περισσότεροι ερμηνευτές της κλάσης του έχουν ήδη αποσυρθεί. Με αυτό το δεδομένο, ομολογώ ότι δεν περίμενα πολλά από τη μεριά του: περισσότερο παρευρέθηκα γιατί δεν είχα ποτέ την ευκαιρία -απ’ όσο θυμάμαι- να τον δω ζωντανά επί σκηνής σε δική του συναυλία. Δεν ξέρω, λοιπόν, αν φταίνε οι χαμηλές προσδοκίες μου, πάντως ένιωσα ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη, από τους πρώτους κιόλας φθόγγους -«απ’ το πρωί μες στη βροχή/ και μέσα στο λιοπύρι/ για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι/ και δόξα τω Θεώ»- που ακούστηκαν απ’ τα χείλη του.
Δεν τίθεται τόσο θέμα για το αν ο χρόνος έχει κάνει τη ζημιά του -κανείς δεν ξεφεύγει από αυτή τη μαύρη τρύπα- όσο για το ότι ο Μητσιάς διατηρεί το σθένος της φωνής του, καθώς και έναν αξιοθαύμαστο έλεγχο των πνευμόνων του: οι ανάσες του εκείνο το βράδυ μάς άφησαν σέκους. Το πώς το καταφέρνει αυτό είναι μια συζήτηση που θα έπρεπε να επιδιώκουμε να κάνουμε μαζί του, όπως και με κάθε βετεράνο που διατηρείται σε τόσο καλή φόρμα Στα συν αναφέρω και τη σχεδόν παντελή απουσία εκείνου του ενοχλητικού, «γεροντίστικου» βιμπράτο από τις ερμηνείες του.

Με λίγα λόγια, δόθηκε ρεσιτάλ εκείνο το βράδυ στο Σαϊνοπούλειο: ένας σπουδαίος, δωρικός ερμηνευτής περιδιάβηκε τους σημαντικότερους σταθμούς της πορείας του, με κάμποσους από αυτούς να τυχαίνει(;) να αποτελούν και ορόσημα του ελληνικού δισκογραφημένου τραγουδιού των τελευταίων 30 χρόνων του περασμένου αιώνα. Το κοινό το καταχάρηκε, και τραγούδησε μαζί του τα περισσότερα ρεφρέν, αν και, προς τιμήν του, ο πρωταγωνιστής ελάχιστα κατέφυγε στη συνήθη τακτική της οικονομίας δυνάμεων• αντίθετα, υπήρξαν ελάχιστες οι στιγμές που απομακρύνθηκε από το μικρόφωνο, αφήνοντας τη δουλειά στη μεγάλη χορωδία των κερκίδων.

Κάποια στιγμή, εντελώς αναπάντεχα -ή ίσως όχι και τόσο-, κι ενώ σύμφωνα με το πρόγραμμα που είχε διανεμηθεί απέμεναν μόλις επτά τραγούδια για το τέλος, επιλέχθηκε να πραγματοποιηθεί ένα αψυχολόγητο διάλειμμα. Ο λόγος ήταν ότι ο Δήμαρχος της πόλης, Πέτρος Δούκας, ήθελε να εκφωνήσει ένα ακόμα λογύδριο, από εκείνα που συνηθίζει σε κάθε εκδήλωση όπου παρευρίσκεται, και να βραβεύσει τον Μητσιά, τον Κανελλάκο και την Ορχήστρα. Όμως κάποια στιγμή οι διάφοροι τοπικοί άρχοντες θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι ενοχλητικοί, κι ότι μάλλον τέτοιες κινήσεις -ή, καλύτερα, η χρονική στιγμή που επιλέγουν για αυτές- τούς γυρνάει μπούμερανγκ.
Ευτυχώς, κανείς από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές δεν φάνηκε να αποσυντονίζεται από το άχαρο της όλης υπόθεσης, και το υπόλοιπο της βραδιάς κύλησε εξίσου όμορφα και συγκινητικά. Εκεί ακούστηκε, άλλωστε, και το συγκλονιστικό “Αυτά Τα Χέρια”, πλάι σε κάποια ακόμα εμβληματικά άσματα (Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, και δεν συμμαζεύεται…), ενώ ικανοποιήθηκαν και όσοι στο τέλος ζητούσαν επίμονα το “Ερωτικό” των Μικρούτσικου/Αλκαίου («την πιρόγα, την πιρόγα!») -ήταν το μόνο από τα τραγούδια που δεν είχαν προβαριστεί με την Ορχήστρα, και παίχτηκαν συνοδεία μόνο των Γουάστωρ/Ζάκκα.
Δεκαεπτά τραγούδια μάς χάρισε εκείνη τη βραδιά ο Μανώλης Μητσιάς, κλείνοντας, έπειτα από έντονο μπιζάρισμα, όπως είχε αρχίσει, με το “Δόξα Τω Θεώ”. Αποδεικνύοντας πέρα από κάθε αμφιβολία ότι είναι ένας ερμηνευτής φτιαγμένος από υλικά μιας άλλης εποχής, τα οποία μοιάζουν να μην επηρεάζονται από τα χούγια της τωρινής: κανένα cancel, καμιά οχλοβοή της ψηφιακής σφαίρας δεν φαίνεται ικανή να αλλοιώσει το μέταλλο εκείνων που ζυμώθηκαν και στέριωσαν τη ζωή και το έργο τους στον χειροπιαστό κόσμο.

Setlist:
1. Φθινοπωρινός Δρόμος
2. Αυτόν Τον Κόσμο Τον Καλό
3. Το Παλιό Ρολόι
4. Αχ Χελιδόνι Μου
5. Η Ενδεκάτη Εντολή
6. Έλα Πάρε Μου Τη Λύπη
7. Πες Μου Μια Λέξη
8. Δόξα Τω Θεώ
9. Ο Γιάννης Ο Φονιάς
10. Τι Να Πούμε Τι
11. Μη Χτυπάς Σ' Ένα Σπίτι Κλειστό
12. Πού Θα Πάει Πού Θα Βγει
13. Όσο Αγαπιόμαστε Τα Δυο
14. Στην Ελευσίνα Μια Φορά
15. Άσπρο Περιστέρι
16. Ο Ουρανός Φεύγει Βαρύς
17. Κάθε Λιμάνι Και Καημός
18. Αγάπη Που 'Γινες Δίκοπο Μαχαίρι
19. Δώσε Μου Το Στόμα Σου
20. Πρώτη Φορά
21. Γεια Σου Χαρά Σου Βενετιά
Διάλειμμα
22. Επειδή Σ' Αγαπώ
23. Κυκλαδίτικο
24. Αυτά Τα Χέρια
25. Φεγγάρι Μάγια Μου 'Κανες
26. Βρέχει Στη Φτωχογειτονιά
27. Τσάμικος
28. Μήλο Μου Κόκκινο
Encore
29. Ερωτικό
30. Δόξα Τω Θεώ

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

Συνέντευξη με τους Listen It Speaks

Βρήκα έξοχο το Ways To End A Letter, το ντεμπούτο άλμπουμ των Listen It Speaks, κι έτσι ανέλαβα με χαρά μια συνέντευξη μαζί τους. Τελικά, βέβαια, ήταν κυρίως ο φίλος και συνεργάτης Δημήτρης Όρλης που κάθισε να βγάλει ερωτήσεις, κι εγώ απλώς συμπλήρωσα κάποιες. Σε κάθε περίπτωση, πατώντας εδώ θα κάνετε μια πρώτη γνωριμία με τρία νέα παιδιά (Άλκης Νίλεντ, Αναστασία Κωνσταντινίδου, Demetria) που έχουν και παρόν και μέλλον στην εγχώρια μουσική σκηνή.

Οι... "300" ηρωικοί αναγνώστες